Κυριακή, 30 Ιανουαρίου 2011

Οι αλεμονάτες δε μένουν πια εδώ

Οι αλεμονάτες δε μένουν πια εδώ



Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας


Πριν ένα μήνα που ήμουν στη Λήμνο, έξω από το χωριό Βάρος, είδα με τεράστια έκπληξη ξαφνικά εκεί που οδηγούσα, ένα πουλί πάνω σε ένα δέντρο, που λέγεται στα Λημνιακά «αλεμονάτης». Το φωτογράφησα κιόλας, είναι η φωτογραφία που βλέπετε πιο κάτω. Γιατί σας το λέω; Γιατί θεωρούσα ότι οι αλεμονάτες είχαν εξαφανιστεί από τη Λήμνο, αφού είχα να τους δω για χρόνια. Ο αλεμονάτης για όσους δεν γνωρίζουν είναι ένα είδος γερακιού μεγέθους περιστεριού, που η επίσημη ονομασία του είναι «κιρκινέζι». Νόμιζα ότι σε όλη τη Λήμνο το ονοματίζουν «αλεμονάτη» αλλά ο Δημήτρης Γεωργαντής μου είπε ότι σε μερικά μέρη της Λήμνου, όπως στον Κάσπακα, το λένε με την κανονική του ονομασία που είναι «ανεμολάτης», (άνεμος + ελαύνω). Το όνομά του «ανεμολάτης» το πήρε γιατί συχνά αιωρείται – ισορροπεί για αρκετή ώρα στον αέρα, αυτό μάλιστα θεωρείται ένα σήμα κατατεθέν του πετάγματός του. Η επί τόπου αυτή αιώρηση του έχει δώσει και το όνομα «ανεμογάμης», αφού φαίνεται σαν να συνουσιάζεται με τον… αέρα – άνεμο.

Αλεμονάτης σε δέντρο, έξω από το χωριό Βάρος Λήμνου

Όταν ήμουν παιδί οι αλεμονάτες αφθονούσαν στη Λήμνο. Όποτε και αν γύριζες το κεφάλι σου στον ουρανό, έβλεπες και κάποιον αλεμονάτη. Εκτός από την αιώρηση, άλλο χαρακτηριστικό τους είναι το ιδιαίτερο τσίριγμα που βγάζουν. Έχω μια εικόνα στο μυαλό μου: Καλοκαίρι, αλωνισμός με την πατόζα, συγκέντρωση θυμωνιών, σωροί – κοβνοί άχυρου, μυρωδιά φρεσκοαλωνισμένου άχυρου, ο ήχος της πατόζας, η αχλύς – σκόνη του αλωνισμού να έχει σκεπάσει τα πάντα, κόσμος σε οργιαστική κίνηση και διάθεση, και στον ουρανό πλήθος αλεμονάτες, να τσιρίζουν, να αιωρούνται, να βουτούν για ακρίδες.
Ο «αλεμονάτης» έχει περάσει και στη Λημνιακή γλώσσα, με αρκετές ιδιωματικές εκφράσεις, όπως σας παρουσιάζω αμέσως παρακάτω.
* Αλεμονατίσα μυτ’. Μύτη γαμψή σαν του αλεμονάτη. «Μάνα γω μια αλεμονατίσα μυτ’». Υπάρχει και η φήμη ότι ο έχων γαμψή μύτη έχει και μεγάλο πέος, κατά την έκφραση: «Αλεμονατίσα μυτ’, μεγάλ’ ψωλή».
* Έναι για τς αλεμονάτες. Απαξιωτική έκφραση για κάποιον που θεωρείται ανίκανος για μια δουλειά. Ίσως να εννοεί ότι είναι κάποιος ικανός μόνο για να κυνηγά αλεμονάτες. Αν είναι έτσι, σας πληροφορώ ότι έχει μεγάλο λάθος, γιατί δεν είναι καθόλου εύκολο πράγμα να κυνηγάς αλεμονάτες. Αυτά ως ειδικός στο κυνήγι του αλεμονάτη, ή για να είμαστε πιο ακριβείς στο κυνήγι των νεοσσών του αλεμονάτη που στη Λήμνο λέγονται «αλεμονατούδια». Αυτά τα πουλιά κάνουν τις φωλιές τους μέσα σε τρύπες από χαλάσματα σπιτιών, σε απόκρημνους βράχους, γενικά σε απρόσιτα μέρη. Όταν είμαστε παιδιά, μάλλον διαβολόπαιδα και «κορμιά», σκαρφαλώναμε όπου είχε φωλιά αλεμονάτη, δηλαδή «αλεμονατιά» και πιάναμε τα αλεμονατούδια, για να τα παίξουμε, αφού αυτά δεν τρώγονται. Τα αλεμονατούδια είναι κατάλευκα, εν αντιθέσει προς τους ενήλικες αλεμονάτες που έχουν χρώμα που φέρνει προς το καφετί. Και βέβαια τα δόλια είχαν κακό τέλος στα χέρια μας. «Ε, ο καμένος ο πλαράς ο Μχαλ’ς, μόνε για τς αλεμονάτες έναι». Χρησιμοποιούνται και οι φράσεις: «έναι μόνε για τ’ αλεμονατούδια τα αμάλλιαστα», και «έναι μόνε για τ’ αλεμονατούδια τα μπαμπακερά».
* Τα μάτια τ’ τα παιζ σα ντον αλεμονάτ. Ο πανέξυπνος, η μαμουρίδα, ο πονηρός.
* Ε π’ να σε βγάλνε οι αλεμονάτες τα μάτια σ’. Κατάρα.
* Τον τζίμπσε αλεμονάτ’ς. Για κάποιον που έλαβε μια δυσάρεστη και επώδυνη έκπληξη, σαν να τον τσίμπησε αλεμονάτης.
* Γλατζαρών’ στς αλεμονατιές. Για κάποιον που είναι πολύ ευέλικτος και…αιλουροειδής. «Γέρος ο Κωστής; Μωρέ κειος γλατζαρών’ στς αλεμονατιές»

Μερικά στοιχεία που σταχυολόγησα από το διαδίκτυο:

Κιρκινέζι (Falco naumanni)
Το Κιρκινέζι είναι ένα μικρό, μεταναστευτικό γεράκι, που στην Ελλάδα φωλιάζει κυρίως στη Θεσσαλία και, πολύ σποραδικά, σε άλλες περιοχές της ηπειρωτικής χώρας και των νησιών του Αιγαίου. Έρχεται στη χώρα μας κυρίως στα τέλη Μάρτη με αρχές Απρίλη και φεύγει στα τέλη Αυγούστου ως μέσα Οκτώβρη. Ζει σε αγροτικές περιοχές και φωλιάζει, σε μικρές η μεγάλες αποικίες, κυρίως σε παλιά κτήρια. Τρέφεται, κυρίως με έντομα (ακρίδες, σκαθάρια, κ.ά.), σαρανταποδαρούσες, αλλά και με λίγα ποντίκια και σαύρες. Το είδος θεωρείται παγκόσμια απειλούμενο, λόγω της δραματικής μείωσης των πληθυσμών του Το να γνωρίζουμε που βρίσκονται αυτές οι περιοχές και ποια είναι η αξία τους σε σχέση με τα είδη πουλιών που φιλοξενούν είναι το πρώτο βήμα για να συμμετάσχουμε στη διατήρησή τους. Στη χώρα μας, αν και ο πληθυσμός του μπορεί να φθάνει τις 3.000 ζευγάρια, θεωρείται ότι κινδυνεύει σοβαρά λόγω της μεγάλης μείωσης των πληθυσμών του και της εξαφάνισής του από πολλές περιοχές. Η εντατικοποίηση των καλλιεργειών, συμπεριλαμβανομένης της αυξημένης χρήσης φυτοφαρμάκων, καθώς και η έλλειψη θέσεων φωλιάσματος (κατεδάφιση των παλιών κτηρίων) είναι οι κυριότερες απειλές για το είδος.

***Ψάχνοντας στο διαδίκτυο βρήκα μια μελέτη του 2006 της ελληνικής ορνιθολογικής εταιρείας σε συνεργασία με το Δήμο Μούδρου, που απογράφει τους αλεμονάτες στη Λήμνο, τις φωλιές τους, κλπ. Είχαν βρει μερικά ζευγάρια σε κάθε χωριό. Επίσης το 2010 τοποθέτησαν τεχνητές φωλιές σε επιλεγμένες θέσεις στα χωριά Κοντοπούλι, Καλλιόπη και Ρωμανού. Στο Κοντοπούλι τοποθετήθηκαν φωλιές στο Δημοτικό Σχολείο του χωριού με τη βοήθεια των μαθητών του Σχολείου και σε συνεργασία με τους δασκάλους κ. Άγγελο Λαμπρινό και κ. Μαρία Μπουτλούκου. Στη δραστηριότητα συμμετείχε επίσης το Γυμνάσιο Μύρινας με τον κ. Νίκο Καρύδη και το Γυμνάσιο Λιβαδοχωρίου με την κ. Ματίνα Παπαδοπούλου.



Αλεμονάτης


Νεοσσοί αλεμονάτη, Λημνιαστί "αλεμονατούδια"


Αλεμονάτης


Αλεμονάτης


Αλεμονάτης στα χωράφια.


Αλεμονάτης...σπιτικός.


Στα κεραμίδια.


Αλεμονάτες

Οι αλεμονάτες στη Λήμνο
ειν’ όλο βαργωμισμένοι
και αγέλαστοι
φαίνεται αυτό με μια ματιά.

Όταν ζυγιάζονται στον αέρα
ξεμετρούν του καθενός τη μοίρα
αναποδογυρίζοντας
τα φλυτζάνια των τηλεγραφόξυλων.

Βιγλάτορες ηλιοσκόποι
καλή ή κακή την τύχη
τη γνωρίζουν επακριβώς
μα δεν μπορούν
να γυρίσουν τα ρολόγια.

Στους αλεμονάτες στη Λήμνο
δεν αρέσουν τα νερά
ούτε τα δέντρα κι οι πρασινάδες
αφού είναι φτιαγμένοι
από ήλιο κεχριμπάρι και αέρα.

Γι’ αυτό τις φωλιές τους τις κάνουν
σ’ απόξυρα βράχια
και σε παλιά σχολειά
και μαθαίνουν στα λευκά παιδιά τους
πώς να πετρώνουν
τις καρδούλες τους.

Τα λεπτά τσιρίγματά τους σαν ακούγονται
όταν βουτούν στο ηλιόγερμα
εν’ ειδοποίηση για τους αρρίζικους
να πάνε πιο απάγγια.

Οι αλεμονάτες στη Λήμνο
αφήνουν χρωματιστά χαλίκια
σ’ ανεμοτάφια ασφαλαγγιών
για να ξορκίσουν τη μπόρα
βλέποντας τα νέφη να πλησιάζουν.

Μαζεύουν προσεκτικά τ’ απάλωνα
με τα γρυπά τους ράμφη
και τα σκορπίζουν στα χωράφια
καλόπιασμα στη Μάνα μας
που μας πηγαινοφέρνει.

Οι άνθρωποι τους αγαπούν
και τους παρατηρούνε
και όταν τα γοερά τσιρίγματα
τους κατασυριγώνουν
σταυροκοπιούνται μυστικά.

Οι αλεμονάτες στη Λήμνο
δεν στέλνουν όμως το σινιάλο πάντα
κάθε φορά που βλέπουν το κακό
όπως τη μέρα που έφυγε ο Γιάννης
με τη μοτοσυκλέτα.
Αξιο απορίας παραμένει το γιατί.

(Σ. Τραγάρας: Από την ποιητική συλλογή «Λήμνος»)

