Κυριακή 25 Απριλίου 2010

Περί πολιτικής και αερίων

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Περί πολιτικής και αερίων


Έργο Ben Goossens


Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Η οικονομία της Ελλάδας παρουσιάζεται σαν μια τεράστια φούσκα, που έσκασε. Φούσκα η οικονομία, φούσκα τα λόγια των πολιτικών, φούσκα η αξιοπιστία μας, φούσκα η αξιοπρέπειά μας, φούσκα όλα. Φούσκα και αέρας κοπανιστός. Αέρας που όζει. Σαν πόρδος. Όλα ήταν μια τεράστια κλανιά, που ξέφυγε και ασθένησε την ατμόσφαιρα. Μέσα από αυτό το οσμηρό πρίσμα θα μου επιτρέψετε να ερμηνεύσω την τρέχουσα οικονομική κατάσταση, σε γλώσσα Λημνιακή.
* Πώς φτάσαμε ως εδώ; Κλάσε ο ένας κλάσε ο άλλος ρίχκιε ο πόρδος ο μεγάλος.
* Μα τι πολιτική εφαρμοζόταν τόσα χρόνια; Ξαμπουλ’τή και αμολ’σά και αμολαροπορδιά.
* Το κάθε πολιτικό κόμμα λέει ότι πρώτο αυτό είχε διαβλέψει τον κίνδυνο και είχε προειδοποιήσει. Πρωτομυρστής, πρωτοκλαστής.
* Μα θυμάστε τις Ολυμπιάδες και την ισχυρή Ελλάδα του Σημίτη; Όποιος καυκιέται το μπόρδο τ’, τον πιν’ ο ίδιος.
* Μα κι εμείς οι πολίτες καυχόμαστε. Όποιος πολυκαυκιέται κλαζμένος νογιέται.
* Κι ο Καραμανλής με το ύφος του Καίσαρα, τι έκανε έξι χρόνια; Είχε αράξ τν αρίδα τ’ και πορδάρζεν.
* Θυμάστε πόσο σίγουρος και δυνατός φαινόταν ιδίως στην αρχή; Έκλανε και έφεγνε το χώμα απ’ το κοβναρούδ’.
* Σχεδόν μέχρι τέλους ηθοποιός, κανείς δεν είχε πάρει χαμπάρι τι γινόταν. Ζγομλοπόφσκαρος και ζγομλοκλάναρος.
* Κι όμως έχουν το θράσος να μιλούν ακόμα και να λένε πως δεν φταίνε. Δε γκλάσαν, μον κάμαν μπουρτ.
* Και τα δυο κόμματα έκαναν τον χουβαρδά και τον άρχοντα με τα δάνεια. Είπα σου κυρά μ’ να κλαν’ς αλλά μη ντο παρακάν’ς (Ούτε να το παραχέγ’ς).
* Πώς φέρθηκαν έτσι οι πολιτικοί, πώς εξηγείται αυτό; Ο χαδεμένος παπάς και μες στν αγκλησά κλαν’. Κι ο παραχαδεμένος χεζ κιόλα.
* Τόσα χρόνια οι πολίτες κοιμόμαστε; Ο κοιμζμένος χρωστά στο ξυπνητό πέντε κλανιές.
* Είναι να τρελαίνεσαι, δεν κρύβονται σε μια τρύπα οι πολιτικοί των δύο κομμάτων, αλλά βγαίνουν αγέρωχοι στην τηλεόραση και προτείνουν λύσεις. Δεν έκλασε και ν’ αντραπεί, μον έκλασε και γέλασε.
* Μα και τα άλλα κόμματα, το μακρύ τους και το κοντό τους. Καθένας ντ μπορδιά τ’ τ’ νομίζ’ μοσκοκύδωνο.
* Υπήρχαν εναλλακτικές λύσεις; Ποιες οι διαφορές στις πολιτικές; Πόρδος χοχλακ’στός, στλομαχός, αρωματ’ζμένος, μπάχαρος, αθεν’στός, χόχλος, ανεβερστός, βροντολόγος, ζγομλός, παραπονιάρς, αψόπορδος, βογ’στός, ξατμιστός, παφλαστός, ξεθμαζμένος, πετναχτός, ποσφνιστός, ποφσκωτός, πτακωτός, τσκνιστός, φσκωτός, νιαγδιστός, κλπ.
* Ο λαός είχε τόσες προσδοκίες από την κυβέρνηση… Άκσε λόγο κι ήπιε πόρδο.
* Θα πείτε τι να κάνουν κι αυτοί, βρήκαν πέλαγο. Δε σε δέρνω για τον τωρνό τον πόρδο, αλλά για τον πολιωρνό.
* Τόσα ταξίδια του πρωθυπουργού και καταλήξαμε στη ξεφτίλα του ΔΝΤ. Πεσφίχτκε, πεσφίχτκε, έρξε ένα πορδέλ’.
* Τι θα μας πει το ΔΝΤ; Θα στν εφαρμόσω και θα κλαγ’ς (την πολιτική).
* Μαύρη δυστυχία περιμένει τους Έλληνες. Η πορδιά άμα δε βρωμίσ’ δεν αξίζ’.
* Τι να πουν τώρα οι πολίτες; Κι αν το πεις κι αν δεν το πεις, έχω μια πορδή να πιεις. Και Πγήκαμ, πγήκαμ.
* Και τώρα τι γίνεται; Έκλασε η νυφ σκόλασε ο γάμος.Τον ήπιε ο γαμπρός.
Ζητώ συγγνώμην, που διά μίαν ακόμη φοράν χρησιμοποιώ ποταπόν λεξιλόγιον. Εγώ επιθυμώ να γράφω εις την καθαρεύουσαν. Η αδυναμία αποφυγής των κακοήχων και κακοήθων Λημνιακών λέξεων οφείλεται εις την επιμονήν του κ. Κότσαλη, εκδότου της εφημερίδος "ΛΗΜΝΟΣ" να γράφω εις τα Λημνιά.

