Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2011

Η μνα

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ


Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Μεγάλο ενδιαφέρον προκάλεσε η πρόταση της κ. Παπαρήγα για έξοδο από την ενωμένη Ευρώπη και θέσπιση εθνικού νομίσματος, το οποίο μπορεί να λέγεται δραχμή ή μνα. Η μνα ήταν νόμισμα στην αρχαία Ελλάδα. Ένα τάλαντο ισοδυναμούσε με 60 μνες, 1 μνα με 100 δραχμές, 1 δραχμή με 6 οβολούς και 1 οβολός με 8 χαλκούς. Μία αττική μνα της κλασικής εποχής ζύγιζε περίπου…μισό σημερινό κιλό. Το ενδεχόμενο επαναφοράς της μνας έγινε δεκτό με ενθουσιασμό από τους Λημνιούς και λόγω ευρέως φιλομπολσεβικισμού – μπολσοβίκαρ κι κομμούναρ βουργαροκέφαλ’ – και λόγω συγγένειας προς την αρχαία Ελλάδα, αφού ως γνωστόν η Λήμνος υπήρξε κληρουχία των Αθηναίων στην αρχαιότητα, αλλά και λόγω συνήχησης προς την «άσεμνη λέξη» μνι, ονομασία στα λημνιακά του αιδοίου. Επιπλέον η προσδοκία μεγαλύτερων οικονομικών οφελών δεν αφήνει αδιάφορους τους Λημνιούς, οι οποίοι από αρχαιοτάτων χρόνων αγαπούν ιδιαιτέρως το…λιλί «τζιγγινέδες τ’ κιαρατά, ζγιάζνε πεπέρ», αλλά και το αιδοίον, εξ’ ου και οι προσδιορισμοί μνας, μνούδγιας, μνέργιας, μνέλος, μνούχαβλος, μνοφάς, κλπ. Άλλοι πάλι θεωρούν ότι έτσι που κατάντησε το νόμισμα στην Ελλάδα, το πιο ταιριαστό του όνομα είναι η μνα, «γίν’κε σα μνα από Δευτέρας». Άλλοι πάλι φοβούνται ότι όπως κατήντησε το ευρώ θα καταντήσει και η μνα και θα λέμε «παλιά ήνταν μνάρα, τώρα γίν’κε μνουδ» ή «έχω να δγιω μνα απ’ τα βαφτίσα μ’», ή «πολλές μνες τρογύρω μας, στ’ μπου-ζνάρα μας καμιά».
Όμως οι θιασώτες της επαναφοράς είναι σίγουροι για το κέρδος και στεντορείως τραγουδούν: «Αχελώνα στο μπαγίρ / πιασ’ τη μνα σ’ να δγεις χαγίρ». Θεωρούν ότι σε ένα κόσμο αβεβαιότητας η μνα προσφέρει ασφάλεια, όπως λέει και το αρχαίο λημνιακό άσμα: «Κρύγιο κι αγέρα δε μπορώ / γη μορφομνά σ’ εγώ θαρρώ / θα νεχ’ απανωμδέλα / έχω ένα φόβο να στον πω / νάρτω να μπω γή να μην μπω / θέλω να ζντήξεις έλα». Έχουν δε μεγάλη συγκίνηση και πατριωτική έξαρση: «Αχούμπας που με τζίμπησε / και πόνεσε η καρδγιά μ’ / σαν είδα τη μναρδέλα σ’ / ν’ ανοίγεται μπροστά μ’». Πιστεύουν πως τώρα είναι η ευκαιρία που δεν πρέπει να χαθεί, γιατί αυτά τα θέματα δεν είναι να τα αναβάλλεις. «Τώρα που η μνα εχ’ βραζμό / θελ’ γλήγορα γεμάτ’ζμα / γιατί θε να απολοργιάν’ / θα κρυγιώσ’ και θα ξερχάν’». Άσε που η έξοδος απ’ το ευρώ μάλλον είναι βέβαιη και η είσοδος στη μνα αναπόφευκτη: «Ποδάργια μ’ πορπατείτε / κωλέργια μ’ τρέμετε / και μνα μ’ καμαρωμέν’ / η ώρα σ’ έρχεται».
