Τρίτη 27 Αυγούστου 2013

Η ώθηση και το γκούντμα

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Στα «πολιτικά σεμινάρια» σήμερα, ο κυρ Μενελής Λεμπέσαρος, Λήμνιος πολιτικός σχολιαστής, απαντά στις ερωτήσεις του δημοσιογράφου κυρ Γιώργαρου Πουρπουργιανού, για την ώθηση στην οικονομία.
ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ:  Καλώς τουν κυρ Μενέλου. Να, πιε κι τ’ γαζουζούδα σ’, που τν έχου χαζίρκια, μη μας καμς πάλε τουν αγγαστρουμένου, κι άντε να μας φουτίγ’ς για τούτεν’ τν ώθησ’ στν οικουνουμία, που λεγ’ ου πρωθυπουργός κυρ Αντών’ς. Τι θα πει μαθέ, ώθησ’;
ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Ώθησ’ θα πει σμπρώξμου, δηλαδή γκούντμα.
ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Δηλαδής κυρ Μενέλου, ου κυρ Αντών’ς θα αρχινήσ’ τς γκντίνες στν οικουνουμία; Α τ’ γκαμέν’, κι τι τουν έφταιξε;
ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Θα σε κάμου μια λεπτόφλιδ διευκρίνησ’ εδώ, ταμάμ για τα μλαρόβουδα κι για τς γιεγιέκαρ τς αζνάρουτ. Γκούντμα δε θα πει μόνε του σμπρώξμου, αλλά κι του σεξουχουζμέτ.
ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Θος φλαξ κυρ Μενέλου. Αντρουπή. Τούτου μας έλ’πε δα, να βάλουμ τουν πρωθυπουργό να κάμεν’ τέτοιες δλιες. Κι άντε ας πούμε ότι τ’ σμπρώχεν’ τν οικουνουμία. Θα τς καμ καλό;
ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Πάντα του γκούντμα κάμεν’ καλό κι στς αθρώπ κι στα ζουντανά, κι στα πράματα. Του γκούντμα μελαγ’νεύ’. Άντε τώρα να μλήξουμ σουβαρά. Η οικουνουμία μας, βιβαίους κι βέβια, ήνταν καταγκντιζμέν’, όγοιους πύρουνε καβαλίκευε κι γκούνταν, κι κειν’ η καμέν’, γκούντμα – γκούντμα ποσώθκεν, πού να βαλ’ άλ’μα κι κρέας. Τώρα σε λεγ’ θα μπει πρόγραμμα στου γκούντμα. Θα γίνεται ας πούμε μόνε απού κατ, ώστε να ανέβ, να παγ’ πρους τα παν. Γιατί παλιά τ’ γκντούσαν απ’ ούλες τς μπάντες, κι απού παν, κι απού κατ, κι απού πίσου, κι απού μπρος, είχε χασ’ του μπούσλα.
ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Κι τούτου του ανέλαβε ου πρωθυπουργός ου κυρ Αντών’ς;
ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Με του ζμπάθγειου, αλλά ου πρωθυπουργός έναι ου κυρ Τόμσενς, ου κυρ Αντών’ς έναι ου πορδυπουργός. Άλλου πρωθυπουργός, άλλου πορδυπουργός.
ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Κι έχουμ εμείς πρωθυπουργό Δανό; Μπρε Μενέλου, ντιπ ντασλεμπάσεψες με φαίνεται.
ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Γιατί; Δεν μας ήλεγε ου κυρ Γιουργάκ’ς ότε θα γίνουμ νότια Δανία κι τουν ψηφίζαμ; Τούτου ιννουούσε. Θα γίνουμ Δανία γιατί θα ζούμε με δαν’κά κι θα νέχουμ Δανό πρωθυπουργό.
ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Λέγε οτ’ θελ’ς. Γω ξέρου ότι με τν ώθησ’ στν οικουνουμία θα περνούμε καλά.
ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Γκούντα με να σε γκουντώ, να περνούμε τον καιρό.
ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Όντας ερτ η ώθησ’ στν οικουμία, σε λεγ’, τα απουτελέζματα θα τα καταλάβ ου κόζμους.
ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Ναι, έναι τούτου που λένε, τουν τράγου γκντούσαν, κι τ’ γκατσίκα πόνιε ου κώλους τς.
ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Χωράτευε όσο θελ’ς. Ου κυρ Αντών’ς είπε ότι θα υπάρχ’ διαφάνεια μπλια στν οικουνουμία.
ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Αμ γκούντμα – γκούντμα, θα φεξ.
ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Εγώ ακούγω, ότι τώρα τν οικουνουμία τ’ σέρεν’ γερή ατμουμηχανή.
ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Τ’ γκντα κι τ’ ξεσέρεν’.
ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Πε με ότι συ τα ξερς ούλα, κι δε ντα ξέρνε ουλ’ τούτεν’ οι ξεν’ απιστήμουνες κι μαστόρ στα οικουνουμικά, να πατήσου τα χάχανα.
ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Αμ άμα έναι να σε γκντησ’ κανείς, νάναι μάστορας.
ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Να αφήκουμ όσα ξέραμ. Να δλέψουμ, όπως οι ξεν’. Είδες πώς δλεύνε οι ξεν’, που λες ότι μας κυβιρνούνε;
ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Είδα. Βάζνε κατ του κεφάλ’ κι γκντούνε.
ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Άκσα τουν κυρ Αντών’ ότι έναι αταλάντευτους, κι ότε οτ’ κι να γιν’ θα ακλουθεί σταθιρά αυτήν’ τ’ μπορεία.
ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Τούτου στς Σαρδές του λένε «κι του κιφάλι τ’ να τουν κόψεις, τα κωλουμέργια θα γκντούνε».
ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Εεεε, γκούντμα κι γκούντμα, μας φουρλαμάντ’σες του μλιανό μας μπλια. Ε, σε λέγου κι γω, με τόσου γκούντμα που λες κι συ, κι μεις κάποιου μερτκό θα νέχουμ. Θα γκντήσουμ κι μεις.
ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Θα γκντήσεις τ’ χήρα με τα πέντε αρφανά, τ’ χούφτα σ’ που κρατά τ’ γαζουζούδα..
ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Πώς του νουγάς δηλαδή; Πώς θα του πεις τούτου, ότι ινώ η οικουνουμία έναι σε γκούντμα, συγνώμην σε ώθησ’ ήθιλα να πω, μεις δε θα κερδαίσουμ κατιτίς;
ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Τούτου σν Ατσκή του λένε: «Ουλ’ γκντήσαν, μόνε για του φτουχό ξημέρουσε».
ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Άντε πάλε με του γκούντμα. Γω ξέρου ότι χωρς τν ώθησ’ στν οικουνουμία θα μας παρ ου δγιάβουλους. Κι δε μας είπες σήμερα κι καμιά ιστουριούδα, απ’ κειες τς κρυγιόμπλαστρες, που μας ξιφουρνίγ’ς κάθα φουρά.
ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Ενώ τώρα θα μας παρ ου θεός. Άκσε του λοιπόν κι μια ιστουριούδα που λες κι συ. Ήνταν ένα αντρόγ’νου με ένα πιδέλ’ κι είχαν κι ένα σκύλου. Μια μέρα ψόφσεν ου σκύλους, έπεσε τ’ ανάσκιλα ντούμπανου κι είχε τα πουδάργια σκουμένα σα ντουν ουρανό. «Μπαμπά, τι έπαθε ου σκύλους;», ρώτ’σεν του πιδέλ’. Να, τουν λεγ’ ου μπαμπάς, τίπουτα δεν έπαθε, έπεσε καταγή κι παρακαλεί του θεό να τουν παρ κουντά τ’. Τ’ νύχτα τουν πέταξε στου ργιακ’ στα κρυφτάτα. Σε λίγες μέρες,  λεγ’ του πιδέλ’ στου μπαμπά τ’: «Μπαμπά φουβούμαι ότι τ’ μάνα μ’ θα τ’ παρ ου θεός κουντά τ’, κι κάμε κατ». «Γιατί του λες τούτου;», του ρουτά ου μπαμπάς. «Να, μπαμπά, χτε που γύρσα νουρίς απ’ του σκουλειό, η μάνα μ’ ήνταν ανάσκελα με σκουμένα τα πουδάργια, όπους ου σκύλους, κι φώναζε, αχ θεέ μ’, αχ θεέ μ’. Κι καλά που ήνταν ου νουνός κι τ’ γκούνταν πα στη γκλια κι τν έκαμνε τιχνητή αναπνουή, αλλιώς θα τ’ χάναμ».
***Αγαπητοί αναγνώστες ευτυχείτε. Και προσοχή, γιατί η γκντίνα απ’ το γκούντμα δεν απέχουν πολύ.
 

