Σάββατο, 18 Ιουνίου 2011

Κδούνια και καμπάνες

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Μπεεεεεε

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Οι πρόσφατες αποδοκιμασίες και οι προπηλακισμοί των πολιτικών, από αγανακτισμένους πολίτες, συνοδεύονταν από ηχητικά…εφέ, παραγόμενα από κατσαρολοχτυπήματα, βαβουζέλες, σφυρίχτρες και…κουδούνια. Ως γόνος παλαιάς βουκολικής οικογενείας, όπως φανερώνει άλλωστε και το επώνυμό μου, εγγεγραμμένος εις το λίμπρο ντόρο της λημνιακής τσοπανικής…αριστοκρατίας, γνώστης όθεν της κουδουνικής και βροντζιδοποιίας, παρακαλώ επιτρέψτε μου να αναλύσω στα γρήγορα, τα…κουδουνάτα καμώματα.
Το κουδούνι, λημνιαστί κδουν’, που φορούσαν στα αιγοπρόβατα για ομορφιά, αλλά και για να τα εντοπίζουν, ανέκαθεν εθεωρείτο σύμβολο διαπόμπευσης. Στον διαπομπευόμενο παίζνε το κδουν’. Ο αναξιόπιστος γίνεται κδουνάς, κδουνατζής, κδουν’ζμένος. Εκτός απ’ το παίξιμο του κουδουνιού μπορεί και να τον φορέσνε το κδουν’. Πριν του το φορέσουν τον προειδοποιούν λέγοντας, τ’ ακούς το κδουν’; Αν δεν το ακούσει έγκαιρα, τότε θα κδουνίξνε οι μπομπές τ’. Και τότε κινδυνεύει σαν τον κάτο, που τον κρεμάσαν κδουν’ οι ποτκοί.
Όλα τα κουδούνια δεν είναι όμοια. Αυτά που γίνονται από μπρούντζο λέγονται βροντζίδια, βγάζουν δε καλύτερο ήχο. Αυτά που γίνονται από ντενεκέ και είναι κάπως στρογγυλά λέγονται μυτιλ’νάρια, γιατί τα φτιάχνουν στη Μυτιλήνη. Τα πλατιά ή «πλακερά» τα λένε μσοκούδνα. Τα λίγο μικρότερα τα λένε τσακλάρια. Τσακλάρια λένε και τους …όρχεις. Το πέτσινο λουρί, με το οποίο τα κρεμούν στο λαιμό του ζώου, είναι το λουροκούδνο. Σε μερικά ζώα συνδέουν το λουροκούδνο με ένα ακόμα λουράκι που το τοποθετούν γύρω απ’ το ρύγχος του, τη λεγόμενη μπρουμταριά. Η μπρουμταριά μπαίνει για να μην χάνεται το κουδούνι, αλλά κυρίως για να παίζει το κουδούνι σχεδόν συνέχεια, με κάθε μικρή κίνηση του κεφαλιού του ζώου. Η τρόικα μας φόρεσε οχ’ μόνε κδουν’, αλλά κι μπρουμταριά.
Κδουνάς είναι και ο ντεμί άντρας, λημνιακά μπνες, ενώ κδουνάτος είναι ο βαρβάτος, ο έχων κδούνια, στην περίπτωσή μας, πολιτικούς…όρχεις. Κατά τους αγανακτισμένους οι κυβερνητικοί πολιτικοί, λημνιακά θα μπορούσαν να ονομασθούν κδουνιαζμέν’ μπνέδες ή αλλιώς μπνέδες με το κδουν’. Οι της μείζονος αντιπολίτευσης, που παριστάνουν τους αθώους, κρυφομπνέδες, ενώ οι κυβερνητικοί, που κάνουν πως δυσανασχετούν ενώ ψηφίζουν όλα τα μέτρα, αντρακλομπνέδες. Ο κόσμος φωνάζει σε όλους, φανήκαν τα κδούνια σας και μαζέψτε τα κδούνια σας και φύγ’τε.
Πιο…αναβαθμισμένο σύμβολο από το κουδούνι είναι η καμπάνα. Παλιά, όταν ένα σημαίνον πρόσωπο π.χ. μητροπολίτης, πολιτικός, κλπ, έφτανε σε ένα χωριό, οι κάτοικοι χτυπούσαν την καμπάνα εις ένδειξη σεβασμού. Με τον καιρό, η έκφραση θα τον παίξνε τ’ γκαμπάνα, πήρε αντίθετη έννοια, δηλαδή της διαπόμπευσης. Το καμπάν’ζμα λοιπόν είναι η διαπόμπευση. Εν προκειμένω, δεν έπαιξε απλώς, αλλά βούγ’ξε η καμπάνα. Λόγω του κρεμάμενου…σχήματος, καμπανέλια ή καμπανέρια λένε και τους όρχεις. Καμπανίζουν λοιπόν οι πολίτες τους πολιτικούς, κι αυτοί όμως εις ένδειξη…ισορροπίας, τους γράφτνε στα καμπανέργια τς. Για να εκπληρωθεί το ρηθέν υπό των αγανακτισμένων αρχίδια πολιτικοί. Για να μην αισθάνεται αδικημένο το γυνακείο φύλο, σας πληροφορώ ότι η λημνιακή λαϊκή σοφία συσχέτισε την καμπάνα και με το αιδοίο. Τι λένε οι πολίτες στους πολιτικούς, που κατέστρεψαν τη χώρα και τώρα παριστάνουν τους σωτήρες, νυν και μελλοντικούς; Και το μνι εχ’ γλωσσίδ αλλά δεν έναι καμπάνα. Η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η πολιτική της είναι καθαρή σα τ’ φωνή τς καμπάνας, οι πολίτες όμως λένε ότι άλλα ντ άλλα σμαιν’ η καμπάνα κι ότι μπέρδεψε το χτύπμα για γιανγκίν’ με το χτύπμα για λείψανο. Η τρόικα διατάζει και η κυβέρνηση είναι σαν τον κακό μαθητή, που ο δάσκαλος τον εχ’ μόνε να χτυπά τ’ γκαμπάνα. Θα πείτε ας πρόσεχαν, κι αυτοί κι εμείς, αφού είναι γνωστό ότι όποια παιζ με καμπανέλια, δε τς απολείπνε τα παιδέλια.
Αγαπητοί αναγνώστες ευτυχείτε. Τι θα γίνει; Κοντά χτυπά οχ’ μόνε το κδουν’ κι γη καμπάνα, αλλά κι ο ντούμπανος.