Υπάρχουν ωστόσο διιστάμενες απόψεις. Άλλοι λένε πως πρέπει να αναλάβουμε τις ευθύνες μας, να πληρώσουμε ότι χρωστούμε και να αφήσουμε κατά μέρος την οκνηρία και να μην το πάμε όπως το λαϊκό άσμα: «Τς ακνιαρούς η μπελονιά / τρεις πθαμούκλες τη βολά / τρεις πθαμούκλες κι γη μνα /
θελ’ ζοβγάρζμα με δυο νια».
Ιδιαίτερο σκεπτικισμό προκαλεί το ότι η πρόταση προέρχεται από τους πάλαι ποτέ φιλοσοβιετικούς κομμουνιστές, άρα βάλε με το νου σου τι σκοπό έχουν: «Όποιος ρωτά κι για τη μνα / πώς έναι η φορεσά τς / γύρω τρογύρω γούνωμα / κιν’κάτ έναι η καρδιά τς».
Όμως και οι εθνικιστές είναι υπέρ της μνας τη μία ημέρα, άσχετα αν την άλλη είναι κατά. «Απάνου στη γαλάζα μνα / ένα σταυρό α βάλουμ / βόγ’θγεια που Θο κι αγιουφόρ / κι κουμμάτ απ’ τς κουκλουφόρ». Οι της συντηρητικής παράταξης δεν παίρνουν σαφή θέση αναμένοντας τις εξελίξεις στα σίγουρα: «Πέσε πίτα να σε πιάσω / κι συ μνα μ’ να σε ξεσάσω». Οι σοσιαλιστές είναι αταλάντευτοι υπέρ του ευρώ, θεωρώντας ότι η επαναφορά της μνας είναι άκρως επικίνδυνη: «Η μνα σ’ εν σα γκατσνόποδας / κι ως τ’ βάζω μες στη βλη μ’ / κεντρώνεται και ξπάζεται / κι κόβεται η χολή μ’».
Τέλος πάντων, οι Έλληνες έχουν μεγάλο πόνο τελευταία και δεν γνωρίζουν τι να κάνουν: «Τι να καμω αχ μανά μ’ / που με πόνεσε η μνα μ’». Έχουν μπεζερίσει από τις συνεχείς υποδείξεις και οδηγίες και θα ξεσπαθώσουν καμιά μέρα στέλνοντας στο διάλο το ευρώ, υιοθετώντας τη μνα: «Καθογ’δγιά κι καθογίδγιο / κι τν επαύριγιο το ίδιο / δε βαστώ αλλ’ ορμηνειά / φέρτε γλήγορα τη μνα». Όμως και οι δανειστές έχουν τα δίκια τους και θέλουν κι αυτοί κάποια ανταλλάγματα: «Σα μ’ αγαπάς και με πονάς / σήκω ντ μποδιά σ’ να δγιω τη μνα σ’». Σε κάθε περίπτωση πάντως, από μόνη της η μνα δε θα μας σώσει αν συνεχίσουμε τις αθλιότητες που κάναμε έως τώρα, πιστεύοντας ότι εμείς θα…αεριζόμαστε και οι άλλοι θα εργάζονται και θα μας σώζουν, συμφώνως προς το αρχαϊκό λαϊκό άσμα: «Κλαν’ η μνα το Σάββατο / με το μεροκάματο / τς άλλες μέρες τζάμπα δλευ’ / και τς κλανίδες ούλες τς φλευ’ / κώλος έναι βουβαμένος / στο σελτέ αναπαμένος».
Αγαπητοί αναγνώστες ευτυχείτε. Αν δεν τη βγάλουμε καθαρή με το ευρώ, έχουμε εναλλακτική λύση τη μνα, που από καταβολής κόσμου είχε τεράστια δύναμη, εξ ου και το: «Η μνα σέρεν’ καράβ». Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει: «Ανάγκ’ που τν εχ’ η Μαριγιά / σα τ’ νεχ’ τη μνα τς καρμαυριγιά». Ξαναευτυχείτε.

Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2011

Του ιφέδρου κι του μουνίμου

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ


Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας


Τον τελευταίο καιρό ακούμε για την «εργασιακή εφεδρεία» στο δημόσιο, στα πλαίσια μείωσης των κρατικών δαπανών, που σημαίνει την απόλυση αριθμού δημοσίων υπαλλήλων, αφού τους αποζημιώσουν για ένα έτος με κάποιο ποσόν. Προχθές άκουσα στην τηλεόραση να αποκαλούν «εφέδρους», τους προς απόλυση υπαλλήλους. Μπήκα στον κόπο να ψάξω λίγο τα ετυμολογικά αυτών των λέξεων και επιτρέψτε μου μια μικρή ανάλυση από λημνιακής και πολιτικής σκοπιάς. Έφεδρος, από τις λέξεις επί + έδρα. Αυτός που βρίσκεται σε αναμονή για να κληθεί σε περίπτωση επιστράτευσης, αυτός που αντικαθιστά κάποιον, αυτός που δεν βρίσκεται στην πρώτη γραμμή δράσης. Έδρα μπορεί να είναι το βάθρο, η βάση κάποιου, το γήπεδο μιας ομάδας, το αξίωμα όπως του βουλευτή του καθηγητή, κλπ. Σημαίνει όμως και τον πρωκτό, κοινώς κώλο.
Οι πολιτικοί μας ως καλοί άνθρωποι, γέμισαν το δημόσιο στα πλαίσια ευσπλαχνίας, με δικούς τους ανθρώπους, πέραν κάθε αξιοκρατίας, κατά το λημνιακόν «κουμματικοί κουπρόσκ’λαρ». Αυτοί οι επί-εδροι - έφεδροι δεν κάθισαν ωστόσο στον δικό μας κώλο, αλλά στο δικό τους. Η τρόικα θεωρεί ότι κάθισαν στο σβέρκο των υπολοίπων και διαμηνύει στους πολιτικούς «να κόψνε το ζβέρκο τς κι να τς διώξνε» αλλιώς οι τροϊκάνοι «θα τς κόψνε το γκώλο», συγνώμην, την έδρα ήθελα να πω. Η εργασιακή έδρα που κατείχαν οι υπάλληλοι μάλλον τους ήρθε φτηνά, γιατί ενώ «έδιναν και κώλο» για να την πάρουν, τελικά έδωσαν μόνο τη ψήφο τους. Στους πολιτικούς ήρθε τζάμπα, γιατί τα ρουσφέτια τα έκαναν με «δαν’κά κι ως φαίνεται αγύρστα». Κι ενώ τώρα οι άμοιροι υπάλληλοι μένουν άνεργοι και τσιτσιρίζονται, των πολιτικών η…έδρα δεν ιδρώνει και πολύ, αφού ισχύει το γνωστόν λημνιακόν «εκατό ξλιες σε ξένο κώλο». Κανονικά τώρα τους απολυόμενους πρέπει να τους λένε ύφεδρους και όχι έφεδρους, γιατί ενώ μέχρι τώρα ήταν επί του κώλου, ξαφνικά τοποθετήθηκαν υπό τον κώλο, τουτέστιν μέσα στα σκατά, έγιναν δε από ευνοημένοι, «υπάλληλοι του κώλου». Μπορούμε να πούμε ότι η βουλευτική έδρα – κώλος, στηριζόταν από τις έδρες – κώλους των ψηφοφόρων, δια να επαληθευθεί το λημνιακό ρητό «κώλο δίνω, κώλο διν’ς / συ κερνάς μα κι συ πιν’ς».
