Δευτέρα 26 Αυγούστου 2013

Βνιες, βοδόξλα κι εναλλακτικά καύσιμα

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Σήμερα ο Λήμνιος πολιτικός αναλυτής κυρ Μενελής Λεμπέσαρος, στη σειρά «πολιτικά σεμινάρια», θα συζητήσει με τον ανταποκριτή μας κυρ Γιώργαρο Πουρπουργιανό, το θέμα των εναλλακτικών καυσίμων.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Καλ’μέρα κυρ Μενελή. Θέλουμ να μας πεις τώρα που κάμεν’ ψουφόκρυγιο, πώς μπουρεί να ζεσταθεί ου κόσμος, αφού μαθέ του πετρέλαιο του πήγαν τ’ αψήλου οι πουλιτικοί.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Ναι, οι πουλιτικοί. Σα μπεράσ’ η γιουρτή ανεγελούν τουν άγιο. Κάτσε να αγκμπήσου σε μια μεριά του χαράρ.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Μάνα γω, τι τσούβαλους έναι τούτος; Κι τι εχ’ μέσα κι σε μπλάνταξε, πέτρες εχ’;

ΜΕΝΕΛΗΣ: Δε νέναι τσβαλ’, έναι χαράρ πήκαμ. Τι πέτρες, βουλάρια κι γκαζντόβωλ’ τζαμπνίγ’ς, τι α τς κάμου τς πέτρες, α πετροβουλήσω κανένα; Βοδόξλα πήγα κι μάζεψα για να σε κάμου επίδειξ.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Τι έναι τούτα τα βουδόξλα; Εμένα με μυρίζνε σαν κόπρεγια με του ζμπάθγειου, κι γή κβανείς μαθέ κόπρα γή να υπουθέσου ότι σε πήγε σουρντί κι δε μπρόλαβες.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Ναι, γαργάλ’ξε με να γελάσου κουμάτ. Κβανώ σε λέγω βοδόξλα, που έναι βνιες απού αγελάδες κι βόδια, που έναι ιναλλακτικά κάψιμα. Θα τα καίγου στ’ γουνιά να ζεσταίνουμαι, να μαγειρεύ’ η κυρά, κι να παίρνου κι επιδότησ’, που είπε κι ο πορδυπουργός κυρ Αντών’ς, ου ακριβουχέρς.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Είπε ου πορδυπουργός ότι θα καίγουμ τα σκατά απ’ τα βόδια κι θα μας διν’ κι παράδες;

ΜΕΝΕΛΗΣ: Δέχα πώς συτχαίν’ς κυρ Γιώργαρε. Μη μπερδεύς τα χαμομήλια με τς απήραθ. Άκσε κουβέντα, σκατά. Τούτου του μαξούλ’ έναι πράμα οικουλουγικό, αγανό, κι υγειινό, π’ λένε κι γοι απιστήμουνες κι γοι περιδιαγραμμάτ. Του γκουβέρνου είπεν ότι ξετάζ του ζήτμα να πιδουτεί τα ιναλλακτικά καύσιμα. Το λοιπό μεις γοι Λημνιοί που έχουμ τα βουδόξλα θα προυτείνουμ να τα βάλουμ σε ιφαρμουγή σουρουσούγ’λα σε ουλ’ τν Ελλάδα. Θα κάμουμ ένα πρόγραμμα, συγνώμην, πρότζεκτ ήθιλα να πω. Ιξόν π’ θα φουρλαντίγ’ς τη βνια στου τζακ’ κι θα πανουμίζεται του κουκκαλούδισ’ κι θα μαγερεύς, μπουρείς να καμς μια φκιαξ με μια στερνάρα που θα ρίχεν’ς μέσα τα βουδόσκατα κι με σουλήνες θα μαζών’ς του σκατουπρουπάνιου που αναδίν.νε οι βνιες κι θα του καιγ’ς στου πιτρουγκάζ. Τούτου του έχου δγει ότι του κάμνε οι αθρώπ σε πουλύ προυουδεμένα κρατ στν Αφρική, παράδγμα οι αραπάδες Μασάι στ’ Κένυα, αλλά για να φτάσουμ σε τούτου του επίπεδου θελ’ καμπόσεν’ δλια. Άμα νόγ’σες κυρ Γιώργαρε σήμιρα προυτείνου μια μιγάλ’ ιπένδυσ’ π’ θα μας καμ πλούσιοι. Θα γίνουμ ανώτερ κι απ’ τν Αργιντινή κι απ’ τ’ Μπραζιλία, που έναι παράδεισ’ σα μπου λεγ’ κι ου Τσιπρέλους κι ανώτερ κι απ’ τ’ Κένυα κι τν Ουγκάντα.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Κι δε θα βρουμεί του σπιτ σκατίλα, με του ζμπάθγειου;

ΜΕΝΕΛΗΣ: Μην είσαι αγαθόπστος. Η βνια μουσκουβουλά δε βρουμεί. Εχ’ς φαγ’ πατατούδες τγαν’ζμένες πα στς εβνιές; Ορταλίκ’ φαγί. Στλουμαχούνε. Άσε π’ θα πλημμάρουμ στς παράδες κι θα τς ακριγιουκουρφίζουμ. Δε θα ζουβγαρίζουμ τν αχ’λιά κι θα σπέρνουμ άλας, όπως τώρα. Του είπεν κι ου Μητσουτάκ’ς, ότε οι ψηφ κι οι παράδες δε βρουμούνε. Ξερς εσύ καλύτερα απ’ του Μητσουτάκ’ απού παράδες; Ιπιπλέουν σα μπου είμαστε κι προυτουφουμαδόρ κι φουμαντσούδες, μπουρούμε να κάμουμ κι βιουμηχανία με πούρα απού κουλουκ’θιά κι βνιούδα μέσα, βιουμηχανία με μερμελάδα απού φρέσκια βνια π’ θα τν αλείφς πα στου ψουμί, ή βιουμηχανία με φουρνιαζμέν’ βνια π’ θα τ’ βτας στου γάλα για παξμάδ γερενέ. Αντί να γυρίζουμ σα ντα κουπούκια κι τα τρεμλιαζμένα τσιρτσιπλάκια θα ξαπλαίρνουμ πα στα ζεστά σαν αγάδες ακστοί κι ναμστοί, θα φουμαίρνουμ σα τς αρχουντάδες, θα πφσκαρίζουμ σα ντα μλάρια, θα λέμε αλέμ σοφά κι α δε ψοφά κι θα τραγδούμε στου καντίν’ «τς αγιλάδας μας του βζι / βγαζ κι γάλα βγαζ κι μτσι / αλλά μπλιο μπερκέτ καλούδ / βγαζ του βουδουκωλαρούδ».  

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Τέλους πάντων, σ’ ευκαριστούμε κυρ Μενέλο. Μας ξεσύχανες κι μας γέμσες άρες μάρες κι ουμές κουκνάρες, αλλά αν έναι για καλό κι αν έναι να γίνουμ πιτρελαιάδες τς εβνιάς αντίς να νταντλίζουμ τα κουρνίτκα τ’ αυγά, κουμάτια να γιν’. Άμα εχ’ η μπουζνάρα, κάθα μέρα έναι γιουρτή.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Τώρα συτχαίν’ς φρέν’μα. Φέρε κι τ’ γαζοζούδα μ’, γιατί κοράκιασα να μλω.

