Τρίτη, 17 Μαΐου 2011

Ο Στρος καν’ κι τα πλερών’ η χώρα

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Ο κ. Στρος εκείνη την ώρα γυμναζόταν

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Παγκόσμιο σοκ από τη σύλληψη του επικεφαλής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) κ. Στρος Καν για σεξουαλική επίθεση σε καμαριέρα ξενοδοχείου στη Νέα Υόρκη. Ο κ. Καν επρόκειτο να συζητήσει με την κ. Μέρκελ για το παγκόσμιο θέμα νούμερο ένα, το χρέος της χώρας επίσης νούμερο ένα, της Ελλάδας. Έτσι η τύχη της χώρας μας, όπως την κατάντησαν οι κυβερνήσεις της, πάλι παγκοσμίως νούμερα ένα, θα εξαρτηθεί από το εάν ο κ. Καν συνουσιάσθηκε ή όχι μετά της καμαριέρας. Επειδή το θέμα είναι αρκούντως σοβαρό, παρακαλώ επιτρέψτε μου να το αναλύσω από λημνιακής απόψεως, καθότι η λημνιακή γλώσσα εις χρόνον προηγούμενον είχε δώσει ακριβή έννοια στο όνομα «Καν», που στα Λημνιακά θα πει βεβαίως «πράττει», αλλά και «συνουσιάζεται». «Ου Γιώρεγ’ς καν’ κάθα βραδ τ’ Λενιά». Δηλαδή όταν λέμε "Ο κ. Στρος Καν" στα λημνιακά θα πει "Ο κ. Στρος συνουσιάζεται, κοινώς γαμεί". Επειδή ο κ. Καν είναι επικεφαλής του διεθνούς ταμείου, τη συνουσία εφεξής θα την λέμε «ταμήσι».
##Τι ιστορία κι αυτή!! **Ταμσοδλιά.
##Τόσο…ζωηρός είναι ο κ. Στρος; **Ταμεί σα ντο γάδαρο.
##Μα πώς μπόρεσε γέρος άνθρωπος να καταφέρει μια νέα γυναίκα; **Σα σε βαλ’ από κατ όπως θελ’ α σε ταμήσ’.
##Και τι πρεμούρα έπιασε εδώ τους πολιτικούς για τον Στρος; **Τ’ γκατσίκα ταμούσαν, τον τράγο πόνιε ο κώλος τ’.
##Μα επιμένω, γέρος άνθρωπος. **Μωρέ αυτός θα τ’ ταμήσ’ κι θα βγαλ’ πλαρ με τα πέταλα.
##Τέτοια διαπόμπευση, σιγά το θέμα. **Ουλ’ ταμήσαν, για τον καψο-Στρος ξημέρωσε.
##Τόσο πλούσιος, μπορούσε να έχει όποια ήθελε. **Με τον παρά μ’ ταμώ τ’ γκυρά μ’.
##Είδες όψη θυμωμένη που είχε; Έβραζε από μέσα του. **Ταμοσταύριζε κι έρχνε ταμικομπρίκουλα.
##Πρωί – πρωί είχε διάθεση για σεξ; Τι ώρα ήταν αυτή; **Ώρα π’ ταμιέντεν οι κάτες.
##Απίστευτο. Μα τι το πέρασε το ξενοδοχείο; **Ταμσαριό, ταμστρώνα, ταμσοκούμασο.
##Ποια ήταν η σχέση των Ελλήνων πολιτικών με τον κ. Στρος; **Τάμα με να σε ταμώ, να περνούμε τον καιρό.
##Είδες πόσο εξουθενωμένος και αδυνατισμένος ήταν ο κ. Στρος; **Έφεξε απ’ το ταμήσ’.
##Για ποια πέρασε την καμαριέρα; **Για την ταμσοελλάδα.
##Τι γνώμη είχε ο κ. Στρος για την μας; **Το καλύτερο ταμήσ’ το καμεν’ η Ελλάδα.
##Εντελώς στημένο φαίνεται. Τι του σκάρωσαν οι Αμερικάνοι; **Τον ταμήσαν με το γαντ.
##Τι επιπτώσεις θα έχει αυτή η ιστορία για την Ελλάδα; **Θα πλερώσομ τα ταμσάτκα.
##Τι λένε οι πολιτικοί μας; **Μια πθαμή απ’ το γκώλο μας κι ας ταμήσνε όποιον νάναι (Ως συνήθως).
Αγαπητοί αναγνώστες ταμσοευτυχείτε. Όσοι μπορείτε κι όσο προλαβαίνετε.