Σάββατο 27 Μαρτίου 2010

Πολιτικό λεξικό σε γλώσσα Λημνιά

 Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας



















Αγαπητοί αναγνώστες, μερικοί χαρακτηρισμοί στο άρθρο, που ακούγονται οξείς και δριμείς, στην πραγματικότητα είναι χιουμοριστικοί, σατιρικοί, πολιτικοί όροι, γι’ αυτό «μη ταρασσέσθω υμών η καρδία».
* Ισχυρή Ελλάδα (του κ. Σημίτη). Ψευτγιές πορδούκλικ’.
* Κώστας Σημίτης. Μπανταντό, μελεφό, αλεπδέρ, κλεφταυγουλάδκο φνουδ, ψωλέρα τ’ αλ’φαντή, σμαδεμένο τσισίτ, μαγ’μουνόκωλο φακακάρ, μπεντεβνέρ.
* Η άνθηση του χρηματιστηρίου αντανακλά την ισχυρή μας οικονομία (κ. Σημίτης). Ψεύταρ, κλέφταρ, λωποδύταρ, απατεώναρ, αγιογδυσάρδες, βρωμνιαροί, κοπρόσκ’λαρ, κερχανατζήδες.
* Επανίδρυση του κράτους (του κ. Καραμανλή). Καινούργια τσατσά, παλιές πτάνες.
* Κώστας Καραμανλής. Πόφσκαρος, κλάναρος, ψευταλ’φή, μσκαρόβοδος, φάγαρος, βούνιαθρος, καβαλ’νάς, κουραδοσούδαρος.
* Η Ελλάδα είναι θωρακισμένη από τη διεθνή οικονομική κρίση (κ. Καραμανλής). Το αυτό: Ψεύταρ, κλέφταρ, λωποδύταρ, απατεώναρ, αγιογδυσάρδες, βρωμνιαροί, κοπρόσκ’λαρ, κερχανατζήδες. Πρόστεσε και ανίκαν’.
* Η διακυβέρνηση της χώρας από τον κ. Καραμανλή. Μεγάλος πούλος πέρασε, μεγάλο κότσλο έχεσε.
* Γιώργος Παπανδρέου. Στο απάν πάτωμα δε μπομέν’ κανές, έναι άδγειο. Καλό παιδί, μπρε παιδί, αλλά δε γκάμεν’ για φαντάρος.
* Αντώνης Σαμαράς. Να κι ο άλλος. «Α δε σε τ’ βάλω σήμερα, ταχιά σε τν έχω σίγουρα».
* Γιώργος Παπανδρέου. Λεφτά υπάρχουν. Μη ντο παραξηγάτε μαθέ το παιδί, ήμαρτον, ένα λάθος έκαμε, ήθελε να πει «κωλ’ υπάρχνε».
* Ηλεκτρονική διακυβέρνηση. Αμ τι. Αμ πεκ’; Αμ το άλλο; Αμ έλμπετ. Αμ έλμπετ λογάτε. Αμ μαθέ. Αμ κειο. Αμ ώσαμε. Αμ δε. Αμ μπρε. Κο. Κο χαράστο.
* Οι πολιτικοί σήμερα. Αφρόσκατα (Ούλο στον αφρό).
* Η Ελλάδα σήμερα (οικονομικώς). Καραμπατάκ’, μπατάλω, δγιακονιαρού, μπουρτζίλα, αξεβρακωτίνα, δχνοκώλα, ζντγιανοκόματ.
* Η εκστρατεία του κ. πρωθυπουργού, για να πείσει την υφήλιο. Και μας τον βάλαν και το φωνάξαμ.
* Δύσκολο το έργο του κ. πρωθυπουργού στο εξωτερικό. «Ανάποδα στον άνεμο,
απάν σ’ ένα πουρί, βγαζ’ Γιώρεγ’ς τ’ ψωλέρα τ’, κι ανεμοκατουρεί».

* Πενιχρά μάλλον τα αποτελέσματα των ταξιδιών του κ. πρωθυπουργού. Μα τι έκανε τόσο καιρό; «Το Γιωργούδ μας παγ’ στ’ αμπέλ’, μ’ ένα κούτλο καλαθέλ’, κειο δε σκαβ’ ούτε κλαδεύ’, μον το τζούτσο του χαδεύ’».
* Η κυβέρνηση δείχνει κατανόηση για την απογοήτευση του λαού, λόγω των οικονομικών μέτρων. «Από αλάργα στον αγκμπώ, κι από κοντά στον σφνίζω, όπως το θελ’ς εσύ να γεν’, δε σε κακοκαρδίζω».
* Οι πολίτες πάντως πρέπει να πληρώνουν τους φόρους, που τους αναλογούν. Το ξετσιλ’ζμένο τ’ αρνί, στον άγιο κολμπάν’.
* Οι πολίτες πρέπει να αλλάξουν πια πολλές συνήθειες. «Ο Γιανν’ς που εν καλό παιδί, κατουρεί μον το πρωί».
* Οι πολίτες θα ζουν φτωχότερα, θα τρώνε φτωχότερα. «Σουρντί μπουρντί τα λάχανα, σουρντί και τα μαρούλια, σουρντί μπουρντί το κουνουπίδ’, και τα ροπαν’δογούλια. Σουρντί ο άφκος και τ’ αρβίθ, σουρντί η φασολάδα, σουρντί μπουρντί ο φάκαρος, χέσκε ουλ’ η Ελλάδα».
* Μια ευχή για τους πολιτικούς μας. Στον άνεμο και στο σούφνα.