Με το κδουν', με το κδουν'
α σε κάμω γω το γιουν'



Ήβγα όξω αρχηγέ


Σας τοιμάζω κατ καμπάνες!!!


Όποιος ξερ να αρμέγ' εχ' κι κδούνια


Λογιώ ντω λογιώ
για Γιωργιό κι Αντωνιό



Μσοκούδνο, κδούναρος, βροντζίδ


Μασαλά, τούτα έναι κδούνια


Μπρε τούτεν' α κρεμάσνε κδουν' κι στο κταβ μαθέ


Με τ' γκατσώνα, με τα κδούνια
σας πλερώνω ούλα τα ψούνια

Κυριακή, 12 Ιουνίου 2011

Το δέντρο που δεν είχε όνομα


Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Το είχα πρωτοδεί όταν ήμουν παιδί ακόμα, λίγες δεκάδες μέτρα από το σπίτι μας, στην άκρη του δρόμου, στην Ατσική της Λήμνου. Μου είχε κάνει εντύπωση το ωραίο ρόδινο χρώμα των λουλουδιών του και το λεπτό άρωμα που διαχεόταν σε όλη τη γειτονιά. Είχα ρωτήσει τότε τους γονείς μου, πώς το λένε, αλλά δεν ήξεραν. Αυτό το δέντρο, μου είχε πει η μάνα μου, το φυτεύουν για ομορφιά, είναι «ξεν’κό» δηλαδή «ξενικό», από άλλη χώρα. Δεν ξαναασχολήθηκα με την κανονική ονοματολογία του, αφού το «ξεν’κό» με ικανοποιούσε. Το έβλεπα τις επόμενες δεκαετίες εκεί στην άκρη του οικοπέδου του γείτονα, με μόνη αλλαγή ότι κι αυτό…μεγάλωσε, όπως κι εγώ. Εδώ και δυο τρία χρόνια ξεράθηκε, εξαφανίστηκε.
Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια βλέπω ένα παρόμοιο δέντρο μέσα στον αύλειο χώρο του νοσοκομείου «Θριάσιο», όπου εργάζομαι. Έχει θεριέψει. Το φωτογραφίζω σε όλες τις εποχές του έτους από την ίδια γωνία. Γυμνό το χειμώνα, μόλις προβάλλουν τα φυλλαράκια του, ανθισμένο σα νυφούλα, κιτρινόμαυρο το φθινόπωρο, και μετά πάλι γυμνό με τους καρπούς του που μοιάζουν με φασόλια να κρέμονται στα γυμνά κλαδιά. Αλλά πώς το λένε δεν ήξερα ακόμα. Στο μυαλό μου ήταν το «ξεν’κό». Στον κομπιούτερ μου, το αρχείο που είχα τις φωτογραφίες του δέντρου, το είχα ονομάσει «Θριασόδεντρο». Τελευταίως πάντως μου γεννήθηκε έντονη η επιθυμία να μάθω επιτέλους το κανονικό του όνομα. Όποιον κι αν ρώτησα δεν ήξερε. Έψαξα στο ιντερνέτ τις διάφορες…«φλόρες» και «χλωρίδες» στις εικόνες, τίποτα, δεν το αναγνώρισα.
Χθες, Σάββατο, καθόμαστε με τον συμπατριώτη οδοντίατρο και φίλο Αριστείδη Τσοτρούδη στο παγκάκι που είναι δίπλα σ’ αυτό το δέντρο, στο Θριάσιο νοσοκομείο. Η μυρωδιά των ανθών του ήταν μεθυστική. Πώς μυρίζει το Θριασόδεντρο, είπα. Πώς το είπες, μου λέει ο Αριστείδης. Δεν ξέρω το όνομά του, εγώ το ονόμασα έτσι, του απάντησα. Μα αυτό είναι πολύ συνηθισμένο δέντρο, λέγεται ακακία Κωνσταντινουπόλεως, όλοι την ξέρουν, μου είπε ο Αριστείδης. Τώρα τι του λες;
Μπήκα σήμερα στο ιντερνέτ πάλι. Έγραψα «ακακία Κωνσταντινουπόλεως». Εκατοντάδες φωτογραφίες, πληθώρα πληροφοριών. Το δέντρο λοιπόν που δεν είχε όνομα, έχει πλήθος ονομάτων: Albizia Julibrissin, ή ακακία η ροδομέταξη, ακακία Κωνσταντινουπόλεως, μιμόζα, ακακία της Περσίας, ομπρέλα της Κίνας, Αλμπίζια Ρόζα, «καλοκαιρινή σοκολάτα», μεταξόδεντρο, μεταξόδεντρο Ιαπωνίας, κλπ. Όμως τι να σας πω, όσο ωραία κι αν είναι όλα αυτά τα ονόματα, το «ξεν’κό» των παιδικών μου χρόνων, μου φαίνεται πιο όμορφο και πιο οικείο.
















