Δευτέρα, 16 Μαΐου 2011

ΓΙΑ ΤΟ ΘΩΡΗΚΤΟ "ΑΒΕΡΩΦ"


Συμπληρώνονται 100 χρόνια από την παραλαβή του θωρηκτού "ΑΒΕΡΩΦ" από το ελληνικό κράτος. Έχουν προγραμματισθεί τιμητικές εκδηλώσεις. Το θωρηκτό "ΑΒΕΡΩΦ" είχε ναυπηγηθεί στα ναυπηγεία του Ορλάντο στην Ιταλία και υπήρξε ένας θρύλος για τους Έλληνες, ιδίως για τους Αγαιοπελαγίτες.
Ο πατέρας μου είχε υπηρετήσει ως θερμαστής στο "ΑΒΕΡΩΦ". Μεγάλη εντύπωση μου είχε προκαλέσει η υπερηφάνεια και η τιμή που ένιωθε γι’ αυτό. Η φωτογραφία που βλέπετε είναι από ένα μεγάλο κάδρο, που ακόμα είναι κρεμασμένο στην «καλή κάμαρα» του πατρικού μου σπιτιού. Εικονίζεται ο πατέρας μου με μια αδελφή του, την Αργυρώ. Στις διηγήσεις του ανέφερε αναρίθμητες λεπτομέρειες για το καράβι, αλλά και τη ζωή των ναυτών πάνω σ’ αυτό. Για τα πυροβόλα, το λεβητοστάσιο και τις μηχανές, τη θωράκιση, τις κουκέτες, για τα γυμνάσια, τις προφυλάξεις που έπαιρναν στις ομοβροντίες του «ΑΒΕΡΩΦ», για το κάρβουνο με το οποίο τροφοδοτούσαν τις φωτιές, για τη φοβερή ζέστη που επικρατούσε, για το πώς τον κατέβαζαν αυτόν να «ταΐζει» τη φωτιά, όταν έπρεπε να λειτουργήσουν στο φουλ οι μηχανές, επειδή ήταν πολύ δυνατός άντρας, για τα συγχαρητήρια που έδωσε ο ναύαρχος του στόλου μετά από μια άσκηση ειδικά στους θερμαστές και άλλα πολλά, που δεν τα θυμάμαι όλα.
Οι ναύτες ήταν συνήθως νησιώτες. Αυτά τα δυνατά και σκληραγωγημένα φτωχά παιδιά των νησιών, μετά τη θητεία τους, συνήθως ακολουθούσαν το επίπονο και μη ανταποδοτικό επάγγελμα του ξωμάχου αγρότη, είτε γίνοταν ναυτικοί, είτε ξενιτεύονταν. Πάντοτε όμως διατηρούσαν μια υπερηφάνεια για τη θητεία τους στον "ΑΒΕΡΩΦ", κάτι που δεν είναι και τόσο κατανοητό, στις παρακμιακές ημέρες μας. Μετά από τα ατυχή συμβάντα του πρόσφατου παρελθόντος, κατά τα οποία ο "ΑΒΕΡΩΦ" διετίθετο ως χώρος δεξιώσεων για γάμους κλπ, οι εκδηλώσεις τιμής και μνήμης που πραγματοποιούνται αυτές τις μέρες, είναι ότι καλύτερο.