 
 

 

 

Ο άλλος δρόμος ή το γκούτι, το κούτι και το νομπέτι

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Στη σειρά των άρθρων «πολιτικά σεμινάρια», ο Λημνιός πολιτικός αναλυτής κυρ Μενελής Λεμπέσαρος  αναλύει σήμερα το θέμα του «άλλου δρόμου» στην πολιτική και οικονομική κατεύθυνση της χώρας μας. Στις ερωτήσεις ο δημοσιογράφος κυρ Γιώργαρος Πουρπουργιανός.

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Καλ’μέρα κυρ Μενέλου. Πού κουτσλουβουλάς κι σκτρας;

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Δεκεί που με κιρνούνε κι καμιά γαζουζούδα, οχ’ σαν εδώ που έχνε καβούρ στ’ μπουζνάρα. Άντε ρώτα τι θα ρουτήγ’ς.

ΠΟΥΡΠΟΡΓΙΑΝΟΣ: Του ρώτμα έναι αν πουρπατούμε σε καλό δρόμου, σα μπου λεγ’ ου κυρ Αντών’ς ου αναπτυξιακός, γή σε λάθους δρόμου, σα μπου λεγ’ ου κουμαντάντες Αλέξης.

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Για του δρόμου να ρουτήγ’ς τα πουδάρια σ’. Τι σε λένε εσένα τα πουδάρια σ’;

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Με λένε ότε τα φάγαν οι δρομ. Εσένα τι σε λένε τα θκα σ’;

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Ότι έχνε παρ του δρόμου για βουρνά, για του νεκρουταφείου.

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Τότες καλά λεγ’ ου Τσιπρέλους ότι δε πάμε καλά.

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Ναι για, τουν κουμαντάντε ήθιλα να με του πει. Εγώ δε ντου ήγλεπα. Σα ντου Τραντάφλου με του μαγνητόφωνου. Ήνταν ένας Τραντάφλος σν Ατσκή κι έφγεν για Αυστράλια. Σαν ήρτε ύστερα απού καμιά δεκαριά χρόνια, ήφερε κι ένα μαγνητόφωνου που του τράβαν μαζί τ’, οπ κι α πήγαινε. Μια μέρα πήγε στου γκαφενέ τ’ Κυριάκου Γιαννά, ενούς πρόσφυγγα που ήνταν σα γίγαντας κι είχε ουλ’ τν ώρα μια  τζιγάρα στου στόμα τ’, για να πιει καφέ. Αγκούμπσε του μαγνητόφωνου σε μια καρέγκλα κι παράγγειλε καφέ. Ου Κυριάκος, που τον λέγαν κι Άρφα, γιατί του άλφα του ήλεγε άρφα, τον πήγε του γκαφέ. Ου Τραντάφλους άναψε μια τσιγαριά, έβαλε του ένα πουδάρ πα στου άλλου, πάτ’σε του κουμπί στου μαγνητόφωνου για ν’ ακούγ’ μουζική κι αφού τράβξεν μια ρφξα καφέ, είπε βιγλίζουντας στου ταβάν’ σα βιουμήχανους: «-Νο μπεντ», που στα Αγγλικά θα πει «όχι κακός». Ου Κυριάκους που άναβε δίχους προσάναμα κι είχε ήδη δγιαβουλ’στεί με του που είδε τουν Τραντάφλο, νόμσε ότι είπε «νομπέτ», που στα τούρκ’κα θα πει σειρά, αράδα, δηλαδή καφές τς σειράς, όχι καλός. «-Το δικό μου καφέ ρε, λες νομπέτι; Ο καφές μου δεν είναι νομπέτι, είναι άρφα – άρφα» τον είπε με τ’ μικρασιάτκη λαλιά τ’. «-Όχ’ οχ’ Κυριάκο, καλός έναι, γκουντ καφές, γκουντ» είπε τρουμουκρατμένος ου Τραντάφλος, που φουβούνταν του γίγαντα. Ου Κυριάκος αντί να καλμάρ φούντουσε μπλιο πουλύ: «Την Παναχαϊκή σου μωρέ, μίλα σαν άντρας, γκούτι είναι ο καφές ή νομπέτι;». Ου Γαρόφαλλους ου Μστάκας που κάθενταν πιο πέρα, αστειεύτκε κι είπε: «-Κάτσε να ρουτήσ’ το κουτί (εννουώντας του μαγνητόφωνου) κι θα σε πει». Ου Τραντάφλους ξαναείπε: «Καλός έναι ου καφές Κυριάκο, γκουντ πήκαμ, γκουντ». Κι ο Κυριάκους που νόμσεν ότι ου Τραντάφλους είχε κάποια κυρφή ιπικοινουνία με του μαγνητόφωνου, είπεν: «Και ανήμενες βρε χαμένε το κούτι (κουτί) να σε πει αν ο καφές είναι γκούτι ή νομπέτι;».

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Κι μας αράδιασες ουλ’ τούτεν’ τν ιστουρία για να πεις

ότι ου δρόμους που πήραν έναι αν’φουρκός; Τότες ου άλλους δρόμους έναι ου κατφουρκός.

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Τώρα θα σε πω για τουν κατφουρκό δρόμο μια αλλ’ μια ιστουρία που κουλλά ραστ. Σαν ήμνε κουρμούδ, έρεμ φτώχεια κι αναπαραδιά, κάτσαμ του βραδ να φάμε. Είχαμ σε ένα πιάτο σαρδέλες παστές κι βτούσαμ του ψουμί στου λ’γουστό λαδέλ’ κι ξυδ που είχε μέσα του πιάτου. Γω ήμνε τζιτζλόμς κι δε μ’ αρέζαν οι σαρδέλες κι έκαμα μουγάλου τσουν’, χόλιασα κι δεν έτρουγα κι καλά. Πήγα κι ξάπλουσα κι ήθιλα μπλιο ύστιρα να σκουθώ να φάγου. Ου μπαμπάζιμ είπε να μη με κρατήσνε καμιά σαρδέλα κι να πετάξνε κι τα σαρδελουκέφαλα. Σα σκώθκα να φάγου δε βρήκα τίπουτας. Από τότες δε ξανάκαμα κουβέντα κι κάθουμνε πρώτος στου τραπέζ. Άσε που απού τότε μ’ αρέζνε κι οι σαρδέλες. Του ζήτμα κυρ Γιώργαρε δε νέναι να λες ότι δε σ’ αρέζ του φαγί. Ου καθένας μπουρεί να του πει. Του ζήτμα έναι α μπουρείς να φερς καλύτερου.

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Ιγώ ξέρου οτ’ πρεπ να αντισταθούμε. Να πούμε κι κανένα οχ’, να ρίξουμ κι καμιά μούτζα.

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Τώρα που είπες για μούτζα, α σε πω πάλε μια ιστουρία. Ήνταν ένας γιουρούκ’ς ου Αθανής, κι ζουβγάρζεν κα στα Λ’βαδέλια, μεταξύ Ζβέρδια κι Ατσκή. Είχε ζεψ δυο γαδάρ, του χουράφ βαρκό, ούλου λασπουριά κι ύλαμου, κόλλαν του πουλούκ’, αγανάχτ’σεν ου Αθανής. Γυρίζ σα ντουν ουρανό κι μούτζωνε του θεό. «Να ρε, κι κατέβα άμα είσαι άντρας να παλέψουμ», μπρουκάλιε κι καλά του θεό. Σαν ου θεός δε ντουν έδουκε σημασία, ξάπλουσε καταγή κι τουν μούτζωνε κι με τα τέσσερα, χέρια κι πουδάρια κι σκούντρηνε τς βρισές. «Δεν είσαι άντρας ρε, οχ’ άμα είσαι δείξε με του αργαλείου σ’». Εκείν’ τν ώρα, ου ένας γάδαρους ξασκέλουσε κι ρίχεν’ μια κατουρίλα, που η μση πήγεν πα στα μούτρα τ’ Αθανή. Ου Αθανής τάχασε μπρος ώρας, αλλά ξαναπήρε θάρρους κι γυρίζ πάλε κατά τουν ουρανό, όπους ήνταν ουλάπλουτους. «Νουμίγ’ς π’ θα σε φουβθώ; Χεζμένου σ’ έχου». Κειν’ τν ώρα ου γάδαρους, αφού ανακουφίσκεν απ’ του ψλο τ’, τουν ήρτε να καμ κι του χουντρό τ’, κι γοι καβαλ’νάρες ζιστές κι αχιν’στές ραντίσαν τα μστάκια τ’ Αθανή. Φουρλαμαντ’ζμένους κι φσκουκνικαρζμένους ου Αθανής γίν’κεν Τούρκους αδιέβαστους, σκώνεται απάν κι κούνιε τα  χέρια τ’ κι έβριζε τρις χειρότερα. Εδιέτς που αλ’μανάρζε τα χέρια τ’, φουβθήκαν οι γαδάρ κι του νταμπανώσαν σα κατ, με τα πουλούκια κι ούλα τα ζγουλερκά. Ξεφέγεν’ του πουλούκ’, τουν διν’ μια πα στου πουδάρ, πάρτουν πάλε κατ τουν Αθανή. Τουν παγαίν.νε στου γιατρό του Μανταδάκ’, χεζμένου, κατουρμένου κι χτυπμένου. Τι έπαθες, τουν ρουτά ου Μανταδάκ’ς. Να, λεγ’ ου Αθανής, μάλουνα με του θεό, κι κειος έβαλε του γάδαρου να με καμ ούλα τούτα τα ρεζιλίκια. Ε, ου γιατρός τουν πέρασε για λουλό κι τουν λεγ’; «Βρε παιδάκι μου, με το θεό τα έβαλες και συ; Δε βρήκες κάποιον στο μπόι σου;». Νουμίζου ότι το θέμα του ιξαντλήσαμ κυρ Γιώργαρεμ. Με τν άδεια σ’ τώρα θα πιω τ’ γαζουζούδα μ’ γιατί γάρσα κι μπλάνταξα.