Πέμπτη, 9 Ιουνίου 2011

Κατσαρόλες, τσεζβέδες και τγάνια

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ


Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Στις συγκεντρώσεις των «αγανακτισμένων» πολιτών ανά την Ελλάδα, την τιμητική τους είχαν τα διάφορα κατσαρολικά, που χτυπούσαν οι διαμαρτυρόμενοι, για να δείξουν ότι...πεινάνε. Άλλα σύνεργα ήταν οι σφυρίχτρες και τα κουδούνια. Επιτρέψτε μου να εξετάσω το ζήτημα από λημνιακής σημειολογίας.
Η κατσαρόλα, ου μην αλλά και τα παρεμφερή της, τγαν’, χαρανί, τσεζβές, μαστραπάς, χαρκότσκα, τζετζερούδ, μπακράτσ’, ως άλλο κέρας της Αμαλθείας, είναι συνδεδεμένα με την αφθονία, τη χαρά του κορεσμού, την ασφάλεια της εσοδείας, αλλά και την ακολουθούσα σεξουαλική αναζήτηση. «Τζετζερούδ μας χοχλακίζ / τσεζβεδέλ’ καφομυρίζ / το τγανούδ μας τζιτζιρίζ / γ’τόν’σσα μας καλοκαθίζ». Το περιεχόμενο της κατσαρόλας έχει καθοριστική σημασία για τα ιδεολογικά «πιστεύω» των…αγωνιζόμενων συμπολιτών. «Το καλό μας χαρανί / βραζ φασούλες και φακή / πρεπ να βρασ’ όμως κριγιάς / για να μπει στ’ θέση τς η ψχη». Κάποτε ένας πολιτικός σε μια προεκλογική ομιλία στην Ατσική ψιλοέχασε τα λόγια του, και έλεγε συνέχεια, ο λαός…ο λαός, ώσπου πετάχτηκε η συχωρεμένη η Δέσποινα Γιαννά και λέει: «Ο λαός θέλει μάσα». Μάσα λοιπόν, γιατί αλλιώς ρίχνει μούτζα, όπως λέει το δημώδες λημνιακό άσμα: «Το καλό μας χαρανί / βραζ τον άφκο κι τς φασούλες / σα δε βρασ’ όμως κατσίλα / σεις θα φάτε τς μούτζες ούλες». Τώρα θα πει κάποιος, πού χαρανιά και τσεζβέδες. Τα κουζινικά της Ελληνίδος είναι Ευρωπαϊκά και φιρμάτα. Γι’ αυτό οι…πεινώντες και διψώντες συνέλληνες εκσυγχρόνισαν το άσμα: «Χύτρα μας έναι αεγκέ / έναι φίσλερ κι σιτράμ / όπως γω τ’ βροντολογίζω / διετς θα πάθτε το εκράμ». Υπάρχουν βέβαια και πιο πρωτόγονοι, που ακολουθώντας τα πάτρια ήθη, στεντορείως αναφωνούν: «Χερόλομε κι γότσκα γότσκα / α σε βάλω μες στ’ χαρκότσκα».
Τώρα που οι «ταγοί του έθνους» μείωσαν την «ταγή» στην κομματική μάντρα τους, τα στήθη των αγανακτισμένων «βράζνε σα ντο χαρανί», και λένε στους ταγιστές πολιτικούς «κασίδα στο χαρανί σ’» και «θα σε μπρουμτήσω μες το καζάν’» ή ακόμα χειρότερα "τς βάζνε μπροστά με το τγαν’". Εκτός απ’ τους δικαίως αγανακτισμένους υπάρχουν και πολλοί χθεσινοί ευνοημένοι, που σήκωσαν παντιέρα και εν χορώ τραγουδούν προς τους πολιτικούς: «Ούτε σε καταδέχομαι / για τγαν’ μες στην αυλή μ’ / για να τγανίζω πότκαρους / να τρώγει το κατί μ’». Γιατί, σου λέει, εκεί που είχαμε τα μεγαλεία μας και τα αρχοντιλίκια μας, τώρα «α τγανίζομ ασφαλαγκούδια;» ή «α τγανίζομ με το ζμπάθγειο τ’ αρχίδια μας», ή «α γυρίσομ στς τγανόπτες με το ζάχαρ κι τα σμάνουρα;».
Τώρα που μας βγήκε «καζάν’ το μχάν’μα», και δεν υπάρχει φως από πουθενά, «α τς βράσουμ ουλ’ σ’ ένα καζάν’ κι να πιούμε το ζμι τς». Καλά είναι να «ξεβράσ’ η καζάνα μας», και να μη μπερδεύομ το «ξεκαζάνιαζμα στο λακαριό» απ’ το «ξεκαζάνιαζμα στο αναγκαίο».
Αγαπητοί αναγνώστες συν-καζαντζήδες και καζανοκέφαλοι ευτυχείτε. Στο επόμενο τα «κδούνια».

Κυριακή, 5 Ιουνίου 2011

Η συγκέντρωσ’ στ’ αλάν’ τς Βουλής

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ


Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Ανταπόκριση του συνεργάτη μας Γιώργαρου Πουρπουργιανού από τις συγκεντρώσεις των αγαναχτισμένων στο Σύνταγμα.