***Αγαπητοί αναγνώστες ευτυχείτε. Μη σας τρομάζει το κρύο και η τιμή του πετρελαίου. Το σχέδιο των εναλλακτικών καυσίμων της βουνιαθροανάπτυξης να είναι καλά. 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η βίλα Αμαλία και η βίλα Αραπόμαντρα

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας


Στη σειρά εκπομπών «πολιτικά σεμινάρια» σήμερα θα συνομιλήσουν ο Λημνιός πολιτικός αναλυτής κυρ Μενελής Λεμπέσαρος και ο συνεργάτης μας δημοσιογράφος κυρ Γιώργαρος Πουρπουργιανός για τη βίλα Αμαλία και τα πολιτιστικά κέντρα.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Καλώς του γκυρ Μενέλου. Θέλου να σε κάμω ένα ρώτμα για…

ΜΕΝΕΛΗΣ: Μπάντεξε πρώτα να ξεφουρτουθώ του φουρτιό π’ κβανώ κι απέκ’ με ρουτάς κυρ Γιώργαρεμ.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Μάνα γω, τι έναι ούλα τούτα τα τζιμπρουλουγίδια μαθέ;

ΜΕΝΕΛΗΣ: Έναι τα ξιρτουλόγια για να ανοίξου μια δουμή αλληλεγγύης.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Τι θα ν’ ανοίξεις, λεγ’;

ΜΕΝΕΛΗΣ: Θα ν’ ανοίξου ένα κέντρου πουλιτιζμού, ή δουμή αλληλεγγύης, ή κέντρου κοινουνικής δράσης, που λεγ’ κι ου ΣΥΡΖΑΣ, όπους τ’ βίλα Αμαλία.

Γι’ αυτό πήγα κι έφκιαξα στου μαραγκό, καμιά κατουστή στυλιάρια, κουντουστέλια κι μηλιάρια, οτ’ πρεπ για ρόπαλα, πήρα κι απ’ τ’ γκαφετερία καμιά κατουπιν’ταριά άδεια μπουκάλια για μπόμπες μουλότωφ, κι καμιά δικαριά αντιασφυξουγόνες μάσκες, ε, κι οτ’ άλλου χειργιαζούμενου, καμπόσα μαχαίρια, κατσαβίδια, καμιά σιδηρουγρουθιά, γαζάκια, φτιλ’, λίγου δυναμίτ’, κουμάτ χασισούδ, τέλους πάντουν οτ’ πρεπ να εχ’ μέσα ένα κέντρου πουλιτισμού.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Μπρε Μενέλου, έλα στα ζγκαλά σ’, ντιπ λουλάθκες μαθέ; Άμα σε πιασ’ γη αστυνουμία θα σε χώσνε στου γκιζντάν’, άσε π’ θα σε καγιαρώσνε κι τ’ μπροβγιούκλα σ’.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Αμ δε ντα ξερς καλά τα πράματα καμένε. Αλλάξαν τώρα τα εθίματα. Τώρα κάθα καθουσπρέπ άθρουπους κι αριστιρός με του ζμπάθγειου, δε μπιαν’ χαρτουσά σα δε νεχ’ στου σπίτι τ’ τέτοια ζγουλερκά τ’ πουλιτιζμού. Εδώ πάνε κι τα παραγγέρνε βουλευτές. Κι του καλό που σε θέλου, μη ντουν πουλυπιάν’ς στου στόμα σ’ του ΣΥΡΖΑ κι τουν αρχηγό μας, τουν κυρ Αλέξ γιατί όπους  είσαι κι δημουσιουγράφους, κουλουβό φιδ που σε δάγκασε. Θα λες κακές κουβέντες μόνε για τς αλλ’, αλλιώς είσαι ακρουδιξιός, φιρέφουνου τς πλουτουκρατίας, κι αντιδημουκρατικό στοιχείου. Μαθέ είσαι κι φίλους, γι’ αυτό σε καθουγ’δεύου όπους η πεθερά τ’ νυφ, κι συτχιά μη σε ξεφύγ’, καλό έναι στς ικπουμπές που κάμεν’ς να λες κι μέσα - μέσα τ’ γκουβέντα: «κι όπους λεγ’ ου πρόεδρός μας κυρ Αλέξης». Κι άμα δε σε κάμεν’ κόπου, ιμπιστιυτικά σε ορμηνεύου κι σε τούτου, έχε μια φουτουγραφία τ’ Αλέξη κατ απ’ του μαξιλάρι σ’. Τις ξερ, δε θελ’ς να καμ καμιά έφουδους η πασουνάριά μας η σαγγιλέας η Ζουή, να μη βρει τ’ φουτουγραφία τ’ Αλέξης κι να τ’ καβαλ’κέψ ου δαίμουνας πα στου ζνιχ’; Κι ούλα τούτα τώρα που ακόμα δε πήραμ τν ιξουσία, φαντάζεσαι τι θα γιν’ σα τ’ μπάρουμ; Του είπε κι ου σύντρουφους κυρ αναρχικός συρζουβουλευτής Διαμαντόπουλους: «Τα κέντρα πουλιτιζμού όπους η βίλα Αμαλία, θα γίν.νε εφαλτήργια κι θα σας πάρνε ουλ’ κι θα σας σκώσνε».

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Μενελή, τα λες στα σουβαρά; Πε με για να σε φουρέσου τα κδούνια.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Πουλύ σουβαρά κι σουβαρότατα. Λέγου με του νηγευτό μ’, τέτοια χαλακιά κι γκρεμίδ σα γκειόνου που λένε βίλα τς Αμαλίας, έχου κι γω τ’ μαντρούδα πα στς Αραπόμαντρες. Θα βάλου μέσα κι ούλα τούτα τζάντζαλα κι μάντζαλα που αγόρασα, θα κριμάσου κι ένα πανό απ’ όξου, κι να του κέντρου πουλιτιζμού, κι θα νείμαι χαζίρκους κι έτοιμους κι με τ’ βούλα, για όντας πάρουμ τν ιξουσία.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Κι φταν’ τούτου κυρ Μενέλου;

ΜΕΝΕΛΗΣ: Δε θα του ήλεγα ότι φταν’. Πρεπ να κάμου κι καμπόσα γιουρούσα στς άλλες τς μάντρες, να κλέψου του κατά δύναμ οτ’ μπουρώ, να ληστέψου κανέναν, να σπάσου καμιά κατουστή τζαμαρίες, να βάλου φόκου σε κανέ σπιτ γή μαγαζί, να κάψου με μουλότωφ κανέ φασιστικό αστυνουμικό τμήμα, να χτυπήσου στου φανέρους καμιά πρέζα, τέτοιες πουλιτιστικές δράσες τέλους πάντουν, κι τότες θα είμαι σε καλό ιπίπιδου. Η ιξουσία θελ’ δλια, δε νέναι παρ καβούρ δωμ αλεύερ. 

