Τετάρτη, 7 Μαρτίου 2012

Γκαϊβενταρμπούκ


ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Ο υπεύθυνος επικοινωνίας της ΔΕΗ είπε ότι οι πρόσφατες αυξήσεις στο ρεύμα ισοδυναμούν με δυο καφέδες ή δυο πακέτα τσιγάρα το μήνα. Αυτή η απλή κατανοητή επιχειρηματολογία, ευθυγραμμισμένη με το «λαϊκότροπον ήθος» των σύγχρονων τσακιτζήδων και λαϊκών ηρώων συνδικαλιστών της ΔΕΗ, που εισήγαγαν οι διάφοροι Ριζοφωτόπουλοι, έβαλε τα πράγματα στη θέση τους. Μόνο που ίσως έπρεπε να χρησιμοποιήσει και την προσφώνηση «ρε φτωχομπινέδες» και να καταλήξει με το «να ούμε». Η αναφορά στον καφέ και στα τσιγάρα του κ. υπευθύνου, για να περιγράψει αύξηση τιμών, μπορεί να μην είναι τυχαία, αλλά να έχει τη συμβολική σημασία της. Επιτρέψτε μου μερικές σημειολογικές επισημάνσεις.
Αν σας ρωτήσουν π.χ. τι συμβαίνει μεταξύ ενός καφέ και ενός τσιγάρου, πού θα πάει ο νους σας; Στο σεξ βέβαια, δραστηριότητα στην οποία οι Έλληνες υποβάλλονται τον τελευταίο καιρό εκόντες - άκοντες και μάλιστα με οργιαστικό τρόπο. Μη ξεχνούμε επίσης ότι το τσιγάρο συνδέεται συνειρμικά με το τασάκι, που μπορεί να έχει διττή σημασία. Όπως λέει ο Ηλίας Πετρόπουλος στο βιβλίο «Ο τούρκικος καφές εν Ελλάδι»: [Η λέξη τασάκι είναι υποκοριστικό της λέξης τάσι (τουρκικό tas). Παλιότερα ακούγαμε την υβριστικήν έκφραση «στα τασάκια μου» (στ’ αρχίδια μου)…από την τούρκικη λέξη tasak (όρχεις). Εξάλλου ας μην ξεχνάμε το δημοτικό τραγούδι (…είναι τα τασάκια μου / και τα καμπανέλια μου / που ξυπνώ τις παπαδιές / κι όλες τις καλογριές…)]. Πλην του τσιγάρου, άλλοι τρόποι να πάρει κάποιος τον καπνό του είναι ο ναργιλές, το στριφτό, το ταμπάκο, το πούρο, η κοινή πίπα, η πίπα με λουλά, το  τσιμπούκι, κλπ.
Ο καφές επίσης ως προοίμιον ερωτικού καλέσματος μπορεί να έχει ποικίλες παραλλαγές. Από τον τούρκικο ή οθωμανικό, τον μετονομασθέντα μετά σε ελληνικό, που πάει ασορτί με τη λέξη χαράτσι, έως τον γαλλικής ονοματολογίας και ελληνικής κατοχύρωσης φραπέ (φραπές με καλαμάκι, φραπεδιόλα  φράπα, φραπεδούμπα, φραπόγαλο, πομπίνο φραπέ) και έως τους ευρωπαϊκούς καπουτσίνο, εσπρέσο, ή τις νεότερες εξελίξεις τους φρέντο, φρεντουτσίνο, φραπουτσίνο, φραπουτσίνο φρέντο, φραπουτσίνο κάλντο, εσπρέσο φρέντο, μοκατσίνο, κλπ.  Ως προς τον τρόπο και τα μέσα παρασκευής επίσης υπάρχει μεγάλη ποικιλία, από το παραδοσιακό καβουρντιστήρι, τον καφόμυλο, το τουρκικό γεντέκι του ταμπή (yentek) και το μαγκάλι, έως τις σύγχρονες εσπρεσιέρες, φραπεδιέρες ή φραπεδάιζερ ή φραπογαλιέρες, καπουτσινιέρες, και έως τις απλοϊκές ελληνικότατες πατέντες πλαστικό σέικερ και μαλαχτοποτηροκούταλο. Τα μέρη που μπορεί επίσης κάποιος να πάρει τον καφέ του είναι πολλά και διάφορα, από τον τούρκικο καφενέ, το ελληνικό καφενείον και καφωδείον, έως τους χώρους εργασίας (οικοδομικός καφές), ταξιδιών (βαπορίσος καφές), προσευχής (μοναστηριακός ή αγιορείτικος ή καλογερικός καφές) και έως τα πιο εξελιγμένα καφεστιατόρια, καφεουζερί, καφεζαχαροπλαστεία, καφέ-σαντάν, καφέ-αμάν, καφεμπάρ, κλπ. Μη λησμονούμε και τα διάφορα χαμαιτυπεία, κοινώς κωλόμπαρα (Από το όνομα ενός εκ των πρωθυπουργών της Ελλάδας, του κ. Μπαρόζο, που προέρχεται από την αγγλική λέξη μπαρ και την αρχαιοελληνική όζω=βρωμοκοπώ), επονομαζόμενα στη slang ή αργκό διάλεκτο και φραπενεία.