Κυριακή 7 Μαρτίου 2010

Η οικονομική κρίση στα Λημνιά

Η οικονομική κρίση στα Λημνιά

(Σκιάχτρο. Φωτο. Μπάμπης Κουρεμέτης)

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Η οικονομική κρίση, που αποκαλύφθηκε ότι δέρνει την Ελλάδα, με τα τεράστια ελλείμματα και η ενδεχόμενη πτώχευση, έχουν διαμορφώσει ένα γενικό κλίμα παγωμάρας. Διάφορα ερωτήματα προκύπτουν συνεχώς. Θα προσπαθήσουμε εν τάχει να απαντήσουμε σε μερικά, με τρόπο Λημνιό και χιουμοριστικό, γιατί ότι είναι να γίνει θα γίνει, αλλά να μη μας σβήσουν και το χαμόγελο.
*Γιατί άφησε η απελθούσα κυβέρνηση να φτάσουμε ως εδώ; Τι έκανε ο πρώην πρωθυπουργός; «Γάμνιε και σφύρζε. Ακόμα και το χοζμέτ αγγαργιά τόκαμνε».
*Κι όταν μας έλεγε πριν ένα χρόνο ότι η Ελλάδα είναι θωρακισμένη, μας έλεγε λόγια του αέρα; «Όποιος αγέρα μαγειρεύ’, καπνό θα γεματίσ’».
*Και τώρα γιατί δεν μιλά; Πού είναι; «Αγέρας στ’ αρχίδια τ’».
*Οι πολιτικοί φαίνονται αιφνιδιασμένοι. Πώς δεν πήρε κανείς χαμπάρι; «Τ’ αγγειά τς κνιένταν αλλά δε βροντούσαν».
*Μα ήταν τόσο άδεια τα ταμεία; Τι άφησε η Νέα Δημοκρατία; «Τ’ αποτέτοια μ’ σε αφήνω, τα αποκατνά, με μελάν’ και κοντλοφόρο, κι πογραφή πλατγιά».
*Μα δεν φταίει μόνο η ΝΔ. ΠΑΣΟΚ και ΝΔ τα ίδια κάνουν τριάντα χρόνια. Διορισμοί, ρεμούλες, κλεψές, χρηματιστήρια, ομόλογα, βατοπέδια, εξοπλισμοί, λεηλασία των ταμείων. Και ο ένας αθωώνει τον άλλον. «Εμείς θα ν’ αγαπιόμαστε
κι όποιος ζουλεύ’ ας σκασ’, απ’ το μποκόρδαφνο το ζμι, να πιει να τον περάσ’».

