Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2012

Πέρα από το νησί

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

Ρούλας Σαμαϊλίδου: Πέρα από το νησί

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας
         
          Το μυθιστόρημα της Ρούλας Σαμαϊλίδου «Πέρα από το νησί», εκδόσεις «Μιχάλη Σιδέρη», πραγματεύεται τη ζωή μιας οικογένειας, που μεταναστεύει στις αρχές του εικοστού αιώνα, από ένα ελληνικό νησί, για την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Ο αναγνώστης καταλαβαίνει ότι το νησί είναι η Λήμνος, παρόλο που αυτό δεν κατονομάζεται. Η συγγραφέας ακολουθεί ή μάλλον παρακολουθεί τη ζωή του αρχικού ζευγαριού του Αντώνη και της Δέσποινας και των απογόνων τους, εστιάζει όμως το μεγεθυντικό φακό της σε ένα μέλος της τρίτης γενιάς, τη Στέλλα, μετατρέποντάς την σε κεντρική ηρωίδα. Η Στέλα δεν είναι απόγονος εξ αίματος της οικογένειας. Γεννημένη στα χρόνια της γερμανικής κατοχής, μέσα σε μια πολυμελή κατεστραμμένη οικογένεια, ορφανή, υιοθετείται από τη Φωτεινή, κόρη του αρχικού ζευγαριού, και τον άντρα της το Γιώργο, που ήταν άτεκνοι, και γίνεται το μοσχαναθρεμένο παιδί των πλουσίων αυτών Αλεξανδρινών εκ Λήμνου. Η ζωή της και μαζί η ζωή όλου του οικογενειακού περίγυρου, μέσα στα ταραγμένα χρόνια των μεγάλων ιστορικών ανακατατάξεων, που έζησε η ανθρωπότητα, παρουσιάζει ένα πλήθος βίαιων ανατροπών οικογενειακών, οικονομικών και ψυχολογικών, που τη στροβιλίζουν σαν φτερό στον άνεμο.
            Η εξέλιξη του μύθου διαδραματίζεται όχι μόνο στην Αλεξάνδρεια, αλλά και στο νησί των προγόνων, και στο Λονδίνο και τέλος στην Αθήνα, όπου τελικά κατασταλάζουν τα υπολείμματα της άλλοτε ετυχισμένης και κραταιάς οικογένειας. Σελίδες οικονομικής άνθησης, μεγάλης ζωής, υπερηφάνειας, σφοδρού έρωτα,  απόλυτης ευτυχίας για ένα θνητό, εναλλάσσονται με σελίδες οικογενειακής  καταστροφής, ήττας, αισθηματικής προδοσίας και ταπεινής συμπεριφοράς, ψυχικής ασθένειας, ταπείνωσης, και ξεπεσμού. Από την αποθέωση στην πυρά. Όπως στην αρχαία τραγωδία. Η πρωταγωνίστρια βιώνει το μαρτύριο του Σισύφου, της διαρκούς μετάπτωσης από την ψυχική ευφορία στο ψυχικό βραχνά. Για χρόνια θεωρεί ότι διέπραξε ανόσια πράξη. Για χρόνια ολόκληρα μετατρέπεται σε ένα φάντασμα του παρελθόντος, κρύβεται από την κοινωνία, προσπαθεί να ξορκίσει τον παλαιό εαυτό της και τον κόσμο που τον περιέβαλλε, τελεί τα της βιωτής της εν σιωπή, θεωρώντας ότι κάτι που δεν μιλιέται δεν υπάρχει κιόλας.  Όμως το «άφατον» δεν μπορεί να παραμείνει επ’ άπειρον. Σιγά – σιγά η ψυχή μοιράζει τον πόνο της και επανέρχεται στα ανθρώπινα. Η συγγραφέας με απίστευτη μαστοριά, συμπυκνώνει το κλάμα της Στέλλας σε καθαρτήριο κλάμα όλων των αναγνωστών. Και επιφέρει την κάθαρση σε μια τραγωδία, που φαινόταν χωρίς τέλος.