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Δεν αντρέπεσαι να λες τέτοιες σάχλες, μουγάλους άθρουπους;

ΜΕΝΕΛΗΣ: Εδώ δεν αντρέμπντεν να τα λένε βουλευτές, θα ν’ αντραπώ γω; Θα με πεις κι κειν’ γιατί να αντραπούνε; Μπριν καμπόσα χρόνια βγάλαν σν Ατσκή πρόεδρου τ’ συνεταιριζμού, έναν αναλφάβτου, όνομα κι μη χουργιό. Υπόγραφεν με σταυρό. Τουν λεγ’ μια μέρα, ένας: «Καλά δεν αντρέπεσαι κουτζάμ πρόεδρος να πουγράφς με σταυρό;» Κι λεγ’ κι κειος: «Να αντραπούνε εκείν’ που με ψηφίσαν».

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Τώρα σναμεταξύ μας κυρ Μενέλου. Πστευς μαθέ ότι ούλα που λεγ’ ου Τσιπρέλους, θα τα έκαμνε σαν ήρνταν στα πράματα;

ΜΕΝΕΛΗΣ: Σναμεταξύ μας κυρ Γιώργαρε, ούτε κειος τα πστευ’. Μια βολά πα στς Σαρδές, πλάκουσεν τουν Τσεκάρ ένας βράχαρους, τουν ζμουλάκιασε, κι σκλήρζε σα ποτκός. Άντε Αγιουγιώρεγ’ κάμε του θάμα σ’ να γυλ’τώσου κι θα σε φέρου ένα ντενεκέ λαδ, φώναζε. Αφού τουν ακούσαν κι τον λεφτερώσαν απ’ του βράχου, τουν λεγ’ ένας, να του καμς τώρα το τάμα σ’. Κι λεγ’ ου Τσεκάρς: «Τι α του καμ ου Αγιουγιώρεγ’ς του λαδ, φασουλάδα θα φκιαξ;». Σε απάντ’σα; Φέρε τώρα μια γαζουζούδα.

***Αγαπητοί αναγνώστες ευτυχείτε. «Κι άμα γλυτώγ’ς απ’ του μαύρου, δε γλυτών’ς απ’ τουν καψαλό», όπους ήλεγε κι γη μανάκα μ’ η Βωτώ.

 

 

 

 

Το νόμπελ ειρήνης κι ο σκύλος που έτρωγε ωμές μελ'τζάνες


ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Το νόμπελ ειρήνης κι ο σκύλος που έτρωγε ωμές μελ’τζάνες

Σήμερα, στη σειρά «πολιτικά σεμινάρια», ο Λήμνιος πολιτικός αναλυτής κυρ Μενελής Λεμπέσαρος, αναλύει στον ανταποκριτή μας κυρ Γιώργαρο Πουρπουργιανό, τη σημασία του βραβείου νόμπελ ειρήνης, που απονεμήθηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Καλώς όρσες κυρ Μενελή. Τι έναι τούτεν’ η κασονάρα που σκων’ς;

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Ήφερα ένα κασόν’ γαζοζούδες, να τς εχ’ς εδώ να με τραταίρεν’ς, μια που η μπουζνάρα σ’ εχ’ καβούρ.

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Δεν ήνταν ανάγκ’ μαθέ.

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Άμα ήνταν ανάγκ’ θα τρέχαμ στο αναγκαίο. Μόνε κανόν’σε να μη με τς πίν.νε τούτεν’ που λιέντεν δω μέσα σα ντα κουπούκια.

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Ας έναι δα. Για πε μας κυρ Μενέλου, τι γνωμ εχ’ς για το νόμπελ τς ειρήν’ς, που παγ’ να παρ ο πορδυπουργός κυρ Αντών’ς;

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Ο πορδυποργός παγαίν’ να παρ το νόμπελ τς Ρηνιάς; Άλλο κι τούτο. Γιατί δε νεχ’ θκοτ’ κι θα παρ το πράμα τς εγ’ναίκας; Κι τι μαθέ, εκειός πλυν’; Δε νεχ’ καμιά υπερέτρα στο σπιτ, να τον πλυν’ τα ασπρόρχα τ’, κουτζάμ πορδυπουργός;

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Δέχα κουμάτ κυρ Μενέλουμ. Τι υπερέτρες κι μπουγάδες με τζαμπνίγ’ς; Γω σε λέγω ότι ουλ’ οι πορδυπουργοί τς Ευρώπς πάνε να πάρνε το νόμπελ τς ειρήν’ς στ’ Νουρβηγία.

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Ου να με χαθούνε οι χαμέν’ κι οι χαντακουμέν’, σα δεν αντρέμπντεν τόσεν’ γαδαρούκλικες να πάνε να πάρνε το πράμα τς γ’ναίκας. Οι κλέφταρ, οι τζιγκινέδες. Γιατί δε δίν.νε δέκα ευρώ να αγουράσνε απ’ του σουπερμάρκετ, όσα κουτιά νόμπελ θέλνε, κι οχ’ μόνε νόμπελ, αλλά κι ρολί, κι τάιντ,  κι γουλάιτ, κι φορλάν, κι πουρλάν, κι πουρδάν, κι όσες σκούνες για πλύσμο θέλνε. Κι γιατί ψάχνε τ’ Ρηνιά στ’ Νουρβηγία; Δω μπλιο σακάτ πομέν’ στου Μηχανέ Μπουγάζ, σν Ατσκή.

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Δε γκατάλαβες κυρ Μενελή. Δεν πάνε να πάρνε κανέ απουρρυπαντικό. Του μπραβείου Νόμπελ για τν ειρήν’ δίν.νε στν Ευρουπαϊκή Ένουσ’ κι παγαίν.νε να το πάρνε ουλ’ οι πορδυπουργοί. Θος φλαξ μαθέ, τι λουγάτε, δε νογάς;

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Κι γιατί να τς δώκνε το μπραβείο κυρ Γιώρεγ’; Τι αντραγαθία κάμαν μαθέ;

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Εγώ σε ρουτώ. Εδώ, γώ σε ρουτώ κι συ απλογιέσαι.

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Ναι αλλά γω ρώτ’σα πρώτος.

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Δεν εχ’ πρώτος κι δεύτερος. Γω ρωτώ, συ απαντάς.

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Καλά ντε, δε σε πατήσαμ κι τς αγγουρές. Μάνα γω, τι φουνάγ’ς κι πετιέται ο κώλος σ’ σαν ορνός. Έναι κειο το μπραβείο που έχνε δωκ’ κι στον Κίσινγκερ που έκαιγε τς Βιετναμέζ σα λαμπάδες, κι στο ρατσίσταρο Αφρικάνο Ντεκλέρκ που βασάν’ζεν κι σκότουνε τς μαύερ, κι στον Εβραίο τον Ράμπιν που είχε εξουλουθρεύσ’ τς Παλαιστίνιοι, κι στον Αλ Γκορ που είχε ισουπεδώσ’ τ’ Γιουγκουσλαβία, κι στουν…

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Σων’, σων’, τούτο έναι.

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Τότες καλά κάμαν, το αξίζνε. Κι τούτεν’ μπομπαρδίσαν το Ιράκ, τ’ Γιουγκουσλαβία, τ’ Λιβύη, τ’ Συρία…Μόνε που πρεπ να το λένε μπραβείο τ’ πολέμου, κι οχ’ τς ειρήν’ς.