Θερμαστής στο θωρηκτό «Αβέρωφ»

Εδώ πάνω γεννήθηκα
στο γκρίζο ατσάλι
απ’ τα καζάνια φύτρωσα
απ’ τη φωτιά κι απ’ το λιγνίτη
μάνα δεν έχω εγώ
πατέρας δε μ’ ορμήνεψε
δάκρυα μον’ στο φίλο μου
στο σταυραδέρφι το καράβι
με μια καρδιά
με μια κοινή ανάσα.

Αυτάδελφε του αίματος
μούγκρισε το βαροψύχι μου απόψε
στους ερεβένιους λέβητες
λιώσε τα γέλια των δειλών
και την αφράτη τύχη τους
κάψε τους μαύρους λογισμούς
τους ήσκιους διώξε
που στήσαν γύρω μου χορό
τη νύχτεια σου παραμυθιά
δώσμου με το χαλκό σου
ποτές βοσκός στο στοίχισμα
ποτέ αδερφές μου δούλες
μάνα χωρίς ψωμί ποτέ.

Εδώ πάνω γεννήθηκα
απ’ τα καζάνια φύτρωσα
απ’ τη φωτιά κι απ’ το λιγνίτη
κι όσο θυμούμαι
πάντα για πάντα
ήμουν εγώ ο θερμαστής
στο θωρηκτό «Αβέρωφ».





Ταξίδια του νου

Στου αρχιπελάγου τις καντρένιες πολιτείες
ταξίδεψέ με απόψε
αδερφούλα μου Σελήνη
φύσα θρακιά απ’ το Μπουρνιά
κράτα με ξύπνιο απόψε
πάντα αυτή την ώρα έρχεται
σκοτεινιασμένος εναέριος
ο γίγας των νερών
ο καρτερόθυμος
με τους καπνούς του
φρεσκολουσμένος σε ηφαίστειες ακρατοθέρμες
με τα φουγάρα
με τα κανόνια
και με παίρνει.

Άγιε Νικόλα θρηνητή
διώξε τις Κήρες που με έζωσαν
διώξε τις Ερινύες
τις σάρκες και το νου μου που σπαράζουν
πιότερο απ’ το χρόνο
τι όρκιος ιδαλγός εγώ για πάντα
παρέμεινα.

Ωχρή αδερφούλα μου Σελήνη
γαλήνεψε τον τόπο
κάντον να έρθει απόψε
έχω χαζιρεμένες τις φωτιές
που οι Εργάτωνες μου δάνεισαν
για κείνον και για μένα.

Σταύρου Τραγάρα, από την ποιητική συλλογή: "Από τη Λήμνο θερμαστής στο θωρηκτό Αβέρωφ".