Η συγγραφέας γνώστις του λόγου και της αφήγησης, ξετυλίγει μεθοδικά, με την υπομονή και την ευχέρεια έμπειρου τεχνίτη, ένα έπος, που είναι μαζί και ιστορικό και ανθρωπολογικό χρονικό. Η κοσμοπολίτικη και πολυπολιτισμική Αλεξάνδρεια, η μεγαλοαστική ζωή των ελληνικών και ευρωπαϊκών οικογενειών της, οι ανθούσες επιχειρήσεις τους, οι βαμβακοκαλλιέργειες, οι χρηματιστηριακές τους ενασχολήσεις, τα πλούσια σπίτια, η πνευματική καλλιέργεια και η γλωσσομάθεια, οι πίνακες ζωγραφικής, τα πιάνα, τα χαλιά, τα χρυσαφικά τους, οι τουαλέτες των γυναικών, τα ακριβά πούρα και ποτά, τα κοστούμια και τα χρυσά ρολόγια με την αλυσσιδίτσα των αντρών, τα μπαστούνια τους και τα καπέλα τους, τα πανάκριβα διακοσμητικά, οι πανάκριβες λάμπες, οι οικογενειακές και κοσμικές συγκεντρώσεις, οι υπηρέτριες, οι βοηθοί, οι νταντάδες, ή απ’ την άλλη οι φτωχογειτονιές των ντόπιων, τα βρωμόνερα στους δρόμους, τα ρακένδυτα αραπάκια, η φτώχεια, η απόλυτη ανέχεια, η εξαθλίωση, περιγράφονται με τόση λεπτομέρεια και ακρίβεια που μόνο ένας άνθρωπος που είχε ζήσει για όλη του τη ζωή εκείνα τα χρόνια, θα μπορούσε ενδεχομένως να περιγράψει.
Πώς μπορεί κάποιος που δεν έζησε εκείνη την εποχή, να ψυχογραφήσει ένα Γάλλο ή ένα Ιταλό της Αλεξάνδρειας, ή πολύ περισσότερο μια μαύρη νταντά, ή ένα Αιγύπτιο μεροκαματιάρη, να εισδύσει ως τα ενδότερα υποστασιακά βάθη της ψυχής τους, να μας αποκαλύψει τις σκέψεις του και τα συναισθήματά του; Ή πώς μπορεί να ξέρει επακριβώς τις συνοικίες, τα κτίρια, τα ονόματα δρόμων, πού είναι το τάδε θέατρο, ή το δείνα ζαχαροπλαστείο, όπου σύχναζαν οι άνθρωποι του λεγόμενου καλού κόσμου; Πώς μπορεί κάποιος που δεν έζησε στο Λονδίνο, να το περιγράφει σαν γηγενής Λονδρέζος;  Αλλά και για την αναπαράσταση της παλιάς Λήμνου, πώς μπορεί κάποιος, που δεν είχε εμπειρίες αγροτικής ζωής, όπως η συγγραφέας, να γνωρίζει τόσες λεπτομέρειες για τις καλλιέργειες, για την ζωή των φτωχών γεωργών και κτηνοτρόφων, για τις συνήθειες μέσα στα σπίτια τους ή για το τι κουβεντιάζουν οι γυναίκες στη ρούγα, για το τι πίνουν ή με τι ασχολούνται οι άντρες στα παλιά εκείνα καφενεία, πώς μπορείς να κάνεις μια συγκεκριμένη κίνηση με το σχοινί για να γεμίσει ένας κουβάς όταν αντλείς νερό απ’ το πηγάδι, ή πώς ιππεύει ένας άντρας ένα  γαϊδουράκι καθήμενος στο σαμάρι, «γυνακεία»; Κι όμως η Σαμαϊλίδου μπόρεσε.