Εμένα με πήγε ο γκμπάροζεμ ο Μενέλαγος δεκεί, γιατί δε ξέρω τα κατατόπια. Είχε μια σπτάρα ουλόφωτ κι ένα μογάλο αλάν’ κατό βολές σα τ’ μπλατέα τς Ατσκής. Δεδώ με λεγ’ μαζεύντεν κάθα βραδ ουλ’ γι’ αγαναχτιζμέν’ κι κάμνε αγώνα κι διαμαρτύρντεν. Τι αγώνα τον λέγω γκμπαρέλια, θερίζνε μαθέ κι εχ’ πολλά βρέτσελα κι τς κεντρών.νε και γι’ αυτό διαμαρτύρντεν; Οχ’ με λεγ’ διαμαρτύρντεν γιατί πνούνε κι για τα μέτρα τς τρόικας, τς κυβέρενσγ’ς. Τον λέγω τι γ’ναίκα σκ’λάρα έναι μαθέ τούτεν’ η τρόικα κυβέρεν’σ’, π’ αφήν’ τς αθρώπ νησκοί; Μετά με ξήγ’σεν ότι δε μλούσαν για γ’ναίκα, αλλά για τς κιαχαγιάδες τς Ελλάδας κι τ’ αφεντικά τς, που έναι απ’ τν Ιβρώπ. Ε, και τι κάντεν μαθέ οι αθρώπ στ’ μάντρα κι στ’ αφεντικά π’ τς αφήν.νε ξεν’σκωμέν’. Γιατί δε μπάνε να πιάσνε δλεια αλλού; Με λεγ’, πού να στα ξηγώ καμένε, δεν υπάρχνε κι δλειες, να. Τον λέγω γκμπάρε να συντράμω κι γω μαθέ γιατί ξέρω από φτώχεια, να τς πούμε να έρτνε καμπόσεν’ πα στ’ Τρυγ’ τώρα έχομ τ’ αλώνια, τς αργασές, α τς δώκομ δλεια. Ε, καμένε με λεγ’, δε θέλνε τέτοια δλεια, θέλνε δλεια καθστκή, κι κατά προτίμησ’ διυθυντής. Α, καθστκή δεν έχομ, για διυθυντής, τς κάμνω διυθυντάδες στ’ μάντρα.
Ε, να μη ντα πολυλέμε κιόλα, σε κομάτ αρχινήσαν να έρχεντεν, λεφούσ’, μιλιούνια, τάλιες τάλιες σα σαλιάκ’ π’ κολλούνε. Άντρες γ’ναίκες, παιδέλια, μκροι, μογάλ’, γερ, γριγιές, καλοντμέν’, λέτσαρ, τσίτσαρ, αβράκωτ, σα να έκαμες πατσάλ’ εκατό μυρμηγκιές. Σα μπου λέμε, ο κλεφτ’ς ο φονιάς, κι ο γιος τ’ σκοτωμένου. Είχε κατ γ’ναίκες που θα νείχαν ώσαμε πέντε οκάδες μαλαματκά πα στα χέργια τς, κατ κύριοι με κουστούμια, κατ μσομπνέδες μετά το ζμπάθγειο με σκλαρίκες στ’ αυτιά, κατ σαρανταπεντάρες που το παίζαν το ματ κι ψάχναν, ξερς, για γερό καντάρ, κατ χουντρούλιακ’ να τς σκίσεις με το νυχ’, ε, είχε και καμπόσεν’ κανονικοί αθρώπ. Οι πλιότερ βαστούσαν κατσαρόλες τγάνια, τσεζβεδέλια, μπακράτσα, χαρκότσκες, μαστραπάδες, κι άλλα τέτοια ζγολερκά κι τα βροντούσαν με τς κουτάλες, με βουγίξαν το κεφάλιεμ. Θάμαξα που είχε κι πολλά τσαντήρια, κι λέγω πώς τς αφήν.νε τς ατζγκάν’ μέσα σε τέτοια όμορφ πλατέα μαθέ, να χέζνε κι να μαγαρίζνε, μεις στ’ Λήμνο μια βολά που τσαντηρώσαν μες στο γήπεδο τς Ατσκής, τς ξαποστείλαμ στον αγύρστο. Δεν έναι με λεγ’ ατζγκάν’, αθρώπ έναι.