Ο συνδυασμός καφέ και τσιγάρου άρρηκτος στη συνείδηση του Έλληνα αποτυπώνεται και στις σύγχρονες φράσεις «Καφεδάκι, τσιγαράκι», «καφεδάκι, τσιγαράκι, τουαλέτα, φύγαμε» «ξύπνημα, περίπτερο, καφενείο» και το «καφές και πίπα», που παραπέμπει στην υποβαθμισμένη θεραπαινίδα και αποδίδει επακριβώς τη σχέση κράτους - πολίτη σήμερα, με την έννοια του εύκολου και δεδομένου πελάτη. Επιπροσθέτως η λέξη χαρμάνι ως έννοια ενυπάρχει και στον καφέ και στον καπνό και από αυτήν την άποψη δικαιολογείται και το ξεχαρμάνιασμα των κυβερνώντων επί των υπηκόων τους. Ο τρόπος λοιπόν με τον οποίο οι Έλληνες θα πληρώσουν τον καφενταρμπούκο τους  στην φραπεδοδημοκρατία μας κοινώς καφενείον η Ελλάς ή φραπεδομάγαζο, ή Φραπεδιστάν, αφήνεται στην διάθεσή τους από τους ιθύνοντες φραπεδόμαγκες, φραπεδάρχηδες, όπως πρέπει άλλωστε σε μια πραγματική σύγχρονη δημοκρατία με το συμπάθειο.
Οι Λήμνιοι, για να έρθουμε και στα καθ’ ημάς, φημισμένοι καφεπότες και φουμαριτζήδες, κατανοούν πλήρως τη σύνδεση των διαφόρων φοροχαρατσιών με όρους γκαϊβεδονταρμπουκίασης. Πληθώρα σχετικών εκφράσεων κοσμεί το λεξιλόγιό τους, όπως:  «Κάφεδος κι τζίγαρος μεγάλα μπνεδλίκια», «μαύερσε το μάτιμ για τσιγάρο σα ντο γκαφέ», «τζιγάρος καφές τισλίμ μπιτί», «καπνίζ τζιγάρο σα ντο ζμπρίλο κι ρφα το γκαφέ σα ρφήχτεργια τ’ Αγιαρμόλα», «καφές σα τζιγαρόσουπα», «καπνίζ τσαβντάρ για τζιγάρο κι πιν’ ζμοφάσλο για καφέ», «ατσιγαριά ακαφεδιά και σεκλέτ», «το ξάβορο θελ’ τσιγάρο κι γη κατβασά χήρα κι καφέ», «μσο φράγκο τσιγάρα Ματσάγγο χύμα κι βερεσέ καφέ στο γκαφενέ», «τον φούντωσε ο καφές  κι τον μελάγ΄νεψε ο τζίγος», «καπνίζ ζίγρα κι πιν’ αρβύθ», «γιούρντ’σε για ντ μπαράγκα κι για το γκαφενέ», «δε σνίκασε καφεδονταρμπουκοτζίγαρο», «πορδοκθαροκάφεδος – πορδοκοκναροτζίγαρος», «φουμαίρεν’ το τζίγο ρετσπέρκα κι ρφα το γκαφέ αγαδλίδκα», «μπήκε φορούμ καινούργιος ρετζάς στο τζίγο αλλά μεις έχουμ τα κοκναρόφλα κι τς βνιες», «καφεδοψήστεργια κι φουμαντσού», «στλώσαν τα βζγκούνια κι ανάψαν τα αποκατνά». Σταματώ εδώ γιατί θα χρειαστώ τρεις εφημερίδες, όχι μισή σελίδα. Μόνο ένα τραγουδάκι λημνιό, που δείχνει την σοφή άποψη για τη ζωή από τους συμπατριώτες:  «Καφεδέλ’ στο τσεζβεδέλ’ /  παραφτέρωσ’ με το μελ’ /  ένα τζέγαρο βαρβάτο / και το μνούδισ' μες στο πιάτο».
