Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2009

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΛΗΜΝΟΥ (Θ) - Στέργιος Μαυράκης

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΛΗΜΝΟΥ (Θ)

Ο Στέργιος Μαυράκης στο σιδεράδικό του (Φωτογραφία Παντελή Πραβλή)


Στέργιος Μαυράκης

Έφυγε πριν τρεις μέρες, για πάντα, ο Στέργιος Μαυράκης, εκ Δάφνης, κάτοικος Ατσικής. Έδινε τη μάχη από τις αρχές Νοεμβρίου, μετά από εγκεφαλικό, που έπαθε ενώ κυνηγούσε. Γεννημένος το 1940. Σιδεράς, γνήσιος μαθητής του Ήφαιστου, πάλευε με τη φωτιά και τα σίδερα καθημερινά. Παλικάρι σε όλα του. Αριστερός παλαιού τύπου, που πάει να πει, εργατικός, υπερήφανος, άφοβος. Χαμηλών τόνων άνθρωπος, λιγομίλητος, αλλά με χιούμορ οξύτατο. Είχαμε μια αλληλοεκτίμηση. Τα δύσκολα πολιτικώς χρόνια, υπέστη αρκετές πιέσεις. Κάποτε ένας πολιτικά αντίπαλος σε ένα εκκολαπτόμενο καυγά στο καφενείο, σηκώθηκε πάνω και έκανε πως βγάζει το σακάκι του, έτοιμος να… συγκρουσθεί. Ο Στέργιος ατάραχος, χωρίς να σηκωθεί από την καρέκλα του, του έριξε μια ματιά - μαχαίρι και του είπε ήσυχα: «Σε συμβουλεύω ότι είναι καλύτερα να μη βγάλεις το σακάκι σου». Ο άλλος μουδιασμένος δεν τόλμησε. Σε λίγο ήρθε ένας χωροφύλακας και του είπε: «Πάμε στην αστυνομία». Ο Στέργιος πάλι ατάραχος, αλλά με αποφασιστικότητα που δε σήκωνε αμφισβήτηση, του είπε: «Εγώ δεν έχω καμιά δουλειά στην αστυνομία, λέγω ότι καλύτερα είναι να πας μόνος σου». Ο χωροφύλακας έκανε μεταβολή και έφυγε σα βρεγμένη γάτα. Καλό ταξίδι Στέργιο.

Παρακάτω, ένα κείμενο – αφιέρωμα από τη «Φωνή της Ατσικής», το 2002 (τεύχος 11)

Ο σιδεράς

Το σιδεράδικο του Στέργιου Μαυράκη στην Ατσική

Στο παλιό κατσιβέλικο του Τάσου Φούντου, ιδιοκτησίας τώρα του Στέργιου Μαυράκη, η παράδοση συνεχίζεται. Ο Στέργιος με τη φωτιά δαμάζει τα σίδερα. Οι σιδεράδες, οι τεχνίτες που κατασκεύαζαν στο αμόνι σιδερένια εργαλεία, όπως κασμάδες, τσάπες, τσεκούρια, δρεπάνια, σφυριά, βαριές, αλλά και διάφορα σιδερένια εξαρτήματα όπως καρφιά, μασιές, μεντεσέδες, ονομάζονταν και "δεμιρτζήδες" ή "ντεμιρτζήδες" από την τουρκική λέξη "demir" που σημαίνει σίδερο. Την τέχνη του σιδερά που απαιτούσε μεγάλη εμπειρία, αλλά και οργανωμένο εργαστήριο, την μάθαιναν οι νέοι μέσα από την οικογενειακή παράδοση ή τη μαθητεία. Το επάγγελμα του σιδερά ασκούσαν συχνά και οι τσιγγάνοι ή "γύφτοι", ή κατσίβελοι, εξ ου και «κατσιβέλικο» καθώς και οι πεταλωτές (αλμπάνηδες) που κατασκεύαζαν τα πέταλα των αλόγων. Σιδεράδες υπήρχαν πολλοί στη Λήμνο τα παλιά χρόνια. Τώρα είναι ζήτημα αν υπάρχουν δυο τρεις.

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΛΗΜΝΟΥ (Η) - Τάσος Ξύκης

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΛΗΜΝΟΥ (Η)

Τάσος Ξύκης


Πέθανε πριν δέκα μέρες στην Ατσική της Λήμνου, ο Τάσος Ξύκης, αγαπητός φίλος. Γεννημένος στα 1925, αγρότης. Πανέξυπνος, γνήσιος, ανεπιτήδευτος, με χιούμορ ξεχωριστό, πλακατζής, ένας γλυκός «προβοκάτορας» της παρέας του καφενείου. Όποτε είχα την ευκαιρία να πηγαίνω στο χωριό μου, είχα την τύχη να συμμετέχω στη συντροφιά ανθρώπων όπως ο Τάσος, που δυστυχώς, ένας – ένας αποχωρεί για πάντα, κάνοντάς μας πραγματικά φτωχότερους. Στην παρέα της πλατείας, πρωταγωνιστής πάντα ήταν ο Γιώργης Ντινενής ή Νταμπάκης, φίλος και συνομήλικος του Τάσου και δικός μου φίλος, που κι αυτός μας αποχαιρέτησε πέρσι. Την τελευταία φορά που πήγα στην Ατσική, επισκέφτηκα τον Τάσο στο σπίτι του, δεν μπορούσε πια να βγει στο καφενείο. Είχε μια καλή ζωή. Είχε καλή περιποίηση από τα παιδιά του Φωτεινή και Βαγγέλη. Ώρα καλή φίλε Τάσο.
Η Ατσική, που το αρχικό όνομά της ήταν Αττική, αφού η Λήμνος ήταν κληρουχία των Αθηναίων από τον 5ο π.Χ. αιώνα, γέννησε ανθρώπους που θαρρείς βγήκαν κατευθείαν από τις κωμωδίες του Αριστοφάνη. Αν βάλεις και τα αρχαία ελληνικά ονόματα που έχουν πολλοί κάτοικοί της, αν βάλεις και τις αρχαίες λέξεις που σώζονται, τις κατανυκτικές αλλά και ξεκαρδιστικές οινοποσίες, τα αθώα πειράγματα με την αμφίδρομη ισορροπία, τα βωμολοχικά, μεταφέρεσαι σε μια ατμόσφαιρα παλαιική, σε μια ιδιότυπη εκκλησία του δήμου με μια ξεχωριστή ποιότητα. Στην πλατεία της Ατσικής δεν μπορείς να θεωρήσεις ότι ο Αριστοφάνης είναι νεκρός, ούτε ταριχευμένος, ούτε μουσειακός, αλλά ολοζώντανος, που κάθεται μαζί σου, πίνει, λέει αστεία, πειράζει και τον πειράζουν.
Απολαύστε πιο κάτω «θεατρικούς διαλόγους» (από το υπό έκδοση βιβλίο «Γιώργης Ντινενής – Νταμπάκης, ο Ζορμπάς της Λήμνου»).