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Ναι μαθέ, αλλά τούτο το μπραβείο πρεπ να το δίν.νε σε όποιον φέρεν’ τ’ γκαταλαγιά κι τν ειρήνεψ, οχ’ σε όποιον κάμεν’ πόλεμο.

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Κι πάλε καλά τς το δώκαν. Δω έχνε φτουχέψ το γκόζμο, κι δε κνιέται αρθούν’. Δε νέναι τούτους καταλαγιαζμός; Σε κουμάτ θα τς φλούνε ο κόζμος τα χέρια τς, άμα τς δίν.νε λαχανίθρες στο συσσίτιο.

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Κι πώς το καταφέραν κυρ Μενέλου τούτο; Ναρκουτικά μας ποτίσαν;

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Με τν εκπαίδεψ, σα ντο σκύλο τ’ Παναγή. Ήνταν ο σχωρεμένος ο Παναγής ο Κρικ’ς στο Πουρπούλ, κι ένας στρατιωτικός που είχε ένα σκύλο, πήρε άδεια ένα μήνα κι άφκεν το σκύλο στον Παναγιώτ. Τον λεγ’ πάρε φράγκα κι θα τον ταγίγ’ς κιγ’μά κι κρέας. Σα γύρσεν βρήκε το σκύλο κολλ’μένο, έτοιμο να ψοφήσ’ απ’ τ’ πείνα. Τον λεγ’, μπρε Παναγιώτ, δε τον τάγ’ζες κιγ’μά; Τον λεγ’ ο Παναγής, δε ντον τάγ’ζα κιγ’μά, αλλά τον εκπαίδεψα να τρωγ’ τς μελ’τζάνες ωμές. Τον πετά μια μελ’τζάνα ωμή, κι ο σκύλος τ’ καταβρόχθσεν στο λεφτό.

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Κι ήνταν ανάγκ’ να τς δώκνε το μπραβείο;

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Κι γιατί να πάρνε οι αλλ’; Πήγαν να τς ξεπεράσνε, γι αυτό το δώκαν σε ουλ’, σα το χουζμέτ τς Αγγελικώς. Ήνταν η σχωρεμέν’ η Βωτώ, η γ’ναίκα τ’ αργολάβου, τ’ Μαστρογιάνν’. Λέγαν πόσες φορές ανεβαίν.νε τ’ συκιά, δηλαδή πόσες φορές το κάμνε. Λεγ’ η Βωτώ, ο Γιαννης μου μία φορά τη βραδιά. Ρωτούνε το Γούρτζελο το Δημητρό, εσύ; Λεγ’ κι αυτός μια φορά τ’ βραδιά. Εσύ Κωστή, ρωτούνε το Νταμπάκ’. Πετιέται η γ’ναίκα τ’ το Αγγελικώ κι λεγ’, εννιά. Τι, λένε, τ’ βραδιά; Οχ’, λεγ’ το Αγγελικώ, τ’ βδομάδα. Γυρίζ σιγά – σιγά στον άντρα τς τον Κωστή κι λεγ’. Έβαλα και δυο παραπάν, να τς ξεπεράσομ.

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Φκαριστούμε κυρ Μενέλου. Αν’ξε τώρα δυο γαζόζες να τς πιούμε.

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Μια θα ν’ ανοίξου. Εσύ να πιεις απ’ τς εθκιές.

***Αγαπητοί αναγνώστες ευτυχείτε. Μην ανησυχείτε. Μόλις μάθετε κι σεις να τρώτε μελιτζάνες ωμές, θα δώσουν στον πρωθυπουργό μας κι άλλο βραβείο.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Οι διαβουλεύσεις με την τρόικα, η Σημίταινα και η Καγκήδαινα


ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Σήμερα ο Λημνιός πολιτικός αναλυτής κυρ Μενελής Λεμπέσαρος, στη σειρά «πολιτικά σεμινάρια» συζητά με τον ανταποκριτή μας κυρ Γιώργαρο Πουρπουργιανό το θέμα των διαβουλεύσεων της κυβέρνησης με την τρόικα για το πακέτο μέτρων.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Για πέμας κυρ Μενέλου τι έναι τούτες οι δγιαβουλεύσες τ’ γκουβέρνου με τ’ τρόικα;

ΜΕΝΕΛΟΣ: Κάτσε κυρ Γιώργαρε να πάρω μια ανέσα, που με έπιασες απ’ τα μούτρα, πε κι μια καλ’μέρα, φέρε κι καμιά γαζουζούδα να βρέξω το γκάρεγκλα μ’ μαθέ. Δγιαβουλεύσες θα πει δγιαβουλοκουβέντες, του λεγ’ η λεξ μουναχή τς.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Τι θα πει, σε ρώτ’σα.

ΜΕΝΕΛΟΣ: Θα πει παζάρια, αυτό θα πει.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Κι έναι τόσου παζαρτζήδες οι θκοι μας λογάτε κι δε συφωνούνε; Μας έχνε αγκαστρώσ’ τόσου καιρό.

ΜΕΝΕΛΟΣ: Πασκίζνε να πάρνε κουμάτ γουρτζελάλευρου παραπάν.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Τι γουρτζελάλευρου κι γιαρμά με τζαμπνίγ’ς κυρ Μενέλου; Τίπουτας γουρτζέλια θα ταγίσνε;

ΜΕΝΕΛΟΣ: Για γουρτζέλια μας έχνε. Μια βουλά γύρεψε ένας μια γ’ναίκα να τ’ μπαντρευτεί. Ου μπαμπάς τς ου Ν’κόλας δε τουν ήθελε γιατί ήνταν αχαγίρευτος, αλλά μάζωξεν κι τς αδερφοί τς να του κουβεντιάσνε, να κάμνε δγιαβουλεύσες καλή ώρα. Ήνταν κι κουμάτ μεγαλουκουπέλα η δυχατέρα κι ξεβγιάζνταν όσο νάναι. Αφού λέγαν άλλος του κουντό τ’ κι άλλους του μακρύ τ’, λεγ’ ου Ν’κόλας: «Ας τς τ’ δώκουμ μπρε σεις, κι άμα δε γκαμ προυκουπή, δεκεί που έχουμ δυο γουρτζέλια, πε π’ θα ταγίζουμ άλλου ένα». Για γουρτζέλια μας έχνε κι γοι Ευρουπαίγ’, γιατί γουρτζέλια είμαστε.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Πουλύ αψύς κι σκληρός είσαι κυρ Μενέλου μαθέ. Για τς πουλιτικοί λες ή για του λαό;

ΜΕΝΕΛΟΣ: Πουλιτικοί κι λαός που λες κι συ, ό,τι τα σκατά κι του φκιαρ.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Δεν αντρέπεσαι κυρ Μενέλου να λες ότε κι καλά ου λαός έναι σκατά;