Το ιστορικό και κοινωνικό φόντο ανάγλυφο, παραπέμπει σε ιστορικό ντοκυμαντέρ. Η Αίγυπτος του Φαρούκ, η Αίγυπτος του Νάσερ, οι ημέρες του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου στην Αλεξάνδρεια, η επίθεση του Ρόμελ, η Αθήνα του εμφυλίου, η προπολεμική Λήμνος, η μεταπολεμική Αθήνα.
Το σημείο όμως που κατά τη γνώμη μου το βιβλίο απογειώνεται, είναι όταν η ηρωίδα επισκέπτεται το εγκαταλελειμμένο σπίτι στο νησί για να το πουλήσει, λόγω μιας ακόμα οικονομικής καταστροφής. Η θλίψη και καταχνιά που κατακλύζουν την ύπαρξή της, το ψυχρό ξενοδοχείο, η νυχτερινή κρύφια επίσκεψή της στα πατρογονικά, οι περιγραφές της εγκατάλειψης, της ερήμωσης, τα ημιερειπωμένα κτίρια, τα σκονισμένα έπιπλα, οι φουσκωμένοι από την υγρασία τοίχοι, τα σκουριασμένα κάγκελα, τα φυτρωμένα αγριόχορτα, τα κιτρινισμένα γράμματα, οι ξεθωριασμένες παλιές φωτογραφίες με τις στιγμές της παλιάς ευτυχισμένης ζωής, η κουνιστή πολυθρόνα της μητέρας της, το ενσυνείδητο σβήσιμο του παρελθόντος με το κάψιμο όλων των φωτογραφιών, θυμίζουν κινηματογραφική ταινία του Φελίνι, του Αγγελόπουλου, ή του Μπέργκμαν. Το τραγουδάκι – μότο της Στέλλας «Κάνει κρύο κάνει τσίφι, για το δόλιο το κοτσύφι» σε παραπέμπει στο «Μελισσοκόμο» του Αγγελόπουλου, που ψιθύριζε τραγουδιστά «Ανέβηκα στην πιπεριά να κόψω ένα πιπέρι και το πιπέρι έσπασε και μούκοψε το χέρι». Το βιβλίο είναι συναρπαστικό, ευφάνταστο, πολυεπίπεδο, με δυνατότητα πολλαπλών αναγνώσεων και ερμηνειών,  από διάφορα οπτικά πρίσματα και σημασιολογικές γωνίες. Οι σκηνές στημένες με οξυδέρκεια, πάντα παραστατικές. Η πλοκή πλούσια, η γλώσσα ρέουσα.  Οι περιγραφές θυμίζουν τις καλύτερες στιγμές της ελληνικής μυθιστορηματογραφίας. Οι λεπτομέρειες μυριάδες και κινηματογραφικές. Η Σαμαϊλίδου ασχολείται με τα μεγάλα ζητήματα της ανθρώπινης ύπαρξης, αλλά ευλαβείται και το θεό των μικρών πραγμάτων.  Μου θυμίζει τον «Ανθρωπο χωρίς ιδιότητες» του μεγάλου μυθιστοριογράφου Ρόμπερτ Μούζιλ, ο οποίος κατά τη φράση του Κούντερα, «έφερε σε πρώτο πλάνο, τα πράγματα που είναι στο δεύτερο πλάνο, αυτά δηλαδή που είναι στην υπηρεσία του λεγόμενου ουσιώδους, θεωρώντας ότι όλα είναι ουσιώδη, επειδή όλα είναι στοχασμός».
Πάνω απ’ όλα όμως, το βιβλίο της Σαμαϊλίδου είναι ένα συνεχές φροντιστήριο πάνω στο κυριότερο δίδαγμα που κάποιος μπορεί να πάρει από την περιπέτεια της ζωής, για το πώς δηλαδή τα πράγματα μπορούν να έλθουν «τα πάνω – κάτω». Αυτός ο κυκλικός χαρακτήρας των φάσεων του ανθρωπίνου βίου, από την απόλυτη ευρωστία έως την απόλυτη εκμηδένιση συμφιλιώνει τον άνθρωπο με την αβεβαιότητα και την προσωρινότητα