Το βοδ που ανεβαίν’ και δε κατβαίν’
Γιώργης Νταμπάκ’ς: Ο παπούς τ’ Σάββα τ’ Κριγιαρή, Σάββας και κειος, αρβωνιάσκιε τ’ Χαρίκλεια ντ Καλατζήδαινα, αδερφή τ’ Καρόφαλ τ’ τσαπούδα, τ’ Κάντζο. Λεγ’ ο Σάββας το μπαμπά τ’ το Γιώρεγ’. Μπαμπά θα ν’ αρβωνιαστώ. Ποια τον λεγ’ έναι η υποψήφια; Το Χαρικλάκ’ μπαμπά. Άσκολσούν παιδέλιεμ, α γι’ αυτό ήνταν ούλες τούτες οι ρέντες τελευταία. Με τν ευκή μ’. Φερ κρασί. Ε, τα κανονίσαν, κι αφού φτάσαν στο ντιμπιντούζ να γιν’ κυρία το Χαρικλάκ’, πα στο γλεντ, ανεβαίν’ το βοδ πα στν αξάτα. Ανεβαίν’ που λέτε το βοδ πα στν αξάτα, άντε να το κατβάγ’ς τώρα.
Τάσος Ξύκης: Ναι για.
Γιώργης Νταμπάκ’ς: Ναι για, έκλασε η γιαγιά. Θμων’ ο Κριγιαρής ο γέρος, λεγ’ κακό σμαδ, θα χαλάσ’ η προξενιά. Βρε αμάν βρε ζαμάν ο Σάββας, τίποτα ο γέρος, πεκατσίλωσε, λεγ’ θα χαλάσ’ η προξενιά παγ’ και τελείωσε. Τέλος πάντων το βοδ το κατβάσαν με ξύλα και μαδέρια κι ούλα καλά. Γιατί το βοδ ανεβαίν’ αλλά στο κατέβαζμα δε μπορεί.
Τάσος Ξύκης: Ετσ’ έναι. Στ’ Σαχτούρ που είχαμ κάμποσα χρόνια, ο Ηρακλής ο αδερφόζεμ ήνταν μκρος, στν εποχή, τα αμύγδαλα τα κατβάζαμ και τα σακιάζαμ με τα φλίδια και τ’ αφήναμ δυο μέρες τρεις, οπότε κάμναν υγρασία και ξεφλουδίζνταν. Τα περνούσαμ απ’ το χερ και τα ξεφλουδίζαμ. Κάθενταν που λέτε η μάνα μ’ κι αλλ’, πα στο πάτωμα και ξεφλουδίζαν αμύγδαλα. Καμιά φορά παρουσιάζεται ο Ηρακλής με μια γαδούρα, εξ εφτά σκαλοπάτια, τν ανέβασε απάν. Η γριγιά που ήξερε, λεγ’ τ’ φωτιοκαμέν’ τώρα, πώς θα τ’ γκατβάσομ; Πιάσαν ουλ’, άλλος τα ποδάργια, άλλος απ’ τ’ γκλια, βαστούσαν κόντρα, άλλος απ’ τ’ αυτιά, και άντε άντε, τέσσερα ποδάργια, τέσσερς νομάτ χρειγιάζνταν, τρομάξαν να τ’ γκατβάσνε. Πραγματικά, το ζο δε γκατβαίν’ το γκατήφορα, ενώ στον ανήφορα ανεβαίν’.
Γιώργης Νταμπάκ’ς: Ναι, μοιαζ με τ’ ψωλή που και κειν’ προτιμά τον ανήφορα. Δεν εχ’ς ακούσ’ τ’ κουβέντα «γαμήσ’ κι ανήφορας»; Δε λένε μαθέ «γαμήσ’ και κατήφορας».
Σταύρος Τραγάρας: Γιατί Γιώργη γίνεται αυτό;
Γιώργης Νταμπάκ’ς: Γιατί όντας έναι σκωμέν’ βλεπ προς τα παν και στον ανήφορα βολεύεται. Αντιθέτως στο γκατήφορα, αφού το μάτι τς έναι στραμένο στον ουρανό, μπορεί να μπερκλωθεί και να ξεστραμπλίξ κανά αρχίδ.
Τάσος Ξύκης: Ναι αλλά άμα έναι κατβαζμέν’, θα γλεπ πιο καλά στο γκατήφορα.
Γιώργης Νταμπάκ’ς: Άμα έναι κατβαζμέν’ κ’μάται και δε μπορπατεί, τι δλεια εχ’ με τς κατήφορ; (γέλια).


Περί υγείας
Γιώργης Νταμπάκ’ς: Κάμνω ένα πείραμα. Βάζω δυο μέλ’σσες μες στο καλαμοβράκι μ’ να με δαγκάσνε, μπαιν’ το κεντρίδ, κόβω στ’ μεσ’ το σκόρδο, το τρίβω από παν, βάζω και ξυδ, τίποτα, μια χαρά. Κάνταν ο Σταύρος ο γιατρός κεινά, τς το λέγω για το ξυδ, με λεγ’ και γω το ξυδ όταν μαγείρευα χταπόδ ξυδάτο, ανακάλ’ψα ότι έναι…πώς το είπες Σταύρο;
Σταύρος Τραγάρας: Αποχρεμπτικό.
Γιώργης Νταμπάκ’ς: Ναι αποχρεμπτικό, δηλαδή ερεθίζ τα πλεμόνια άμα βραζ και το αναπνεύσεις και προκαλεί βήχα και βγαίν’νε ουλ’ οι λέχαρ που εχ’ κάποιος και δε μπορεί να τς βγαλ’ αλλιώς. Ξυδ και σκόρδο. Εγώ το σκόρδο το βρήκα πρώτο φάρμακο και χρόνο με το χρόνο τρώγω ώσαμε 24 με 30 κιλά σκόρδα.
Τάσος Ξύκης: Πόσα;
Γιώργης Νταμπάκ’ς: 24 με 30 κιλά.
Τάσος Ξύκης: Και γιατί δε λες μπρε Γιώργη 25 με 30, αλλά λες 24 με 30;
Γιώργης Νταμπάκ’ς: Γιατί εσένα σε πείραξε το ένα κιλό, τι 24 τι 25. Εξ άλλου εγώ τα τρώγω και θέλω να λέγω 24, εσύ τα ζύγιασες και τα βρήκες 25; (γέλια).
Τάσος Ξύκης: Γιατί εσύ τα ζύγιασες και τα βρήκες 24;
Γιώργης Νταμπάκ’ς: Ναι τα ζύγιασα πα στ’ αρχίδια μ’, και πρεπ να σε πω ότι τ’ αρχίδια μ’ ένα ζγαριά ακριβείας, άμα θελ’ς να καμς δίαιτα να φέρεν’ς το φαγί να το βάζω πρώτα πα στ’ αρχίδια μ’ κι ύστερα να στο δίνω να το τρως ζγιαζμένο. (γέλια ασταμάτητα).
Τάσος Ξύκης: Ου να χαθείς γαδαρούκλικα, π’ θα με πεις ότι θα βαγ’ς το φαγί μ’ πα στ’ αρχίδια σ’. Σιγά να μη το βαγ’ς και πα στο γκώλο σ’.
Γιώργης Νταμπάκ’ς: Κι ο κώλοζεμ έναι ακριβείας. Μπορεί να τεμαχίσ’ ένα πόρδο σε όσα κλάζματα πορδέλια θελ’ς. Έναι κώλος μαθηματικός. Ξερ ούλες τς πράξεις τς άλγεβρας και τς τριγωνομετρίας, πολλαπλασιάζ το αέριο, το διαιρεί σε κλάζματα, και το αφαιρεί απ’ το άντερο με όλους τους τρόπους και ήχους, μόνε στ’ μπρόσθεσ’ πόμνε λίγο μεταξεταστέος. (γέλια). Τέλος πάντων, τρώγω πολλά σκόρδα.