ΜΕΝΕΛΟΣ: Είπα γω του λαό σκατά; Είπα ό,τι τα σκατά κι του φκιαρ. Δε νείπα ποιος έναι τα σκατά κι ποιος του σκατοφούκιαρου. Εσύ μπουρείς να τα τουπουθετήγ’ς ποιον θα βαφτίγ’ς σκατά κι ποιον σκατουφούκιαρου. Ένα πράμα μαθέ έναι ου λαός; Ουλ’ οι παγαπόνταρ, οι ψεύταρ, οι κλέφταρ, οι φουρουφυγάδες, οι λουπουδύταρ που γλέπουμ κι ακούμε δίπλα μας δεν ανήκνε στου λαό;  

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Τέλους πάντων. Πώς του γλεπς του μέλλον; Θα τ’ μπάθουμ τ’ γκασκαρίκα;

ΜΕΝΕΛΟΣ: Του μέλλον του γλέπου όμορφου σα ξουδ, λαμπρό σα μπου λένε οι πουλιτικοί μας. Όπους λαμπρό ήνταν κι του παρελθόν. Θμάσαι τα μουγαλεία επί Σημίτ με τς Ουλυμπιάδες, τν ισχυρή Ελλάδα κι του χρηματιστήργιου, γή τα κουβαρνταλίκια επί Καραμαλή με τν επανίδρυσ’ του κράτους, τς χιλιάδες διουρισμοί, του ιερό Βατουπέδ κι τς κουμπάρ; Γη Ελλάδα μπλουχώργεν μουναχή τς σα ντου νερό στ’ αυλάκ’. Δε χειργιάζνταν ούτε να τ’ γκυβερνούνε. Του κουντέλ’ του μπανταντό ου Σημίτ’ς ουλ’ τ’ μέρα κατρεφτιάζνταν μπας κι αψήλουσε, κι ου βόδαρους ου Καραμαλής ουλ’ τ’ μέρα έτρουγε πρεζόλες κι έκλανε σα ντου μλαρ κι σα ντου χιουνή. Όντας χειργιαστήκαμ κανουνικό πορδυπουργό, μας έτυχε ου αχμάκ’ς ου Γιουργάκ’ς με το αποδήλατο, κι ου ψευταρίγκους ου Αντουνάκ’ς με τα κουστουλουγημένα.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Με τα δάνεια γίνουμαι κι γω πορδυπουργός.

ΜΕΝΕΛΟΣ: Γιατί, δύσκουλου έναι; Ου καθείς μπουρεί να γιν’. Δε λέμε για κανουνικό πορδυπουργό, τούτο έναι δύσκολο. Αλλά για γιαλαντζή, όπως ήνταν τούτα τα ζα, έναι παιχνιδέλ’. Κι γη γριγιά η Καγκήδαινα μπουρεί να γιν’. Είχε ερτ μια βολά ο Σημίτ’ς στ’ Λήμνος κι πήγε να δγει τα Καβείρια. Ήνταν καλοκαίρ, ντάλα ου ήλιους, κειος μπλουχώρσεν κι βίγλιζε τς κουλώνες, κι η γ’ναίκα τ’ η Δάφεν’ έκατσε στουν ήσκιου, σε ένα μπεζουλούδ κατ από ένα δέντρου, μια σκιούκλα, που εχ’ στν είσουδο. Έρχεται σε κουμάτ μια γιργιά που φύλαγε δεκεί κουντά τα πρόβατα κι τς έπιασε λακιρντί . «Από πού είσαι κορτσούδιμ εσύ», τ’ ρουτά. «Απ’ την Αθήνα», λεγ’ η Δάφεν’. «Κι κειουνάς ου κοντέλιας, άντρας σ’ έναι;» «Ναι», ξαναλέγ’ η Δάφεν’. «Να τουν παρς κουρτσούδιμ κι να έρτετε να κάτστε εδώ στ’ Λήμνος που εχ’ ησυχία. Η Αθήνα έναι αναθεματ’ζμένο μέρος. Μια βολά που με είχαν παγ’ τα παιδιάμ’ κόντεψα να λουλαθώ απ’ τ’ βουγή», λεγ’ η γριγιά. Ναι, ναι, απαντούσε η Δάφνη, τι να πει η γ’ναίκα. Ε, κάποτες φύγαν, κι ου υπάλληλος τς αρχαιουλουγίας λεγ’ στ’ γριγιά: «Μπρε λουλή είσαι; Ξερς ποιοι ήνταν τούτεν’, που τς ήλεγες να έρτνε να κάτσνε στ’ Λήμνος; Ου προυθυπουργός ου Σημίτ’ς κι η γ’ναίκα τ’ η Σημίταινα». Κι τουν απαντά η γριγιά: «Άκσε να σε πω, δε τς είπα κι στραβή έναι η μύτη τς, σιγά τα προυσώπατα, κι άμα τούτεν’ ήνταν η Σημίταινα, κι γω είμαι η Καγκήδαινα».      

***Αγαπητοί αναγνώστες ευτυχείτε. Κι άμα σας πούνε να γίνετε πρωθυπουργοί, ή υπουργοί, βουρ. Χειρότεροι από αυτούς που έχουμε δεν θα είσαστε. Αλλά ούτε και καλύτεροι.

 

Ακραία μέτρα κι γη άκριγια τς ακρότητας


ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Σήμερα ο Λημνιός πολιτικός αναλυτής κυρ Μενελής Λεμπέσαρος στην εκπομπή «πολιτικά σεμινάρια» θα μας εξηγήσει το ζήτημα των οικονομικών μέτρων που έλαβε η κυβέρνηση για τη σωτηρία της πατρίδας. Στις ερωτήσεις ο ανταποκριτής μας κυρ Γιώργαρος Πουρπουργιανός.

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ:  Κυρ Μενέλου σήμερα θέλου να μας ξιδιαλύν’ς τι έναι τούτα τα οικουνουμικά μέτρα, που θα παρ ου πορδυπουργός κυρ Αντών’ς κι του γκουβέρνου. Του ζήτμα έναι κουμάτ μπερδεμένου κι να μας του ξιμπερδέγ’ς.

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Δε με του διν’ς ξιμπερδεμένου να στου μπερδέσου, καλύτερα;

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Α, ορεξούδα εχ’ς γλέπω. Έλα σ’ ακούμε.

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Τι δε γκατάλαβες απ’ τα μέτρα μπρε κυρ Γιώρεγ’; Γλεπς ένα ταυρί που μγιάστκεν κι σε μουνταίρεν’  κι είσαι στς δυο οργιές μακριγιά. Δε ξερς τι θα παθς; Αλλά άντε, να σε πω. Όντας λέμε, παράδγμα, ότε μια γ’ναίκα παίρεν’ τα μέτρα σε ένα άντρα, τούτο θα πει ότε τουν γραδιάζ, κι τουν κοβ από χουζμέτ μεριά, τι λουγιά θα νέναι, πόσου θα πουμείν’ φκαριστημέν’ κι τα λοιπά κι τα λοιπά.

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Θος φλαξ. Τουν μετρά του αργαλείου με τ’ μεζούρα μαθέ;

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Δε χειργιάζεται. Με του ματ. Η γιαγιά μ’ η Βωτώ ήλεγε ότε η ξερή π’ θα με φραν’ απ’ του καλαμοβράκ’ φαίνεται.

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Γω σε ρώτ’σα για τα οικουνουμικά μέτρα, οχ’ για του μέτερμα τς ανουμουλόγητς.