Άλλη αρχαία έννοια του εφεδρεύω είναι το επωάζω, δηλαδή κλωσσώ τα αυγά. Αυτό ταιριάζει και με τη σημερινή κατάσταση, αφού πολλοί από τους εφεδρεύοντες κλωσσούσαν τα αυγά τους, δηλαδή τους όρχεις τους. Ένα αρχαίο παιδικό παιχνίδι ήταν ο εφεδρισμός, κατά το οποίο ένα παιδί σημάδευε με πέτρα, μια άλλη πέτρα σε απόσταση κι αν δεν την πετύχαινε, φόρτωνε το παιδί που την πέτυχε στα νώτα του, στην έδρα του δηλαδή και το πήγαινε καβαλέρα από τη θέση βολής στη θέση του στόχου. Η πολιτική όπως ασκείται μοιάζει με τον παιδικό εφεδρισμό, με μια διαφορά, ο αστοχών πολιτικός δε φορτώνεται τον συμπαίχτη. Αυτό βέβαια μπορεί να αλλάξει ανά πάσα ώρα και στιγμή, γιατί κατά μία διαβολική σύμπτωση η λέξη έδρα, π.χ. βουλευτική έδρα, έχει την ίδια ρίζα με τη λέξη εδώλιο, π.χ. εδώλιο του κατηγορουμένου και η λέξη καθέδρα την ίδια ρίζα με τη λέξη έδαφος.
Στη γυμναστική θυμάμαι την εδραία θέση (ο γυμναζόμενος καθιστός, με το σώμα σε ορθία γωνία). Αυτή η εδραία θέση, η σταθερή, η ακλόνητη, στις μέρες μας τείνει να μετατραπεί σε γονατοαγκωνιαία, ή λημνιαστί τουρλοκωλιαστή, μακριγιά πο μας.
Κατά το λεξικό του Σουΐδα, ο Θουκυδίδης αποκαλούσε τον κώλο «μονήν». «Έδραν. Την μονήν είρηκεν Θουκυδίδης, καλούσιν και το μέρος του σώματος, ως ημείς έδραν».
Αυτό βρίσκει πλήρη αντιστοιχία στις μέρες μας: «Το μαναστήρ νάναι καλά, ειδεμή από καλογέρ…». Ταυτόσημο είναι και το του γνωστού ανεκδότου: «Κωλ’ υπάρχνε, φράγκα δεν υπάρχνε». Σοβαρά τώρα. Αγαπητοί φίλοι που δεν σας έλαχε ο κλήρος της…εφεδρείας, συμπονέστε τους φουκαράδες, που θα μείνουν άνεργοι. Μια θέση δουλειάς τη δικαιούται ο κάθε άνθρωπος. Άφήστε που μπορεί να ίσχύσει για τον οποιοδήποτε το παρακάτω λημνιό ρητό: «άμα καίγεται ο κώλος τ’ γείτονα, μπάντεχε κι το θκο σ΄».
Και μια ιστοριούλα για το τέλος. Αμέσως μετά τη γερμανική κατοχή, στην Καρδίτσα παρήλαυνε ο εφεδρικός ΕΛΑΣ. Ένας που παρακολουθούσε την παρέλαση χειροκροτούσε και φώναζε στεντορείως, «ζήτου του ιφέδρου, ζήτου του ιφέδρου». Μια γυναίκα προφανώς πλακατζού, του είπε: «μπρε γκμπάρε, οχ’ ζήτου μόνε του ιφέδρου, ζήτου κι μουνίμου του μαύρου». Ευτυχείτε και μόνιμοι και έφεδροι.