Τα κλίκια
Γιώργης Νταμπάκ’ς: Παντρεύνταν ο Βασίλ’ς ο Αβράκωτος, έπαιρνε τ’ Βαγγέλα τ’ Μανωλάκ’.
Τάσος Ξύκης: Να το πεις όμως καλά.
Γιώργης Νταμπάκ’ς: Ε πέτο εσύ.
Τάσος Ξυκης: Είχαν φουρνίσ’ ψωμιά και θέλαμ να πάμε να κλέψομ ψωμί. Εμένα με είχαν για καλό παιδί. «Μμμ φρέν’μο παιδέλ’ ο Τάσος», λέγαν.
Γιώργης Νταμπάκ’ς: Παιδί αγιόπαιδο, για υιοθεσία.
Τάσος Ξυκης: Μουνταίρνω παίρνω ένα ταψί. Με καθίζνε στο ρεντίδ. Μέσα είχε τρία κλίκια κολλ’μένα σναμεταξύ τς. Παίρνω τα κλίκια, πετώ το ταψί. Είχε νερά και λάσπες, πέφτω μέσα. Το Γιώργη τον πιάσαν, έφαγε ξλαρούκλες και βγήκε απ’ τ’ γκοπροθυρίδα. Έρχεται ο Αγοραστός ο αδερφός τ’ Γιώργη, με αρπάζ το ένα το κλικ’. Έρχεται ο Μπουρνέλιας ο Αγγελής με αρπάζ το άλλο και πόμνε μόνε το ένα. Ο Γιώργης πόμνε με τς ξλαρούκλες. Τώρα πε και συ τίποτα άλλο Γιώργη, οχ’ ψέματα.
Γιώργης Νταμπάκ’ς: Εγώ ψέματα; Ποτέ. Τι σαν και σένα που ήλεγες ότι είδες ένα ποτκό να χορεύ’ πα στο αυγό;

Πέμπτη, 17 Δεκεμβρίου 2009

Η ΑΓΑΠΗ ΟΛΑ ΤΑ ΣΥΓΧΩΡΕΙ

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ


Κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό το βιβλίο "Η αγάπη όλα τα συγχωρεί". Συγγραφείς δυο εκπληκτικές γυναίκες της Λήμνου, οι αδελφές Μπουτλούκου, η Ευαγγελία και η Σωτηρία. Συνταξιούχες νοσοκόμες, από εκείνες τις ηρωικές μορφές, που γνωρίσαμε οι γιατροί της ηλικίας μου, στα πρώτα επαγγελματικά βήματά μας. Σας το συνιστώ και κάνω μια προσπάθεια να σας το παρουσιάσω.