Παρασκευή, 13 Μαΐου 2011

Ου διαγουνιζμός τς Γιουροβίζιονς

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Δγήκαμ στ’ ντηλεόρασ’ κι το διαγωνιζμό τς Γιουροβίζιονς. Έναι δεκεί π’ παραβγαίν.νε κατ κουρμούδια άντρες κι γ’ναίκες από πολλά κρατ’, ντμεν’ μτσουν’ ποιος λεγ’ θα τραγδήξ καλύτερα. Αλλά ούλα τ’ άλλα τα κάμνε μόνε π’ δε τραγδούνε. Σκληρίζνε σα τα ποτκοί, χοροπδούνε, κάμνε μορφαζμοί, ξεβρακών.ντεν, παίζνε κατ σλιάβεργια, φορούνε καπελαδούρες, ρχάρες κι κάρκαλα τς Ούντρας, παγαίν.νε κώλο – κώλο σα ντο γκάβουρα, πατσαλείβντεν με γκράσο κι γιαλοκοπούνε σα γιαλαμάδαρ, ξουρίζνε γλι τς πατνίτσες τς και γίντεν αλάγ’ μαλάγ’.
Οι θκοι μας ήνταν μια κομπανία που με πήκαν που λέγ’νταν "Γιουκσέκ σαντακάτ» κι λέγω κι γω Λημνιοί θα νέναι αφού λέγ’νταν σαντακάτ, - για κειν’ π’ δε νέναι πατριγιώτες απ' τ' Λήμνος, σαντακάτ θα πει «προς τα κατ» - αλλά με μπέρδεψε το «γιουκσέκ» που δε ντο νόγουμνα, αλλά με είπε ο γκμπάροζεμ ότι θα νέναι τούρκ’κο όνομα που το βάλαν εδιέτς για προυτοτυπία. Όμως δεν ήνταν τελικά Έλλην' ήνταν Τουρκ'. Κρίμας γιατί οι Τουρκ' μοιάζαν με Έλλην' κι γοι Έλλην' με μπαντατζούδες τς Αποκριγιάς. Τς θκοι μας μτσουν’ με το ζμπάθγειο τραγδιστές ήθελα να πω τς λέγαν τον ένα Λούκα Γιώρκα κι τον άλλο Στέρεο Μάικ, ε, λέγω κι εγώ με το φτωχό μλιανό μ’ ο ένας θα έναι Αλβανός κι ου άλλους μαγνητόφωνο, αλλά με πήκαν ότε δεν ήνταν ετσ', κι ότε κι γοι δυο ήνταν αθρώπ.
Σαν αρχίσαν να τραγδούνε, κάμναν σα ντα γουρτζελούδια που ρφούνε το τζίρο, κατ φωνούδες κοφτές κι γουργουρστές, στα Αγγλικά, αλλά με λεγ’ πάλε ο γκμπάροζεμ που έναι μουρφουμένος, ότε τούτο το γουργούλ’ζμα το λένε μαθέ χιπχόπ, κι αράπ, και μόλις τς βίγελ’σα που χοροπδούσαν σα τς κοκκ’νόκωλες τς μαγ’μούδες, κατάλαβα, λέγω αααα μπαριστέν.νε τα πιθήκια. Αλλά σε λίγο το γυρίσαν το φύλλο κι βγάζαν κατ αγριγιοφωνάρες στα Ελληνικά, που ήνταν πατσάλ’ από Κυπραίο γάδαρο και σκυλά πέμπτ’ς κατηγορίγιας από κωλάδκο μαθέ στα Θέρμα.
Εν τω μεταξύ τα πιθήκια γύρω γύρω να τσακοπδούνε, να κάμνε κωλομπούρδες και αεροπλανικά, που λέγω να ώρα έναι να ξεστραμπλίξνε κανέ ποδάρ γή να ξεσταφνιστούνε και να έχουμ κι άλλα ντράβαλα. Ύστερα το γυρίζαν στο ζεμπέκ’κο αλά Γιώρεγ’ Παπαντριγιά, ή «τώρα τοιμάζεται να κλασ’ ο κούρνος, κι ο παλιοπέτερνας». Φορούσαν καπέλα πεονίες του 60, κι είπα κι εγώ δε μπορεί θκοι μας Λημνιοί θα νέναι κι δαν’στήκαν τς πεονίες από τς συγγενήδες κανενός μακαρίτ αγρότ. Τα ρχούδγια τς ήνταν μαθέ τόσο στενομπούκια, σα ντα βαφτιστικά τς, κι μόδα Πουρπούλ του 50, εμ μαθέ πού παγαίν.νε παπούτσες πανένιες αλ’σίδα, κουστούμ βαφτιστκό ντρίλ’νο καβαδέλ’, φανελάρα μακό και κασκέτο πεονία; Ολούρμεν; Στο τέλος το καταλάβαν κι γοι ίδιοι κι τα πετάξαν τα σακάκια σα πέρα. Αλλά κειν’ π’ τς βαθμολουγήσαν πομείναν φκαριστημέν’ κι τς πήκαν ότε θέλνε να ξανατραγδήσνε πάλε. Πάντως ιγώ θα τς ήλεγα σα με ρωτούσαν, να τς μπουμπνίξνε στο τέλος κι κανένα μπαμπατζάν'κο μανέ κι κανένα μπαλαρτό, για πιο καλύτερα. Να φκαριστηθηθεί το σωκάρδ μας κι γη ψχούδα μας. Έλα Αγιοτσίλια μ' κι Αγιαρμόλα μ' κι μη χειρότερα.

