*Μα άλλα μας έλεγε ο νυν πρωθυπουργός προεκλογικά. «Λόγος πόρδος».
*Έλεγε ότι θα είναι κοντά στον εργαζόμενο, ενώ τώρα, να μειώσεις μισθών, να φόροι. «Όσουπ να είχε θέρζμα, Βασίλη μ’ και Βασίλ’, και σαν αποθερίσαμ, πού σ’ είδα βρε κασίδ».
*Εκτός από φόρους, πρέπει να υπάρξει και ανάπτυξη. Ποιο είναι το σχέδιο της κυβέρνησης; "Στ' μπετσάρα πόναι κρεμαζμέν', στ' μπροστνοκατνή τη μπόρτα, α βάλω ένα κόκκαλο, να νέναι ούλο όρτα".
*Και οι υπάλληλοι της βουλής παίρνουν δεκαέξι μισθούς. "Το θκο μας το παιδί, έναι μόσκος στο χαρτί, αλλά τς γ'τόν'σσας μας ο γιος, έναι λαδοπότκαρός".
*Κρίσιμη η κατάσταση, αλλά ελάχιστα έκοψαν οι βουλευτές απ’ το μισθό τους, και παίρνουν και δυο συντάξεις. «Τα θκα σας έναι σύκα και ζλούνε, τα θκα μας έναι καρύδια και βροντούνε».
*Ο πρωθυπουργός πήγε και στη Γερμανία. Τι του έδωσε η Μέρκελ; «Άδειες κανάτες, πορδγιές γεμάτες».
*Ναι, μα έχει οργώσει την υφήλιο, κανείς δε μπορεί να το αρνηθεί. Αν μη τι άλλο αυτό χρειάζεται αντοχή. «Ο δγιακονιάρς πρεπ να εχ’ γερά ποδάργια».
*Αλλά και μέσα, δεν έκρυψε το πρόβλημα και πήρε μέτρα. «-Όξω καν’ το δγιακονιάρ, μέσα κούρντ’ζμα το κοντάρ».
*Αρκούν αυτά τα οικονομικά μέτρα, ή θα ακολουθήσουν κι άλλα; Τι λέει η κυβέρνηση; «Τν ακριγιούδα α σε βάλω, μόνε για να ξεγλιαρέψεις, τν άκριγια τν ακριγιανή. Κι άμα θελ’ς να τον χορτάγ’ς, στν αλλ’ την άκριγια α φτάσω, που έναι πισ’ απ’ τ’ μεστμενή».
*Πάντως ασχέτως επιμερισμού ευθυνών, η Ελλάδα κινδυνεύει. Τι λένε τα άλλα κόμματα; Τι λέει το ΚΚΕ; «Μπαμπά, σκέβομαι, τι όμορφες πετρούδες π’ θα κάμναμ άμα χαρνούσαμ τ’ μάντρα μας».
*Μα δεν κυβερνούσε το ΚΚΕ. Νομίζει κανείς ότι συμπαθεί τους Ευρωπαίους και ιδιαίτερα τους Γερμανούς; «Όχ’ ουλ’ τς Γερμανοί, αλλά ένα τουλάστο Γερμανό πρεπ να τον ζμπαθά».
* Δηλαδή τι λέει το ΚΚΕ; Το δγιολί το πιλιλί: "Ατόζεμ μπαμπατόζεμ κι ας χορεύ’ κι ο κώλαρόζεμ".
*Ο συνασπισμός; Ο κύριος Τσίπρας; «Κουρταλάκια παίξετε, κι ο μπαμπάς του έρχεται, και το φέρεν’ κατιτί, τυλιγμένο στο χαρτί, και το φέρεν’ λουκουμούδ, πόχει μέσα φυστικούδ, νταχτιρντί και νταχτιρντί, να χορέψ και να χαρεί, και παπούτσα δε φορεί».
* Ο ΛΑΟΣ, ο κύριος Καρατζαφέρης; Πάντως κράτησε σκληρή στάση απέναντι στη Γερμανία. «Το λιανέλ’ το σκοντλαδέλ’, ζντρόμαξε τς γριγιάς το κνελ’, το λιανέλ’ το ψωλαρδέλ’, ζντρόμαξε τς γριγιάς το μνελ’».
*Ο ελληνικός λαός δεν έχει ευθύνες; Όταν τους διόριζαν κατά εκατοντάδες χιλιάδες, μόνο με την κομματική ιδιότητα και χωρίς προσόντα, οι πολιτικοί ήταν καλοί; «Δε σε κερνώ να μ’ αγαπάς, σε κερνώ να με κερνάς».
*Πάντως έχουμε και την εναλλακτική λύση της Αμερικής. Ο Ομπάμα δεν θα μας βοηθήσει; «Χρειγιάζομέστε αράπκια για να σνέρτομ» (βοήθεια).
*Πάντως αν δε βοηθηθεί η Ελλάδα και καταρρεύσει, αυτό θα γίνει ντόμινο και θα παρασύρει όλες τις οικονομίες. «Μπαμπά, η ομάδα μας το Πορπούλ έναι πιο καλή, ή η Ρεάλ, π’ βλέπομ στ΄ντηλεόρασ’;».
*Τι θα λέμε τώρα στα παιδιά μας; «Είσαι λεύτερος; Να σέσαι, μα άμα μπαντρευτείς θα ξέσαι».
*Αγαπητοί αναγνώστες ευτυχείτε. Προσπαθήστε να σας επηρεάσουν όσο γίνεται λιγότερο όλα αυτά. Τι θα γίνει τελικά και πού θα καταλήξουμε; «Η μπομπή ναι σα ντ μπορδή, για θ’ ακστεί για θα μυρστεί».

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2010

Τρίβολοι κι αντρίβολοι

Τρίβολοι κι αντρίβολοι



Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Διάβασα στην «Ελευθεροτυπία» σε ένα άρθρο της Μαίρης Πίνη, ότι το άγριο φυτό – αγκάθι τρίβολος, αυξάνει την ανδρική σεξουαλική δραστηριότητα, λειτουργώντας ουσιαστικά ως φυσικό Βιάγκρα. Οι τρίβολοι, που στη Λήμνο είναι πολυπληθέστατοι είναι φοβερά και τρομερά αγκάθια. Το φυτό δεν σηκώνεται, αλλά είναι έρπον στο χώμα, τα αγκάθια του δε, είναι πολυγωνικές μπαλίτσες, που σε κάθε γωνία τους φυτρώνει ένα κεντρί. Ακόμα κι αν ξεραθεί το φυτό, τα αγκάθια μένουν στο χώμα και όπως δεν φαίνονται και καλά, αλίμονο σ’ αυτόν που θα τα πατήσει ξυπόλυτος. Όταν ήμουν παιδί, πολλές φορές είχα την εμπειρία του οδυνηρού τσιμπήματός του, που πολλές φορές τρυπούσε ακόμα και το παπούτσι. Το επιστημονικό του όνομα είναι tribulus terrestis. Στα Λημνιακά λέγεται αντρίβολας ή αντρίβολος. Σε άλλα μέρη της Ελλάδας λέγεται τριβόλι, τριόλι, πενταξύλι, κλπ.
Οι αφροδισιακές του ιδιότητες ήταν γνωστές από την αρχαιότητα. Στη Λήμνο τέτοια ιδιότητα δεν ήταν γνωστή. Στη Βουλγαρία κυκλοφορούν από χρόνια σκευάσματα για αύξηση της σεξουαλικής αντρικής δραστηριότητας με βάση τον…ταπεινό αντρίβολα, όπως το «τριβολίν», «τριπεστάν», «τρίμπουλους», κλπ. Μάλιστα αναφέρεται ότι αυξάνει και τη μυϊκή δύναμη, έχορηγείτο δε παλαιότερα στην ομάδα άρσης βαρών της Βουλγαρίας, πριν ανακαλυφθούν φαντάζομαι τα …γνήσια αναβολικά. Οι Κύπριοι καλλιεργητές, ως πλέον δαιμόνιοι, ήδη καλλιεργούν τον…αντρίβολα, για τις ...ανορθωτικές του ιδιότητες.
Στη Λημνιακή διάλεκτο ο αντρίβολας έχει την τιμητική του. Προσέξτε:
* Αντερβολιάζομαι. Πατώ αντρίβολα, ή άλλο αγκάθι. Επίσης έχει την έννοια του «τρελαίνομαι», «δαιμονίζομαι», ίσως επειδή όποιος πατήσει αντρίβολα κάνει σαν δαιμονισμένος από τον πόνο.
* Αντερβολιάσαν τα μάτια μ’. Πονούνε τα μάτια μου σαν να έχουν μπει αντρίβολοι μέσα. «Με τούτο τον αγέρα αντερβολιάσαν τα μάτια μ’». «Αντερβολιάσαν τα μάτια μ’ να κλαίγω».
Υπάρχει και το σχετικό τετράστιχο:

«Τα μάτια μ’ αντερβόλιασαν
για να μπαντέχω εσένα
ακόμα στο λάκο να κατβώ
δε θέλω άλλο κανένα».


* Ε, π’ να αντερβολιάσ’ το μ-ι σ’. Ψιλοκατάρα στα αστεία.
* Ώρα σ’ καλή κι αντριβόλ’ στο δρόμο σ΄. Οξύμωρον.
* Εχ’ αντερβόλ’ μες στο βρακί τς. Για την ζωηρή γυναίκα περί τα σεξουαλικά.
* Τσαπίζ’ αντερβόλ’. Για το γεωργό που η καλλιέργειά του είναι πολύ φτωχή, ή για κάποιον που η δουλειά του δεν είναι προσοδοφόρα.
* Στον άλλο κόσμο θα ν’ αλωνίζ’ αντριβόλ’ με το πράμα τς. Για τη γυναίκα που …φυλάει το αιδοίον της υπέρ το δέον και δεν το…χρησιμοποιεί.
* Πατεί αντριβόλ’. Για κάποιον που χορεύει ατσούμπαλα, χοροπηδηχτά, σαν να έχει πατήσει αντριβόλους.
Σκέφτηκα, με το άθλιο διαστροφικό Λημνιακό μυαλό μου, ότι
πέραν των γλωσσικών… αντριβολικών παραμέτρων, υπάρχει πεδίο πρακτικής εκμετάλλευσης του φυτού στη Λήμνο μας. Πρώτον, λόγω της οικονομικής κρίσης, οι ανήμποροι και αναγκεμένοι περί τα σεξουαλικά, αντί για βιάγκρα, να πίνουν ένα αφέψημα με γνήσιο Λημνιακό αντρίβολα. Δεύτερον, οι γεωργοί μας, για τους οποίους δεν υπάρχει…σάλιο κατά την κυβέρνηση, μπορούν να αρχίσουν να καλλιεργούν …αντριβόλους. Έτσι κι αλλιώς, πιο ακριβοί θα είναι από το σιτάρι, που τους το πληρώνουν είκοσι λεπτά το κιλό. Μπορούν να τους επεξεργάζονται κιόλας, να τους συσκευάζουν και με μια κατάλληλη διαφημιστική καμπάνια να βελτιώσουν τα οικονομικά τους. Σκεφτείτε διαφημιστικά σλόγκαν, όπως: « Ο αντρίβολας σέρνεται στο χώμα, αλλά εσάς σας ανεβάζει στον ουρανό», ή έμμετρα, «Όταν πίνεις τς αντριβόλ’ θα βατεύ’ς σα τρεις διαβόλ’», ή «Ορθώστε το…ανάστημά σας με Λημνιό αντρίβολα», κλπ.
Αγαπητοί αναγνώστες, όσοι έχουν προβλήματα …αντερβολικής φύσεως, μπορούν να δοκιμάσουν. Η συνταγή είναι η ακόλουθη: Μαζεύετε το φυτό σε πλήρη άνθηση μαζί με τους σπόρους, χωρίς τις ρίζες. Το πλύνετε, το βάζετε σε μια κατσαρόλα με νερό και το βράζετε, όσο το νερό να μείνει το μισό. Το σουρώνετε και το πίνετε. Τρία φλυτζάνια του καφέ την ημέρα αρκούν. Καλό… αντερβόλιασμα. Προσοχή, μην πιείτε όλη την κατσαρόλα, γιατί τότε μπορεί να προκύψουν μη προβλέψιμες καταστάσεις. Αντερβολοευτυχείτε.

Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2009

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΛΗΜΝΟΥ (Θ) - Στέργιος Μαυράκης

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΛΗΜΝΟΥ (Θ)

Ο Στέργιος Μαυράκης στο σιδεράδικό του (Φωτογραφία Παντελή Πραβλή)


Στέργιος Μαυράκης

Έφυγε πριν τρεις μέρες, για πάντα, ο Στέργιος Μαυράκης, εκ Δάφνης, κάτοικος Ατσικής. Έδινε τη μάχη από τις αρχές Νοεμβρίου, μετά από εγκεφαλικό, που έπαθε ενώ κυνηγούσε. Γεννημένος το 1940. Σιδεράς, γνήσιος μαθητής του Ήφαιστου, πάλευε με τη φωτιά και τα σίδερα καθημερινά. Παλικάρι σε όλα του. Αριστερός παλαιού τύπου, που πάει να πει, εργατικός, υπερήφανος, άφοβος. Χαμηλών τόνων άνθρωπος, λιγομίλητος, αλλά με χιούμορ οξύτατο. Είχαμε μια αλληλοεκτίμηση. Τα δύσκολα πολιτικώς χρόνια, υπέστη αρκετές πιέσεις. Κάποτε ένας πολιτικά αντίπαλος σε ένα εκκολαπτόμενο καυγά στο καφενείο, σηκώθηκε πάνω και έκανε πως βγάζει το σακάκι του, έτοιμος να… συγκρουσθεί. Ο Στέργιος ατάραχος, χωρίς να σηκωθεί από την καρέκλα του, του έριξε μια ματιά - μαχαίρι και του είπε ήσυχα: «Σε συμβουλεύω ότι είναι καλύτερα να μη βγάλεις το σακάκι σου». Ο άλλος μουδιασμένος δεν τόλμησε. Σε λίγο ήρθε ένας χωροφύλακας και του είπε: «Πάμε στην αστυνομία». Ο Στέργιος πάλι ατάραχος, αλλά με αποφασιστικότητα που δε σήκωνε αμφισβήτηση, του είπε: «Εγώ δεν έχω καμιά δουλειά στην αστυνομία, λέγω ότι καλύτερα είναι να πας μόνος σου». Ο χωροφύλακας έκανε μεταβολή και έφυγε σα βρεγμένη γάτα. Καλό ταξίδι Στέργιο.

Παρακάτω, ένα κείμενο – αφιέρωμα από τη «Φωνή της Ατσικής», το 2002 (τεύχος 11)

Ο σιδεράς

Το σιδεράδικο του Στέργιου Μαυράκη στην Ατσική

Στο παλιό κατσιβέλικο του Τάσου Φούντου, ιδιοκτησίας τώρα του Στέργιου Μαυράκη, η παράδοση συνεχίζεται. Ο Στέργιος με τη φωτιά δαμάζει τα σίδερα. Οι σιδεράδες, οι τεχνίτες που κατασκεύαζαν στο αμόνι σιδερένια εργαλεία, όπως κασμάδες, τσάπες, τσεκούρια, δρεπάνια, σφυριά, βαριές, αλλά και διάφορα σιδερένια εξαρτήματα όπως καρφιά, μασιές, μεντεσέδες, ονομάζονταν και "δεμιρτζήδες" ή "ντεμιρτζήδες" από την τουρκική λέξη "demir" που σημαίνει σίδερο. Την τέχνη του σιδερά που απαιτούσε μεγάλη εμπειρία, αλλά και οργανωμένο εργαστήριο, την μάθαιναν οι νέοι μέσα από την οικογενειακή παράδοση ή τη μαθητεία. Το επάγγελμα του σιδερά ασκούσαν συχνά και οι τσιγγάνοι ή "γύφτοι", ή κατσίβελοι, εξ ου και «κατσιβέλικο» καθώς και οι πεταλωτές (αλμπάνηδες) που κατασκεύαζαν τα πέταλα των αλόγων. Σιδεράδες υπήρχαν πολλοί στη Λήμνο τα παλιά χρόνια. Τώρα είναι ζήτημα αν υπάρχουν δυο τρεις.

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΛΗΜΝΟΥ (Η) - Τάσος Ξύκης

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΛΗΜΝΟΥ (Η)

Τάσος Ξύκης


Πέθανε πριν δέκα μέρες στην Ατσική της Λήμνου, ο Τάσος Ξύκης, αγαπητός φίλος. Γεννημένος στα 1925, αγρότης. Πανέξυπνος, γνήσιος, ανεπιτήδευτος, με χιούμορ ξεχωριστό, πλακατζής, ένας γλυκός «προβοκάτορας» της παρέας του καφενείου. Όποτε είχα την ευκαιρία να πηγαίνω στο χωριό μου, είχα την τύχη να συμμετέχω στη συντροφιά ανθρώπων όπως ο Τάσος, που δυστυχώς, ένας – ένας αποχωρεί για πάντα, κάνοντάς μας πραγματικά φτωχότερους. Στην παρέα της πλατείας, πρωταγωνιστής πάντα ήταν ο Γιώργης Ντινενής ή Νταμπάκης, φίλος και συνομήλικος του Τάσου και δικός μου φίλος, που κι αυτός μας αποχαιρέτησε πέρσι. Την τελευταία φορά που πήγα στην Ατσική, επισκέφτηκα τον Τάσο στο σπίτι του, δεν μπορούσε πια να βγει στο καφενείο. Είχε μια καλή ζωή. Είχε καλή περιποίηση από τα παιδιά του Φωτεινή και Βαγγέλη. Ώρα καλή φίλε Τάσο.
Η Ατσική, που το αρχικό όνομά της ήταν Αττική, αφού η Λήμνος ήταν κληρουχία των Αθηναίων από τον 5ο π.Χ. αιώνα, γέννησε ανθρώπους που θαρρείς βγήκαν κατευθείαν από τις κωμωδίες του Αριστοφάνη. Αν βάλεις και τα αρχαία ελληνικά ονόματα που έχουν πολλοί κάτοικοί της, αν βάλεις και τις αρχαίες λέξεις που σώζονται, τις κατανυκτικές αλλά και ξεκαρδιστικές οινοποσίες, τα αθώα πειράγματα με την αμφίδρομη ισορροπία, τα βωμολοχικά, μεταφέρεσαι σε μια ατμόσφαιρα παλαιική, σε μια ιδιότυπη εκκλησία του δήμου με μια ξεχωριστή ποιότητα. Στην πλατεία της Ατσικής δεν μπορείς να θεωρήσεις ότι ο Αριστοφάνης είναι νεκρός, ούτε ταριχευμένος, ούτε μουσειακός, αλλά ολοζώντανος, που κάθεται μαζί σου, πίνει, λέει αστεία, πειράζει και τον πειράζουν.
Απολαύστε πιο κάτω «θεατρικούς διαλόγους» (από το υπό έκδοση βιβλίο «Γιώργης Ντινενής – Νταμπάκης, ο Ζορμπάς της Λήμνου»).