Σωτηρία Μπουτλούκου – Σαββόγλου και Ευαγγελία Μπουτλούλκου – Βρεττάκη

Η αγάπη όλα τα συγχωρεί

ΕΚΔΟΣΕΙΣ: ΣΟΚΟΛΗ - ΚΟΥΛΕΔΑΚΗ

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Οι αδελφές Μπουτλούκου γράφουν μαζί αυτό το βιβλίο. Η Σωτηρία εμφανίζεται πρώτη φορά, ενώ της Ευαγγελίας είναι το τέταρτο βιβλίο. Είναι κυρίως απ’ ότι καταλαβαίνει ο αναγνώστης μια αυτοβιογραφία της Σωτηρίας, παρ’ ότι τα ονόματα των ηρώων είναι αλλαγμένα. Είναι η ιστορία ενός κοριτσιού της Λήμνου τα κατοχικά και μεταπολεμικά χρόνια, με εστίαση εκ πρώτης όψεως στον πρώτο, πλατωνικό, αλλά δυνατό έρωτά του. Λέω εκ πρώτης όψεως γιατί το βιβλίο έχει πολλές πτυχές και προσφέρεται για ακόμα περισσότερες «αναγνώσεις».
Παρακολουθούμε την πορεία – οδύσσεια της ηρωίδας, από το Κοντοπούλι και την αγκαλιά της φτωχής αλλά γεμάτης αγάπη οικογένειας ως παιδί, στην πλούσια οικογένεια του Μούδρου, ψυχοκόρη - υπηρέτρια επί Γερμανοκατοχής για να έχει τουλάχιστον ένα πιάτο φαγητό ως κοριτσάκι, για να φτάσει στο νοσοκομείο Λήμνου πρακτική νοσοκόμα, κοπέλα πια. Μετά, η ανέλιξή της με την εργατικότητα, την εξυπνάδα και το ήθος της σε «νοσοκόμα - αναισθησιολόγο» του νοσοκομείου, αφού όλοι κι όλοι οι γιατροί του νοσοκομείου ήταν τρεις, παθολόγος, χειρουργός, γυναικολόγος.
Με φόντο ένα συγκεκριμένο κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον της μεταπολεμικής Λήμνου εκτυλίσσεται, σε πρώτο πλάνο, το πρώτο ερωτικό σκίρτημα της ηρωίδας. Μια ερωτική ιστορία, που έπρεπε να είναι σε κάθε περίπτωση κρυφή, εννοείται ανολοκλήρωτη, στις συνειδήσεις όλων ένοχη ακόμα κι αν ήταν πλατωνική, κι ακόμα πιο ένοχη και αδιανόητη αν η κοπέλα ήταν φτωχή, χωρίς προίκα. Το ωραιότερο πράγμα από καταβολής κόσμου, ο έρωτας, ποινικοποιείται από μια κοινωνία οπισθοδρομική, καθυστερημένη, την κοινωνία της Λήμνου των μεταπολεμικών χρόνων, που ωστόσο ήταν ίδια και απαράλλαχτη με όλες τις επαρχιακές κοινωνίες εκείνης της εποχής. Αλλά και ο ήρωας της ιστορίας, ο ερωτευμένος νέος, που υποτίθεται αδιαφορούσε για προίκες και καθεστηκυίες αντιλήψεις, θύμα κι αυτός και δέσμιος του οικογενειακού και κοινωνικού περίγυρου, δεν διστάζει να μετατραπεί σε θύτη, ξεχνώντας εν μιά νυκτί τον αξιακό του κώδικα και προδίδοντας αναξιοπρεπέστατα όχι μια αλλά δυο φορές την αγαπημένη του, για ένα πιο υποσχόμενο από υλική άποψη μέλλον, που όμως αποδεικνύεται φενάκη, αφού βρίσκει τραγικό θάνατο στην Αυστραλία.
Το βιβλίο ρέει σε πολλές σχεδόν παράλληλες κοίτες που συρρέουν όμως και ενώνονται μέσα στο κεντρικό αυτοβιογραφικό - μυθιστορηματικό ποτάμι. Για παράδειγμα, αναπλάθεται με ακρίβεια και πειστικότητα αυτόπτη μάρτυρα η καθημερινότητα στη Λήμνο τη δεκαετία του 40 και του 50. Η άγρια, μη ανταποδοτική, εξαντλητική έως θανάτου αγροτική – βουκολική ζωή της παλιάς Λήμνου. Μιζέρια και πενία σε αδιανόητο μέγεθος. Σκάψιμο, θέρισμα, αλωνισμός, εργασίες βαριές, με τη συμμετοχή και την αρωγή εννοείται και των παιδιών.
Μια άλλη πτυχή του βιβλίου είναι η φρικιαστική περίοδος της Γερμανοκατοχής, η ανείπωτη φτώχεια του 41, η εργασία στους Γερμανούς ακόμα και παιδιών, μέσα στα χιόνια, σπάζοντας πέτρες με σφυριά για να φτιάξουν χαλίκι να πατώσουν τους δρόμους. Για λίγο αλεύρι, ή λίγη ζάχαρη. Ή για την ευκαιρία να πάρουν τα πατατόφλιδα από τα σκουπίδια των Γερμανών να τα βράσουν και να τα φάνε με αλάτι. Λεπτομέρειες ρημαγμένων ζωών, που σε αφήνουν άφωνο ζωντανεύουν μια εφιαλτική ατμόσφαιρα. Το ιδιότυπο «νοίκιασμα» του φούρνου της οικογένειας σε όποιον δεν είχε φούρνο και ήθελε να ψήσει τα ψωμιά του, με αντάλλαγμα για ψηστικά μια ροδόπιτα. Όταν τελείωνε το ψωμί, ο πατέρας το μοίραζε στα παιδιά όχι φέτα - φέτα αλλά μπουκιά - μπουκιά. Το κρύψιμο του σιταριού ή κριθαριού από όσους είχαν βέβαια, μέσα σε γούβες και κάτω από άχυρο για να μην τους το κλέψουν οι Γερμανοί. Το πλέξιμο των ρούχων τους από το λίγο βαμβάκι που καλλιεργούσαν, αφού ακολουθούσαν όλη τη διαδικασία επεξεργασίας του, οι ίδιοι, ξενυχτώντας για να προλάβουν, μη μείνουν γυμνοί. Κι άλλα πολλά.
Πλήθος καταστάσεων, που καταγράφονται με ξεχωριστή δύναμη και λεπτομέρεια για τις άγριες συνθήκες άσκησης της ιατρικής, αλλά και τη ζωή των νοσηλευτριών εντός του νοσοκομείου, έχουν τη σημασία πλέον ιστορικών ντοκουμέντων. Το πώς αναισθητοποιούσαν τους ασθενείς που χειρουργούσαν με αιθέρα και χλωροφόρμιο, το πώς έραβαν τα λιγοστά χειρουργικά γάντια όταν σκίζονταν, το πώς τους κοίμιζε τους ίδιους ο αιθέρας και έπρεπε μετά το χειρουργείο να πηγαίνουν στο βουνό να παίρνουν αέρα, το πώς ελλείψει χειρουργού μια διάτρηση στομάχου την ανέλαβε ο παθολόγος ο οποίος χειρούργησε τον άρρωστο με την καθοδήγηση της προϊσταμένης. Το μπεκ της αποστείρωσης. Η σόμπα με το κωκ που ζέσταινε και μερικές φορές δηλητηρίαζε τις σχεδόν εσώκλειστες νοσοκόμες. Νομίζει κανείς ότι παρακολουθεί μια ζωντανή παράσταση σε θέατρο του παραλόγου. Σκηνές ιδιαίτερα παραστατικές στημένες με οξυδέρκεια. Ηρωική ιατρική από ήρωες γιατρούς και ηρωίδες νοσοκόμες.
Οι αναφορές για την δεινή κατάσταση των εξορίστων, περιστατικά από τη ζωή τους στη Λήμνο, περιστατικά από τη νοσηλεία τους στο νοσοκομείο, η γνωριμία της ηρωίδας με το Γιάννη Ρίτσο, όταν ήταν άρρωστος στο νοσοκομείο, τα ποιήματα που της έδωσε να διαβάσει, η απόλυση πέντε νοσηλευτριών χριστουγεννιάτικα, σαν συνεργαζόμενες με τους κομουνιστές, μόνο και μόνο επειδή έκαμαν μερικά ψώνια μικροπραγμάτων απ’ την αγορά για τους εξόριστους αρρώστους, που τις είχαν παρακαλέσει να τους τα αγοράσουν. Η περίοδος που η Λήμνος ήταν τόπος εξορίας είναι μια ελλιπώς μελετημένη περίοδος και κάθε αναφορά έστω και αποσπασματική, προσθέτει ένα κομμάτι για να μορφοποιηθεί κάπως αυτό το σκοτεινό από κάθε άποψη παζλ.
Οι συγγραφείς εκπέμπουν ένα θαρραλέο και συγχρόνως έντιμο λόγο. Πέραν του κεντρικού μύθου, οποίος και λόγω του θέματος ασκεί μια γοητεία παράξενη και ελκυστική, όλο το βιβλίο είναι ένα δριμύ σχόλιο στις κάθε λογής δυναστικές εξουσίες, είτε είναι του κοινωνικού κατεστημένου, είτε του εργασιακού περιβάλλοντος, είτε του κρατικού μηχανισμού. Οι συγγραφείς γράφουν με το ένστικτο και τη λυτρωτική ανακούφιση του επιζήσαντος. Ιαθείσες από τις χαίνουσες πληγές, τα πολλαπλά ψυχικά τραύματα. Χωρίς μνησικακία. Αλλά με μνήμη. Η κάθε μια τους, ένας Οδυσσέας, που δεν ξεχνά τους χαμένους συντρόφους στο μακρύ ταξίδι του γυρισμού στην Ιθάκη, που για πολλούς ήταν ταξίδι χαμού. Με λογοτεχνική αθωότητα, γιατί δεν πρόλαβαν να «σπουδάσουν» τα λογοτεχνικά κόλπα. Μα πραγματικά δεν τους χρειάζονται καθόλου. Το έργο σε καθηλώνει με τη ζωντανή απεικόνιση των στιγμών, των προσώπων, του ψυχικού τους κόσμου. Ο ρεαλισμός του άλλοτε σε πιάνει απ’ το λαιμό και δεν μπορείς να αναπνεύσεις, άλλοτε λειτουργεί θαρρείς με μαγικούς κώδικες εν είδει αποκάλυψης του μη καταγεγραμμένου, του άγνωστου, αυτού που τα μυστικά του δεν είχαν ξεκλειδωθεί ποτέ ως τώρα. Ταυτόχρονα διάχυτη είναι η νοσταλγία της ζεστής οικογενειακής φωλιάς και των όποιων χαρμόσυνων γεγονότων του παιδικού τους βίου. Πράγματι αυτό γίνεται με μια ερευνητική ματιά που ταιριάζει σε νεανικά, σχεδόν παιδικά μάτια.
Το βιβλίο «Η αγάπη όλα τα συγχωρεί» είναι ένα λεπτοδουλεμένο έργο σαν εκείνα τα κρινένια εργόχειρα των γυναικών της Λήμνου μας. Η φωτισμένη εισαγωγή του Θόδωρου Μπελίτσου εισάγει τον αναγνώστη στο κλίμα του βιβλίου. Το ξετύλιγμα της αφήγησης γίνεται με μέθοδο και σε απόλυτα ελεγχόμενο ρυθμό. Ελκύει και εξάπτει τη φαντασία. Οι ήρωες δεν είναι τόσο ξένοι, όσο φαίνονται σε μερικούς σήμερα. Είναι δικοί μας, παππούδες, γονείς, γείτονες, παραχωριανοί. Μας κρυφοκοιτάζουν απ’ το παρελθόν τους. Βγάζουν ανυπόμονα το κεφάλι τους απ’ τις γωνίες και μας ρίχνουν γρήγορες ματιές. Και μεις έχουμε δυο δρόμους. Ή θα κάνουμε πως δεν τους βλέπουμε, ή θα τους αντιμετωπίσουμε. Με αδιαφορία; Με προσμονή; Με αγάπη; Με κατανόηση; Με συγνώμη; Με συγχώρεση; Καθείς κατά το νου και τα «έργατά» του. Και προπαντός κατά την καρδιά του. Τι πήρε και τι έδωσε.
Οι ήρωες του έργου δεν φοράνε όλοι τα κοστούμια έστω μιας περίτεχνης… απλότητας, όπως θα περίμενε κανείς, από γνήσιους Λημνιούς. Αυτό δεν οφείλεται σε αδυναμία των συγγραφέων, το αντίθετο μάλιστα. Η πιστή απεικόνισή τους μπορεί να μπερδέψει τον μη μεμυημένο στα βύθια της ανθρώπινης ψυχής. Και να μείνουν μυστήριο οι οβιδιακές μεταμορφώσεις τους. Πώς γίνεται να συνυπάρχουν η απύθμενη καλοσύνη με την ακατανόητη σκληρότητα; Γονείς τυραγνισμένοι, που αγαπούν τα παιδιά τους, να γίνονται ταυτόχρονα γονείς αφέντες που αποφασίζουν για τη ζωή τους κατά το δοκούν. Άνθρωποι που δίνουν την τελευταία τους δραχμή για να σωθεί κάποιος, να υπολογίζουν σε προίκες και περιουσίες και να ποδοπατούν αθώες υπάρξεις. Εξουσίες που φαίνεται κάποια στιγμή να έχουν ανθρώπινο πρόσωπο, την άλλη να φτάνουν στην πλήρη εκμηδένιση και καταστροφή του συνανθρώπου; Ποιος μπορεί να εξηγήσει, να δώσει μια κατανοητή και όχι πολύπλοκη ερμηνεία στην ανθρώπινη ατέλεια αλλά και στην ανθρώπινη μεγαλοσύνη;
Η ηρωίδα, που ήταν υποχρεωμένη ως γυναίκα να κρατεί όλες τις κρυφές και εύθραυστες ισορροπίες ενός τόπου αρχέγονου και μιας εποχής ανδροκρατούμενης, ποτέ δεν αποδέχτηκε τη μοίρα που της επιφύλασσε και τη θέση στην οποία την κατέτασσε η υπανάπτυκτη αν και «πρωτευουσιάνικη» κοινωνία του Κάστρου. Αυτή η γυναίκα πολυεργαλείο, από γυναίκα αγρότης, γυναίκα νοικοκυρά, γυναίκα νοσοκόμα, μετά από τις πολλαπλές διαψεύσεις υψώνει το ανάστημά της, ωριμάζει, και με τη μαχητικότητα γενναίου παλικαριού υπερβαίνει τη μοίρα της, περιφρονεί τις αδιατάραχτες ιεραρχήσεις, μετατρέπεται σε γυναίκα – νοσοκόμα - ιέρεια. Σαν τις ιέρειες των αρχαίων Ασκληπιείων. Η ζωή είναι προ των πυλών. Η ζωή που θέλει όμως αυτή. Όχι αυτή η ψεύτικη, που της επιφυλάσσουν οι άλλοι, αλλά αυτή που της ψιθυρίζει στο αυτί το ένστικτό της. Η ζωή της προσφοράς και του αυτοσεβασμού. Μπορεί μόνο η αυτοπεποίθηση και η πίστη σου να σου δώσει κουράγιο, όταν ζεις την «κόλαση» στον απάνω κόσμο; Να, που μπορεί. Αποκαθαίρεται από κάθε ανθρώπινη ματαιοδοξία, αφοσιώνεται στην αποστολή της, μαθαίνει καλύτερα τους ανθρώπους. Έχει μετρήσει κόκκο – κόκκο την άμμο από την κλεψύδρα του ανεκπλήρωτου και πολλαπλώς προδομένου έρωτα, γι’ αυτό πετά την κλεψύδρα. Και τότε ως εκ θαύματος έρχεται η δικαίωσή της από το πρόσωπο ενός πραγματικού άνδρα, αυτού που έγινε ο άνδρας της.
Μετά από χρόνια, διότι η ιδιότητα της ιέρειας δεν χάνεται, μαζί με την επίσης νοσοκόμα - ιέρεια αδελφή της, μας εισάγουν με αυτό το βιβλίο στο μυστηριακό, μυσταγωγικό, ιερό άδυτό τους. Μας αφυπνίζουν κοιμισμένες μνήμες. Και κοιμισμένα συναισθήματα. Και την προγονική Λημνιακή καλοσύνη. Μας μαθαίνουν να θυμόμαστε. Να μην είμαστε αμνήμονες. Μας θυμίζουν τη ρίζα μας. Την καταγωγική μας αρχή. Την πανάρχαια Λήμνο, μητέρα των δεινών μας, αλλά και της ευτυχίας μας και της υπερηφάνειάς μας. Και μας μαθαίνουν το κυριότερο: Να συγχωρούμε.

Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2009

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΛΗΜΝΟΥ (Ζ) - Κώστας Βέργος

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΛΗΜΝΟΥ (Ζ)

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Κώστας Βέργος

Ατσικιώτης εκ Δάφνης. Θυμόσοφος, πανέξυπνος, καλοκάγαθος, καλαμπουρτζής, εργατικός. Στιχοπλόκος. Άρχοντας και πηγή χαράς σε κάθε παρέα. Γνήσιος παλαιός Λημνιός, που κατέχει εις βάθος τη Λημνιακή γλώσσα.

Ο Κώστας απαγγέλλει:

Ατσκιώτκα και Λημνιά


Κοντούλα και μικρούλα από τον Κοντιά
τρέλανες εμένα και όλα τα παιδιά

Είδα και το Κατάλακο που μοιάζει με Παρίσ'
και όποιος πάει και το δγεί δε θα ξαναπατήσ'

Ατσ'κή Καρπάσ' και Βάρος, Λύχνα Ρωμανού
και μια απ’ τα Πορπούλια μας έκλεψε το νου.

Κασπακ’νές και Σβερδιανές
έχνε μάτια σαν ελιές

Αστροπελέκι και φωτιά να πέσει μες στο Βάρος
να κάψει μια Βαρίτισσα γιατί δεν έχω θάρρος

Κι όποιος πει κακό για μας
να βγει το μάτι τ’ σα λουκμάς.


Ο Κώστας διηγείται

Μπάνιο στα Θέρμα

Ο Κώστας μας επισκέφθηκε το καλοκαίρι, στο πατρικό μου σπίτι, στη Λήμνο και πάντα φιλότιμος, ήρθε με τα δώρα του, καλαμπόκια, φασολάκια, σταφύλια.