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Καλά μπουρείς να δρογ’στείς, αφού μας δρόγ’σες κι μας.

***Αγαπητοί αναγνώστες ευτυχείτε. Και μη σας πιάνει πανικός. Θα έρθει και το δικό μας το νομπέτ, κι θα πάμε στο γάιδαρο καβάλα.   

 

 

 

 

Επίορκοι και η μπάλα στο νούργιακο

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Σήμερα στα «πολιτικά σεμινάρια», ο Λημνιός πολιτικός σχολιαστής κυρ Μενελής Λεμπέσαρος συζητά με το δημοσιογράφο κυρ Γιώργαρο Πουρπουργιανό το θέμα των απολύσεων των δημοσίων υπαλλήλων.
ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Καλώς τον κυρ Μενέλο. Σκουντουφλιαζμένου κι ντιπ κακασκερουμένου σε γλέπου.
ΜΕΝΕΛΗΣ: Πρώτα – πρώτα κι αρχή, φέρε δυο γαζόζες, γιατί άχνα δε θα παρς απού μένα. Τ’ μπρουηγούμεν’ βουλά δε με κέρασες κι με του είπεν ου Μάκης ου Διακουμής που του πρόσεξεν.
ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Καλά μπάντεχε. Του θέμα μας έναι σήμερα γοι αμπουλήσες που θα καμ του γκουβέρνου στς δημόσιοι υπαλλήλ’. Αλήθεια κυρ Μενέλου, τι θα πει ιπίουρκους; Καλό έναι τούτου, γή κακό πράμα;
ΜΕΝΕΛΗΣ: Τι λουγιά μαθέ; Κακό κι κακότατου. Οτ’ εχ’ μέσα τ’ λεξ «ιπί», έναι κακό. Όπους λέμε ιπιρρεπής, ιπιταγή, ιπιδημία, ιπινουώ, ιπιθεουρητής, ιπίτρουπους, ιπίκυψ, ιπικήδειους.
ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Α μπρε Μενελούδια, φετφά βγαζ του β.βαμένου σ’, τσακμακουπετρίζ, αλλά κάμτα λιανά γιατί έχουμ κι κιαχαγιάδες απ’ του Κακαρίν’, δε νέναι ουλ’ απιστήμουνες σα γκαι σένα, χου, χου, χου.
ΜΕΝΕΛΗΣ: Χουξ κι ξιρός. Τι λιανά κι χουντρά; Οι πουλιτικοί μας ήνταν ιπιρρεπείς στς ιπιταγές κι τα δάνεια, τούτου ήνταν ιπιδημία, γι’ αυτό ιπινουήσαν τς ιπίουρκοι, αφού κάμαν ιπίκυψ κανουνική στς ιπιθεουρητές κι στς ιπίτρουπ, ε, κι θα ακλουθήσ’ ου ιπικήδειους.
ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Δηλαδής δε μπρεπ να τς διώξνε αυτοίν’ που κλέφτνε κι δε γκάμνε τη δλεια τς; Κύριε ιλέησουν.
ΜΕΝΕΛΗΣ: Τούτου σε είπα γω; Κι γιατί ντόσου κιρό δε τς διώχταν; Μπαντέχαν τ’ τρόγ’κα να τς του πει; Λέγου όμους ότε τούτου έναι αχ’λιά στα φωτιρά. Με θμιζ μια ιστουρία. Ήνταν ιπί Γερμανών, ου Αντών’ς Μήτσου, ου επουνουμαζόμενους κι Βαγιανός. Ήνταν στ’ μάντρα κουντά στου πγαδ που είχεν κι πέρασεν  ένας Γερμανός καταδψαζμένους κι μπαγιλντ’ζμένους, είδε τουν κάδου, σταμάτ’σε κι γύρεψε νερό  λέγουντας βάσερ, βάσερ. Ου Αντών’ς νόμζεν ότι τον ήλεγε για βάσανα, και τον λεγ’: «Αμ αγόρεμ ποιος δε νεχ’ βάσανα σήμερα; Εγώ δεν έχω βάσανα;». Τιλικά ου Γερμανός με τα πουλλά κι με χειρουνουμίες τον έδωκε να καταλάβ κι ήπιε νερό. Κι ου Αντών’ς είπεν: «Ου διαβόλ μλαρ, αφού ήθελες νερό γιατί δε ντου ήλεγες;».
ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Ναι, τραγούδγιε του μανέ. Σε λεγ’ υπάρχνε υπαλλήλ’ που δεν πατούνε στη δλεια τς, ή αλλ’ που κάμνε οτ’ διαβουλιά θελ’ς.
ΜΕΝΕΛΗΣ: Ποιοι σε του λένε; Οι βουλευτές; Αυτοίν’ που δεν κλέβνε κι που κάθε μέρα πάνε στ’ βουλή βρεξ χιουνίσ’;
ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Κι γοι βουλευτές του λένε, κι ου κυρ Ρακιτζής ου ιπιθεουρητής. Να προυχτέ ήλεγε οτ’ οι καθηγητές στου γυμνάσιου παράδγμα, δλεύνε πουλύ λίγου.
ΜΕΝΕΛΗΣ: Ουραίους ου κυρ Ρακιτζής, θρουφανός κι αρχουντάθριπους, φαίνεται απ' τ' φάτσα τ' ότε τρωγ' μόνε καθαρά φαγιά κι οχ' μουλυζμένα απού δγιαφθουρές, ιπιουρκίες, κουπανατζλίκια κι άλλες βλαβιρές τουξίνες, διουξίνες κι γαμίνες. Γοι καθηγητές δλεύνε μπλιο λίγου απ' οτ' προυβλέπεται; Κακώς κι πάλε κακώς. Άμα τιλιών.νε του μάθμα σε ένα σκουλειό κι δε συμπληρών.νε τς ώρες πρεπ να τς στέρνε σε άλλου, κι ύστιρα σε άλλου κι ύστιρα σε άλλου. Να μη σε πω ότε πρεπ να τς βάζνε να σκάβνε κι τουν μπαχτσέ τ' σκουλειού. Ιξόν που θα κάμνε κι γυμναστική, θα δείξνε κι ιμπράκτους ότι τμούνε τουν τιράστιου μιστό που τς δίν.νε.
ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Γω ξέρου ότε γη Ιλλάδα εχ’ δημουσιουνουμικό πρόβλημα κι πρεπ κατ να γεν’.
ΜΕΝΕΛΗΣ: Ναι, παλιά όντας έπαιζε μπάλα ου Ηρακλής Ατσκής κι φαίνταν ότε θα φαγ’ πέντε γκολ, είχαν πει στουν Κώστα του Χλαχλά του φουρτούνου, που είχε γερή σουτιά, να κλουτσά τ’ μπάλα δυνατά στου ργιακ’ τς Μητρουπόλεους που πέρναν δίπλα. Ή τν έκρυβε κανένα πιδέλ’ ή δε τ’ βρίσκαν μες στα παπύρια, πάντους έκαμνε να ξανάρτ στου γήπεδου κανέ πιντάλεπτου. Ε, τέσσερς – πέντε σουτιές, τιλείουνε ου αγώνας. Νόγ’σες, γή τα θελ’ς ακόμα μπλιο λιανά;
ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Έχου μπιρδευτεί. Οι αμπουλήσες έναι κρίμα, αλλά κι πάλε έχουμ μουγάλου κράτους. Ποια έναι καλή πουλιτική, η διξιά γή η αριστιρή;
ΜΕΝΕΛΗΣ: Του ζήτμα έναι απλό κι θέμα ραφτκής. Άμα του αζβάχ' με του ζμπάθγειου πεφτ αριστιρά, ου καβάλους απ' του παντιλόν' πρεπ να ζγκόβιτι δεξά. Τι έναι του αζβάχ'; Τ' αρχίδ μπρε, τ' αρχίδ, έλα παναγιά μ'. Άμα πάλε ου άθρουπους, τ' αρχίδια τ' τα ρίχεν' δεξιά, ου καβάλους πρεπ να φκιάνεται ζερβά. Ιδώ τ’ αρχίδια παλιά  αριστιροφέρναν, κι τώρα δεξιουφέρνε. Όσου αλλάζαν κουστούμια κι βάζαν όποιου θέλαν, μηδέν μπρόβλημα. Τώρα που του κουστούμ έναι ένα κι του αυτό, κι μάλιστα απ' τουν ίδιου ραφτ, κι μάλ'στα απού κτσο ραφτ γερμανό, δε μπουρεί να βουλευτεί του αζβάχ', στρουχουμδίζεται. Τα αρχίδια όμους πάντα θέλνε τουν καβάλου φαρδύ κι να αλλάζνε πουλλά κουστούμια κι να παγαίν.νε κι σε όσεν' ράφτες γουστάρνε, κι να μην πλερών.νε κιόλα, κι να κάμνε κουμάντου κι στα άλλα αρχίδια κι σώβρακα. Αλλά τώρα ου καβάλους έναι στινός κι στριμώκουλους κι έναι πουλύ δύσκουλου στα   αρχίδια να έναι δεξά κι να του παίζνε αριστιρά, κι του ανάπουδου. Η δλειά μπερδεύει ντιπ καταντίπ σα ξιβρακουθούνε. Διέτς που κνιέντεν δε μπορείς να ξιχουρίγ'ς ποιο έναι του δεξί και ποιο τ' αριστερό. Άντε τώρα να δγιω τς γαζόζες.
ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Φκαριστούμε για τν αρχιδουλογία, ρίξ τ’ αζβάχια σ’ πα στ’ γκαρέγκλα κι μπάντεχε.
***Αγαπητοί αναγνώστες ευτυχείτε. Προσοχή στην επιορκία και την επιορκολογία, μην χάφτετε μεγάλες ποσότητες, γιατί είναι βαροστόμαχες.
 