Το βοδ που ανεβαίν’ και δε κατβαίν’
Γιώργης Νταμπάκ’ς: Ο παπούς τ’ Σάββα τ’ Κριγιαρή, Σάββας και κειος, αρβωνιάσκιε τ’ Χαρίκλεια ντ Καλατζήδαινα, αδερφή τ’ Καρόφαλ τ’ τσαπούδα, τ’ Κάντζο. Λεγ’ ο Σάββας το μπαμπά τ’ το Γιώρεγ’. Μπαμπά θα ν’ αρβωνιαστώ. Ποια τον λεγ’ έναι η υποψήφια; Το Χαρικλάκ’ μπαμπά. Άσκολσούν παιδέλιεμ, α γι’ αυτό ήνταν ούλες τούτες οι ρέντες τελευταία. Με τν ευκή μ’. Φερ κρασί. Ε, τα κανονίσαν, κι αφού φτάσαν στο ντιμπιντούζ να γιν’ κυρία το Χαρικλάκ’, πα στο γλεντ, ανεβαίν’ το βοδ πα στν αξάτα. Ανεβαίν’ που λέτε το βοδ πα στν αξάτα, άντε να το κατβάγ’ς τώρα.
Τάσος Ξύκης: Ναι για.
Γιώργης Νταμπάκ’ς: Ναι για, έκλασε η γιαγιά. Θμων’ ο Κριγιαρής ο γέρος, λεγ’ κακό σμαδ, θα χαλάσ’ η προξενιά. Βρε αμάν βρε ζαμάν ο Σάββας, τίποτα ο γέρος, πεκατσίλωσε, λεγ’ θα χαλάσ’ η προξενιά παγ’ και τελείωσε. Τέλος πάντων το βοδ το κατβάσαν με ξύλα και μαδέρια κι ούλα καλά. Γιατί το βοδ ανεβαίν’ αλλά στο κατέβαζμα δε μπορεί.
Τάσος Ξύκης: Ετσ’ έναι. Στ’ Σαχτούρ που είχαμ κάμποσα χρόνια, ο Ηρακλής ο αδερφόζεμ ήνταν μκρος, στν εποχή, τα αμύγδαλα τα κατβάζαμ και τα σακιάζαμ με τα φλίδια και τ’ αφήναμ δυο μέρες τρεις, οπότε κάμναν υγρασία και ξεφλουδίζνταν. Τα περνούσαμ απ’ το χερ και τα ξεφλουδίζαμ. Κάθενταν που λέτε η μάνα μ’ κι αλλ’, πα στο πάτωμα και ξεφλουδίζαν αμύγδαλα. Καμιά φορά παρουσιάζεται ο Ηρακλής με μια γαδούρα, εξ εφτά σκαλοπάτια, τν ανέβασε απάν. Η γριγιά που ήξερε, λεγ’ τ’ φωτιοκαμέν’ τώρα, πώς θα τ’ γκατβάσομ; Πιάσαν ουλ’, άλλος τα ποδάργια, άλλος απ’ τ’ γκλια, βαστούσαν κόντρα, άλλος απ’ τ’ αυτιά, και άντε άντε, τέσσερα ποδάργια, τέσσερς νομάτ χρειγιάζνταν, τρομάξαν να τ’ γκατβάσνε. Πραγματικά, το ζο δε γκατβαίν’ το γκατήφορα, ενώ στον ανήφορα ανεβαίν’.
Γιώργης Νταμπάκ’ς: Ναι, μοιαζ με τ’ ψωλή που και κειν’ προτιμά τον ανήφορα. Δεν εχ’ς ακούσ’ τ’ κουβέντα «γαμήσ’ κι ανήφορας»; Δε λένε μαθέ «γαμήσ’ και κατήφορας».
Σταύρος Τραγάρας: Γιατί Γιώργη γίνεται αυτό;
Γιώργης Νταμπάκ’ς: Γιατί όντας έναι σκωμέν’ βλεπ προς τα παν και στον ανήφορα βολεύεται. Αντιθέτως στο γκατήφορα, αφού το μάτι τς έναι στραμένο στον ουρανό, μπορεί να μπερκλωθεί και να ξεστραμπλίξ κανά αρχίδ.
Τάσος Ξύκης: Ναι αλλά άμα έναι κατβαζμέν’, θα γλεπ πιο καλά στο γκατήφορα.
Γιώργης Νταμπάκ’ς: Άμα έναι κατβαζμέν’ κ’μάται και δε μπορπατεί, τι δλεια εχ’ με τς κατήφορ; (γέλια).