Παρασκευή, 28 Ιανουαρίου 2011

ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ

ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ



Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Έληξε αισίως τα ξημερώματα η ιστορία με τους μετανάστες που είχαν βρει κατάλυμα μέσα στη Νομική. Ένα μπράβο σε όλους, που ενεπλάκησαν στο θέμα. Η μετριοπάθεια και η σύνεση ποτέ δεν ήταν κακές. Μπράβο στην κυβέρνηση, που δεν παρασύρθηκε σε ταρζανιές, στον πρύτανη που καθυστέρησε να δώσει το πράσινο φως για επέμβαση, ώστε να προλάβουν να κρυώσουν μερικοί θερμοί εγκέφαλοι, στην αξιωματική αντιπολίτευση για την λογική προσέγγιση, στο ΚΚΕ για την σταθερή τους θέση υπέρ αδυνάτων, στο συνασπισμό και στον κύριο Αλαβάνο για τη διαμεσολάβηση και τη βοήθεια που προσέφεραν, στον κύριο Κουβέλη, ακόμα και στους ακροαριστερούς και στους ακροδεξιούς για την αυτοκυριαρχία τους. Μπράβο στους ίδιους τους μετανάστες για το χαμηλό προφίλ τους. Μπράβο στον άρχοντα που προσέφερε το οίκημά του για να στεγαστούν.
Όλοι βγήκαν κερδισμένοι. Η βία έχει άσχημο πρόσωπο. Ακόμα και μια σφαλιάρα και ένα σπρώξιμο είναι προσβολή στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Αγαπητοί μου φίλοι ότι και αν πρεσβεύετε, σε όποια κοινωνικοοικονομική ή άλλου είδους κατηγορία και αν ανήκετε, αν το σκεφθείτε λίγο, είστε κερδισμένοι. Αν είστε ευλαβείς χριστιανοί το έλεος είναι επιταγή χριστιανική. Αν είστε κουμουνιστές, είστε υπέρ των κατατρεγμένων. Αν είστε σοσιαλιστές ή φιλελεύθεροι, θέλετε μια κοινωνία με ανθρώπινο πρόσωπο. Αν είστε εθνικιστές και με άτεγκτη θέση υπέρ του νόμου και της τάξης, θυμηθείτε την παράδοση της παλικαριάς που διαθέτετε, ώστε να μην τα βάζετε με αδύναμους. Αν είστε πλούσιοι, σπλαχνιστείτε τους φουκαράδες. Αν είστε φτωχοί, μπορείτε καλύτερα να έλθετε στη θέση αυτών των ταλαίπωρων. Αν το πετσί σας είναι υπερβολικά άσπρο, χαρείτε το σε αντίθεση με το μελαψό των μεταναστών. Αν είστε «ημίαιμοι» και ταπεινής καταγωγής, σκεφθείτε ότι μπορεί να είσαστε στη θέση τους. Αν φρικιάτε για την προσβολή στα «ιερά και όσια» της Νομικής και του Πανεπιστημίου, σκεφθείτε ότι τα Πανεπιστήμια για να είναι πρωτοποριακά και όχι μουσειακά αποστειρωμένα μαυσωλεία, πρέπει να είναι χώρος ανταλλαγής ιδεών, ιδεολογικής σύγκρουσης, ανατροπών, πρόκλησης και ρηξικέλευθης στάσης απέναντι στα λιμνάζοντα πράγματα και ύδατα. Αν θεωρείτε προκλητική τη στάση των νέων που έφεραν τους μετανάστες, δεν πειράζει, κατανοήστε τη νεότητά τους, σκεφθείτε ότι και σεις υπήρξατε νέοι. Αν φοβάστε ότι γίναμε πολλοί και δεν μας χωρά όλους ο τόπος, ηρεμήστε, όλοι περαστικοί είμαστε, όλοι είμαστε προσωρινοί μετανάστες, η γη έχει χωρέσει δισεκατομμύρια δισεκατομμυρίων. Εμείς εξάλλου οι Έλληνες είμαστε φυλή μεταναστών. Ας αφήσουμε τις δικηγορίες και τους αφορισμούς. Αν μπορούμε να βοηθήσουμε έναν άνθρωπο ας το κάνουμε. Κανείς δε γεννήθηκε για να κατακυριεύσει τον κόσμο.

Κυριακή, 23 Ιανουαρίου 2011

Να σας συστήσω τον κ…. προβατά

Να σας συστήσω τον κ…. προβατά

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας




Το Δεκέμβριο βρέθηκα στη Λήμνο για αρκετές μέρες. Βαδίζοντας στο λιμάνι της Μύρινας το σούρουπο, άκουσα τα κελαϊδίσματα ολόκληρου κοπαδιού πουλιών, που προσπαθούσαν να βρουν θέση για να κοιτάξουν, δηλαδή να περάσουν τη νύχτα τους, στα φυλλώματα ενός φοίνικα, που υπάρχει ακριβώς δίπλα στο κτίριο του Δημαρχείου. Ξέρετε ότι τα πουλιά κοιτάζουν σε ορισμένα μόνο δέντρα. Μπορεί να υπάρχουν πολλά δέντρα, ακόμα και όμοια, αυτά όμως θα προτιμήσουν μόνο ένα ή δύο, πάντοτε τα συγκεκριμένα. Πλησιάζοντας το φοίνικα, απολάμβανα το θέαμα, καθώς πετάριζαν και τσιτσίριζαν. Έβλεπα τις κοιλίτσες τους που κάπως λεύκαζαν και νόμιζα ότι είναι σπουργίτια. Παρατηρώντας όμως καλύτερα μέσα στο απόβραδο είδα ότι όλα είχαν μια μεγάλη μαύρη στάμπα στο λαιμό τους, όπως τα αρσενικά σπουργίτια, άρα δεν μπορεί να ήταν όλα αρσενικά σπουργίτια. Προφανώς ήταν κάποια άλλα πουλιά. Παρατηρώντας ακόμα πιο προσεκτικά, είδα μέσα στο σκοτάδι ότι ήταν λίγο μακρύτερα από τα σπουργίτια, αλλά και το τιτίβισμά τους ήταν κάπως διαφορετικό. Υπέθεσα ότι ήταν κάποια αποδημητικά πουλιά, άγνωστα σε μένα. Την άλλη μέρα, βρισκόμουν στην ίδια θέση αλλά λίγο πιο νωρίς. Πάλι η ακουστική πανδαισία από χιλιάδες πουλιά, που ξεχείλιζαν το φοίνικα, ενώ στα γύρω δέντρα, νέκρα. Παρατηρώντας καλύτερα, μπερδεύτηκα τελείως. Επρόκειτο για πουλιά πολύ γνωστά σε μένα, αυτά που στη Λήμνο τα λέμε προβατάδες, που όμως μέχρι τώρα τα ήξερα να πηγαίνουν ένα - ένα ή το πολύ δυο – δυο, στην ενδοχώρα της Λήμνου, και συνήθως να τριγυρίζουν τα κοπάδια, εξ ου και το όνομά τους. Δεν τα θεωρούσα αποδημητικά, αφού τα έβλεπα στη Λήμνο όλο το χρόνο. Την τρίτη μέρα ακόμα πιο νωρίς κάθησα σε ένα παγκάκι δίπλα στο φοίνικα και περίμενα. Σουρουπώνοντας, νάτα πάλι κατά χιλιάδες. Κατέβαιναν και κάτω, στην τσιμεντένια προκυμαία και τσιμπολογούσαν, κάνοντας την χαρακτηριστική κίνηση της ουράς του προβατά. Ναι, ήταν χιλιάδες προβατάδες, που βολτάριζαν στο λιμάνι. Πήγε να μου φύγει το κεφάλι. Ρώτησα ένα ντόπιο, για το φαινόμενο. Μου είπε ότι είναι αποδημητικά, θα κάτσουν ακόμα λίγες μέρες και μετά θα φύγουν, και ότι είναι η τρίτη χρονιά που έρχονται. Τον ρώτησα για το όνομά τους, ότι στη Λήμνο τα λέμε προβατάδες, αλλά αυτός ήταν της …πόλης δεν ήξερε από ονοματολογίες, ούτε φάνηκε να τον απασχολούν ιδιαίτερα. Τέλος πάντων, όταν ήρθα στην Αθήνα, μπήκα στο διαδίκτυο και έψαχνα τις εικόνες στα sites των πουλιών, μπας και αναγνωρίσω τον γνωστό μου προβατά. Ήθελα να μάθω πώς τον ονομάτιζαν…επισήμως, αφού όταν έβαζα τη λέξη προβατάς στις εικόνες, μου έβγαζε πάντα κάποιους κυρίους που είχαν αυτό το επώνυμο. Ξαφνικά νάσου ο προβατάς, καμαρωτός και παιχνιδιάρης. Και το όνομα αυτού, λευκοσουσουράδα ή Motacilla alba. Γιατί λέει υπάρχουν και οι άλλες, που δεν είναι λευκωπές, όπως η σταχτοσουσουράδα, η κιτρινοσουσουράδα, κλπ. Έμαθα λοιπόν, ότι υπάρχουν και οι ενδημικοί προβατάδες, που ζουν όλο το χρόνο στο ίδιο μέρος, που τους βλέπουμε μόνους ή σε ολιγομελείς ομάδες, αλλά ότι κάθε αρχή χειμώνα έρχονται και αποδημητικοί και ξαποσταίνουν για λίγες μέρες πριν φύγουν για πιο νότια.
Παραθέτω παρακάτω μερικά στοιχεία, που σταχυολόγησα και ακόμα πιο κάτω ένα άρθρο που είχα γράψει σε ανύποπτο χρόνο, όταν δεν γνώριζα τις πολλαπλές προσωπικότητες του φίλου μου και συγγενούς ως προς το όνομα…κυρίου προβατά.