και παράλληλα τον διδάσκει να ζει την πάσα στιγμή με περισσότερη καρτερικότητα. Η σωτηρία συχνά πιάνεται από μια μικρή ρωγμή στη συνεχιζόμενη καταστροφή. Αυτή τη μικρή ρωγμή, που μπορούν να τη δουν άτομα προικισμένα, την είδε η Σαμαϊλίδου. Και μας έδειξε με τρόπο γλαφυρό ότι η ανθρώπινη ιστορία, η οδυνηρή περιπέτεια του ανθρώπου δια μέσου των αιώνων, επαναλαμβάνεται. Μας ξαναθύμισε τη μυστική πολιτογράφηση του καθενός μας στη μία και αδιαίρετη κοινωνία του ανθρώπινου γένους, μας ξαναθύμισε ότι όλοι είμαστε συμπαίκτες στα πάσης φύσεως παίγνια της ζωής. Οι ήρωες της Σαμαϊλίδου είναι φτιαγμένοι όπως κι όλοι εμείς από πηλό, από χώμα, όπως οι πρωτόπλαστοι, κατ’ εικόνα και ομοίωσή μας, όποια επίστρωση χρυσόσκονης κι αν έχουν πάνω τους, όποια προσπάθεια απόκρυψης της χωμάτινης φύσης τους και εξορκισμού της γεηρής  ύπαρξής τους, κι αν κάνουν. Διωγμένοι κι αυτοί απ’ τον παράδεισό τους, με μια βαλίτσα μόνο σαν της Στέλλας, με ελάχιστα πράγματα μέσα. Έχοντας όμως μέσα στις φτωχές αποσκευές τους, μέσα στη βαλίτσα του ταξιδιού, ένα δώρο ανεκτίμητο, το δώρο που έδωσε ο Προμηθέας σε όλους τους ανθρώπους, τις «τυφλές ελπίδες». Αυτές που δεν μας αφήνουν να δούμε το θάνατο και το τέλος και να καταρρεύσουμε, αυτές που δεν μας αφήνουν να  αποδεχτούμε καμιά μίζερη μοίρα αμαχητί, αλλά που μας παρακινούν να συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε.
Τη Ρούλα Σαμαϊλίδου την ξέρω από παιδί, από το Γυμνάσιο Λήμνου, όπου είμαστε συμμαθητές. Ήταν ένα κοριτσάκι αδύνατο και τσαχπίνικο, που όλο γελούσε. Ήτανε, λέγανε οι συμμαθητές, ορφανό από πατέρα. Η παιδική εγωπάθειά μου δεν με άφησε τότε να ενδιαφερθώ και να μάθω περισσότερα. Ίσως να έπαιξε ρόλο και το ταπεραμέντο της, αφού ήταν αεικίνητη, χαρωπή, καλόκαρδη και  παιχνιδιάρα. Ποιος να φανταζόταν τότε, ότι αυτό το ορφανό κοριτσάκι θα γινόταν η βαθιά συγγραφέας του σήμερα. Διαβάζοντας τώρα το βιβλίο της αναγνώρισα στο πρόσωπο του μικρού κοριτσιού, της Στέλλας, το κοριτσάκι των μαθητικών μου χρόνων, τη Ρούλα. Το ζωηρό κοριτσάκι με τα αδύνατα ποδαράκια, τα λακκάκια στα μάγουλα, και το τσουλούφι των μαλλιών που δεν έστρωνε και όλο ξέφευγε στον αέρα.
Η Ρούλα Σαμαϊλίδου είναι μια σπουδαία συγγραφέας στα χνάρια της μεγάλης συμπατριώτισσας Μαρίας Λαμπαδαρίδου. Δημιουργεί ήδη σχολή στο μυθιστόρημα με  άλλες Λήμνιες λογοτέχνιδες όπως π.χ. την Ευαγγελία Μπουτλούκου, ή τη Βαρβάρα Βαγιάκου. Μακάρι να συνεχίσει να γράφει και να μας προσφέρει στιγμές μυσταγωγικής εμπειρίας, όπως αυτές που μας προσέφερε με το βιβλίο της «Πέρα από το νησί».