Ε, ας έναι δα, αρχίν’σε το θέατρο. Σκώναν ουλ’ τα χέργια τς κι ρίχταν μούτζες πα στο σπίτ. Να κι να, κι πάλε να, λέγω παγ’ θα ξεστραμπλίξνε το νώμο τς. Κι να φωνάζνε κλέφτες κι γαδάρ. Λέγω σε έναν, άκσε δωνά πατριώτ, δε ξέρω για τι κλέφτες στχιαιν’ς, αλλά τς γαδάρ να τς αφήκ’ς απόξω, δε σε φταίξαν οι γαδάρ, μαθέ τούτα τα ζωντανά απαξανέκαθε μας βγάζαν παλ’κάρια. Με λεγ’ ο γκμπάροζεμ λένε για τς βουλευτές. Ε, κι ποιος τς ψήφσεν τς βουλευτές; Με λεγ’ ουλ’ τούτεν’ π’ τσιρίζνε. Δε νογούσα γκρι, αλλά δε μίλουμνα, γιατί είμαι κι αγράμματος μαθέ. Μπρε γκμπάρε τον λέγω, δε με φαίντεν για να πνούνε ουλ’ τούτεν’ μαθέ. Οχ’ ότι πνούνε κιόλα, αλλά φωνάζνε για να μην πνάσνε, με λεγ’. Σε κομάτ ώρα, κάμαν μια γιούργια σα ντο σπίτ κι τσατσαρομαχούσαν πιο γερά. Λέγω με το νηγευτό μ’, θα παραπνάσαν, τις ξερ και τι μαγειρεύνε οι ν’κοκύρδες μέσα, κι θα τς χτύπσεν η στιλ’σά στα αρθούνια. Δε μπρολάβαν να πάνε από δωνά μέχερ κεινά, τς μουνταίρεν’ η αστυνομία κι τς έκαμε για το άλας. Σε κομάτ πάλε αρχίσαν να ξεμπουρδαίρνε κατ αυτοκινητάρες μες απ’ τν αυλή τς σπτάρας. Το τσούρμο, που το λέγαν «ου λαός» κι «οι αγαναχτιζμέν’», αρχίν’σεν κι τς σαβούρνταν αυγά και γιαγούρτια, κι από καμιά κοτρώνα. Κι να μούτζες, να φτυσές. Λέγω γκμπάρε ως τα δω, δε νογώ σταλίδα, κάτσε να με ξηγήγ’ς τι τρεχ’. Μαθέ τι έναι τούτος ο καραγκιόζ μπερντές; Με λεγ’ άκσε: Αυτοίν’ που κυβερνούσαν ούλα τα χρόνια παίρναν δάνεια απ’ τν Ιβρώπ, κι τα μοιράζαν σ’ ουλ’ εμάς τς πολίτες. Κάτσε τον λέγω, κι γω πολίτ’ς είμαι κι κανές κιαρατάς δε μ’ έδωκε μετζίτ. Μη με ζγκοφτ’ς με λεγ’. Ε, χώναν κι τ’ δαχτύλα τς στο μελ’, οχ’ μαθέ ότι ούλα τα μοιράζαν κιόλα. Τώρα, δε μας δίν.νε άλλα δάνεια. Αλλά ο κόζμος έμαθε στα χαζίρκα κι θελ’ και τα φραγκούδια, αλλά κι να μη πλερώσ’ τα δάνεια. Να γι’ αυτό φωνάζνε. Πάλε δε γκατάλαβα αλλά γω είμαι κι αγράμματος. Τούτο μόνε κατάλαβα. Ότε δε χειργιάζομέστε δάνεια, φράγκα, φαγιά, δλειες, π’ λένε ουλ’ οι μούτσαρ από δωνά κι από κεινά. Τρελάδκα θέλομ πολλά, να μας χώσνε ουλ’ μέσα να δγιούμε τν υγειά μας.