-Ευχαριστούμε βρε Κώστα, αλλά δεν ήταν ανάγκη.
-Εμ άμα ήνταν ανάγκ’ θα τρέχαμ στο αναγκαίο. Μωρέ θα σας έφερνα και πατάτες, αλλά δε γινήκαν, αν και σεις έχ’τε παιδέλια δε τς έχ’τε ανάγκ’.
-Ε και τι σχέση έχουν, Κώστα, τα παιδιά με τις πατάτες;.
-Τι σχεσ' έχνε; Πώς μαθέ, τα παιδιά γίντεν απ’ τς πατάτες, δε ντο ξέρτε; Ακούστε μια ιστορία. Ήνταν μια δασκάλα και έβαλε ερώτησ' στα παιδέλια πώς γίντεν τα παιδιά. Να ρωτήσνε και καλά τς γονιούδες τς και να ντ πούνε. Ρωτήσαν τα παιδέλια τς μάνες τς, αλλ’ τα είπε ότι τα στέρεν’ ο πελαργός, αλλ’ ότι τα φέρεν’ ο αγέρας, αλλ’ ότι τα στέρεν’ ο θεός, αλλ’ ότι τα αγοράζνε στο Κάστρο. Ένα παιδέλ’ ρώτ'σε τ' μάνα τ' όντας εκείν’ καθάρζε πατάτες. Να απ' τς πατάτες γίντεν, το λεγ’ εκείν’ για να το ξεφορτωθεί. Βαζ και κειο μια πατάτα μες στ' τζέπη τ' και παγ’ στο σκολειό. Ρωτά η δασκάλα πώς γίντεν τα παιδιά, ήλεγε το ένα ετσ' ήλεγε το άλλο αλλιώς όπως τα είχαν καθογ’δέψ οι μανάδες τς. Το παιδέλ’ με ντ πατάτα είχε το ένα χερ μες στ' τζέπα τ' και το άλλο το σήκωνε συνέχεια κι ήλεγε κυρία κυρία, για να πει τ' σωστή απάντησ' που τα άλλα μαθέ δε τ' ξέραν. Ε και σε μια στιγμή το λεγ’ η δασκάλα, άντε εσύ π' σκων’ς συνέχεια το χέρι σ', πε μας. Το παιδέλ’ σίγουρο, λεγ’ συνωμοτικά στ' δασκάλα, αφού έπαιζε με το χέριτ ντ πατάτα μες τ' τζέπα: -Κυρία, να τ' βγάλω; -Τι λες παιδί μου, τον λεγ’ η δασκάλα κατακόκκιν’. -Κυρία να τ βγάλω να τη δγεις; -Τι λες βρε γαϊδούρι, μην τολμήσεις. Το παιδέλ’ απορεμένο τς λέγ’: -Γιατί κυρία δε θελ’ς να τ' δγεις, άμα τ' ντρως σ' αρέζ, τώρα δε θελ’ς να τ' δγεις;. (γέλια τρανταχτά).

Ε πώς τα πάτε, παγαίντε και στα μπάνια; Κάποτε όντας ήμνα παιδί δεκαέξ χρονώ έκαμνα και γω μπάνια, αλλά όχ’, στ θάλασσα αλλά στα Θέρμα.
-Και γιατί στα Θέρμα, άρρωστος ήσουν Κώστα;.
-Οχ’ δεν ήμνα άρρωστος, αλλά ήμνα τσοπανέρ στα Σβέρδια σε μια Αιγύπτια κυρά. Εμείς κάμναμ μπάνιο σε δυο μεγάλες γουρνάρες, η μια ήνταν και μαρμάριν’ αλλά η κυρά δεν ήθελε να κάμ μπάνιο δεκεί μέσα και με είπε να ετοιμάσω το γαδουρέλ’ να πάμε στα Θέρμα. Καβαλίκεψε εκείν’ πα στο γάδαρο, εγώ τον τράβομνε κι απ τ' μάντρα στο Κοντοβράκ’ κινήσαμ για τα Θέρμα. Ήνταν που λέτε εποχή που βατεύνταν τα πρόβατα. Τότε οπ να γύρζες έβλεπες κοπάδια. Στο Κοντοβράκ’ ήνταν ώσαμε σαράντα κοπάδια. Τα κριγιάργια πρώτα μυρίζαν τς προβατίνες από πίσω κι ύστερα κλαδώναν απάν.
-Τι κάνουν τα πρόβατα Κωστή; με λεγ’ η κυρά.
-Αλλάζντεν κυρά, τς λέγω.
-Και τι θα πει αλλάζντεν Κωστή;.
-Να το κριγιάρ κάμεν’ τη δλεια στς προβατίνες για να κάμνε αρνούδια, κυρά, τς ξαναλέγω.
-Και δε με λές Κωστή, γιατί τα κριάρια μυρίζουν τα οπίσθια των προβατίνων; με λεγ’.
-Να, για να καταλάβνε άμα θέλνε οι προβατίνες να τς καβαλ’κέψ’ το κριγιάρ.
-Και πώς γίνεται αυτό Κωστή;
-Δε ξέρω κυρά, αλλλά γίνεται.
-Για έλα Κωστή να με μυρίσεις κι εσύ, να δεις άμα θέλω. Έλα έλα μην ντρέπεσαι, με κάμεν’. Εγώ ο καμένος αντρέπομνα, ήμνα μαθέ και κούταβος, αν και καταλάβαινα πού το πήγαινε το πράμα, αλλά πήγα σα κοντά κι έκαμα που τ' μύρσα και τς λέγω:
-Δε θελ’ς κυρά, δε θελ’ς.
Πιο σακάτ έβλεπε πάλε το σουγλί που έπεφτε στα πρόβατα και με έβαλε να τ' ξαναμυρίσω, τούτο το πράμα γίν’κιε κανεδυό τρεις φορές. Εγώ ούλο τς ήλεγα π' δε θελ’. Εκείν’ χασκογελούσε, εγώ ήμνε σε δίλημμα, να κάμω τ' κουτουράδα, να μη ντ γκάμω, οπότε με το ξαναλέγ’ άλλη μια φορά να τ' ξαναμυρίσω. Τότες και γω αγαναχτισμένος τς λέγω: -Θέλ’ς κυρά, τώρα θέλ’ς.
Και γυρίζ που λέτε και με λέγ’ η κυρά: -Αχ καημένε Κωστή, και πιο μπροστά ήθελα, αλλά εσύ με φαίνεσαι ήσουν σναχωμένος και δε μύριζες καλά (γέλια ξεκαρδιστικά).
-Συγγνώμην για την αδιακρισία Κώστα, μετά τι έγινε;.
-Ε μετά τι ήθελες να γιν’, πήγαμ στα Θέρμα και κάμαμ μπάνιο, γι’ αυτό μαθέ δε μπαγαίναμ;» (γέλια τρανταχτά).

Ο Κώστας Βέργος

Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2009

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΛΗΜΝΟΥ (ΣΤ') - Γιάννης Κωμάκης

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΛΗΜΝΟΥ (ΣΤ΄)

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Γιάννης Κωμάκης (Σβερδιανός)

Ο Γιάννης κατάγεται από τα Σβέρδια, τώρα Δάφνη. Είναι γνήσιος παλαιός Λημνιός. Όταν έβγαζα τη «Φωνή της Ατσικής» έγραφε τη στήλη «Ο Σβερδιανός». Μου έστειλε πριν λίγες μέρες ένα κουτί με συσκευασία δώρου, που μέσα είχε ένα ξύλινο εργαλείο που είχε φτιάξει ο ίδιος (είναι αυτό που εικονίζεται στη φωτογραφία και στα Λημνιακά λέγεται «μντι») ένα χαρτί με ένα κείμενο, που υποτίθεται ότι το γράφει…το μντι (κι αυτό φαίνεται στη φωτογραφία) και ένα φοντάν (αυτό το έφαγα). Όλα αυτά για πλάκα, γιατί τον είχα ρωτήσει πριν από καιρό να μου πει τι ήταν το μντι, που το είχα ακούσει, αλλά ακριβώς δεν ήξερα.