 

«Λήμνος: 1912 – 2012. Εκατό χρόνια ελευθερίας και προόδου» Συγγραφέας: Αριστείδης Τσοτρούδης

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

 

Ο Λήμνιος συγγραφέας Αριστείδης Τσοτρούδης με το τέταρτο βιβλίο του μας καταπλήσσει ξανά, χωρίς όμως τώρα πλέον να μας εκπλήσσει. Πιστός στη θεματογραφία του, τη νεότερη ιστορία της Λήμνου, παρουσιάζει κατά χρονολογική τάξη τα κυριότερα γεγονότα που απασχόλησαν τη Λημνιακή κοινή γνώμη όπως αυτά αποτυπώθηκαν στον τοπικό τύπο. Αυτή τη φορά δε μιλούν διά ζώσης οι  άνθρωποι που συνάντησε και κατέθεσαν τις μαρτυρίες τους, όπως σε προηγούμενα βιβλία του, αλλά οι εφημερίδες της Λήμνου, από την απελευθέρωσή της το 1912 έως το 1963 περίπου.  Όλα τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα που έζησε η Ελλάδα στον πολυτάραχο εικοστό αιώνα περνούν μπροστά από τα μάτια μας, αλλά όπως τα βίωσαν οι συμπατριώτες μας Λήμνιοι. Η απελευθέρωση της Λήμνου, η διαχρονική λατρεία των Λημνιών προς το Βενιζέλο, τον Κουντουριώτη και το σύμβολο της ελευθερίας το θωρηκτό Αβέρωφ, ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος, οι Ρώσοι πρόσφυγες στη Λήμνο και η δυστυχία που βίωσαν, οι επιδημίες της ισπανικής γρίπης, εξανθηματικού τύφου, διφθερίτιδος, οι πρόσφυγες της Μικρασιατικής καταστροφής στη Λήμνο, το τάγμα Λήμνου, τα μεταναστευτικά κύματα προς το εξωτερικό,  ο εληνοϊταλικός πόλεμος, η κατοχή.

Μαζί τα τοπικά συμβάντα, οι πάσης φύσεως κοινωνικές, πολιτικές, στρατιωτικές, κλπ δράσεις των Λημνίων προγόνων μας. Πληθώρα γεγονότων που απασχόλησαν τις τοπικές κοινωνίες των χωριών: Έρανοι για ενίσχυση προσφύγων, ένας γάμος που τον διέλυσε προσωρινά μια νεροποντή, μια πλημμύρα που έπνιξε ζώα και καλλιέργειες, τα πρώτα  τροχαία ατυχήματα ακόμα και με κάρα, οι δυσκολίες για έκδοση πιστοποιητικών θανάτου, ένας δαιμόνιος αρχικλέφτης δεκαεφτά ετών στην Ατσική που έκλεψε ακόμα και τη στολή του καπετάνιου στο καράβι που τον μετέφερε, η συγκινητική συνδρομή των ξενιτεμένων Λημνιών μέσω των οργανώσεών τους… Μικρά κατά κανόνα δημοσιογραφικά κείμενα, μικρές ιστορίες, κρίκοι ενός παζλ, γιγαντιαίου και ως προς τη σημασία του και ως προς το μυθικό του φορτίο. Πλήθος προσώπων, «επίσημων» και «ανεπίσημων», πλήθος γνωστών ονομάτων, που το καθένα άφησε το στίγμα του, μεγάλο ή μικρό, στην τοπική ιστορία. Πρόσωπα, ψηφίδες ενός συναρπαστικού μικρού σύμπαντος. Ψηφίδες αναγνωστικής παραμυθίας, ελέω Τσοτρούδη. Πρόσωπα, που κατά πάσαν πιθανότητα, δεν κοινώνησαν εν ζωή την τεράστια ουσία της παρουσίας τους. Τα ονόματα γνωστά, οι πρωταγωνιστές απόντες πια.

Όλα αλλάζουν με το χρόνο, το μόνο σταθερό η τρωτότητα της ύπαρξης. Μένει η μνήμη. Και οι φωτογραφίες. Και τα έργα του μόχθου του ανθρώπου, είτε παρηκμασμένα και γερασμένα, είτε ακόμα αγέρωχα παρά την ηλικία τους. Τα σχολεία, οι εκκλησίες, τα ηρώα, το νοσοκομείο, το γυμνάσιο, το μουσείο, οι δρόμοι, τα υδραγωγεία, οι γεωτρήσεις, τα κοινοτικά έργα, τα λιμάνια, ο ηλεκτροφωτισμός, τα πρώτα τηλέφωνα, οι συνεταιρισμοί, η φιλαρμονική, το ταχυδρομείο, τα πρώτα αυτοκίνητα, τα πρώτα τρακτέρ, τα πηγάδια, οι αναδασώσεις, η βαμβακοκαλλιέργεια, η πατόζα… Η πατόζα. Τι να λέει άραγε σε κάποιον  της νέας γενιάς; Σε κάποιον που δεν είδε τον πατέρα του να θερίζει, που δεν έκοψε το δάχτυλό του παριστάνοντας το θεριστή ως παιδί, που δεν κουβάλησε δεμάτια με το γαϊδουράκι, που δεν είδε τις θυμωνιές, που δεν έζησε την κοσμογονία του αλωνισμού, που δεν μύρισε τη μυρωδιά του άχυρου, ή που αυτό δεν μπήκε μέσα στα μάτια του κατά το σάκκιασμα; Τι να λέει η παράθεση των τόνων της γεωργικής παραγωγής του μπαμπακιού, του σταριού, των σταφυλιών των οσπρίων κλπ, σε κάποιον που δεν έζησε την αγωνία των γονιών του, όταν κατά το Δεκέμβριο είχε τελειώσει το σιτάρι και δεν είχαν αλεύρι να ζυμώσει η μάνα του για το ψωμί της εβδομάδας; Ένα μυστικό αόρατο νήμα θαρρείς συνδέει σχεδόν κάθε αναφορά με τον αναγνώστη, ιδίως αυτόν που έχει κάποια ηλικία, ένα νήμα που πυροδοτεί συνειρμούς και ξυπνά μνήμες. Μνήμες που σε αποθέτουν με τρυφερότητα στην κοσμογονική πολυσημία της παιδικής  ηλικίας, ή μνήμες που γίνονται ορμητικό ποτάμι, που σε παρασύρει και σε ξεβράζει σε θυσιαστικούς πλην σωτήριους ψυχικά εσωτερικούς διαύλους.