Πέμπτη, 5 Μαΐου 2011

Ασπαλάθ κι κεντρίδια


Αν πάτε μια βόλτα στην ύπαιθρο αυτή την εποχή σίγουρα θα σας κάνουν εντύπωση κάτι θάμνοι με ωραιότατα κίτρινα λουλούδια, οι ασπάλαθοι. Αυτά τα φυτά που φυτρώνουν και στη Λήμνο, τα ξέρουν πολύ καλά οι βοσκοί, γιατί φυτρώνουν σε ημιορεινό περιβάλλον και τους καρπούς τους τρώνε με μεγάλη ευχαρίστηση οι κατσίκες όπως μου έλεγε ο συχωρεμένος ο πατέρας μου. Στη Λήμνο το λένε και ασπάλαθρο, ασπαλάθαρο, ασφάλαθρο, όπως μου είπε ο Γιάννης Κωμάκης απ' τα Σβέρδια. Όσο όμορφο είναι όταν είναι ανθισμένο, τόσο φοβερό είναι όταν ξεραθεί γιατί έχει κάτι τρομερά αγκάθια, τα λεγόμενα "κεντρίδια".
Σταχυολόγησα διάφορα από το διαδίκτυο, αρκετά ενδιαφέροντα.
Tο φυτό αναφέρεται στην αρχαιότητα από το Διοσκουρίδη. Συνδέθηκε με τη μεταθανάτια τιμωρία των αδίκων. Ο Γ.Σεφέρης αναφέρεται στο συγκεκριμένο φυτό στο ποίημα του «Επί Ασπαλάθων ..» Είναι το τελευταίο ποίημα του Σεφέρη και δημοσιεύτηκε στο Βήμα (23.9.71) τρεις μέρες μετά το θάνατό του στην περίοδο της δικτατορίας και προκάλεσε μεγάλο πονοκέφαλο στην χούντα, διότι πέρα από τον προφανή συμβολισμό του για το αναπόδραστο τέλος όλων των δικτατορικών καθεστώτων, σηματοδοτούσε και μια ανοιχτή πρόκληση για αντίσταση εναντίον του καθεστώτος της δικτατορίας. Το ποίημα βασίζεται σε μια περικοπή του Πλάτωνα (Πολιτεία 614 κ.ε.) που αναφέρεται στη μεταθανάτια τιμωρία των αδίκων, όπως είπαμε, και ιδιαίτερα του Αρδιαίου. Ο Αρδιαίος, τύραννος σε μια πόλη, είχε σκοτώσει τον πατέρα του και τον μεγαλύτερο του αδερφό του. Γι' αυτό και η τιμωρία του, καθώς και των άλλων τυράννων, στον άλλο κόσμο στάθηκε φοβερή. Όταν εξέτισαν την καθιερωμένη ποινή που επιβαλλόταν στους αδίκους και ετοιμαζόταν να βγουν στο φως, το στόμιο δεν τους δεχόταν αλλά έβγαζε ένα μουγκρητό. "Την ίδια ώρα άντρες άγριοι και όλο φωτιά που βρισκόταν εκεί και ήξεραν τι σημαίνει αυτό το μουγκρητό, τον Αρδιαίο και μερικούς άλλους αφού τους έδεσαν τα χέρια και τα πόδια και το κεφάλι, αφού τους έριξαν κάτω και τους έγδαραν, άρχισαν να τους σέρνουν έξω από το δρόμο και να τους ξεσκίζουν επάνω στ' ασπαλάθια και σε όλους όσοι περνούσαν από εκεί εξηγούσαν τις αιτίες που τα παθαίνουν αυτά και έλεγαν πως τους πηγαίνουν να τους ρίξουν στα Τάρταρα". (Πλ. Πολιτεία 616).