 






Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2012

Λε μαλάκες

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

            Θύελλα αντιδράσεων προκάλεσε ο κ. Πάγκαλος, ο οποίος σε συνέντευξη σε γαλλικό κανάλι είπε ότι οι λεγόμενοι αγανακτισμένοι είναι κομμουνιστές ή φασίστες ή μαλάκες (con). Τα κόμματα της αντιπολίτευσης μίλησαν για χυδαιότητα. Προφανώς οι της ΝΔ ταυτίστηκαν με τους μαλάκες αφού ως γνωστόν δεν ανήκουν στις δύο πρώτες κατηγορίες, όμως απορία προκάλεσε η αντίδραση του ΚΚΕ, ΣΥΝ και ΛΑΟΣ αφού ο κ. Πάγκαλος τους ενέταξε σε διαφορετική κατηγορία από τους μαλάκες. Επειδή το θέμα είναι αρκούντως σοβαρό, θα επιχειρήσω μια μικρή ανάλυση από φιλολογικής και λαογραφικής απόψεως.
           Η ελληνικότατη λέξη «μαλάκας» εκτός από τον αυνανιζόμενο σημαίνει και τον βλάκα, τον αφελή, το κορόιδο, αλλά και τον αποχαυνωμένο λόγω καταχρήσεων ή μαλάκυνσης εγκεφάλου. Η λέξη μαλακία, αναφέρεται συχνάκις σε αρχαία κείμενα, π.χ. Θουκυδίδου, Επιτάφιος του Περικλέους: «φιλοκαλούμέν τε γαρ μετ’ ευτελείας και φιλοσοφούμεν άνευ μαλακίας», ή Δημοσθένους: «τούτους διά ραθυμίαν ή μαλακίαν εγκαταλείπειν τα τε των προγόνων έργα και τα συμφέροντα της πατρίδος». Επίσης σε θρησκευτικά κείμενα, όπως π.χ. στην Καινή Διαθήκη, Ματθαίου: «και θεραπεύων πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν εν τω λαώ», ή στην Παλαιά Διαθήκη: «τον δε Βενιαμίν τον αδελφόν Ιωσήφ ουκ απέστειλε μετά των αδελφών αυτού…μήποτε συμβή αυτώ μαλακία». Η εν λόγω λέξη πλην του αυνανισμού μπορεί να σημαίνει τη βλακεία, μαλακότητα, φυγοπονία, μαλθακότητα χαρακτήρος, λεπτότητα, εκθήλυνση, χαυνότητα, ανανδρία, κιναιδεία, σωματική ή ψυχική εξασθένηση, αδυναμία, ασθένεια, μάλαξη, διαστροφή, γαλήνη, αταραξία, κάλμα, μπουνάτσα, κλπ. Ο κ. Πάγκαλος που θεωρείται ευφυής, δηλαδή καθόλου «μαλάκας», συνειδητά μάλλον κάνει προκλητικές δηλώσεις, με κίνδυνο όμως να εισπράξει τους χαρακτηρισμούς «χοντρομαλάκας», «πολλά κιλά μαλάκας», «γερομαλάκας», «μαλάκας στο τετράγωνο», ή λόγω θέσεως «αρχιμαλάκας». Οι Έλληνες ενώ αυτοχαρακτηρίζονται πολλάκις μαλάκες, σκίζουν τα ρούχα τους αν τους αποκαλέσει κάποιος