Σουσουράδες, η πρώτη ένδειξη του χειμώνα
Προτού ακόμα φύγουν τα τελευταία χελιδόνια και πριν έρθουν τα μεγάλα κρύα, οι σουσουράδες εμφανίζονται μέσα στις πόλεις και δίνουν νέα ζωή στις πλατείες και τους δρόμους. Οι σουσουράδες φωλιάζουν και περνούν το καλοκαίρι στις όχθες των ποταμών και των λιμνών. Το χειμώνα αλλάζουν συνήθειες και τις βρίσκουμε και μακριά από το νερό. Τον χειμώνα ο ντόπιος πληθυσμός του είδους ενισχύεται με επισκέπτες από βορειότερες χώρες που διασκορπίζονται ακόμη και στους δρόμους και τις πλατείες των χωριών. Aναπαράγεται σε ποικιλία βιοτόπων, συνήθως κοντά στο νερό, από τα ορεινά ρέματα εως τις βραχώδεις ακτές ακόμη και σε απομονωμένες νησίδες. Μερικές φορές και σε ταράτσες κτιρίων, σε λιμάνια, αεροδρόμια κα. Η φωλιά είναι σε τοίχους, κάτω από κεραμίδια ή πέτρες, σε όχθες, πίσω από κισσούς κτλ. Το χειμώνα είναι συνηθισμένη στις πόλεις, σε λιμάνια κ.α. Αναζητά ακάλυπτες επιφάνειες για να βλέπει εύκολα τα έντομα που κάθονται και να τα πιάνει τρέχοντας γρήγορα, συνεπώς είναι κοινή σε πλατείες, στέγες, δρόμους, αυλές σχολείων κτλ. Οι σουσουράδες είναι, μαζί με τους κορυδαλλούς, τα πιο χαρακτηριστικά εδαφόβια πουλιά. Στα δέντρα καταφεύγουν μόνο για να κουρνιάσουν το βράδυ. Πολλές φορές, όταν πλησιάζουν άνθρωποι, προτιμούν να τρέχουν μακριά παρά να πετούν. Αν ωστόσο χρειαστεί, πετούν εύκολα με ένα χαρακτηριστικό, κυματιστό πέταγμα.





Motacilla alba ή Λημνιαστί, "προβατάς"

Το άρθρο «Ο προβατάς» (2008)