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Να σε πω άλλου παράδγμα. Να, έναι σα ντα μέτρα που σε παίρεν’ ου μαραγκός για τ’ γκάσα σ’. 

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Φτου, φτου, φτου, κυρ Μενελή. Δάγκασε τ’ γλώσσα σ’. Μάνα γω κουβέντες. Κατάλαβα. Και τι έναι για νάχουμ καλό ρώτμα τα ακραία μέτρα; Πουλλά μέτρα λεγ’ έναι ακραία. Κι μη μ’ αρχινίγ’ς πάλε με τ’ ξερή κι τ’ χλουρή. Μίλ’ξε αθρουπνά κι ιπιστημουνικά. Να λες τ’ ξερή όπους τν ήλεγε μια δασκάλα σν Ατσκή. Τν ήλεγε φυσ’ κι τν ήλεγε κι ακρότης. 

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Τα μέτρα έναι η πείνα κι τα ακραία μέτρα η ψοφόπνα.

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Κι γιατί τα  λένε ακραία;

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Γιατί σε τ’ βάζνε απ’ τη μια άκριγια ως τν αλλ’, τν απαυτήν’…με του ζμπάθγειου τν ακρότης, που λες κι συ.

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Έναι καλά τούτα τα μέτρα;

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Δε νέχνε ούτε μεσ’ ούτε άκριγια.

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Με τούτα τα μέτρα όμους, λεγ’ ου πορδυπουργός κυρ Αντών’ς, θα νέχουμ τ’ θεσ’ μας στν Ευρώπ.

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Ναι, στν άκιργια - άκιργια.

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Κι γιατί τα παίρνε;

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Δε βρισκ’ς άκιργια.

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Θα ν’ ανοίξνε δλιες;

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Δλιούδα μόνε στν ακριγιούδα.

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Κι ου κόζμους τι κάμεν’;

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Δε μπουρεί να κουλλήσ’ τη μια άκιργια με τν αλλ’.

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Ναι αλλά τα ακραία μέτρα λεγ’ τα δγιατάζ η τρόγ’κα.

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Εμ, ακριγιανός μσαφίρς, του κακόσ’ θελ’.

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Τι κάμεν’ δηλαδής η τρόγ’κα;

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Το κάθα πράμα του πιαν’ απ’ τν άκριγια.

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Κι έναι η τρόγ’κα ανώτερ απ’ του πορδυπουργό; Μπουρεί να τον δγιατάζ μαθέ;

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Ου κώλους δγιατάζ κι βασιλέ ακόμα.

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Κι τι τουν λεγ’ δηλαδής;

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Κάτσε στν άκριγια.

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Τι δγιάτανο πορδυπουργός έναι μαθέ που κάθεται στν άκιργια κι δε μπαιν’ μπρουστά;

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Άκιργια - άκιργια βαρκάρημ να σε πούνε καπετάνιο.

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Κι γιατί μας του πάνε λάου - λάου τρίγια χρόνια τώρα κι δε μας βάζαν τν ακρότης, συγγνώμην τα μέτρα ήθελα να πω, απ’ τν αρχή;

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Του πάνε σα ντο λημνιό του τραγδέλ’. Άκσε: «Τν ακριγιούδα α σε βάλω / μόνε για να ξεγλιαρέψεις / τν άκριγια τν ακριγιανή. / Κι άμα θελ’ς για να χουρτάγ’ς / στν αλλ’ την άκριγια α φτάσω / πόναι πισ’ απ’ τ’ μεστμενή».

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Σάχλες μπούχλες. Γω ξέρου ότε ο πορδυπουργός κυρ Αντών’ς όπους κι ου άλλους ου κυρ Γιουργάκ’ς, δε ξέραν. Δε ξέραν, πώς του λένε.

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Σα ντο Κμουσινιώ. Τώρα όμους θα τα πω ιπιστημουνικά κι ευγενίδκα μην έχουμ ντράβαλα. Ήνταν παλιά στο Πουρπούλ μια μσουχαζέλα η Κμουσινιούδα κι ένας γείτουνας ου Αθανάγ’ς τν ήγλεπε όπους ου κάτους τα ψάρια. Τ’ λεγ’, α σε δώκου μση οκά θρυψίν’ να σε εισχουρήσου τν ακρότημ’. Λεγ’ του Κμουσινιώ εντάξ αλλά θέλου μια οκά, οχ’ μση. Λεγ’ ου Αθανάγ’ς, οχ’, μια οκά έναι πουλλή, σα θελ’ς μση. Εντάξ λεγ’ του Κμουσινιώ, αλλά κι συ θα με εισχουρήγ’ς μόνε τη μση ακρότης. Γίν’κε του χουζμέτ, αλλά ου Αθανής εισχώρσεν ουλ’ τν ακρότης, κι οχ’ μόνε τη μση. Ε, τον λεγ’ του Κμουσινιώ, τι πήκαμ; Τη μση πήκαμ, συ τν εισχώρσες μποτούν’κια κι ουλάκερ. Κι λεγ’ ου Αθανάγ’ς: Γω νόμζα τη μση, αλλά απ’ τ’ μεσ’ κι σα μένα.

***Αγαπητοί αναγνώστες ακριγιοευτυχείτε. Και προσεχτικά, άκριγια - άκριγια και τοίχο - τοίχο.  

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η ανάπτυξ κι οι μπισκότες τ' Βαγή


ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Σήμερα ο Λημνιός πολιτικός αναλυτής κυρ Μενελής Λεμπέσαρος θα μας αναλύσει το θέμα της οικονομικής ανάπτυξης. Στις ερωτήσεις ο ανταποκριτής μας κυρ Γιώργαρος Πουρπουργιανός.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Σα ντα χιόνια κυρ Μενέλου. Τι πράμα έναι τούτεν’ η ανάπτυξ που μας ζάλ’σεν ου πορδυπουργός κυρ Αντών’ς;

ΜΕΝΕΛΗΣ: Πρώτα η γαζόζα.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Τι πρώτα η γαζόζα.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Πρώτα να με τρατάρς τ’ γαζόζα  που με ταγ’ς κάθα βολά που έρχομαι κι απέ θα ζντήξου.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Ααααα. Τ’ γαζόζα. Σε τν έχω έτοιμ. Μπλουχώρα. Λίγου πράμα, μουγάλ’ αγάπ.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Άξα να σε φαγ’. Ναι, αγάπ που δεν εχ’ μάλωμα πιαν’ γιωμό. Μπλουχουρώ. Πα στν ανάπτυξ λέμε ότε έναι ένα παιδέλ’ που αρχίζ κι πετνοχωρίζ και έναι πα στα καλά τ’ μαθέ, που καταλαβαίν’ τ’ δύναμητ’, που έναι γεμάτα τ’ αρχίδιατ’ με του ζμπάθγειου, που δις τν ώρα πού τουν γυρεύς, πού τουν βρισκ’ς, έναι μες του αναγκαίου κι τ’ μπαιζ…