άλλος με αυτόν τον χαρακτηρισμό. Προς διάκριση των ψηφοφόρων πολιτών προτείνουμε εξειδικευμένους όρους: Για μεν του πασόκους, που πρώτοι ήταν υπέρ της αυτοδιάθεσης, το «μαλάκας με πατέντα», για τους νεοδημοκράτες το «καραμαλάκας», για τους συνασπιστές το «μαλακιστήρι», για τους ορθόδοξους κομμουνιστές το «μαλακώφ» ή «μαλάκοβιτς» και για τους καρατζαφερικούς τα αρχαιοπρεπή «μάλαξ» και «μαλακίων» ή το εθνοπατριωτικό «μαλάκας με περικεφαλαία». Υπάρχει και ιεραρχική διαβάθμιση του μαλάκα ως ακολούθως: Αρχιμαλάκαρος, μαλάκαρος, τριμάλακας, μαλάκας, μαλακάκος, μαλακίδης, μαλακούλης, μαλακιστήρης.
          Οι Λήμνιοι, περιβόητοι βωμολόχοι, παραδόξως δεν χρησιμοποιούν συχνά τη λέξη μαλάκας. Παλιότερα υπήρχε στο Μούδρο ο γιατρός Μιχαήλ Μαλάκας και μπορούσες να ακούσεις συχνά τη φράση, ακόμα και από γυναίκες, χωρίς να προκαλεί κάποια συστολή: «Σαν αρρουστήσαμ πήγαμ στου γιατρό του Μαλάκα». Επίσης το τυρί αμέσως μετά το πήξιμο του γάλακτος, το ονομάζουν μαλάκα ή μαλακούρα. Οι συμπατριώτες όμως δίνουν ρεσιτάλ στα συνώνυμα του μαλάκα, ως ακολούθως: Μαλακιαζμένος, μαλακοπίτερας, μαλακαντριγιάς, κλαρινιτζής, οργανοπαίχτ’ς, δαρτ’ς, ζμαλακιαστής, μπουμπουν’στής, μπούμπναρος, μαλάς, μπαντανάς, μπεγλεράς, μπλατζωτής, μπογιαντ’στής, νταβουλτζής, ντρομπαρστής, σαλαμαστρατζής, μαστχοπαραγωγός, γκρασαδόρος, τσουτσλοβουτεράς, χαδοτσουτσλάς, τσουτσλολέχαρος, σφετζοβγάλτ’ς, κλπ. Για τη λέξη «μαλακία»: Βρόντμα, κοπάν’ζμα, μαλακό κλαρίνο, μαλαχτήρ, χρι μπαντάνιαζμα, μπασαδγιόλιαζμα, σοφάντ’ζμα, μαντολίνο, μπεγλέρα, μπουζναροπαίξμο, μπουμπούν’ζμα, τσουτσλοτσάκ’ζμα, ντρομπάρζμα, ντρούμπα μαρίνα, ντρούμπα με το χνι, τσουτσλοσφεντογόνιαζμα, ογρό εργόχειρο, πετσοτράβμα, ντουβαρόχριζμα, κλπ.
           Αγαπητοί αναγνώστες, συμπαθείς, συνμαλάκες και ομοιομαλακοπαθείς εν τω Μαλακιστάν, αν σοκαριστήκατε, πάρτε το πιο μαλακά και μη ταρασσέσθω υμών η καρδία. Ένα παιχνίδι λέξεων είναι μόνο. Καλύτερα να παίζει κανείς με τις λέξεις, παρά με τα χέρια. Προσοχή λοιπόν στις επαναληπτικές κινήσεις των χειρών, ιδίως κατά τη μέρα των εκλογών. Γιατί το πολύ το τάκα – τάκα, κάνει το παιδί μαλάκα. Ευτυχείτε.

Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2012

Σαπλίκ’ από γκαβό κι χοζμέτ από κτσο

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ


Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Άκουσα στην τηλεόραση ένα οικονομικό αναλυτή να λέει ότι «η οικονομία μας είναι ανάπηρη». Ένας υπουργός το εξειδίκευσε λέγοντας ότι «η οικονομία μας είναι κουτσή». Πριν βιαστείτε να λυπηθείτε τη δόλια την οικονομία μας και να θεωρήσετε ότι χρειάζεται…ορθοπαιδική παρέμβαση, επιτρέψτε μου μια μικρή ανάλυση της λέξης «κουτσή», από κοινωνιολογικής και πολιτικής απόψεως.
Οι Λημνιοί έχουν σε μεγάλη εκτίμηση τους κουτσούς, μιας και ο δικός μας θεός Ήφαιστος ήταν κι αυτός κουτσός. Και μην ξεχνούμε ότι είχε για γυναίκα την θεά της ομορφιάς Αφροδίτη. Η κουτσαμάρα στη λημνιακή διάλεκτο έχει διαβαθμίσεις: Κτση, κτσέλα, κτσούδα, κτσούρα, κτσάνα, κουτσούνα, κτσαν’δέλα, κτσάβλα ή κτσος, κτσάβελ’ς, κτσέλος, κούτσαβλος. Οι κουτσοί και οι κουτσές ανέκαθεν φημίζονταν για τις ικανότητές τους γενικώς, αλλά κυρίως είχαν φήμη στο σεξουαλικό τομέα. Είναι γνωστές οι λημνιακές φράσεις «ε, π’ να σε καμ τη δλεια κτσος ραφτ’ς», ή «σαπλίκ’ από γκαβό κι χοζμέτ από κτσο», ή «κτσάβλα - πτσάβλα».
Και μπορεί λόγω της οικονομικής ύφεσης να περιοριστήκαμε σε κτσουδούλια κι σε κτσοχόζμετα, να κυνηγούμε κτσομεροκαματούδια, να είναι κτσος ο μιστός, να κλείσαν ούλα τα κτσομάγαζα, να τραβούμε τα κτσόμαλλά μας, να σηκώνουμε βαρύ φορτιό κι όχι κτσογόμαρο, να κτσοπίνουμ τς πίκρες μας, να κτσοπορεύομ μες στα κτσόσπτα μας, να κτσοπερνούμε τον γκαιρό, να περπατούμε σα κτσοπόδαρ απ’ τ’ νταλντίδα μας, να δηλώνουμε ουλ’ κτσοχέρδες, να χτυπούμε τ’ κτσοκεφάλα μας, να σκεφτόμαστε πώς μας κατήντησαν τα κτσοφρόκαλα οι κτσοκανάτες κι τα κτσαρδέλια, να λέμε αγάντα να βγει η κτσοχρονιά, αλλά δόξα τω Θεώ δεν τρώμε κτσάχερο, και ο κτσοκέφαλος δε κτσαβλίζ αλλά έναι κουτσνάρ κι πουτσνάρ κι ολόρτο κατάρτ, και οι Λημνιές είναι γερές σαν κτσούρες κι κουτσούνες κι όμορφες σα κτσούδες ψεύτ’σες. Μπορεί να μας κάνανε να παγαίνουμ κούτσα – κούτσα, αλλά δε θα κτσαθεί κι ο νους μας. Μπορεί να μας έκαναν τις κουτσουκέλες, ή να τις κάναμε κι εμείς, να μην ακούσαμε τους παλιούς που έλεγαν το καλό το αργαστήρ, θέλει κτσο το νοικοκύρ, μπορεί να μας είχαν για τα γκαρσόνια της Ευρώπης, αλλά δε θα μας βάλουν και την ταμπέλα «ζητείται κουτσός για δουλειές του…ποδαριού». Σηκώστε ψηλά το κεφάλι, δεν είναι καλύτεροι από μας, και παλιότερα τα περάσαμε αυτά και δε φοβηθήκαμε, κι ας τους απαντήσουμε λημνιακά ότι δεν είμαστε ουλ’ κτσούρια, ούτε θα πάμε ουλ’ κτσοι στραβοί στον Αγιομπαντελέμονα, κι ότι δε κτσαίνεται ο γάδαρος από τέτοιο πράμα. Θα τους έλεγα και το «εμείς κούτσα - κούτσα, κι εσείς κλάστε μας…κατιτίς» αλλά όχι, δεν το λέγω.
Συμπέρασμα πορίσματος λοιπόν, και κουτσός να είναι κάποιος δεν πειράζει, γιατί μπορεί να έχει άλλα χαρίσματα, άσε που κάποιον μπορεί να τον νομίζουν κουτσό, αλλά κουτσός να μην είναι. Εδώ μια πραγματική αστεία ιστοριούλα. Ήρθε μια μέρα ένας ασθενής στα επείγοντα του νοσοκομείου που εργάζομαι και ζητούσε ένα γιατρό που δεν θυμόταν το όνομά του, «κάπως γεμάτο, με μουστάκι, κουτσό». Κάπως γεμάτο με μουστάκι έχουμε, του είπαν, αλλά δεν είναι κουτσός. Όχι, όχι, είπε αυτός, ο γιατρός που θέλω είναι κουτσός. Εκείνη την ώρα πήγαινα κι εγώ προς τα επείγοντα. Σημειωτέον ότι λόγω ενός ατυχήματος με μηχανάκι σε μικρή ηλικία, όταν κουραστώ πολύ, ή αλλάξει ο καιρός, με πονά το πόδι και κουτσαίνω λίγο. Αυτό γίνεται όμως σπάνια. Μόλις με είδε ο άρρωστος είπε: «Νάτος ο γιατρός, να, δεν βλέπετε ότι κουτσαίνει; Τόσα χρόνια που τον βλέπω, κουτσό τον ξέρω».
Αγαπητοί αναγνώστες κουτσοευτυχείτε όσο κουτσομπορείτε.