Επί ασπαλάθων

Ήταν ωραίο το Σούνιο τη μέρα εκείνη του Ευαγγελισμού.
πάλι με την άνοιξη.
Λιγοστά πράσινα φύλλα γύρω στις σκουριασμένες πέτρες
το κόκκινο χώμα και οι ασπάλαθοι
δείχνοντας έτοιμα τα μεγάλα τους βελόνια
και τους κίτρινους ανθούς.
Απόμερα οι αρχαίες κολόνες, χορδές μιας άρπας που αντηχούν
ακόμη...
Γαλήνη
-Τι μπορεί να μου θύμισε τον Αρδιαίο εκείνον;
Μια λέξη στον Πλάτωνα θαρρώ,χαμένη στου μυαλού
τ'αυλάκια.
Τ΄όνομα του κίτρινου θάμνου
δεν άλλαξε από κείνους τους καιρούς.
Το βράδυ βρήκα την περικοπή:
"τον έδεσαν χειροπόδαρα" μας λέει
"τον έριξαν χάμω και τον έγδαραν
τον έσυραν παράμερα τον καταξέσκισαν
απάνω στους αγκαθερούς ασπάλαθους
και πήγαν και τον πέταξαν στον Τάρταρο κουρέλι".
Έτσι στον κάτω κόσμο πλέρωνε τα κρίματά του
ο Παμφύλιος ο Αρδιαίος ο πανάθλιος Τύραννος.


Επανερχόμαστε στη Λήμνο και στα κεντρίδια του ασπάλαθου.
Κεντρίδ’ στη Λήμνο λέγεται και ο κακός, μοχθηρός άνθρωπος. «Ξέρ’ς τι κεντρίδ’ έναι τούτος;». Κεντρίδ’ ονομάζουν και το κεντρί της μέλισσας, της σφήκας, του σκορπιού και άλλων δηλητηριωδών εντόμων. Μεταφορικά και το πέος. Παλιά έβαζαν πάνω στην πόρτα περόνια (πηρούνια), ή «κεντρίδια» από άραμνο, ή ασπάλαθο για να εξορκίζουν το κακό μάτι, να μην τους «βασκαίνουν». «Για να μπαίν’νε μέσ’ τ’ οχτρού τα μάτια».
* Κεντρώνω = Αγκυλώνω, τρυπώ. Επίσης συνουσιάζομαι, "γαμώ".
* Κέντρωμα ή κεντρωματιά = Η νύξη, το τρύπημα, το "γαμήσι".
* Κεντρωμένος = Ο τρυπημένος, αλλά και ο φαρμακωμένος, ο καταστενοχωρημένος.
* Εχ’ τ’ κεντρωματιά = Έχει τη μύγα και γι' αυτό μυγιάζεται.
* Το αγκάθ που κεντρών’ δε φαίνεται = Ε, καμιά φορά φαίνεται κιόλας.
* Κέντριδος = Το μεγάλο αγκάθι, αλλά και ο μεγάλος ...πέος, ο πέαρος με το συμπάθειο.
Τι να σας πω, καλή είναι η σύνδεση του ασπάλαθου με την τιμωρία των αδίκων, αλλά εμένα μου άρεσε περισσότερο η σύνδεση που έκαναν οι Λημνιοί με το σεξ. Κλείνω με ένα ποιηματάκι, που μου είχε πει αστειευόμενος ο συχωρεμένος ο πατέρας μου, όταν κουβεντιάζαμε για τον "ασπάλαθρο"
"Απάνω στον ασπάλαθρο
γαμεί ο γαμπρός τη νυφ'
κι από τη γλύκα την πολλή
τα δάχτυλά της γλειφ'.