Θα ήθελα να ξέρω αν το αγκίστρι με το λαχταριστό δόλωμα που με τη μαεστρία δεινού ψαρά μας έριξε ο Τσοτρούδης, που τσιμπήσαμε όλοι εμείς που ζήσαμε και την παλιά «αγροτική» περίοδο της Λήμνου, θα ήθελα να ξέρω αν πιάνει και στους νεότερους. Ελπίζω ότι πιάνει, αν και δεν το πιστεύω. Το βιβλίο  το φαντάζομαι σαν ένα χρυσωρυχείο, πλην με πεσμένες τις καμάρες του. Άλλοι είναι εγκλωβισμένοι μέσα για πάντα κι άλλοι που είναι έξω, δεν μπορούν να εισδύσουν.

Η χρήση του πολυτονικού σε όλο το βιβλίο, ακολουθώντας τα δημοσιογραφικά κείμενα, τα οποία όπως είναι αναμενόμενο είναι γραμμένα σε καθαρεύουσα προσδίδει στο έργο μια πατίνα με αχλύ παλαιική. Στη χρονική άλυσσο της ιστορίας, η γλώσσα έχει τους δικούς της δείκτες και τους δικούς της σταθμούς. Γλώσσα που μερικές φορές ο παράφορος τόνος της διαποτίζει όλο το κείμενο. Κείμενα συχνά υψηλού επιπέδου, με λογοτεχνική ποιότητα, με το θείο δώρο του ύφους, από  γραφιάδες που δεν είχαν σαν επάγγελμα τη δημοσιογραφία, που ήξεραν όμως «καλά γράμματα», πραγματικούς εραστές της τέχνης όπως σημαίνει η λέξη ερασιτέχνης κι όχι «καμποτίνος», όπως κατάντησε συχνά να σημαίνει σήμερα.

Εκατοντάδες ασπρόμαυρες φωτογραφίες πλουμίζουν το βιβλίο. Παλιές ασπρόμαυρες φωτογραφίες,  εικόνες ανθρώπων, τοπίων, καταστάσεων. Μια θαυματουργική μίξη φωτός και σκότους. Σαν την αέναη πάλη σκότους και φωτός, θανάτου και ζωής. Σαν να μας επισκέπτεται το φως. Η μνήμη παίρνει φως κι όλα καταλήγουν να είναι μύθοι του πραγματικού. Φωτογραφίες που αργάστηκαν απ’ το χρόνο και έγιναν ώριμες για τη μυθολογική τους δράση και την ποιητική τους αποστολή. Φωτογραφίες με την ιστορικότητά τους, που αναπαριστούν κάτι παραπάνω από αυτό που λένε ότι αναπαριστούν. Ασπρόμαυρες φωτογραφίες με τα υπέροχα μυστικά τους.

Όταν στις μέρες μας είναι δύσκολο να βάλεις ακόμα και μια πέτρα πάνω στην άλλη, προκαλεί κατάπληξη η δημιουργία  τόσων έργων μεγάλης κλιμακας, για τα δεδομένα της εποχής και την ανείπωτη πενία αυτών των τυραννισμένων ανθρώπων.  Αυτά τα έργα δεν συντελέστηκαν εν μια νυκτί, ούτε στάλθηκαν εξ ουρανού, αλλά στήθηκαν με υπερπροσπάθεια, επίπονη εργασία και γαλαντομία. Μέσα σε «τοπία» συχνά ολικής καταστροφής και ολέθρου αναδύονται στιγμές ανθρωπιάς, αυτοθυσίας, αλληλεγγύης και ζηλευτής συλλογικότητας.  

Ο συγγραφέας συνειδητά δεν περιλαμβάνει στο βιβλίο σκοτεινές ιστορικές περιόδους όπως τον εμφύλιο και τα διχαστικά μετεμφυλιοπολεμικά έτη, τη δικτατορία των συνταγματαρχών, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, το κυνηγητό των ηττημένων από τους νικητές, τις μισαλλόδοξες κραυγές που αποτυπώνονταν και στον τύπο, τις «δηλώσεις εθνικοφροσύνης» που γέμιζαν τα φύλλα των τοπικών εφημερίδων, που επιβάλλονταν εκβιαστικά από «νωματάρχες αυτοκράτορες» και διαβάζονταν από τον παπά στην εκκλησία. Δεν θέλει να ξύσει πληγές, δεν θέλει να στενοχωρήσει ανθρώπους. Θεωρεί ότι είναι νωρίς ακόμα για να αγγίξει κανείς τέτοια θέματα. Η έμφυτη καλοκαγαθία και ευγένεια που διακρίνει τον Τσοτρούδη, αυτόν τον πνευματικό μοναχικό διανοητή με την αθωότητα και καρδιά μικρού παιδιού, δεν του επέτρεψε να παρουσιάσει αυτό το υλικό, παρ’ όλο που το είχε στη διάθεσή του, όπως είμαι σε θέση να γνωρίζω. Ίσως να έχει δίκιο. Ίσως κάποιος ιστορικός ερευνητής στο μέλλον να το κάνει.

Στην εποχή που μεσουρανεί το εθνικό μας χάλι, στην εποχή της έσχατης κατάντιας, όχι τόσο οικονομικής αν κι έτσι θεωρείται, όσο πνευματικής και ηθικής, ας κάνει ο καθένας μας το καλύτερο που μπορεί να κάνει, μήπως και ξεκολλήσουμε. Ο Τσοτρούδης το κάνει. Και το κάνει καλά. Ποιεί έργο μέγα. Μνημονεύει τους αμνημόνευτους. Ποιος θα τους ανέσυρε απ’ τη λήθη; Ποιος θα τους άναβε το χρωστούμενο κερί; Ποιος ήταν διαθέσιμος να κάνει το σιτάρι κόλλυβα; Ποιος ο εκλεκτός; Αυτός που τους σκεφτόταν και τους καταλάβαινε. Αυτός που είναι ταγμένος για τα πέραν της καθημερινής βιωτής. Ο ξωπαρμένος και παράταιρος με τη σημερινή πεζότητα και ευτέλεια.

Η Λήμνος έχει τον ιστορικό της. Στα χνάρια του άλλου μεγάλου, Θεόδωρου Μπελίτσου.

Αριστείδη Τσοτρούδη σε ευχαριστούμε από βάθους καρδίας γι’ αυτή τη μυσταγωγική μέθεξη. Χωρίς άλλα λόγια: Άξιος.   

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η λάθος συνταγή και η Δευτέρα Παρουσία

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Στο σημερινό άρθρο της σειράς «πολιτικά σεμινάρια» ο Λήμνιος πολιτικός αναλυτής κυρ Μενελής Λεμπέσαρος θα εξετάσει το ζήτημα της συνταγής για την οικονομία. Στις ερωτήσεις ο συνεργάτης μας δημοσιογράφος κυρ Γιώργαρος Πουρπουργιανός.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Καλώς όρσες κυρ Μενέλου.

ΜΕΝΕΛΟΣ: Να ψουρίζω.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Τι ψουρίγ’ς κι ξεψουρίγ’ς μαθέ. Τι θα πει να ψουρίζω.

ΜΕΝΕΛΟΣ: Σε χαιρετώ μπρε. Δε σε ξεψουρίζω. Ήνταν παλιά μια γριγιούδα στν Ατσκή κι χαιρέταν εδιέτς. Ήθελε να πει «να που σε ορίζω». Τι διάτανο, ντιπ δε νογάς;

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Ορεξούδα εχ’ς βλέπω. Του λοιπόν, ρουτώ κατευτείας. Έναι λάθος η συνταγή για τν οικουνουμία ή σουστή;

ΜΕΝΕΛΟΣ: Του φαγί πάντους έναι σα κουνουπίδ τγαν’τό στου όριου να ν’δγιασ’ κι δε ντου τρωγ’ ούτε σκύλους. Τώρα α φταιβ η συνταγή, ή ου μάγερας, ή του ότι αντί κρέας έναι κουνουπίδ μπασαργιασμένου, δε ξέρου να σε πω. 

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Μη ξεφέγεν’ς σα ντου κουψουνούρ τουν αλέπδαρου. Ου κυρ Αντών’ς ου αναπτυξιακός λεγ’ ότε οπ’ νάναι έρχετι η φούντουσ’ στν οικουνουμία, ενώ ου κουμαντάντες Αλέξης οτ’ ούτε μέχερ τ’ Δευτέρα Παρουσία δε θα ανασάνουμ. Τι λες μπακαλούμ; Ζντήχα.

