Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2012

Η λίστα και τα ψώνια τς Κεραστούδας

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Σήμερα ο Λημνιός πολιτικός αναλυτής κυρ Μενελής Λεμπέσαρος στη σειρά των εκπομπών «πολιτικά σεμινάρια» θα αναλύσει το ζήτημα της «λίστας», στον ανταποκριτή μας κυρ Γιώργαρο Πουρπουργιανό.
ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Καλ’μέρα κυρ Μενελή. Να κι η γαζοζούδα σ’, που κάμεν’ς σα τν αγκαστρουμέν’ κάθα που έρχεσαι κι σάνασκι είσαι γαρζμένος κι μπλανταμένος. Τι θα πει κυρ Μενέλουμ «λίστα»;
ΜΕΝΕΛΟΣ: Λύστα θα πει να λυγ’ς, σα μπου λέμε «λυσ’ τα βρακιά σ’». Γιατί όμους με ρουτάς, έπιασε κόψμο κανέναν;
ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Δε γκατάλαβες κυρ Μενέλου. γω σε ρώτ’σα για τ’ λίστα με του «ι» του γιώτα, του κατσουνούδ, τούτου που λες εσύ γράφεται με με του «ι» του ύψιλον, του κατσαρουλούδ ή σα θελ’ς του χαρανούδ. Για τ’ λίστα σε λέγου που χάθκεν κι τ’ ψάχνε ουλ’.
ΜΕΝΕΛΟΣ: Εμ άμα λυν’ κανείς τα βρακιά τ’, φορούμ ανάγκ’ θα νεχ’ κι θα χειργιαστεί κι κανένα αγγειό γή χαρανούδ, σα δε νέναι όξω στο γκάμπο. Τώρα α νέναι τίπουτας κτσος κι εχ’ κι κατσώνα π’ λες, μπουρεί να τ’ μπαθ τη δλια κι να χεστεί απάνετ με του ζμπάθγειου. Εξόν κι α λες για τ’ λήστα, τ’ λησταρχίνα, που έναι η γ’ναίκα τ’ λήσταρχου.
ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Πάλε δε γκατάλαβες. Άκσε να σε κάμω κουμάτ γραμματκή.  Τα «ι» έναι τρία. Του κατσουνούδ, του κατσαρουλούδ κι του ήτα, που έναι σα σκαμνούδ. Γω σε ρώτ’σα για τ’ λεξ «λίστα» που εχ’ μέσα του «ι» του κατσουνούδ.
ΜΕΝΕΛΟΣ: Μπρε συτχαίν’ς για του γκατάλογου που είχε μέσα εκείν’ που είχαν τα φράγκα, τα μυργιομελέγουνα στν Ελβετία; Μίλα μαθέ αθρουπνά, που με αρχίν’σες με κειν’ που τς έπιασε κόψμου κι βαστούσαν κι μπαστουνουκάτσουνο κι κάνταν κι πα στου σκαμνί, κι πα στν αναμπουμπούλα χάσαν κι τ’ λησταρχίνα. Ε, σαν τι θελ’ς να σε πω;
ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Να μαθέ, αντίς να τς κάμνε έλεγχο κι αγιάρ ουλ’ τούτεν’,  για να πλερώσνε του φόρου, δε τς κάμαν λεγ’, γιατί ου κατάλουγους που λες κι συ, ήνταν «ατύπως». Τι θα πει μαθέ «ατύπως»; Και τι ήνταν η λίστα κι χάθκεν, βελόν’ ήνταν;
ΜΕΝΕΛΟΣ: Δίκιο έχνε οι αθρώπ. Ου κατάλουγους ήνταν…ατύπως. Σα να κάμεν’ ένας μια ληστεία κι να τουν πιαν’ ου πουλίτ’ς. Άμα δε ντον πιασ’ ου αστυνόμους δε μπορούνε τώρα να τον κάμνε τίπουτας γιατί η σύλληψ ήνταν…ατύπως. Τι του πέρασες του κράτους; Γιάγμα; Τώρα μπλια είμαστε Ευρώπ, δε μπουρεί ο καθείς να κάμεν’…ατύπως. Οι πουλιτικοί μας έναι τυπικοί. Ύστερα ούλα τα ουνόματα ήνταν γραμμένα πα σε ένα πραματούδ διαβουλέρ που του λένε στικάκ’, μουγάλου σαν ένα νυχ’. Δύσκολου έναι να χαθεί μες στς μπουζνάρες τ’ Βενιζέλαρου;
ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Γω ξέρου ότε φουρουλουγούνε τς γριγιές με τα τρακόσα ευρώ κι αφήν.νε εκείν’ που έχνε δισεκατουμμύργια, τα μυργιουμελέγουνα, που λες κι συ.
ΜΕΝΕΛΟΣ: Δε νέναι εύκουλου. Εξόν που έναι…ατύπως, έναι σα να λες ένα αργάτ να σκαψ ένα βνο με βίνα. Ενώ τς γριγιάς η σύνταξ έναι παιχνίδ. Σα να λες τουν αργάτ να σκαψ μια σπουργίδα άμδα.
ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Δε τ’ δγείκαν καθόλ τ’ λίστα λεγ’. Δε μπουρούνε να γλέπνε τα…ατύπως. Τι έναι μαθέ η λίστα κανέ θεριό κι τ’ φουβούντεν κι δε ρίξαν ούτε μια ματιά;
ΜΕΝΕΛΟΣ: Φουβούνταν μη μπάθνε οτ’ έπαθε ένας παπάς στν Ατσκή τα παλιά τα χρόνια. Μια γ’ναίκα, η Κεραστούδα, έγραψε σε ένα χαρτούδ τα ουνόματα απ’ τς πεθαμένοι τς για να τα διεβάσ’ ου παπάς στν αγκλησά του ψχουσάββατο. Έγραψε κι σε ένα άλλου χαρτούδ ένα κατάλουγου με τα ψώνια που θα έκαμνε απ’ του μπακάλ’ γιατί ξέχναν λόγω η ηλικία. Έκαμε όμους λάθους κι έδωκε στουν παπά του χαρτούδ με τα ψώνια, αντίς τα ουνόματα με τς πεθαμέν’.  Ου καμένους ου παπάς με τα λίγα κολλ’βουγράμματα που ήξερε, δε μπρόσεχε τι διέβαζε, πα στ’ σφιξούρα που είχε μη καμ κανένα λάθους. Αρχινίζ να διεβάζ τα χαρτούδια που τουν είχαν παγ’ οι γ’ναίκες, υπέρ αναπαύσεως των ψυχών, Ανεστάγ’ς, Ν’κόλας, Ασπασώ, μπακαλιάρος μια οκά, βούτυρος απ’ του ντενεκέ, ζάχαρς, ένα μπουκάλ’ γαζ, κι δυο πράσα απ’ τα μεγάλα. Γι’ αυτόνου κυρ Γιώργαρε δεν ανεπιάνταν με τ’ λίστα. Σε λεγ’,  δε θελ’ς να εχ’ τίπουτας ψώνια μέσα κι να πάθουμ κανέ μασκαραλίκ’;
***Αγαπητοί αναγνώστες λιστοφόροι και ληστοπαθούντες ευτυχείτε. Και με ρέγουλα στις λίστες με τα ψώνια.