Ασπάλαθοι










Κυριακή, 1 Μαΐου 2011

Α ΜΑΖΩΝΟΜ ΤΑ ΠΟΔΑΡΕΛΙΑ ΑΠ' ΤΣ' ΚΟΥΡΕΝ'

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ


Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Ένας Λημνιός παλιάς κοπής, στο άκουσμα αύξησης της ανεργίας, είπε τη φράση: "Α μαζώνομ τα ποδαρέλια απ' τς κούρεν'". Τα δύσκολα χρόνια οι κουρούνες, που τόσο ευδοκιμούν στη Λήμνο μας, επικηρύσσονταν και οι Λημνιοί τις κυνηγούσαν και παρέδιδαν τα πόδια τους στο αγρονομείο έναντι αμοιβής. Σκέφτηκα ότι αυτό το πουλί, που είναι τόσο οικείο σε μας, ...έχει πολλαπλώς παρεξηγηθεί λόγω της ασχήμιας του, ενώ είναι πανέξυπνο, παιχνιδιάρικο και με… χιούμορ. Πλήθος ιδιωματικών εκφράσεων υπάρχουν για την κουρούνα στη Λήμνο. Απολαύστε τες.
* Φαγ’ κουρνούδια αμάλλιαστα = Αυτό απαντούσαμε ως παιδιά στη λέξη «μάλιστα».
* Γυρίζ’ στς κουρνιές. Ή πιθεωρεί τα κουρνοφωλιές = Κάνει μη ανταποδοτική εργασία.
* Δεν έναι κουρούνα, έναι γαγίλα = Δηλαδή σιγά τη διαφορά. Πάντως υπάρχει διαφορά. Η γαγίλα ή κάργια είναι κατάμαυρη και συνήθως τη βλέπουμε κατά κοπάδια, ενώ η κουρούνα είναι μαύρη και σταχτιά και συνήθως ζει σε ολιγομελείς ομάδες.
* Ε π’ να σε βγάλνε οι κουρούνες τα μάτια σ’ = Ψιλοκατάρα.
* Α σε κάμω τ’ χαρανίδα σ’ να πίν’νε οι κουρούνες νερό = Θα σου σπάσω το κεφάλι, θα το κάνω σαν πήλινο τσουκάλι (χαρανί) και θα κατεβαίνουν οι κουρούνες να πίνουν νερό.
* Κειν' φορούμ θα ξαναγαγίλιασε το μνι τς = Για γριά που νεάζει. Δηλαδή: Εκείνη κατά πως φαίνονται τα πράγματα, θα ξαναμαύρισε το μουνί της.
* Κουρνιασμένος = Ο αφηρημένος, ο ξεχασιάρης, ο ψιλοανοϊκός. Και κουρνιασμένη ή κουρούνα η γυναίκα με αυτά τα χαρακτηριστικά. Συνήθως λέγεται για ηλικιωμένα άτομα που έχασαν της σπιρτάδα τους. «Τ’ το είπα, αλλά ο κουρνιασμένος το ξέχασε». « Γέρασε μπλια και κούρνιασε για τα καλά». Κουρούνα λέγεται και η μελαχροινή άσχημη γυναίκα, αλλά και η μαυροφορεμένη γυναίκα.. «Το δεκαπενταύγουστο γεμίζ’ γι’ η αγκλησά κουρούνες».
* Οι στραβές οι κουρούνες με το φεγγάρ’ βόσκνε = Για τους άχρηστους που βρίσκουν ευκαιρία για…μάσα.
* Φοβερίζ’ τς κουρούνες. Ή κάμεν το σκιάστρο για τς κουρούνες
= Λέγεται για τον άσχημο.
* Αμ τι θα κάμ’ ο κούρναρος, αηδονέλια; = Έλα ντε, κουρνούδια θα καμ. Κατά τον μπαμπά και τα παιδιά.