ΜΕΝΕΛΟΣ: Θα σε ήλεγα άμα ήξερα πότε θα γιν’ γη Δευτέρα Παρουσία. Πε με εσύ πότε θα γιν’ που είσι κι θρήσκους, να σε πω κι γω ποιος εχ’ του δίκιου.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Μη βλαστμάς τα θεία.

ΜΕΝΕΛΟΣ: Ναι, η Μαρίγια μας η θεία. Παρουσίες υπάρχνε πουλλές. Κι πρώτες, κι δεύτερες κι τιλευταίες. Κάνταν μια βουλά μες στ’ μπλατέα τς Ατσκής καμπόσεν’ καφινετζήδες τν ώρα που πέρναν μια όμουρφ νταρντανόγ’ναικα. «Ωραία...παρουσία» είπεν ου Νταμπάκ’ς, που γύρσεν του κιφάλι τ’ κι είδε κι γύρου - γύρου μπας κι ήνταν κανές συγγενής τς δεκεί κουντά κι τουν ακούσ’, ειδεμή θα του ήλεγε αλλιώς. Ου Δεμετρός ου Μουσχούδς ου επουνουμαζόμενους κι μελισσουκόμους που ήνταν πουλύ θρήσκους σα γκι σένα, θύμουσεν κι λεγ’ στου Νταμπάκ’: «Μη λες τέτοια λόγια, δε γκάμεν’». «Γιατί μπρε Δεμετρό, τι είπα, εξόν κι α δε σ’ αρέζνε οι γ’ναίκες» τουν λεγ’ ου Νταμπάκ’ς. Ου Δεμετρός τα έχασε κουμάτ κι είπε: «Δεν είπα που δε μ’ αρέζνε οι γ’ναίκες, αλλά δε γκάμεν’ να φέρεν’ς στου στόμα σ’ τα...θεία. Αυτό που είπες εχ’ μέσα τ’ λεξ παρουσία, όπως η Δευτέρα Παρουσία, που δεν πρεπ να τ’ βάζουμ στου στόμα μας». Κι τουν λεγ’ ου Νταμπάκ’ς: «Εγώ όντας ήλεγα ωραία παρουσία ήγλεπα απάνε τς κατ που μπόρουμνε να του βάλου κι στου στόμα μ’ κι στου αργαλείου μ’, έσύ άμα είχες στου νου σ’ τ’ Δευτέρα Παρουσία, όντας περνούσε να έψελνες ένα τρουπάριου».

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Πάλε ξιφέγεν’ς. Πε με ποιος εχ’ τ’ γκαλύτερ συνταγή. Θα τα καμ καλύτιρα ου κουμαντάντες;

ΜΕΝΕΛΟΣ: Θα σε πω, π’ να σε πει ου παπάς στ’ αυτί. Κάνταν μες στ' μπλατέα μια παρίγια γερ κι σαν ήνταν κι κουμάτ ατζγκινλήδες στα νιάτα τς κι δε τς είχε φυγ’ ακόμα η προυτνή η αψάδα, σκουλιάζαν όποια γ’ναίκα πέρναν. Ουραία πισνάρια, ήλεγε ου ένας, μάνα γω βζάρες, ήλεγε ου άλλους, μωρέ τούτεν’ έναι ταμάμ για μένα, ήλεγε ου τρίτους. Κι τς λεγ’ κι ένας άλλους γέρους που κάνταν στ’ παρέα: «Καλά μπρε σεις τα λέτε, αλλά άμα σας πει καμιά απ’ ούλες τούτες, ναι, τι θα κάμτε;». Σε απάντ’σα.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Ε πανάθιμά σι δγιαβόλ αλιπδέργια, βραδγιάτκου. Του μλιανό σ’ δλευ’ σα ντου καλουκουρντ’ζμένου του κουχλερούδ, κι γλυστράς σα ντου αχέλ’. Ας έναι. Πάντους ουλ’ οι ξεν’ έχνε του μελ’ στ’ αχείλια τς για τα μας τώρα. Η συνταγή λένε έναι σουστή.

ΜΕΝΕΛΟΣ:  Θα σε απαντήσου σχιτικώς. Ήνταν κεια τα χρόνια ο μπαρμπα - Λευτέρς ου Κιλελής, και είχε μάντρα πισ’ στ’ Παπιά. Δεκεί είχε μάντρα και ο Δημητρός ο Τ., ου επουνουμαζόμενους γούρτζελους, γιατί μνουχούσε τα γουρτζέλια κι ούλα τα ζωντανά. Ήνταν  πρακτικός χειρούργος γουρτζελάς. Μια μέρα ου Δημητρός είχε παγ’ στ’ Παναγιά για δλεια. Ου Λευτέρς είδε που έλ’πεν ου Δημητρός και πήγε κι έπιασε κουβέντα με τ’ γ’ναίκα τ’ Δημητρού. Τ’ λεγ’, γ’τόν’σσα, θα νείσαι τώρα τριγιανταπέντε χρονώ; Α, κακοχορνάγ’ς μπρε Λευτέρ, τίλουγια μαθέ, η κόρη μ’ έναι κοσεφτά, γω θα νείμαι μον τριγιανταπέντε; Μπα, τς λεγ’ ου Λευτέρς, δεν είσαι παραπάν, μαθέ σα γκορτσούδ μοιαγ’ς. Άντε άντε, το βραδ που γύρσεν ο Δημητρός, τς λεγ’, ε, πώς πέρασες μοναχιά; Αμ δεν ήμνα μοναχιά μ’ ήρτε κειονάς ου Λευτέρς και μέκαμε κουβέντα, αλλά έναι ντιπ χαζός, μ’ έβγαζε μαθέ τριγιανταπέντε χρονώ. Νόμζε π’ τον γελώ και τον λέγω ψέματα. Τ’ λεγ’ ου Δημητρός,….μνι σε γύρευε. Οχ’ τον λεγ’ η Λαμπρινή, τέτοιο πράμα δε με γύρεψε ο άθρωπος. Βρε γ’ναίκα άκσε δωνά, μνι σε γύρευε αλλά με άλλες κουβέντες. Γι’ αυτό κυρ Γιώργαρε κι γοι Ιβρουπαίοι μας λένε καλές κουβέντες.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Θος φλαξ. Τέτοιου πράμα κι γω σε λέγου, μόνε στ’ Δευτέρα Παρουσία.

ΜΕΝΕΛΟΣ: Μη φουβάσαι, κατά πρώτου κι κύριου τέτοιου πράμα δεν εχ’ς, κατά δεύτιρου, δε θέλνε απού μας τέτοιου, ου λόγους του λεγ’, κι κατά τρίτου κι καλύτιρου, κειο π’ θέλαν του πήραν τώρα κι δε θα μπαντέχνε τ’ Δευτέρα Παρουσία.

***Αγαπητοί αναγνώστες ευτυχείτε. Κι αν δεν πετύχαμε τη συνταγή σε τούτον τον κόσμο, στη Δευτέρα Παρουσία θα την πετύχουμε.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο πολλαπλασιαστής και τα κλάσματα

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Σήμερα στα «πολιτικά σεμινάρια» ο Λήμνιος πολιτικός αναλυτής κυρ Μενελής Λεμπέσαρος θα αναλύσει του θέμα του πολλαπλασιαστή, που χρησιμοποίησε του ΔΝΤ (Διεθνές Νομισματικό Ταμείο) για την οικονομία μας. Στις ερωτήσεις ο συνεργάτης μας δημοσιογράφος κυρ Γιώργαρος Πουρπουργιανός.

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Μπρε καλώς το γκυρ Μενέλο. Σήμερα λέγω να μλήξουμ για τουν πουλλαπλασιαστή στν οικουνουμία. Εχ’ς αντίρρησ’;

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Κι αντίρρησ’ έχου κι δε θέλου κιόλα.

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Κι γιατί περικαλώ;

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Γιατί δε ξέρου τι πράμα έναι.

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Να σε ξηγήσου. Ου πουλλαπλασιαστής έναι ένα νούμερο. Με τούτου πουλλαπλασιάζνε κατ άλλα νούμερα κι βγάζνε τ’ σούμα…

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Βγάζνε ρακί σούμα απ’ τα νούμερα; Τι άλλου θα νακούσουμ. Κι γω που νόμζα ότι η σούμα βγαιν’ απ’ τα τζάμπουρα απ’ τα πατμένα σταφύλια.