Περί υγείας
Γιώργης Νταμπάκ’ς: Κάμνω ένα πείραμα. Βάζω δυο μέλ’σσες μες στο καλαμοβράκι μ’ να με δαγκάσνε, μπαιν’ το κεντρίδ, κόβω στ’ μεσ’ το σκόρδο, το τρίβω από παν, βάζω και ξυδ, τίποτα, μια χαρά. Κάνταν ο Σταύρος ο γιατρός κεινά, τς το λέγω για το ξυδ, με λεγ’ και γω το ξυδ όταν μαγείρευα χταπόδ ξυδάτο, ανακάλ’ψα ότι έναι…πώς το είπες Σταύρο;
Σταύρος Τραγάρας: Αποχρεμπτικό.
Γιώργης Νταμπάκ’ς: Ναι αποχρεμπτικό, δηλαδή ερεθίζ τα πλεμόνια άμα βραζ και το αναπνεύσεις και προκαλεί βήχα και βγαίν’νε ουλ’ οι λέχαρ που εχ’ κάποιος και δε μπορεί να τς βγαλ’ αλλιώς. Ξυδ και σκόρδο. Εγώ το σκόρδο το βρήκα πρώτο φάρμακο και χρόνο με το χρόνο τρώγω ώσαμε 24 με 30 κιλά σκόρδα.
Τάσος Ξύκης: Πόσα;
Γιώργης Νταμπάκ’ς: 24 με 30 κιλά.
Τάσος Ξύκης: Και γιατί δε λες μπρε Γιώργη 25 με 30, αλλά λες 24 με 30;
Γιώργης Νταμπάκ’ς: Γιατί εσένα σε πείραξε το ένα κιλό, τι 24 τι 25. Εξ άλλου εγώ τα τρώγω και θέλω να λέγω 24, εσύ τα ζύγιασες και τα βρήκες 25; (γέλια).
Τάσος Ξύκης: Γιατί εσύ τα ζύγιασες και τα βρήκες 24;
Γιώργης Νταμπάκ’ς: Ναι τα ζύγιασα πα στ’ αρχίδια μ’, και πρεπ να σε πω ότι τ’ αρχίδια μ’ ένα ζγαριά ακριβείας, άμα θελ’ς να καμς δίαιτα να φέρεν’ς το φαγί να το βάζω πρώτα πα στ’ αρχίδια μ’ κι ύστερα να στο δίνω να το τρως ζγιαζμένο. (γέλια ασταμάτητα).
Τάσος Ξύκης: Ου να χαθείς γαδαρούκλικα, π’ θα με πεις ότι θα βαγ’ς το φαγί μ’ πα στ’ αρχίδια σ’. Σιγά να μη το βαγ’ς και πα στο γκώλο σ’.
Γιώργης Νταμπάκ’ς: Κι ο κώλοζεμ έναι ακριβείας. Μπορεί να τεμαχίσ’ ένα πόρδο σε όσα κλάζματα πορδέλια θελ’ς. Έναι κώλος μαθηματικός. Ξερ ούλες τς πράξεις τς άλγεβρας και τς τριγωνομετρίας, πολλαπλασιάζ το αέριο, το διαιρεί σε κλάζματα, και το αφαιρεί απ’ το άντερο με όλους τους τρόπους και ήχους, μόνε στ’ μπρόσθεσ’ πόμνε λίγο μεταξεταστέος. (γέλια). Τέλος πάντων, τρώγω πολλά σκόρδα.

Τα κλίκια
Γιώργης Νταμπάκ’ς: Παντρεύνταν ο Βασίλ’ς ο Αβράκωτος, έπαιρνε τ’ Βαγγέλα τ’ Μανωλάκ’.
Τάσος Ξύκης: Να το πεις όμως καλά.
Γιώργης Νταμπάκ’ς: Ε πέτο εσύ.
Τάσος Ξυκης: Είχαν φουρνίσ’ ψωμιά και θέλαμ να πάμε να κλέψομ ψωμί. Εμένα με είχαν για καλό παιδί. «Μμμ φρέν’μο παιδέλ’ ο Τάσος», λέγαν.
Γιώργης Νταμπάκ’ς: Παιδί αγιόπαιδο, για υιοθεσία.
Τάσος Ξυκης: Μουνταίρνω παίρνω ένα ταψί. Με καθίζνε στο ρεντίδ. Μέσα είχε τρία κλίκια κολλ’μένα σναμεταξύ τς. Παίρνω τα κλίκια, πετώ το ταψί. Είχε νερά και λάσπες, πέφτω μέσα. Το Γιώργη τον πιάσαν, έφαγε ξλαρούκλες και βγήκε απ’ τ’ γκοπροθυρίδα. Έρχεται ο Αγοραστός ο αδερφός τ’ Γιώργη, με αρπάζ το ένα το κλικ’. Έρχεται ο Μπουρνέλιας ο Αγγελής με αρπάζ το άλλο και πόμνε μόνε το ένα. Ο Γιώργης πόμνε με τς ξλαρούκλες. Τώρα πε και συ τίποτα άλλο Γιώργη, οχ’ ψέματα.
Γιώργης Νταμπάκ’ς: Εγώ ψέματα; Ποτέ. Τι σαν και σένα που ήλεγες ότι είδες ένα ποτκό να χορεύ’ πα στο αυγό;