Σάββατο, 4 Ιουνίου 2011

Γαδάρ και μλάρια

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ


Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Στην πρωτόγνωρη κατάσταση που έχει περιέλθει η χώρα, με τα κυνηγητά και τους προπηλακισμούς των πολιτικών, οι πιο συνηθισμένες λέξεις που εκστομίζονται είναι δύο: Κλέφτες και γαϊδούρια. Θα μου επιτρέψετε να εξετάσω από λημνιακής απόψεως τη δεύτερη λέξη «γαϊδούρια» σε σχέση με την πολιτική κατάσταση, και να απαντήσω σε σχετικά ερωτήματα, επειδή το υπό εξαφάνιση αγαθό τετράποδο, ανέκαθεν ενδημούσε στο νησί μας. Κλέφτες ως γνωστόν… δεν υπήρχαν!!!.

##Γιατί μουτζώνουν τη Βουλή; **Τ’ μπεράσαν για γαδαρόμαντρα.

##Πώς μοιάζει η Ελλάδα σήμερα; **Σα γάδαρος με σέλα.

##Μα να λένε τους βουλευτές, γαϊδούρια; **Ναι, ζγα μη χαλάσ’ η γαδουριά τς.

##Απίστευτη η ανικανότητα των πολιτικών. **Δε νογούνε να ταγίσνε δυο γαδάρ με ένα κοφίν’ άχυρα.

##Μα πώς κυβερνούσαν; Δάνεια, κλεψιές, ψευτιές. **Ξένο γάδαρο καβαλ’κιεύς; Γλήγορα ξεπεζεύς.

##Ο κόσμος ήταν συγκρατημένος μέχρι τώρα. **Έδχνε γαδουρνή πομονή.

##Μόνο οι πολιτικοί φταίνε; Οι υπόλοιποι είμαστε αγγελούδια; **Τώρα που βρήκαμ το γάδαρο ας τον δείρομ και για αύεργιο.