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Μην προυτρέχ’ς σα ντουν παπατρέχα. Δε λέγου γι’ αυτήν’ τ’ σούμα. Για αριθμητική σε μλω. Του αποτέλεζμα εννουώ. Κι βασ’ σε αυτόνου του απουτέλεζμα είπε του Δουνουτού, τόσο θα κόψουμ τς μιστοί, τόσου θα κόψουμ του ένα, τόσου θα κόψουμ του άλλου. Ακριβείας πράματα, οχ’ οπ κατσ’ του μαχαίρ. Ε, του λοιπό, ου κουμαντάντες Αλέξης ανεκάλ’ψεν ότι του νούμερο τούτου έναι λάθους κι γι’ αυτό φτουχήναμ, άμα βάζαν τουν σουστό πουλλαπλασιαστή θα είμαστε τώρα πλούσοι.

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Κι γιατί τουν λες κουμαντάντε;

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Εδιέτς λέγαν τουν σχουρεμένου τουν Τσάβες τς Βινιζουέλας, που ήνταν μουγάλου μλιανό, γι’ αυτό κι θα τουν μπαλσαμώσνε, κι απού δω κι πέρα εδιέτς θα λέμε κι τουν Αλέξ.

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Κι πού ξερ ου Αλέξης αριθμητική;

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Ου καθένας ξερ. Εσύ δε ξερς; Δεν έκαμες στου σκουλειό αριθμητική κι άλγιβρα; Δε σε μάθαν στου σκουλειό τα κλάζματα;

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Τα κλάζματα με τα έμαθε ου κώλουζιμ, οχ’ του σκουλειό. Κι ο κώλουζιμ έναι ακριβείας αργαλείου. Μπορεί να τεμαχίσ’ ένα πόρδου σε όσα κλάζματα πουρδέλια θελ’ς. Έναι κώλους μαθηματικός. Ξερ ούλες τς πράξεις τς άλγιβρας και τς τριγουνουμετρίας. Πουλλαπλασιάζ του αέριου, του διαιρεί σε κλάζματα, και του αφαιρεί απ’ του άντερο με ουλ’ τς τροπ κι ουλ’ τς θόρυβ κι τς βρουντές. Μόνε στ’ μπρόστεσ’ πόμνε λίγου μεταξεταστέους.

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Έ, να, κάπους εδιέτς στου λέγου κι γω. Άλλου να ξανεμστείς με μια κι να ρίξεις ένα πόρδαρου π’ θα τρίξνε τα τζάμια, κι άλλου να τουν αμουλαίρεν’ς σε μκρέλες δόσες. Ετσ’ έναι κι γη οικουνουμία σε λεγ’ ου κουμαντάντες, θα προυλάβαινε να σνερτ, ενώ τώρα θα πουμείν’ σέκους.

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Εκειό π’ κατάλαβα γω, απ’ ούλες τούτες τς κλαμάρες που με τζαμπνίγ’ς, έναι ότι η οικουμία έναι κλαζμέν’ για κλαζμέν’, η διαφουρά έναι μόνε α θα πιει τουν πόρδου με τη μια ή σε καταπγίδες. Κι τούτεν’ οι μούτσαρ που κυβιρνούνε κι ου κυρ Αντών’ς ου αναπτυξιακός μας μπουμπνίξαν ένα πτακουτώ γαδαρουπόρδαρου μια κι όξου, ινώ ου κουμαντάντες θα μας τς ρίχεν’ πουσφνιστοί κι πουφσκουτοί.

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Μέσες άκριγιες, του τσακμάκ’σες του ζήτμα. Αλλιώς η οικουνουμία πεφτ ξιρή κι άντε να τ’ σκωγ’ς.

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Σα ντου γιατρό τουν Κουνιδιάρ. Πήγαινε παλιά ου γιατρός με τ’ φουράδα τ’ σε ένα άρρουστο, στου Πουρτιανού. Δίπλα στου δρόμου πότ’ζεν του μπαμπάκ’ ένας μουγάλους κλανιάρς. Σαν ήρτε ραστ ου γιατρός, τραβά ου άλλους ένα πόρδου κανουνιά. Ξπάζεται του άλουγου, πάρτουν κατ τουν Κουνιδιάρ. Τρουμάξαν να του σκώσνε. Σα στάθκεν ου Κονιδιάρς, γυρίζ βλεπ τουν κλανιάρ και τουν λεγ’: «Τι να σε πω βρε παιδάκι μου, τίποτα δεν ήθελα στον κόσμο αυτόν, μόνε την κράση σου να είχα».

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Α μπράβου. Του έπιασες του νόημα. Ένα νούμερου μπορεί να μας πήγαινε αλλού, δηλαδής απ’ τούτου του σημείου, στου άλλου.

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Να μας μετάδενε, σα ντα ζα.

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Μη βλαστμάς. Δε θα λες ζα του λαό. Να γιν’ς σιβαστκός κι θρήσκους όπους τουν κουμαντάντε, κι τουν σχουρεμένου κι τουν ασχώρετου.

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Καλά, μη μπαθς κι τίπουτα. Δε σε πατήσαμ κι τς αγγουρές. Εδώ αλλ’ μεταδέν.νε τς αγιοί κι συ φουρλαμάντ’σες  γιατί είπα π’ θα μας μεταδέσνε σα ζα;  Ήταν παλιά στου Μούδρου ένας Χαρελάμπς Τσαρλιούς. Γύρζε με μια φουφού και κουλλούσε οτ’ πράμα είχε ξικολλήσ’, μπρίκια, κατσαρόλες,  χαρανιά, τσεζβέδες, όπους θα μας φκιαξ καλή ώρα ούλα τα πράματα ου κουμαντάντες. Είχε κι μια γαδαρουφουνάρα  κι έκαμνε κι του ντελάλ’. Η γ’ναίκα τ’ ήνταν στν εκκλησά πιτρόπσσα. Ου Χαρελάμπς  έκαμνε γιαρντίμ στη γ’ναίκα τ’ και πήγαινε κάθα απόγεμα κι άναβε τα καντήλια στν αγκηλ’σά. Τον ρωτούσαν σα ντουν γλέπαν, «Χαρελάμπ πού πας;», και κειος ήλεγε «Ήρτε τ’ απόγεμα, πάγω να μεταδέσω τς αγιοί».  Γύρζεν όντας έβγαινε για κόλλ’μα και φώναζεν: «Λάτε τώρα ν’κοκυρές, που τν έχω πυρωμέν’. Άμα το πράμα σας ξιχαρβάλουσε γω το ζγκουλλώ. Οτ’ τρύπιο έχ’τε του βουλώνω. Ούλες τς τρύπες σας θα στλώσου. Τρύπα κι αυγό, αυγό κι τρύπα». Νουμίζου ότι του ζήτμα του ιξαντλήσαμ. Φέρε τ’ γαζουζούδα μ’ τώρα.

***Αγαπητοί αναγνώστες ευτυχείτε. Με την αλλάγή του πολλαπλασιαστή είναι σίγουρο ότι θα μας μεταδέσουν. Αν όχι σ’ αυτόν τον κόσμο, σίγουρα στον άλλον.   

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Δευτέρα 26 Αυγούστου 2013

Μηκυό και μηκιώχ

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Στο σημερινό άρθρο και στη σειρά «πολιτικά σεμινάρια, ο Λήμνιος πολιτικός σχολιαστής κυρ Μενελής Λεμπέσαρος συζητά με τον ανταποκριτή μας κυρ Γιώργαρο Πουρπουργιανό, το θέμα των ΜΗ.ΚΥ.Ο (μη κυβερνητικές οργανώσεις).

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Καλ’μέρα κυρ Μενέλου, σα ντα χιόνια, σήμερα του θέμα μας έναι…

ΜΕΝΕΛΗΣ: Του θέμα μας θα νέναι οι μηκυό.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Εγώ θα πω τι έναι του θέμα μας, οχ’ εσύ. Τι διάτανου, όποιους προυλάβ να πει πρώτους, έναι δω; Εδιέτς σε κάπιν’σεν;

ΜΕΝΕΛΗΣ: Ναι όποιους προυλάβ. Σε ούλα τα πράματα, όποιους προλάβ έναι. Του ήλεγε κι ου Μπότης. Παλιά ήνταν στουν Κορνό ένα τσουπαν’δέλ’ ου Μπότης. Ήνταν κομάτ χαζό, κι μια μέρα που τον ρώτ’σεν ένας Κασπακ’νός από πού έναι κι τουν είπεν ου Μποτ’ς απ’ τουν Κορνό, τουν λεγ’ ου άλλους «α γι’ αυτό εχ’ς του γκώλου σ’ σαν ορνό». Ου Μποτ’ς θύμουσε, κι απ’ κειν’ τ’ μέρα ουλ’ οι τσουπανοί τον ρωτούσαν κάστλα κι ξιπίτηδες, κι μολ’ς ου Μποτ’ς τς ήλεγε «απ’ τουν Κορνό», οι αλλ’ στου λιπτό τουν λέγαν τ’ συτχιά για τουν κώλου τ’. Μια βολά τουν κάμαν μήνυσ’ του Μποτ γιατί τα πρόβατα μπήκαν σε ένα τσαγίρ. Τουν λεγ’ ου δικαστής «από πού είσαι;». Μιλιά ο Μποτ’ς. Βρε από πού είσαι; Ξανά μιλιά – συτχιά ου Μποτ’ς. Ε, σα ντον αγρίγιεψε ο δικαστής, λεγ’ ου Μπότης: «-Απ’ τουν Κορνό, αλλά εσύ εχ’ς το γκώλο σ’ σαν ορνό, κι του είπα κι πρώτος».