Βρέθηκα πριν μερικούς μήνες στην Αλεξανδρούπολη. Φθινόπωρο προς χειμώνα. Το ξενοδοχείο που κατέλυσα ήταν κοντά στη θάλασσα και ήταν από αυτά που προορίζονται μάλλον για καλοκαιρινές διακοπές. Το δωμάτιο «έβλεπε» σε μια πισίνα άδεια. Τα κιόσκια, τα μπαράκια, κλπ. περίμεναν έρημα τους…καλοκαιρινούς τουρίστες. Κάθε πρωί ένας υπάλληλος σκούπιζε τα πεσμένα φύλλα των δέντρων. Χτισμένο στην εξοχή, συνόρευε με χωράφια, που είχαν μέσα αραιά, ελιές, τζιτζιφιές, αμυγδαλιές, βάτους, καλαμιώνες. Αν εξαιρούσες τις ελιές, το τοπίο ήταν ίδιο με της Λήμνου. Κάθε μέρα έβλεπα ένα πουλάκι, αυτό που στη Λήμνο το λέμε προβατά – δε γνωρίζω την επιστημονική ονομασία του – να έρχεται δίπλα στην πισίνα, να βολτάρει και να τσιμπολογά με τις ώρες. Αυτό μου έκανε μεγάλη εντύπωση, γιατί το πουλί αυτό συνήθως συνοδεύει τα κοπάδια των προβάτων, εξ ου και το όνομά του. Το χαρακτηριστικό του είναι ότι κουνά συνεχώς πάνω – κάτω την ουρά του, υπάρχει δε και σχετική φράση λημνιακή, που αναφέρεται στις «ζωηρές» γυναίκες, η οποία είναι: «Κνει τν ουρίδα τς σα ντο προβατά». Την τρίτη μέρα της εκεί διαμονής μου έπιασε φοβερή καταιγίδα, με κρύο, βροχή και αέρα στα επίπεδα θύελλας. Νύχτωσε. Βγαίνοντας στο προστατευμένο μπαλκόνι παρακολουθούσα το φαντασμαγορικό θέαμα της κοσμοχαλασιάς, όταν είδα τον προβατά να έχει κουρνιάσει πάνω στο γλόμπο της βεράντας. Μπήκα μέσα και τον άφησα στην ησυχία του.
Σκέφτηκα ότι οι πρόγονοι του μοναχικού προβατά κάπου εκεί θα είχαν τα κατατόπια τους. Στη θέση του πολυτελούς ξενοδοχείου θα υπήρχε κάποια μάντρα με πρόβατα κι αυτοί θα κούρνιαζαν στα κεραμίδια της. Στη θέση τη δική μου θα ήταν κάποιος βοσκός, όπως βοσκοί ήταν πράγματι και οι πρόγονοί μου, όπως μαρτυρά και το επώνυμό μου. Σκέφτηκα ότι εμείς οι άνθρωποι αλλάζουμε τη φύση με ρυθμούς φρενιτιώδεις. Εξαφανίζουμε παλιές δομές και βιότοπους. Αλλάζουμε κλιματικές συνθήκες, μολύνουμε πόσιμο νερό, καθαρό αέρα και τροφή. Εξαφανίζουμε παραδοσιακά επαγγέλματα και ασχολίες. Τροποποιούμε συμπεριφορές. Θέτουμε σε κίνδυνο πανίδα και χλωρίδα εκατομμυρίων ετών. Όμως υπάρχει και κάτι παρήγορο. Η φύση ανθίσταται. «Η φύση δε γνωρίζει εξαφάνιση αλλά μόνο μεταμόρφωση» έλεγε ο αρχαίος Αναξαγόρας. Αν κάτι δεν καταλαβαίνουμε στη φύση αυτό οφείλεται στη δική μας αδυναμία. Ο Πικάσο, ο μεγάλος Ισπανός ζωγράφος έλεγε ότι: «Η φύση δεν παραβαίνει ποτέ τους δικούς της κανόνες». Κανείς δεν μπόρεσε να απαλείψει από τη φυλετική μνήμη του προβατά την ανάμνηση του προγονικού του βιότοπου. Ο προβατάς του ξενοδοχείου είναι σύμβολο αντίστασης της φύσης. Μας λέει: «Εδώ είναι τόπος δικός μου. Εκάς βέβηλοι».

Παρασκευή, 21 Ιανουαρίου 2011

Φαγιά και μαγειρέματα (Μέρος πέμπτο)

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Φαγιά και μαγειρέματα (Μέρος πέμπτο)



Κασπακ'νά καυλοπεπερούδια καυτερά (τουρκούδια)

Βλέποντας καθημερινά στην ΥΕΝΕΔ, συγνώμην ΝΕΤ ήθελα να πω, τα επιτεύγματα της εθνικής – σοσιαλιστικής κυβέρνησής μας, σε όλους τους τομείς, και την προσπάθεια για καθολική αναμόρφωση κάθε σάπιας ομάδας αυτής της κοινωνίας, από τους φωτισμένους υπουργούς και το σοφό ηγήτορα πρωθυπουργό μας, αλλά και την κοσμογονική αλλαγή κτιρίου και σήματος, της εξασκούσης το αρχαιότερον επάγγελμα (της ρητορείας εννοώ) εντιμοτάτης αντιπολίτευσης, αισθάνομαι ότι πρέπει να βιαστούμε για να προλάβουμε να αρθούμε στο ύψος της δυσθεόρατης νέας θέσης του σεβαστού μας πολιτικού δεσποτάτου. Οι Λήμνιοι πρέπει να βάλουν χέρι, ή αν θέλουν και πόδι, για να βγούμε από την κρίση, παρουσιάζοντας τις λημνιακές γεύσεις, με νέο μοντέρνο τρόπο, ως είθισται στις αναμορφωτικές ημέρες μας.

Ασφαλαγγόπτα από αμάλιαστα ασφαλαγγούδια γάλακτος

Το μέλλον μας στα θαλασσινά. Αν μη τι άλλο, στη θάλασσα υπάρχει και δροσίτσα. «Σαδώ φωτιά σακεί φωτιά / όπου κι αν πάγω καψαλιά / δε βρίσκω ίσκιο να σταθώ / ούτε δροσά για να χωθώ». Τα γεωργικά εξάλλου δεν αποδίδουν και δεν είναι σε εκτίμηση: «Σταρ και κθαρ και βρωμ και βίκο / άφκο ροβ φακή κι αρβίθια / ούλα κάμτα ένα μπλάστερ / και πατσάλειψε τ’ …απίδια». Γι’ αυτό και ο μαρασμός γης και…καταγής: «Τ’ αλέτερεμ ετσίριασε / και έγιωσε το νι / το χωραφούδιμ χέρσωσε / και η καρδιά μ’ πονεί». Και μετά, η πείνα: «Αδείπεν’το το θκέλιεμ’ / αδείπεν’το το θκο σ’ / απότστ’ η χωραφούδα σ’ / εν’σκός ο βαθρακός».
Το χταπόδι το Λημνιό και δη το Κουταλιανό υπερέχει πανελληνίως. Πριν το μαγείρεμα όμως υπάρχουν πολλά μυστικά στο ψάρεμά του, αφού είναι δυσδιάκριτο και μπορεί κανείς να μπερδευτεί: «Ισταμπάκ περιταμπάκ / τι έναι π’ φαίνεται από κατ / κάτα έναι και μαυρίζ / γή κατούδ και νιαγουρίζ;». Ένα είδος χταποδιού με μακριά πλοκάμια είναι η αλ’δόνα. Έτσι ονομάζουν οι Λημνιοί και το…αιδοίο. Γι’ αυτό μπορεί να υπάρξει παρανόηση. «Η αλ’δόνα σ’ κάμεν’ άλτο / στο γιαλόβραχο κλαδών’ / καμάκα μ’ βαροκόκκαλ’ / στ’ αψλά δε γλατζαρών’». Το χταπόδι όπως ίσως γνωρίζετε, έχει μεγάλες ομοιότητες μορφολογικές και λειτουργικές με το…πουτί. «Το πουτί και το χταπόδ / όσο το χτυπάς απλών’ / χτύπα το να γιν’ αλών’ / κι όσο το χτυπάς μπιμπλών’ / το πουτί μπιμπλών’ ατό τ’ / το χταπόδ τ’ αφεντικό τ’». Η αλ’δόνα χρειάζεται ειδική επεξεργασία πριν το μαγείρεμα, όπως λέει το λημνιό τραγουδάκι: «Την αλ’δόνα σ’ θα σε πιάσω / απ’ ντ χουχούλα να τ’ ζβουρίξω / κι άμα μαλακώσ’ κι ογρύν’ / τη μαχαίρα μ’ θα την μπήξω».