* Ε π’ να φάνε οι κουρούνες το ψοφίμι σ’ = Κατάρα.
* Αρχίσαν κι έρχιεντεν οι κουρούνες = Δηλαδή κάποιος ετοιμάζεται να πεθάνει.
* Κουρνοφαγωμένο = Γεμάτο τρύπες σαν το καρπούζι που το έχουν τσιμπήσει οι κουρούνες.
* Η κουρούνα δε ψειρίζ για καλό το γάδαρο = Γι’ αυτούς που καλοπιάνουν κάποιον, ενώ έχουν απώτερο σκοπό την εκμετάλευση.
* Τον ξετσμουριάζ σα ντ γκουρούνα τα πρόβατα = Για κάποιον που τον περιποιείται υπερβολικά και ψεύτικα η γυναίκα του.
* Χορεύ’ σα ντο κούρνο που ετοιμάζεται να κλασ’ = Για το Γώργο, όταν χορεύει ζεϊμπέκικο και τσακοπηδά.
* Ποια έναι τα τρία κακά τς Λήμνος; Οι κουρούνες, οι ασφάλαγκες και οι Θανιώτες. Ζητώ συγνώμην από τους Θανιώτες, αλλά έτσι λένε οι μαργάνηδες από τα άλλα τα χωριά. ...
* Το καλύτερο σύκο το τρώγ' ο στραβοκούρναρος. Δείτε ποιοι έχουν τις πιο όμορφες γυναίκες και θα καταλάβετε.
* Δε θα σε ταγίζω σα ντον στραβοκούρναρο. Πάντως δεν νομίζω ότι τον τυφλό κούρνο τον ταγίζουν οι άλλες κουρούνες. Μάλλον θα τον τσιμπούνε μέχρι να ψοφήσει. Όπως ακριβώς γίνεται και στους ανθρώπους.
* Τάγ’ζε το Κούρνο, να σε βγάλ' τα μάτια...(αχαριστία). Από το Δημήτρη Γεωργαντή εκ Κάσπακα. Και το παρακάτω από τον Γεωργαντή:
* Καλώς τον τον κουρνόγαλο. Μιά πολύ συνηθισμένη προσφώνηση . Περιπαιχτικά, ώς σπάνιο είδος, τόσο σαν το...γάλα του κούρνου. Τα κουρνούδια...τα κακόμοιρα, ελλείψει "ψεύτικων"... γίνονταν "παιχνίδια" στα χέρια των παιδιών... Κουρν', κουρούνες, γαγίλες. Καθημερινές αποχρώσεις του μαύρου, σε κείνους τους αστραφτερούς ουρανούς της Λήμνου του τότε...Έτσι για να τονίζουν τη καθαρότητά τους...
* Κρακ κρα κρα = Εγώ βρε σας το είπα τούτο.


Γαγίλα (Οι φωτογραφίες είναι του Γιάννη Καζόλη).


Κουρνοζεμπεκιά.


Σκέφτομαι να της προσφέρω ένα σμαράγδι. Λες να τη ρίξω;


Πόσο ακόμα θα μας μειώσει τη σύνταξη ο Κουτρουμάνης άραγε;


Το καλύτερο σύκο το τρωγ' ο στραβοκούρναρος.


Πέσαν σα τς κουρούνες στο σταρ.


Και έρχεται και το ενιαίο μισθολόγιο.


Άντε τώρα να κάνεις όνειρα για μια...ρόδα.


Είμαι λίγο νάρκισσος, τι να κάνουμε;


Χέζε ψηλά κι αγνάντευε.


Ήρτε η τρόικα σα ντο μαυροπετρίτ. Ξου ξεν'.


Πώς να χτυπήσεις κανένα γκομενάκι μ' αυτή την κουρούνα δίπλα σου;


Για καλό δε ξετσμουργιάζ η κουρούνα τα πρόβατα.


Εις το όνομα του μνημονίου, αμήν.