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Ε, άντε μπακαλούμ, ας πούμε για αυτένες τς μηκιώχ.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Δε τς λένε μηκιώχ μπρε Γιώρεγ’ μαθέ, μηκυό σε είπα. Άλλου του κλάσμου άλλου του χέσμου. Με φαίνεται ότι είσαι μόνε για τς καθερζμένες τς τσάγλες. Συ του πας όπους τουν Αθανάσ’ απ’ τν Ατσκή. Ήθελε ου Αθανάγ’ς να καμ το χουζμέτ στ’ Κμουσινιούδα, ήθελε κι κειν’ αλλά μολ’ς τ’ ζμουλάκιαζε σε καμιά γουνιά, εκείν’ του μιτάνιουνε κι δε ντουν άφνε. «-Τι γίν’κεν Αθανή;», τουν ήλεγε ου φίλους τ’. «-Μη κι οχ’» απάνταν ου Αθανής. Τν αλλ’ βολά τα ίδια: «-Μη κι οχ’». Την τριτ βολά τον λεγ’ ου φίλους τ’; «-Πάλε μη κι όχι, Αθανή;». Κι τουν απαντά ου Αθανής: «-Εχτές, στν αρχή ήλεγε, μη κι οχ’, αλλά με τα πολλά γίν’κε του χουζμέτ, κι τότες ήλεγε, μη κι ωχ».  

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Ουρίστε, ζντήχα, δε ξαναμλώ γιατί συ θα θυμθείς κι τα βαφτίσα σ’.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Μπρουσπαθώ τς τιλευταίες μέρες να φκιάξου μια μη κυβερνητική ουργάνουσ’, απ’ τούτες που εχ’ γεμίσ’ η Ελλάδα και τς δίν.νε εκατουμμύργια ζουντανά, μελεγούνια με του τσβαλ’. Θα λέμε κι μεις, ότι έναι για ένα καλό σκουπό. Παράδγμα, «φόρουμ για τν ανακάλυψ τ’ ασφάλαγγα με τα τρία πουδάρια», ή «ινστιτούτου για ινδυνάμουσ’ τς γαδουρνής στύσης με σκουπό να του φχαριστιέται μπλιο πουλύ η γαδούρα», ή «κέντρου έρευνας για του τετράφλου τριφύλ’», ή «ακαδημία για τ’ δγιατήρησ’ τς ευτυχίας τ’ απήδαλου μέσα στ’ σαλαμούρα», ή «πανιβρουπαϊκή ένουσ’ έρευνας για τν αλλαγή στο χρώμα που έχνε τα κουρνίτκα τ’ αυγά», οτ’ τέλους πάντουν μας κατβεί για σκουπό γερενέ, δεν έναι τούτου ζήτμα. Εκειό που χρειγιάζεται έναι να εχ’ πουλύ βαρουκόκκαλ’ πικεφαλίδα, να τ’ λένε παράδγμα «ινστιτούτου», «δίκτυου», «ακαδημία», «παγκόζμιου συμβούλιου», «ίδρυμα», «κέντρου ιπιστημών», κι άλλες τέτοιες κλαμάρες. Του άλλου που χρειγιάζεται έναι να εχ’ς καμπόσεν’ ζντγιανουκόματ’ που θα τς διν’ς δλεια κι καλά, τίπουτας ψούχλα, για να δικιουλουγείς καμπόσα μκρουέξουδα, αφού τα πλιότιρα θα τα κάμνουμ σκατουμοιρασά σναμεταξύ μας αλαμπαμπαλά.Του τρίτου έναι να εχ’ς τα μέσα, να είσαι συγγενής, τσανάκ’, ή γκόμινα κανέ πολιτικού, ή ου ίδιους πουλιτικός, ή κουμματάρχης.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Τι λουλάτα πράματα έναι τούτα κυρ Μενέλου; Άκσε, να ψάχνε τουν ασφάλαγγα με τα τρία πουδάρια. Θος φλαξ μαθέ.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Γιατί έναι καλύτερες εκειές που υπάρχνε; Δώσε προυσουχή: «ικπαίδευσ’ εμπειρουγνουμόνων στ’ χρηστή δγιακυβέρνησ’ στου Σουντάν», «ικπόνησ’ σκεδίων για ντ προυώθησ’ κοινουνικά δίκαιου τουρισμού στ’ Συρία», «παρουχή ψυχουλουγικής ποστήριξης στου Πακιστάν», «ικμάθησ’ ιλληνικής γλώσσας στν Αλάσκα». Είπες τίπουτας;

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Κι γιατί περικαλώ τς λένε μη κυβιρνητικές, αφούς έναι τς κυβέρεν’γς;

ΜΕΝΕΛΗΣ: Έναι σα τς πτάνες. Είδες καμιά πτάνα να λεγ’ ότι έναι πτάνα; Δε λεγ’ είμαι η πτάνα Ελέν’, λεγ’ είμαι η κυρία Ελέν’.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Κι εχ’ς μαθέ συ τα μέσα; Ούτε βουλευτής είσαι, ούτε συγγενήδες βουλευτές εχ’ς, ούτε γκόμενα κανενός είσαι. Άλλα κι θα καμς μηκιό!!! Πλένε τα μήλα στου γιαλό, πλένε κι οι καβαλίνες. Θαρρείς όσεν’ μτζουρώντεν έναι κι κατσίβελ’; Λάθους η συνταγή σ’ με φαίνεται κυρ Μενέλου.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Η λάθους συνταγή κάπουτες γίνεται σουστή. Παλιά στν Ατσκή ήνταν ου Κουσταντής, που είχε εφτά πιδιά κι ήνταν κι φτουχός. Κάθα χρόνου κι παιδί. Τουν λεγ’ η γ’ναίκα τ’, ιν’σάφ, μέχρις εδώ, δγιε τι θα καμς, άλλα πιδιά δε γκάμνου, πήγαινε στου γιατρό να σε δωκ’ τίπουτας να σταματήγ’ς. Παγαίν’ στου Μανταδάκ’ του γιατρό, τουν λεγ’ ου Μανταδάκ’ς θα πας απ’ του φαρμακείου να αγουράγ’ς προυφυλακτικά κι μπριν καμς του χουζμέτ θα τα βαγ’ς. Τι έναι τα προυφυλακτικά; Λεγ’ ου Κουσταντής, που ήντα ντιπ χιουνής μούσκαρους. Τουν λεγ’ ου γιατρός, πήγαινε στου φαρμακείου τ’ Ηλία, στου Κάστρου, έχου συνουηθεί για κατ σα γκαι σένα, κι θα τουν πεις θέλου καραμέλες για τουν μπρουστινό, κειος θα καταλάβ. Σε καμπόσεν’ μήνες να πάλε ου Κουσταντής στου Μανταδάκ’. Γιατρέ τουν λεγ’ η συνταγή ήνταν λάθους, κάμαμ κι του όγδοου πιδί. Τον ρουτά ου γιατρός; «-Πώς χρησιμουποιούσες τα προυφυλακτικά;». «-Πριν τη δλεια τα κατάπνα» λεγ’ ου Κουσταντής. Τουν εξηγεί ου γιατρός, ότι πρεπ να τα φουρεί στου αργαλείου, οχ’ να τα καταπίν’. Κι λεγ’ ου Κουσταντής: «κι ήλεγα κι γω κι απόρουμνε, γιατί τα σκατά μ’ βγαίναν σε σακλούδια». Αλλά ύστιρα απ’ αυτόνου έμαθε του κόλπου κι δε ξανάκαμε πιδί. Άντε φέρε τώρα τ’ γαζουζούδα, κι θα βρούμε λυσ’ στου μπρόβλημα.

***Αγαπητοί αναγνώστες ευτυχείτε. Και είτε με μηκυό είτε με μηκιώχ θα καθαρίσουμε.