Ουλιός ψτος χωρς το μελάν', από χταπόδ Αγιομπαυλίτκο με Καταλακκ'νό πκροράδκο

Οι ουλοί, οι αυγοειδείς σχηματισμοί μέσα στην κουκούλα του χταποδιού έχουν σύμφωνα με το ποιηματάκι και αφροδισιακές ιδιότητες και μπορεί να ανεβάσουν πολύ το …επίπεδο. «Οι ουλοί απ’ το χταπόδ’ / θέλνε τγαν’ πα’ στς κατσνοπόδ’. / Έχει γλύκα έχει γούλα / ο ουλιός μες στη γκουκούλα. / Ο ουλιός και το γλυκάδ’ / έναι σα τ’ πουτιού το χάδ’. / Μες στο πιάτο οι ουλοί / για πουτί και για σουγλί. / Το χταπόδ’ χωρίς ουλοί / έναι πτι δίχως τσουτσλή». Αυθεντική ιστορία: Πήγε μια εξ Αθηνών Λημνιά κυρία να αγοράσει χταπόδια στην παραλία της Κούταλης, εκεί που έβγαιναν οι βάρκες το πρωί. Αφού ρώτησε διάφορες σάχλες τους ψαράδες, που χαμογελούσαν κάτω από τα μουστάκια τους, έκαμε και την λάθος ερώτηση: «Αληθεύει ότι οι ουλιοί έχουν αφροδισιακές ιδιότητες;». Ο ψαράς δεν κατάλαβε και την κοιτούσε αμήχανος, οι άλλοι ξεκαρδίστηκαν στα γέλια και ένας του ψιθύρισε κάτι στο αυτί. Και τότε αυτός απευθυνόμενος στην γυναίκα με ύφος καθηγητή της λέει: «Άκσε να δγιεις κυρά μ’, βέβαια κάθα φαγί μπορεί να σε βαρύν’ ή να σε λαφρύν’ ανάλογα, αλλά άμα δεν ντον σκώνεται με το ζμπάθγειο τον άντρα σ’, μη ξοδγιάζεσαι άδικα για τς ουλιοί».
Αγαπητοί αναγνώστες χταποδοευτυχείτε και ουλιομπιμπλώνετε.

Σάββατο, 15 Ιανουαρίου 2011

Φαγιά και μαγειρέματα (Μέρος τέταρτο)

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Φαγιά και μαγειρέματα (Μέρος τέταρτο)



(Λημνιό μγγρόχελο απ' το Γομάτ')

Συνεχίζουμε και σήμερα με θαλασσινές λημνιακές γεύσεις. Πρωτοπόροι κι εμείς στο νέο πνεύμα που διαπερνά πλέον την Ελλάδα, δηλαδή το τηλεοπτικό μαγείρεμα όπου σταθείς κι όπου βρεθείς, που πάει μαζί με το τηλεοπτικό φαγουριό και το χοροπηδητό, προτείνουμε αγνές φυσικές γεύσεις. Για ενίσχυση και της γευστικής απόλαυσης, αλλά και της επιχειρηματικότητας, κάτι που συμβαδίζει απολύτως με την κουλτούρα της εθνικής – σοσιαλιστικής κυβέρνησής μας και κυρίως του αναμορφωτού της κοινωνίας, σεβαστού κ. αντιπροέδρου. Οι Έλληνες πρέπει να πάψουν να είναι κοπρίτες και ζώα και να αρθούν στο ύψος των νεοευρωπαϊκών περιστάσεων και στη θέση που τους αρμόζει, στη νέα τάξη πραγμάτων, ως σεφ και γκαρσόνια.
Μια εξωτική γεύση, άγνωστη παντελώς, είναι τα θαλασσινά αγγούρια, γνωστά και ως γιαλόψωλες, τα οποία θεωρούνται σπουδαίες γεύσεις στην Ασία. Φαντασθείτε πιάτο «Αγιαρμολαδίτκος γιαλόψωλας οφτός σε φέτες». Ως εξωτική γεύση θα μπορούσε να αναδειχθεί η «λημνιά κολ’φάδα». «Κολ’φαδοκεφτέδες Φαρακλού» ή «κολ’φαδοτσγαρίδες Παλιοπολ’νές» είναι τα προτεινόμενα πιάτα.
Ως γαρνιτούρα μπορούμε να βάλουμε είτε τον αφροδισιακό απείραθο, είτε τον καταπραϋντικό αγούδουρα, αναλόγως την περίσταση. «Αγούδουρας κι απείραθος / με βάλανε μες στ’ μεσ’ / μ’ απείραθο δεν μαγ’ναντίζ’ / μ’ αγούδουρα θα πεσ’». «Μπεμπέτσα και κοχλιδέλια» αποτελούν νέες προτάσεις, ιδίως σε συνδυασμό με «καυτερό ροπαν’δογούλ’» και «Πουρπουργιανή τρυφλίδα». Άλλο έδεσμα άκρως γευστικό αλλά και αφροδισιακό είναι οι αγ’βάδες, οι οποίες αφθονούν στη Λήμνο, όπως λέει και το λαϊκό άσμα: «Αρχιδέλες αγ’βαδέρες / να γεμόσομ τρεις πιατέρες».