Το μντι


Επεξηγήσεις Λημνιάς συτχιάς (δικό μου υλικό)
Μντι (το). Εργαλείο τυροκομικής, που αποτελούνταν από ένα πλατύ ξύλο περί τους δεκαπέντε με είκοσι πόντους πάνω στο οποίο εφάρμοζε ένα πιο μακρύ ξύλο που χρησίμευε σαν «χέρι». Το «μντι» το χρησιμοποιούσαν για να ανακατεύουν τον "τσίρο" (τυρόγαλο) όταν τον έβραζαν για να φτιάξουν "κορφή" (ανθότυρο). Στην πραγματικότητα δεν ανακάτευαν απλώς, αλλά έξυναν τον πάτο του καζανιού, ανακατεύοντας, για να μην κολλήσει ο τσίρος στον πάτο.
Άντε διαβόλ μ’ντι. Περιφρονητική φράση, για κάποιον που είναι ασήμαντος, ανάξιος λόγου. (Πολύ συχνή φράση στο Προπούλι. Πληροφορία από Κυριάκο Χλαχλά)
Μντούδιας. Αδιαφόρετος, αδύνατος. (Συνηθίζεται πολύ στις Σαρδές. Πληροφορία από Παναγιώτη Λαντούρη)
Άλλο το μντι, άλλο το μλι, άλλο το μνι. Άλλο βέβαια. Το μντι μόλις σας εξήγησα. Το μνι ελπίζω να ξέρετε. Το μλι είναι ένα τμήμα του στομάχου του μικρού βυζανιάρικου ακόμα αρνιού, κατσικιού, ή μοσχαριού, λεγόμενο στα Λημνιακά και "μπιτζίκ'", που το χρησιμοποιούσαν ως πυτιά, για να πήζουν το γάλα.



Το μντι ομιλεί και λέει (Μετάφραση, για μη Λημνιούς):

"Ο κιαχαγιάς περήφανος
κορφή σα θελ' να βγαλ'
μέσα στον τσίρο το βραστό
μ' αρέζ' για να με βαλ'"

Την άλλη τη φορά γύρευες πληροφορίες απ' το Σβερδιανό για μένα, γιατί δε με γνώριζες. Τώρα που με λογιάγ'ς (βλέπεις), τι λες, κατάλαβες τι είμαι; Θέλω μαθέ να βρεις τι λογιά (πώς) με λένε και τι δουλειά κάνω. Ένα σου λέω μόνο. Μου αρέσει όταν βράζει ο τσίρος (το τυρόγαλο)να είμαι μέσα στον τέντζερη και να τον ξύνω. Άμα το βρεις κερδίζεις ένα πουτάν (φοντάν), που έχω εδωνά (μέσα στο κουτί). Το όνομά μου αρχίζει από "Μ". Δεν με λένε Μχαλ' (Μιχάλη), ούτε μ... (μνι= μουνί)


Το παρακάτω κείμενο δημοσιεύθηκε στη "Φωνή της Ατσικής" το 2002

Ήνταν δρόγκιμα

Γράφει ο Γιάννης Κωμάκης

Όπως και κάθε μέρα ετσ' κι ένα προυί ου Μπαρμπαγιώργης ου κιαχαγιάς σκώθκιεν, άρμεξεν τα πρόβατα, έπξεν του γάλα, έβγαλεν του φραξίδ απ του μπόντλα και βγήκαν τα πρόβατα όξω. Πήγε ύστερα σντ κανιά, πήρε μια σκίζα ψωμί, πήρε κι ένα κουμάτ σαλαμούρα, πήρε κι του ραβδέλιτ και πήγε με τα πρόβατα. Τα βόσκ’σεν και του σταλό τα στάλ’σεν κατ απ τ' σκια. Πήγε πα στ' μάντρα, έκαμε το γάλα, έφαγε τα σμάνουρα, δόκιεν κι του τσίρου στου χοιρόλομου κι ξάπλουσε στου σκλι για να ξικουραστεί κουμάτ κι να τουν παρ κι κάνα χερ.
Όμως πριν ερτ ο ξεσταλός κειάνα τα ρμάδια ξισταλίσαν μουναχά τς γιατί ήνταν δρόγκιμα κι δεν έκαμνε ζέστα. Άκσιν ου Μπαρμπαγιώργης τα κδούνια κι σκώθκιεν απάν κι τάδεν που βόσκαν. Δεν είχε τι άλλο να καμ, τα πήρε και κειος κι έκαμε σα κατ. Ο μήνας ήνταν άξτος, δεν είχε ζημιές να καμ, μόνε κατ τρικουκιές είχε σπαρμένα φασούλια, πήγε κι κάτσεν κατ δικεί. Μες του κοπάδ είχε και κατ παλιές, δυο όμως ξιχουρίζαν, η μια ήνταν περτκάτ κεραυλή κι γη αλλ’ μαυρουψέλα, οι καμένες δεν είχαν δόντια να βουσκίσνε, γιατί ήνταν σνουμήλ’κιες μι τ' μανάκα μ' κι γυρεύαν χλουρασά. Πού τς έχανες πού τς εύρισκες κα στα φασούλια. Για να μη κάθεται σκουλαστκός, ο Μπαρμπαγιώργης έκουψε βούρλα κι έφκιανε τυρβόλια. Δεκεί που έμπλεκε τα τυρβόλια, να κι ο Ν’κόλας. Είχε κι κειος καρσί δικεί μια μαντρούδα, είχεν πιντέξ προυβατούδια, κανεδυό καραρζμέν’ κι καμιά δεκαριά ορνιθέλες, πρόσφολα όμως δεν έπαιρνε γιατί τς τα τρώγαν οι κουρούνες.
Κάτσιν κι τα λέγαν. Δε πέρασεν πουλλή ώρα κι πα στ' μντρα τ' Ν΄κόλα ξιμύτ’σεν η γ’ναίκα τ' μι μια όρνιθα στν αγκαλιά τς. Σα δε μάζευε πρόσφολα, κατέβαινε κάθε προυϊ, προσφόλαν τς όρνιθες, κι όποια του είχεν του αυγό τν έπαιρνεν στου χουριό, γένναν, κι τ' απόγιμα ντ κατέβαζε στ' μάντρα. Σα τν είδεν ου Ν’κόλας σκώθκιεν να φύγ’. Τότε τον λεγ’ ου Μπαρμπαγιώργης, έλα του βραδ απ' του σπιτ να πγιούμε κανά ρακί, ιντάξ λεγ’ ου Ν’κόλας. Πήγεν κατ στ' μάντρα ου Ν’κόλας έκαμε κατ κτσουδούλια, κι σαν τιλειώσαν τουν λεγ’ η γ’ναίκα τ' Νικουλή, θα φύγου κι του βραδ να μην αργήσεις να ερτς θα μπαντέχου να φάμε. Καλά λεγ’ ου Ν’κόλας. Ου Μπαρμπαγιώργης μάζεψε γιαβάς γιαβάς τα πρόβατα, πήγεν τα πότ’σεν κι ύστερα στ' μάντρα. Έκαμε κι οτ' άλλες δλειες είχεν κι ύστερα τφεκ’ για το χουργιό. Σμούχρα σμούχρα έφγιεν κι Ν’κόλας κι πήγεν στ' Μπαρμπαγιώργη του σπιτ, οτ' είχεν παγ’ κι κειος. Η κυρα Φτερπ, ώρα τς καλή, η γ’ναίκα τ' Μπαρμπαγιώργη τς κέρασεν ένα ρακί. Το ένα γίνκιε δγιο τα δγιο τρίγια. Ήρτε η ώρα να φάνε κι η κυρά Φτερπ ετοίμαζε του τραπέζ. Τότες σαν ήνταν κι κουμάτ σκατουπιρήφανουςμ ο Ν’κόλας, σκώθκιεν να φυγ’. «Κάτσε μαθέ Ν’κόλα να φάμε που έχουμ κι τγαν’τές σμαρίδες» τουν λεγ’ η κυρα Φτερπ. «Θα φύγου, γιατί σμαρίδες έχουμ κι μεις στου σπιτ κι θα μπαντέχ’ η γ’ναίκα μ» λεγ’ ου Ν’κόλας. Το σκέφτνταν όμως να κατς, ώσοπ απ' όξω ακούσκιε μια φωνή: «Κυρά Φτερπ, κυρά Φτερπ» «Ου Ου» απλογήθκιεν η κυρά Φτερπ από μέσα. «Μέσα έναι ο Ν’κολής;» «Μέσα έναι, μέσα». Άν’ξε η πόρτα, μπήκε η γ’ναίκα τ’ Ν’κόλα και τον λεγ’: «Άντε μαρέ λωλέ, σήκω, σε μπαντέχω τόσεν’ ώρα κι θα κρυγιώσνε οι φασούλες».
Ο Σβερδιανός