Λεξιλόγιο - επεξηγήσεις:
Σαπλίκ’ από γκαβό κι χοζμέτ από κτσο: Να φοβάσαι ξύλο από μισότυφλο και…σεξ από κουτσό. Και ο λόγος είναι ότι ο γκαβός δεν βλέπει καλά και μπορεί να σου δώσει καμιά με κανένα ραβδί στο κεφάλι και να σε ξεκάνει, ενώ ο κουτσός προσπαθώντας να δώσει κατάλληλη θέση στο πόδι του, κάνει τη σύζευξη πιο…επιτυχή. Το ίδιο ισχύει και για την κουτσή.
Χοζμέτ: Τουρκ. Η εργασία, αλλά και το σεξ.
Κτσοκέφαλος: Ο…πέος (με το ζμπάθειο), λόγω σχήματος κεφαλής.
Νταλντίδα: Η ζάλη, η σύγχυση.
Κτσοφρόκαλα, κτσοκανάτες, κτσαρδέλια: Οι τιποτένοι, οι μηδαμινοί.
Κουτσνάρ. Και πουτσνάρ: Η δημόσια κρήνη. Και η υδρορροή.
Κουτσούνα: 1) Η όμορφη γυναίκα. 2) Ο καρπός του καλαμποκιού, λημνιαστί κοκνάρα. Ολόκληρος ο καρπός, όχι τα σπόρια. Ο καρπός αυτός επιστημονικά (Γεωπονική, Φαρμακολογία του 19ου αι.) λέγεται και…καυλός. 3) Η κούκλα. 4) Η φιγούρα του καραγκιόζη. «Οι φιγούρες είναι καμωμένες απὸ δέρμα, ή χαρτόνι, ή καπλαμά. Οι καραγκιοζοπαίχτες τις λένε απλὰ φιγούρες. Κάποιος χωριάτης, ενενήντα χρονώ, τις απεκάλεσε κουτσούνια ( ίσως η λέξη προέρχεται απὸ την λέξη κούτζα που σημαίνει κούκλα ή ψωμάκι σε σχήμα κούκλας). Η μαρτυρία αυτὴ είναι του καραγκιοζοπαίχτη Π.Μιχόπουλου, που θυμάται ότι η συνάντησή του με τον γέρο έγινε στην Παραμυθιὰ της Ηπείρου, το 1933. Στα κλωστήρια κούτσες λέγανε τις κούκλες του νήματος. Ο Ανδρέας Λασκαράτος χρησιμοποιεί την λέξη κουτσούνα (=κούκλα) στο Ιδοὺ ο άνθρωπος ( 1886)». Ηλίας Πετρόπουλος: «Υπόκοσμος και καραγκόζης».
Κτσούδα: Η κούκλα, η όμορφη σαν κούκλα γυναίκα. Κτσούδες ψεύτ’σες:
Οι όμορφες κούκλες του εμπορίου.