##Τι τους σκάρωσαν όμως τους βουλευτές; **Τς χέσαν το γάδαρο τς.

##Μα να τους κυνηγούνε; **Τς κάμαν να φλήσνε τ’ γαδαριού το γκώλο.

## Η τρόικα τους στρίμωξε πολύ. **Τς κατέβασε απ’ το γάδαρο.

##Τι λένε άραγε οι πολιτικοί όταν τους κυνηγούνε; **Μίλα με τ’ γαδαριού το γκώλο.

##Σε τι κατάσταση βρίσκεται ο κόσμος; **Γαδαροφόρτωμα και γαδαρόπνα.

##Τα προτεινόμενα μέτρα είναι όντως δύσκολα. **Τα τρωγ’ ο γάδαρος κι αγγαρίζ’.

##Μα τι να κάνει η κυβέρνηση; Τη βρήκε αυτή την κατάσταση. **Φταιβ ο γάδαρος και δέρνε τ’ γαδούρα.

##Οι πολιτικοί στη χλίδα, ο κόσμος στην πείνα. **Οι παράδες κάμνε τς γαδάρ αθρώπ.

##Οι πολιτικοί δεν έχουν απαντήσει πώς φτάσαμε στην καταστροφή. **Δε στχαίν.νε, φάγαν γαδαρόγλωσσα.

##Πάντως δεν είναι όλοι οι πολιτικοί ίδιοι. **Υπάρχνε και γαδάρ υπάρχνε και μλάρια.

##Κουβέντα για την πτώχευση. Σα να μας χτύπησε κομήτης εξ…ουρανού. **Ματζουράνα στο ποτήρ’, γάδαρος στο παναθύρ’.

##Οι ίδιοι που κυβερνούνε κυβερνούσαν προχθές, και η αντιπολίτευση κυβερνούσε χθες. **Ο χτεσνός γάδαρος, γάδαρος έναι και σήμερα.

##Η κυβέρνηση κατηγορεί την αντιπολίτευση για τα χάλια της χώρας. **Ο πισνός ο γάδαρος κάμεν’ στο μπροστνό το φρέν’μο.

##Τι λένε αυτοί που προπηλακίζουν τους πολιτικούς; **Τον άθρωπο με τα λόγια, το γάδαρο με το ξύλο.

##Ακούς τους πολιτικούς και λες δεν έχουν χαμπάρι για το τι γίνεται. **Γαδάρ παρλείς, πορδές μαζών’ς.

##Ναι, αλλά και πολλοί που φωνάζουν είναι ευνοημένοι απ’ τα κόμματα. **Αστίμαρτ γαδάρ.

##Οι πολιτικοί λένε πήραν το μάθημα και θα αλλάξουν. **Γάδαρος έναι ο γάδαρος / άμα φορεί και σέλα / γριγιά δεν ομορφίζεται / δε γίνεται κοπέλα.

##Η κυβέρνηση λέει ότι θα συνεχίσει το έργο της. **Άλλα λογαριάζ ο γάδαρος, κι άλλα ο γαδαρολάτς.

##Η κυβέρνηση είναι αποφασισμένη να μας...αναμορφώσει. **Ζορ ζορενά γάδαρε πιε νερό.

##Μα και οι πολιτικοί κοπιάζουν. **Γαδαρούκλικας που πιστατεί ή κλαν’ δε γκουράζεται.

##Οι πολίτες κατά βάθος συμπαθούν τους πολιτικούς. **Το ξερς το πόσο σ’ αγαπώ / και πώς το νου μ’ τον χάνω / κι άμα γεννήσ’ η γαδούρα μας / γκμπάρο γω α σε κάνω.

Αγαπητοί αναγνώστες ευτυχείτε. Γαδαροπομονευτείτε. Κι α γαδαροφωνάξτε, μη μλαρογ’νατώστε.

Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2011

Ο πάγκος και το παγκάρ

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ


Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης κ. Πάγκαλος δήλωσε ότι το ΠΑΣΟΚ είναι σαν τον Ολυμπιακό γιατί έχει δυνατό πάγκο, εννοώντας ότι το κόμμα του έχει πληθώρα ικανών στελεχών. Αυτή η λεκτική ποδοσφαιροποίηση της πολιτικής προκαλεί ρίγη ενθουσιασμού στους ποδοσφαιρόφιλους, εννοείται και στους Λημνιούς, γι’ αυτό θα μου επιτρέψετε να μιλήσω κι εγώ ποδοσφαιρικά, τώρα μάλιστα, που ο Ηρακλής Ατσικής πήρε το πρωτάθλημα Λέσβου.
Οι αντίπαλοι βάζελοι μπορούν να πουν βέβαια «Ολυμπίκ ντε κουρελέ», αλλά για το μόνο που στενοχωριούνται πραγματικά είναι ότι «ακρίβνε η βαζελίν’». Το μυαλό του κ. αντιπροέδρου μπορεί να πήγε στον πάγκο, λόγω της συχνότητας που η κυβέρνηση μας λέει: «Πέρνα από τον πάγκο». Το πέρασμα από τον πάγκο συνειρμικά συνδέεται με την πληρωμή, όμως στα Λημνιακά έχει κι άλλη έννοια όπως λέει το δημώδες άσμα: «Πισ’ απ’ το μπάγκο σ’ έχασα / κι νόμζα π’ καν’ς παζάρια / ώστουπ απάξπα βίγελ’σα / σκωμένα σ’ τα ποδάργια».
Η κυβέρνηση με το αναμορφωτικό πλην σοσιαλιστικό σχέδιο, που έχει εκπονήσει, διατυμπανίζει το «κάθε κατεργάρς στο μπάγκο τ’», αλλά οι θεατές φίλαθλοι βλέπουν την παράγκα, που μαγειρεύονται τα…αποτελέσματα. Οι πιο αδύνατοι φοβούνται ότι «θα τς πάρνε κι τα σωβρακάκια», ενώ οι πιο ισχυροί λένε «θα με καμς τα τρίγια, δυο». Το παιχνίδι ξεκίνησε ως «ματς σούπα», όσο πάει όμως αποκτά ενδιαφέρον και μετετρέπεται σε «ματς τσόντα», με την τρόικα σε ρόλο «διατητή χειρούργου» που «σφαζ με το μπαμπάκ’». Η ομάδα πάντως «δε ντραβά», «η φανέλα βαριά», οι παίχτες «παιχτούδια κι παντά».
Παρ’ όλο που το σύστημα είναι «μπακότερμα» και «ή η μπάλα ή ο παιχτ’ς», η ομάδα «πλει τ’ μπάλα» και «τρωγ’ γκολ απ’ το πούπετα». Ένας καλός παίχτης – υπουργός κανονικά πρέπει να «έναι παιχτούρα» , «να κρυβ τ’ μπάλα», «να τ’ χαδεύ’», «να τ’ γκολλά στο κορδόν’», «να σε παίρεν’ το πορτοφόλ’». Οι παίχτες της κυβερνητικής ομάδας κάνουν μόνο το τελευταίο. Θα μου πείτε «άλλο το παιχτρόν’, άλλο το κλεφτρόν’». Το πρωτάθλημα φαίνεται «μαγ’μούν’», «στμένο», και «τς αλεπούς μασκαράς». Η αντίπαλη ομάδα το πάει κι αυτή «από γιόμα σε γιόμα» κι από «γκέλα σε κουτούπα», με σύστημα «βάλε σφάλτσο, βγαλ αράουτ». Έχει μπερδέψει τις «αλλαξομπαλιές με τς αλλαξοκωλιές». Ο ένας θα «τς περάσ’ ουλ’ απ’ τον πάγκο», ο άλλος θα «ξαφρίσ’ κι το παγκάρ». Μερικοί φανατικοί οπαδοί για να ενισχύσουν φωνάζουν απελπισμένα «έμπαινε Γιούτσο» , αλλά εις μάτην γιατί εδώ ισχύει το «μπέρδεψε το Γιούτσο με τον …τσούτσο».
Ως εκ τούτου έχω αμφιβολίες για το αν το Πασόκ είναι ο Ολυμπιακός ή η Νέα Δημοκρατία ο Παναθηναϊκός, πιο πολύ μου πάει αυτό που λέει το λαϊκό λημνιακό άσμα: «Η Πασόκα εν Κηρνίδα / κι η Νουδούλα εν Σεργίτσ’ / κι αντίς να παίζνε μπάλα / ουλ’μερίς ξύν.νε το μνι τς».
Αγαπητοί αναγνώστες ευτυχείτε. Τώρα ακούω ότι στις πλατείες της χώρας πολλοί…φίλαθλοι διαμαρτύρονται και φωνάζουν μετά συγχωρήσεως: «Μπενάλτ βρε μαλάκα», αλλά αυτοί είναι μάλλον χουλιγκάνοι.