* δρόγκιμα = Καιρός προς βροχή
* μπόντλας = Η πόρτα του πέργιορα της μάντρας
* κανιά = Μια ειδική τάβλα που ήταν κρεμασμένη στο ταβάνι και πάνω της τοποθετούσαν τα ψωμιά
* σμάνουρα = Το τυρόγαλο με κομμάτια πηγμένου γάλακτος μέσα
* χοιρόλομος = Το γουρούνι. Εκ του χοιρόλαιμος, η τραχηλική αδενίτιδα των χοίρων.
* σκλι = Πεζούλι ειδικά φτιαγμένο, στη ρίζα του τοίχου, μάντρας, σπιτιού, κλπ, για να κάθονται να ξεκουράζονται.

Γιάννης Κωμάκης δεξιά και Μόσχος Κωμάκης αριστερά.

Τετάρτη, 2 Δεκεμβρίου 2009

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΛΗΜΝΟΥ (Ε) - Γιώργος Τραγάρας ή Τζίκος

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΛΗΜΝΟΥ (Ε)

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Γιώργος Τραγάρας ή Τζίκος


Ναι, έφυγε κι αυτός. Μακρινός ξάδερφος. Γεννημένος στα 1930. Άντρακλας. Παλικάρι και πρωτοθεριστής. Τώρα οι θεριστές δεν χρειάζονται. Αντικαταστάθηκαν απ’ τις θεριζοαλωνιστικές μηχανές, τις κομπίνες. Το καλοκαίρι τον είχα δει στο καφενείο. Ταλαιπωρημένος από την αρρώστεια. Ήπιαμε καφέ. Τον ρώτησα πώς πάει.
«-Ετοιμάζομαι για βορνά», μου είπε, εννοώντας το νεκροταφείο. «-Εσύ, Γιώργη, ο πρωτοθεριστής;» του είπα. «Ο άλλος απάν εχ’ πιο μεγάλ’ κοσά. Αλλά για κάθε πράμα έρχεται η ώρα, δεν παραπονιέμαι» μου είπε. Ώρα καλή Γιώργη.

Παρακάτω παραθέτω αυθεντική διήγηση του Γιώργη.

Σταύρος Τραγάρας: Ήσουν ξακουστός θεριστής απ’ ότι ακούγω Γιώργη, ε;
Γιώργος Τραγάρας (Τζίκος): Ούλες τς δλιες τς κάμναμ. Γιατί, δε σκάβαμ; Δεν ανοίγαμ πγάδια; Θερστής καλύτερος όμως ήνταν ο μπαμπάς σ’ ο Κώστας. Εγώ ήρχομνα καταπόδ. Άμα θερίζαμ εγώ κι ο μπαμπάς, δε θέλαν να έρτνε αλλ’ αργάτες μαζί μας, γιατί κουράζνταν. Από δεκεί μας λέγαν βοδοτραγάρδες. Ή δυο βόδια δλεύαν ή εμείς, το ίδιο ήνταν. Όντας θέρζεν ο μπαμπάς σ’ γιατρέ, νόμζες ότι χόρευε. Είχε και μια παλαμαργιούκλα που τν είχε απ’ το Δοξάτο, που ήνταν διπλάσια απ’ τς άλλες, για να χωρεί πιο πολύ σταρ η αγκαλιά τ’. Μια φορά θερίζαμ στο Θέμιστο, στ’ Κ.Α. τα χωράφια. Είχε μια λάβρα μη ντα λογαργιάγ’ς, ήβλεπες να κάμνε τα μάτια σ’ καψίδες. Οι φανέλες μας γίνταν μούσκεμα απ’ τον ίδρο, τς βγάζαμ τς στραγγίζαμ, τς ρίχταμ πα στα δεμάτια και σε πέντε λεφτά στεγνώναν. Το μεσμέρ μας ήφερε ο αφεντικός φαγί. Ήνταν φασούλες φρέσκιες με καβουρμά. Φαίνεται ότι είχαν περάσ’ μυρμήγκ’ στ’ λίγδα, και δε τς δγήκαν, και το φαγί ήνταν μόνε μυρμήγκ’. Τς κάμναμ σαπέρα με το πηρόν’ και τρώγαμ, τι να κάμομ. Ξαπλώσαμ το μεσμέρ για να ξεκουραστούμε κομάτ, κοντά σε ένα ργιακούδ, έφερνε όμως μπουγάζ. Όντας σκωθήκαμ είμαστε άρρωστ’ ουλ’, είχαμ σύγκρυγια. Το βραδ μας είχαν καλό φαγί, αλλά κανείς δε μπόργιε να φαγ’ μπουκιά.
Μια αλλ’ φορά σκάβαμ με το μπαμπά σ’ ένα αμπέλ’. Το μεροκάματο ήνταν ένα ψωμί και μια βδούλα, να τα φάμε, κι από ένα πνακ’ κθαρ ο ένας. Αφού δλέψαμ ήλιο με ήλιο για να τελειώσομ, είχαμ φαγ’ και τα ψωμιά, με λεγ’ ο μπαμπάς σ’. «-Μπρε Γιώρεγ’ κατάλαβες τώρα τι κάμαμ; Σκάβαμ ουλ’ τ’ μέρα για να φάμε δυο ψωμιά. Το κθαρ τι να το κάμομ, μπλάστερ στ’ γκατίνα μας; Δε γκάθομάστε στον ήσκιο καλύτερα να μας λειψ και η ταλαιπώργια ουλ’ τ’ μέρα;».


Δρεπάνια (κοσές) και παλαμαριές, σύνεργα του θερισμού.




Η πατόζα του συνεταιρισμού Ατσικής στον αλωνισμό. Τη φωτογραφία μου την έδωσε ο Βαγγέλης Μουστάκας, ο οποίος εικονίζεται να ακουμπά στο "χωνί".