Τρίτη, 11 Οκτωβρίου 2011

Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΑΠΟ ΙΑΤΡΙΚΗΣ ΑΠΟΨΕΩΣ

Ρετσινολαδιές μπροστά από τα επείγοντα του νοσοκομείου Λήμνου


ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ


Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Σήμερα θα κάνω το χατήρι του κυρίου Κώστα, που δε θέλει να γράφω αυτά τα αρσίζικα και βωμολοχικά, αλλά θέματα ηθικής, πατριωτικής, ή ιατρικής φύσεως. Αρχίζω λοιπόν με ένα ιατρικό θέμα, κόβοντας τώρα το τριάντα τοις εκατό των βρωμόλογων, όπως γίνεται στους μισθούς, θα φτάσω δε σε μηδενικά βωμολοχικά όταν το έλλειμμα του προϋπολογισμού μηδενιστεί. Την αφορμή μου έδωσαν κάτι φυτά που είναι φυτεμένα στα παρτέρια, που βρίσκονται μπροστά από τα επείγοντα του νοσοκομείου Λήμνου. Είναι τεράστια, πάνω από δυόμισυ μέτρα το καθένα, όμορφα, που προϊόντος του χρόνου παίρνουν μια κοκκινωπή απόχρωση, κάνουν δε σπόρους σαν πετραδέλες με στίγματα επάνω. Όποιον κι αν ρώτησα στη Μύρινα, δεν γνώριζε το όνομα του φυτού. Έψαξα λοιπόν στο διαδίκτυο και βρήκα ότι το φυτό λέγεται ρίκινος ο κοινός, ή κρότων, κοινώς ρετσινολαδιά. Από επιτόπια λαογραφική έρευνα στα ορεινά προάστεια, Σαρδές και Κάσπακα, έμαθα ότι το φυτό στη Λήμνο το λένε κολοκοκκιά, χεζόδεντρο, τσλάρα, ή σκατοβρωμούσα. Από τους σπόρους αυτού του φυτού βγαίνει το ρετσινόλαδο, το γνωστό καθαρτικό με την αηδιαστική γεύση. Κι εγώ ο αδαής που νόμιζα ότι το ρετσινόλαδο βγαίνει από το ρετσίνι.
Μια σειρά συνειρμών και συσχετίσεων γεννήθηκαν μέσα στο λημνιακό ξεροκέφαλό μου, που θα μοιραστώ μαζί σας, βοηθώντας ταυτόχρονα και στην αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης. Σκέφτηκα ότι μπορούν να ποτίζουν με το αφέψημα των σπόρων του φυτού τους ασθενείς, που έχουν δυσκοιλιότητα, γλυτώνοντας τα φάρμακα. Αν επεκτείνουν τη χρήση του σε όλους τους ασθενείς, το κέρδος θα είναι μεγαλύτερο, αφού αυτοί που είναι ρέζιγοι θα ξεμποστανίσουν και το κράτος θα γλυτώσει του κόσμου τις συντάξεις. Αφήνοντας οι γέροι τις περιουσίες τους στους συγγενείς τους, θα κινηθεί η οικονομία. Έτσι όταν οι ασθενείς θα βνιάζνε, ποτσκαλιάζνε, ξεκαζανιάζνε και τσλαρίζνε αρειμανίως, ικανοποιούνται και οι δύο σχολές οικονομικής θεωρίας, και της κυβέρνησης για περιορισμό των δαπανών και της αντιπολίτευσης για ανάπτυξη. Υπάρχουν βέβαια και μικρά μειονεκτήματα για την κυβέρνηση, αφού όπως λέει και η λημνιακή θυμοσοφία «άρχτο σκατό, ακόμα φαγί λογαριάζεται» και «μη χεγ’ς, να μη πναγ’ς», ή για την αξιωματική αντιπολίτευση, αφού «άμα σ’ ερτ να τάξεις, φάγε καλύτερα ένα σκατό», ή για την αριστερή αντιπολίτευση, αφού «όποιος μόνε μλα, ή μόνε χεζ, δε γκουράζεται» ή για την ακροδεξιά αντιπολίτευση, αφού «πότε τα λέγω σκατά, πότε μελεμενιά».