(Ψωλοσωλ'νόβεργιες Κουταλιανές, με κομμάτια Αγιαρμολαδίτκο γιαλόψωλα και γαρνιτούρα βαλάνες Πορτιανάτκες στο δερμόν')

Γεύσεις όπως η λημνιά ζμίρνα, ο ζμπρίλος, ο κολιός, ο λούτσος, η λαπίνα και ιδίως το μουγγρί πρέπει να είναι περιζήτητες. Μπορούν να συνδυαστούν με μια καμπάνια και για ερωτικό τουρισμό, για τους συνειρμούς που εκλύουν. Το πιο κάτω τραγουδάκι, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως σλόγκαν: «Αχ Αργύρ’ μωρέ Αργύρ’ / πού θα πας στο παναγύρ’ / ποχ’ς καρτσούνες σα μπετσά / και παπούτσες σα χαβιές / που εχ’ς τρύπιο το βρακί. / Αχ Αργύρ’ μωρέ Αργύρ’ / βάστα τεν’ να μη σε γυρ’ / κάλλιο τσίτσαρος να πας / και να τρέξνε οι κυρές / για να δγιούνε το μουγγρί / που θα παιζ’ και θ’ ανεμίζ’». Άλλο σλόγκαν που ταιριάζει απόλυτα και με την απασχόληση που επιφυλάσσουν στη νεολαία μας είναι το ακόλουθο: «Ζμιρνολαπίνα μ’ θροφανή / γυλ’κά σε μπεγλερίζω / δεν έχω ανάγκ’ από καμιά / να ντύνω να ταγίζω».
Οι λημνιοί αχινοί που οι συμπατριώτες μας συχνά τους παρομοιάζουν με το…αιδοίο, και λόγω γευστικής πανδαισίας και λόγω…εμφάνισης, είναι παλαιόθεν ξακουστοί, όπως λένε και φράσεις: «πτι καρκαχ’νός», «πτι οβρεγιός αχ’νός», «οβρεγιοπούτα», κλπ. Ή όπως λέει το παρακάτω τραγουδάκι: «Το μαίχομαι το τσάπισμα / τ’ αλών’ζμα και το θέρος / τ’ αγκάθγια και τα βρέτσελα / σα να τα έρξε ο θεός / ούλα σε ένα μέρος. / Γω θέλω ούλο να κολ’μπώ / σα πισ’ στον Αγιαρμόλα / βουτγιές να κάμνω στον αχ’νό σ’ / πόναι σαν αγκαθγιώνα».
Αγαπητοί αναγνώστες αχ’νοβτήξτε, μπεμπετσορφήξτε, λουτσοαδράξτε, πεταλ’δογλύψτε, κι ούλα θα πάνε καλά.

Τρίτη, 11 Ιανουαρίου 2011

Φαγιά και μαγειρέματα (Μέρος τρίτο)

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Φαγιά και μαγειρέματα (Μέρος τρίτο)



(Ήμερος αχ'νός και πεταλ'δέλα απ' τν Αγιαθύμ)

Οι προτάσεις για την ανάδειξη λημνιακών γεύσεων θα συνεχισθούν και σ’ αυτό το άρθρο. Σκοπός, η ενίσχυση της λημνιακής αλλά και της εθνικής οικονομίας. Όλοι πρέπει να συνδράμομε την εθνική – σοσιαλιστική κυβέρνησή μας, ου μην αλλά και την εντιμοτάτη αντιπολίτευση, στην προσπάθειά τους να αποτελειώσουν το έργο που άρχισαν. Σήμερα θα ασχοληθούμε με τα θαλασσινά, τα οποία έχουν και μεγάλη σχέση με τη λαχτάρα που περνούμε. Όπως θα έλεγε και ο κ. αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, προς τους….διορισμένους κοπρίτες: «Όντας τάτρωγες τα ψάρια / ήσνε γέλια και καμάρια / τώρα π’ τάβαλες μες στ’ γκούπα / σκίζεσαι τι έναι τούτα». Καθόλου δεν συμφωνούμε λοιπόν να ρίχνουν τα βάρη στους πολιτικούς για τη σημερινή ξεφτίλα, συγνώμην τη δύσκολη περίσταση ήθελα να πω, καθόσον η διακυβέρνηση της χώρας είναι όπως το σεξ. Αλληλοεξυπηρέτηση. «Εγώ σε ξεμπερέτ’σα / εσύ με ξεμπερέτ’σες / κι οι δυο τη δλια μας κάμαμ / όμορφα ξεμπερτ’κά / καλό χοζμέτ μας πόμνε / τι είχαμ και τι χάσαμ / τ’ τζόχα ή τα ραφτκά;»
Παραδοσιακά οι Λήμνιοι έτρωγαν θαλασσσινά, που αφθονούν στην πατρίδα μας. «Ξεν’σκωμένε και κολλ’μένε / τσιργιαζμένε κι χναζμένε / ήβγα τσάρκα στο λιμάν’ / εχ’ σουπιές με το μελάν’ / εχ’ κι λουτσ’ με το κεφάλ’ / φάγε μύδια φάγε στρείδια / φάγε κι τ’ Γιωργάκ’ τ’…απίδια / να ντανιάγ’ς να παραγκώγ’ς / μη ντεζάρς και παραδώκ’ς». Γιατί, τι θέλει ο άνθρωπος; Απλά πράγματα όπως έλεγε και ο συχωρεμένος ο γερο-Σκαναβής από τις Σαρδές: «Παρέα μέχιρ το ταχ’νό / απόψε τάχουμ ούλα / το ζγουρ στο γαζοντενεκέ / και χαδ στο πτι απ’ τ’ μπούλα». Βεβαίως πέραν της παραδοσιακής προσέγγισης χρειάζεται και η… ανάπτυξη όπως λέει και ο έτερος Καππαδόκης, ο κυρ Αντωνάκης. Το θέμα βεβαίως είναι λεπτό και χρειάζεται λεπτές….χειρονομίες, συγνώμην χειρισμούς ήθελα να πω, γιατί έτσι που είναι εξασθενημένος ο οργανισμός από την επανίδρυση του κράτους που μας εφάρμοσαν και τώρα από την αναμόρφωση, δεν ξέρω αν θα αντέξει να μας ρίξουν και μια…ανάπτυξη. «Η Αντωνιά η μουζαβίρα / πότε λάσκα πότε βίρα».