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Ε,ε,ε, κυρ Μενέλου, μουγάλ’ φόρα πήρες κι θα θυμθείς κι τα βαφτίσασ’ φορούμ, πάτ’σε φρένου, γω σε ρώτ’σα για τν ανάπτυξ στν οικουνουμία, κι συ μας λες για τ’ ντρούμπα κι του χνι που κάμνε οι μουρλάδες.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Μη βιάζεσαι κι ξεβιάζεσαι κυρ Γιώργαρεμ. Πρώτα αγγαρίζ ου γάδαρους κι ύστερα κοβ. Του ίδιου πράμα έναι η ανάπτυξ στν οικουνουμία που λες, με τ’ ντρούμπα που παίζνε οι μορλάδες.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Λιανά σε περικαλώ.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Κι λιανά κι χουντρά. Η κανουνική ανάπτυξ έναι να δλευς σαν άθρουπους κι οχ’ σα ζο, κι να μπουρείς να ζηγ’ς σαν άθρουπους κι οχ’ πάλε σα ζο. Η ανάπτυξ που λένε ουλ’ τούτεν’ οι…αναπτυγμέν’ έναι να δλευς απού ήλιου σε ήλιου σαν αράπς, να παίρεν’ς δεκαπέντε ευρώ μερουκάματο χωρίς ασφάλισ’, κι να παρακαλείς κιόλα. Εσύ πουμέν’ς με τ’ ντρούμπα κι ου αφεντικός με τν ευκαρίστησ’. Εσύ δεν’ς ένα κόμπου άλ’μμα πα στ’ γκαρδιάσ’ κι ου ιπιχειρηματίας τ’ κώλου αλ’μματών’ τν αντέρατ’. Συ απ’ τν ατσιγαριά εχ’ς μαυερζμένου του μάτισ’, καπνίγ’ς κι τα σκ’λουκούραδα κι ξεσέρεν’ς τς καβαλίνες μες στου γκαφενέ κι κειος παγαίν’ στ’ Λόντρα για καφέ. Κατάλαβες; Νόγ’σες;

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Ναι αλλά με τν ανάπτυξ ανοίγνε δλιες. Δημιουργέντεν πλούτια. ΜΕΝΕΛΗΣ: Εσένα σε πομέν’ η δλια κι σε κειον πομέν.νε τα πλούτια. Ε καμένε Γιώργαρε, αμπέλια μ’ αγγαριές μόνε για τσαγίρ προκόφτνε. Μια βολά ήνταν αργάτες ου Σταύρους ου Μπουρμάς κι ου Κώστας ου Τραγάρας. Σκάβαν αμπέλ’ απού νύχτα σε νύχτα. Μερουκάματου δυο βδούλες ψουμί κι απού ένα πνακ’ κθαρ. Σα βράδυασεν, κομμέν’ κι μπλανταμέν’, είχαν φαγ’ κι τα ψουμιά, λεγ’ ου Μπουρμάς: «Τώρα μπρε Κουστή τι κάμαμ; Σκάβαμ ουλ’ τ’ μέρα για δυο πνάκια κθαρ που δε ντα τρωγ’ ούτε ου γάδαρους. Δε κάθομέστε μπάρεμ κατ απ’ τ’ σκαμνιά να γυλ’τώσουμ κι τ’ γκούρασ’;». Σε απάντ’σα;

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Πώς νιώθνε οι Λημνιοί τν οικουνουμική κρισ’ κυρ Μενέλουμ;

ΜΕΝΕΛΗΣ: Δε τ’ νιώθνε.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Γιατί έναι αναίστητ, ή πεθαμέν’;

ΜΕΝΕΛΗΣ: Περνούνε καλά όπως κι γοι πεθαμέν’. Μια βουλά πέθανε ου Γληγόρς ου Κ. στν Ατσκή. Μια που εν τη ζουή τουν άρεζεν του ρακούδ, πήγαινε η γ’ναίκατ’ κι τουν άφνε πα στου μνήμα κάθα Σάββατου ένα κατουστάρ μπουκαλούδ με ρακί, κουμμάτ σαλαμούρα, καμμιά ελίδα, οτ’ είχεν. Του ανακάλ’ψεν ου Αντρέας ου Σκληρός κι κάθα Σάββατου σούρουπου πήγαινε κι τα κουπάν’ζεν στα μστάκιατ’. Η χήρα όσο ήγλεπε που λείπαν τα πράματα, τόσο κι τουν πήγαινε. Σε λεγ’ θα τα τρωγ’ ου πεθαμένους. Ένα Σάββατου ου Σκληρός παρακαίρσεν κι πήγε στου νεκρουταφείου νύχτα. Δίπλα είχε δεσ’ τα ζα ου Χρήστους ου Τσαπτσαλής. Παρακαίρσεν κι κειος κι πήγεν αργά. Ου Χρήστους φουβούνταν κι για να παρ θάρρους τραγούδγεν κι σε μια στιγμή φουνάζ προς τς πεθαμέν’: «Ε σεις δεκεί μέσα πώς τα περνάτε;». Ου Αντρέας στου τσακίρ κεφ απαντά: «Μια χαρά. Εσύ;». Ου Χρήστους έπαθε σαραλίκ’. Του βαζ στ’ ρέντα παγαίν’ στου γκαφενέ ξεπνογ’ζμένους κι τς λεγ’: «Κειν’ σα βουρνά οι πεθαμέν’ ξυπνήσαν». Ε, οι πεθαμέν’ Γιώργαρε μπουρεί να ξυπνήσνε, αλλά οι Λημνιοί δε μπρόκειται.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Λέγε οτ’ θελ’ς. Γω ξέρου ότε ου πορδυπουργός κυρ Αντών’ς με τν ανάπτυξ στουχεύ’ αψλά σα μπου λεγ’ ου ίδιους.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Ναι, αψλό κώλο ρέχτκιες, στα μούτρα σ’ κλαν’.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Γω ξέρου ότε με τν ανάπτυξ ούλα τα μαξούλια φουσκών.νε κι χουντραίν’νε.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Ναι σα τς μπισκότες τ’ Βάγιου. Ου Βαγής ου Τσεπέλιας ήνταν παιδέλ’ κι ου Ντίνους ου Ζαΐμς που είχε μπακάλ’κου, σν Ατσκή, τουν έδωκε μια τζελατίνα με μπισκότες, σα ντουν ήγλεπε π’ βαστούσε τα κερουλίβανα. Να τς βαλ’ς του προυί μες στου γάλα να τς φας, τον είπε. Σε λίγες μέρες τουν φώναξε να τουν ξαναδώκ’ μπισκότες. Ου Βαγής δεν ήθελε. «Γιατί μπρε αγόρεμ δε σ’ αρέζνε:» τουν λεγ’ ου Ντίνους. Κι λεγ’ ου Βαγής: «Δε τς θέλου γιατί με πίν.νε του γάλα». Εδιέτς κι γη ανάπτυξ. Πιν’ του…γάλα.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Σ’ ευκαριστούμε κι για σήμερα κυρ Μενέλου.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Τίπουτας δε γκάμεν’. Φερ τ’ γαζόζα.