Οι παλιότεροι θα θυμούνται ότι το Σεπτέμβριο που τέλειωναν οι αγροτικές δουλειές η οικογένεια ακολουθούσε απαρεγκλίτως μια ομαδική κούρα με το πότισμα μισού μπουκαλιού ρετσινόλαδου, στον καθένα. Μόνο η μητέρα δεν έπινε εκείνη τη μέρα, για να προσέχει τα υπόλοιπα μέλη, που μισολιπόθυμα από το ατελείωτο τσιλιαρτό κείτονταν στο πάτωμα. Η μητέρα έβραζε ένα πετναρούδ και πότιζε το ζουμί σε όλους, μην πάνε…αδιάβαστοι. Ακολουθούσε από την επαύριο μια δεκαήμερη κούρα με λήψη κινίνου για να δέσει το πράγμα. Αυτό γινόταν για να μη μας «τναξ ο ρίγος», δηλαδή ο πυρετός, η ελονοσία. Μετά είμαστε γεροί σαν τον κρόμδαρο. Προτείνω λοιπόν να εφαρμοσθεί αυτό το ρέμεντι σε όλο τον πληθυσμό, κι αν ξαναπατήσει κάποιος στο νοσοκομείο να μου τρυπήσετε τη μύτη. Έτσι τα περίφημα δυσβάστακτα κονδύλια για την υγεία, σχεδόν θα μηδενιστούν.
Η φύτευση της ρετσινολαδιάς μπορεί να είναι υλοποίηση πολιτικού σχεδιασμού, με τη σκέψη ότι μπαίνοντας ο ασθενής στο νοσοκομείο και αντικρύζοντας το φυτό θα σκεφθεί «το χέσμο με τ’ γκαλημέρα» ή «σκατένια υγεία να μπαντέχω» ή «θα με κάμνε να μ’ ερτ τσίλα». Η ρετσινολαδιά θα μπορούσε να είναι πηγή μηνυμάτων από όλα τα πρόσωπα της πολιτικής επικαιρότητας. Από τον συμπαθέστατο πρωθυπουργό «πήρτε τα καλά μ’, φάτε και τα σκατά μ’», του πληθωρικότατου κ. Βενιζέλου «θα σας κάμω να σας παγ’ χαρντάλ’», του πρακτικού στη θεωρία κ. Σαμαρά «τα θκα μ’ τα σκατά μυρίζνε κανέλλα», των επαναστατικών κας Παπαρήγα και κ. Τσίπρα «να γίν.νε ούλα σκατά», και του δυναμικού κ. Καρατζαφέρη «τουλάστο δε νεχ’ ραβδί και πάγο όπως επί Μεταξά». Επίσης από τους «εργαζομένους» στο νοσοκομείο, που αποτελούν περίπου το μισό πληθυσμό της Λήμνου «καλύτερα δεκεί που κλάν.νε κι χέζνε, παρά δεκεί που χτίζνε κι δλεύνε».
Αγαπητοί αναγνώστες ευτυχείτε. Αν είστε από αυτούς που λένε «ούλο γω χέζω μες στο μπόντλα;» ευσεβάστως σας απαντώ «ένας κοβνός σκατά δε γίνεται άμα δε χέσνε ουλ’, μα άλλος κομματούδ, μα άλλος πλιότερο». Πάρτε το, πιο χαλαρά. Εξ άλλου η πτώχευση από ιατρικής απόψεως μπορεί άνετα να θεωρηθεί ως …ανταλλαγή οργάνων: «Μεις χρωστούμε τα άντερά μας και κειν’ θα πάρνε τ’ αρχίδια μας». Ξαναευτυχείτε.



Ρετσινολαδιές