(Αγιαρμολαδίτκος γιαλόψωλας, ή αγγλιστί cucumber)

Επανερχόμαστε στο θέμα μας. Το πιάτο «πτι στ’ θαλασσάρεμ» είναι μια ξεχασμένη γεύση και νομίζω πρέπει να επανέλθει. Η πεταλίδα, το γνωστό οστρακοειδές, ασχέτως αν οι άθλιοι βωμολόχοι Λημνιοί ονομάζουν έτσι και το αιδοίον, μπορεί να προσφερθεί σε διάφορες συνταγές με πιο γευστική την «πεταλίδα ωμή ορφχτή και γλειφτή», καθότι όπως λένε και οι συμπατριώτες «ξερς τι ζμι θα νεχ’ τούτεν’ η πεταλ’δάρα;». Η πεταλίδα δεν τρώγεται μόνον ωμή, αλλά και σε…βράση, όπως λέει και η παλαιά συνταγή: «Το πεταλίδ σαν έχει βρασ’ / θελ’ γλήγορα γεμάτ’ζμα / γιατί θε να απολοργιάν’ / θα κρυγιώσ’ και θα ξερχάν’». Βεβαίως υπάρχει και η φράση στα λημνιακά «πλει πεταλίδες», που σημαίνει «συνουσιάζεται επί χρήμασι», γι’ αυτό χρειάζεται προσοχή μήπως γίνει παρανόηση, αν και μερικοί πολύ τολμηροί στις επιχειρηματικές κινήσεις θεωρούν ότι αυτό το δεύτερο, είναι η μόνη μας λύση για να βγούμε από το οικονομικό αδιέξοδο. Η πεταλίδα πέραν της γευστικής απόλαυσης έχει και άλλες ιδιότητες, όπως εύστοχα αναφέρει το λαϊκόν άσμα: «Πεταλ’δέλα πεταλ’δίζ / κι απαλά ζγοκυματίζ / την αχ΄λάρα ποσκεπάζ / και τη γυλ’κομερεμδίζ». Η πεταλίδα είναι πάντως δύσκολο «τσισίτ» και θέλει τρόπο, από το ψάρεμά της μέχρι το φάγωμα, όπως λέει το τραγουδάκι: «Κανέ μαχαίρ δε μπόρεσε / ν’ ανοίξ τη μπεταλ’δέλα τς / μα σαν ο μαύρος μπρόβαλε / κειν’ αν’ξε τα πορτέλα τς».
Αγαπητοί αναγνώστες, τελειώσαμε για σήμερα και μην «πεταλ’δίζ το ματ σας» για άλλα. Στο επόμενο. Πεταλ’δοευτυχείτε, «από παν ως κατ».

Σάββατο, 8 Ιανουαρίου 2011

ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ



Το ξεμέτερμα (183) (Συνέχεια του προηγουμένου)

Η συζήτηση γίνεται στην αυλή του πατρικού μου σπιτιού. Πίναμε καφέ, εγώ, η μάνα μου η Αρετή και ο γείτονας Παναγιώτης Χαρκότσικας ή Κουκουές. Περνούσε ο Γιώργης ο Νταμπάκης και τον φωνάξαμε και κείνον για καφέ. Μετά η μάνα μου μας διάβασε το φλυτζάνι (μας ξεμέτρησε).

Αρετή Τραγάρα: Μια μεγάλ’ χαρά θα παρς Γιώρεγ’. Πάντως κατ καλό θα ν’ ακούσομ, αραβώνα θα νέναι, τι θα νέναι, δε ξέρω. Γριγιά το πόνιε κι ήλεγε κουρκούτα με το γάλα. Θα νερτ μια γ’ναίκα. Γ’ναίκα έναι αλλά με ουρά. Εχ’ και ένα λοφίο. Εχ’ και ένα καλό λόγο να μας πει. Αλλά έναι, που να μην έναι. Μεγάλ’ οχτρέσα. Έναι και σα λ’κόνευρο,(184) αψηλή κι αδύνατ. Βλέπω κι επισκέπτες. Πολλοί μσαφίρδες,(185) ένας, δυο, τρεις, τέσσερς, πέντε, στν αράδα έρχεντεν. Βαστούνε και δώρα με τα μπουκέτα, με τα μπουκέτα έρχεντεν, για δγιε. Έχομ και ένα νερόφδαρο, που έναι θαλασσινός. Οχτρός μεγάλος. Για δγιε η ουρά τ’ από πού βαστά και έρχεται. Τι έναι νερόφδαρος; Οχτρός πήκαμ, οχτρός, οχ’ καλωσόρσες δέσποτά μ’, δόξα το θεό ούλα καλά κι ευλογημένα και τα κουκιά μπακλάρ.(186)
Γιώργης Νταμπάκ'ς: Για κάτσε μπρε Αρετή. Μας τα ανακάτεψες μαθέ ούλα και τα έκαμες πατσάλ’, τι χαρές, τι αραβώνες, τι γ’ναίκες με ουρά, τι νεροφίδες, τι μσαφίρδες με τα μπουκέτα, τούτο μαθέ δεν ήνταν φλυτζάν’ ήνταν φασούλια μπαντρεμένα με το ρυζ, με τα αρβύθια, με τς φακές, με τον άφκο και είχε και λίγο ροβ και βίκο μέσα. (Γέλια).
Παναγιώτης Χαρκότσικας - Κουκουές: Τούτο έναι καλό φαγί, να μην εχ’ όμως μέσα ροβ και βίκο που λες. Και καμπόσεν’ το λέγαν πατσάλ’, αλλ’ εγώ έχω ακούσ’ κι αλλ’ που το λέγαν ψαροκόλ’βα.
Γιώργης Νταμπάκ’ς: Τώρα τα δώρα μαθέ, καλοδεχούμενα, αλλά γ’ναίκα με ουρά δεν έχω σναπαντήσ’, γω ξέρω ότι τν ουρά τν εχ’ ο άντρας, όσο για το νερόφδαρο, άμα ερτ θα νέχομ μονομαχία καουμπόγ’κια με το θκο μ’ το νερόφδαρο, που τώρα δεν έναι νερόφδαρος αλλά κοιμζμένο φδελ’ μες στ’ ντρύπα τ’.
Αρετή Τραγάρα: Α Γιώρεγ’ με προζβαίρεν’ς σα γκαθηγήτρια στο ξεμέτερμα. Εγώ οτ’ βλέπω λέγω, είμαι σα ντ Πυθία μαθέ. (Γέλια). Τώρα ή πολύ ουλιά(187) έπεσε, ή θα ν’ ακονίστε σναμεταξύ σας τς νεροφίδες σας.

183. ξεμέτερμα (το). Ξεμέτρημα. Το διάβασμα του φλυτζανιού.
184. λ’κόνευρο (το). Λυκόνευρο. Ο πολύ αδύνατος άνθρωπος.
185. μσαφίρς (ο). Μουσαφίρης.
186. μπακλάρ. Στην έκφραση «ούλα καλά και τα κουκιά μπακλάρ», δηλαδή όλα καλά. Τουρκ. μπακλά = κουκιά.
187. ουλιά (η). Το κατακάθι του καφέ, του κρασιού, κλπ.