***Αγαπητοί αναγνώστες κοιμισμένοι και ξυπνητοί ευτυχείτε. Εν πλήρει νιρβάνα και αναπτύξει.

 

 

 

  

 

Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2012

Η λίστα και τα ψώνια τς Κεραστούδας

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Σήμερα ο Λημνιός πολιτικός αναλυτής κυρ Μενελής Λεμπέσαρος στη σειρά των εκπομπών «πολιτικά σεμινάρια» θα αναλύσει το ζήτημα της «λίστας», στον ανταποκριτή μας κυρ Γιώργαρο Πουρπουργιανό.
ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Καλ’μέρα κυρ Μενελή. Να κι η γαζοζούδα σ’, που κάμεν’ς σα τν αγκαστρουμέν’ κάθα που έρχεσαι κι σάνασκι είσαι γαρζμένος κι μπλανταμένος. Τι θα πει κυρ Μενέλουμ «λίστα»;
ΜΕΝΕΛΟΣ: Λύστα θα πει να λυγ’ς, σα μπου λέμε «λυσ’ τα βρακιά σ’». Γιατί όμους με ρουτάς, έπιασε κόψμο κανέναν;
ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Δε γκατάλαβες κυρ Μενέλου. γω σε ρώτ’σα για τ’ λίστα με του «ι» του γιώτα, του κατσουνούδ, τούτου που λες εσύ γράφεται με με του «ι» του ύψιλον, του κατσαρουλούδ ή σα θελ’ς του χαρανούδ. Για τ’ λίστα σε λέγου που χάθκεν κι τ’ ψάχνε ουλ’.
ΜΕΝΕΛΟΣ: Εμ άμα λυν’ κανείς τα βρακιά τ’, φορούμ ανάγκ’ θα νεχ’ κι θα χειργιαστεί κι κανένα αγγειό γή χαρανούδ, σα δε νέναι όξω στο γκάμπο. Τώρα α νέναι τίπουτας κτσος κι εχ’ κι κατσώνα π’ λες, μπουρεί να τ’ μπαθ τη δλια κι να χεστεί απάνετ με του ζμπάθγειου. Εξόν κι α λες για τ’ λήστα, τ’ λησταρχίνα, που έναι η γ’ναίκα τ’ λήσταρχου.
ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Πάλε δε γκατάλαβες. Άκσε να σε κάμω κουμάτ γραμματκή.  Τα «ι» έναι τρία. Του κατσουνούδ, του κατσαρουλούδ κι του ήτα, που έναι σα σκαμνούδ. Γω σε ρώτ’σα για τ’ λεξ «λίστα» που εχ’ μέσα του «ι» του κατσουνούδ.
ΜΕΝΕΛΟΣ: Μπρε συτχαίν’ς για του γκατάλογου που είχε μέσα εκείν’ που είχαν τα φράγκα, τα μυργιομελέγουνα στν Ελβετία; Μίλα μαθέ αθρουπνά, που με αρχίν’σες με κειν’ που τς έπιασε κόψμου κι βαστούσαν κι μπαστουνουκάτσουνο κι κάνταν κι πα στου σκαμνί, κι πα στν αναμπουμπούλα χάσαν κι τ’ λησταρχίνα. Ε, σαν τι θελ’ς να σε πω;
ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Να μαθέ, αντίς να τς κάμνε έλεγχο κι αγιάρ ουλ’ τούτεν’,  για να πλερώσνε του φόρου, δε τς κάμαν λεγ’, γιατί ου κατάλουγους που λες κι συ, ήνταν «ατύπως». Τι θα πει μαθέ «ατύπως»; Και τι ήνταν η λίστα κι χάθκεν, βελόν’ ήνταν;
ΜΕΝΕΛΟΣ: Δίκιο έχνε οι αθρώπ. Ου κατάλουγους ήνταν…ατύπως. Σα να κάμεν’ ένας μια ληστεία κι να τουν πιαν’ ου πουλίτ’ς. Άμα δε ντον πιασ’ ου αστυνόμους δε μπορούνε τώρα να τον κάμνε τίπουτας γιατί η σύλληψ ήνταν…ατύπως. Τι του πέρασες του κράτους; Γιάγμα; Τώρα μπλια είμαστε Ευρώπ, δε μπουρεί ο καθείς να κάμεν’…ατύπως. Οι πουλιτικοί μας έναι τυπικοί. Ύστερα ούλα τα ουνόματα ήνταν γραμμένα πα σε ένα πραματούδ διαβουλέρ που του λένε στικάκ’, μουγάλου σαν ένα νυχ’. Δύσκολου έναι να χαθεί μες στς μπουζνάρες τ’ Βενιζέλαρου;
ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Γω ξέρου ότε φουρουλουγούνε τς γριγιές με τα τρακόσα ευρώ κι αφήν.νε εκείν’ που έχνε δισεκατουμμύργια, τα μυργιουμελέγουνα, που λες κι συ.
ΜΕΝΕΛΟΣ: Δε νέναι εύκουλου. Εξόν που έναι…ατύπως, έναι σα να λες ένα αργάτ να σκαψ ένα βνο με βίνα. Ενώ τς γριγιάς η σύνταξ έναι παιχνίδ. Σα να λες τουν αργάτ να σκαψ μια σπουργίδα άμδα.
ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Δε τ’ δγείκαν καθόλ τ’ λίστα λεγ’. Δε μπουρούνε να γλέπνε τα…ατύπως. Τι έναι μαθέ η λίστα κανέ θεριό κι τ’ φουβούντεν κι δε ρίξαν ούτε μια ματιά;
ΜΕΝΕΛΟΣ: Φουβούνταν μη μπάθνε οτ’ έπαθε ένας παπάς στν Ατσκή τα παλιά τα χρόνια. Μια γ’ναίκα, η Κεραστούδα, έγραψε σε ένα χαρτούδ τα ουνόματα απ’ τς πεθαμένοι τς για να τα διεβάσ’ ου παπάς στν αγκλησά του ψχουσάββατο. Έγραψε κι σε ένα άλλου χαρτούδ ένα κατάλουγου με τα ψώνια που θα έκαμνε απ’ του μπακάλ’ γιατί ξέχναν λόγω η ηλικία. Έκαμε όμους λάθους κι έδωκε στουν παπά του χαρτούδ με τα ψώνια, αντίς τα ουνόματα με τς πεθαμέν’.  Ου καμένους ου παπάς με τα λίγα κολλ’βουγράμματα που ήξερε, δε μπρόσεχε τι διέβαζε, πα στ’ σφιξούρα που είχε μη καμ κανένα λάθους. Αρχινίζ να διεβάζ τα χαρτούδια που τουν είχαν παγ’ οι γ’ναίκες, υπέρ αναπαύσεως των ψυχών, Ανεστάγ’ς, Ν’κόλας, Ασπασώ, μπακαλιάρος μια οκά, βούτυρος απ’ του ντενεκέ, ζάχαρς, ένα μπουκάλ’ γαζ, κι δυο πράσα απ’ τα μεγάλα. Γι’ αυτόνου κυρ Γιώργαρε δεν ανεπιάνταν με τ’ λίστα. Σε λεγ’,  δε θελ’ς να εχ’ τίπουτας ψώνια μέσα κι να πάθουμ κανέ μασκαραλίκ’;
***Αγαπητοί αναγνώστες λιστοφόροι και ληστοπαθούντες ευτυχείτε. Και με ρέγουλα στις λίστες με τα ψώνια.