Αγαπητοί αναγνώστες ας ρουφήξουμε καμιά τζούρα κι ας πιούμε τον καφέ της παρηγοριάς. Συνηθισμένα τα βουνά απ’ τα χιόνια. Στο τέλος – τέλος κι αρβύθια έχουμ για αρβυθογκαϊβέ, κι κοκναρόφλα για τζίγο. Ευτυχείτε.                                                                                                                  

 Λεξιλόγιο – επεξηγήσεις:                                                                                                          Γκαϊβενταρμπούκ: Καφές συν τσιγάρο. Λέξη δικής μου έμπνευσης. Νταρμπούκος: Τουρκ. Ο αρειμάνειος, ο χασισοπότης, ο τραμπούκος. Στα Λημνιακά το τσιγάρο και το χασίς.                                                                                                                                     
Φραπές: Ο στιγμιαίος κρύος καφές, ο αυνανισμός, η ασκούμενη πολιτική στην Ελλάδα.                                                                                                                                  
 Φραπές με καλαμάκι: Η πεολειχία στη διάλεκτο των θαμώνων στρηπκλάμπ – μασατζίδικων.                                                                                                                                                       
Πομπίνο- φραπέ: Πεολειχία στην αργκό. Από τα γαλλικά bonbon (ζαχαρωτό) ή pompon (κροσός, φούντα) συνειρμικώς εκ του τριχωτού του εφηβαίου (Ηλ. Πετρόπουλος). Ή το ιταλικό pompa, ή αγγλικό  pump (τρόμπα).                                                                                              
Γεντέκι: Δοχείο με βρυσάκι των παλιών καφενείων, που είχε ζεστό νερό για την παρασκευή του καφέ και βρισκόταν πάνω από ένα τζακάκι με κάρβουνα.                                                                                            
Ταμπής: Αυτός που είχε την ευθύνη - προετοιμασία του τζακιού – γεντεκιού.                                                      
 Οικοδομικός καφές: Στιγμιαίος καφές που γίνεται πρόχειρα στην οικοδομή με δυο πλαστικά ποτήρια, αδειάζοντας το ένα στο άλλο.                                                                        
Μοναστηριακός καφές: Καφές με ούζο μέσα.                                                                                                        
Τισλίμ μπιτί: Τουρκ. Τέλος, θάνατος.                                                                                                                          
Τσαβντάρ: Τουρκ. Η σίκαλη.                                                                                                    
Κατβασά: Λημνιαστί, ο σεξουαλικός οίστρος.                                                                                                                     
Μελαγ’νεύω: Λημν. Ηρεμώ.                                                                                              
Σνικάζω: Λημν. Χορταίνω.                                                                                                             
Ρετσπέρκα: Τουρκ. και Λημν. Με τον τρόπο του ρετσπέρ, δηλ. του ζωέμπορα παραλή και μάγκα.                                                                                                                         
 Ρετζάς: Τουρκ. και Λημν. Φόρος.                                                                                                                                                
Βζγκουν’: Το πνευμόνι.                                                                                    
Παραφτέρωσ’: Μεγάλη φέτα ψωμί.