Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2009

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΛΗΜΝΟΥ (Θ) - Στέργιος Μαυράκης

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΛΗΜΝΟΥ (Θ)

Ο Στέργιος Μαυράκης στο σιδεράδικό του (Φωτογραφία Παντελή Πραβλή)


Στέργιος Μαυράκης

Έφυγε πριν τρεις μέρες, για πάντα, ο Στέργιος Μαυράκης, εκ Δάφνης, κάτοικος Ατσικής. Έδινε τη μάχη από τις αρχές Νοεμβρίου, μετά από εγκεφαλικό, που έπαθε ενώ κυνηγούσε. Γεννημένος το 1940. Σιδεράς, γνήσιος μαθητής του Ήφαιστου, πάλευε με τη φωτιά και τα σίδερα καθημερινά. Παλικάρι σε όλα του. Αριστερός παλαιού τύπου, που πάει να πει, εργατικός, υπερήφανος, άφοβος. Χαμηλών τόνων άνθρωπος, λιγομίλητος, αλλά με χιούμορ οξύτατο. Είχαμε μια αλληλοεκτίμηση. Τα δύσκολα πολιτικώς χρόνια, υπέστη αρκετές πιέσεις. Κάποτε ένας πολιτικά αντίπαλος σε ένα εκκολαπτόμενο καυγά στο καφενείο, σηκώθηκε πάνω και έκανε πως βγάζει το σακάκι του, έτοιμος να… συγκρουσθεί. Ο Στέργιος ατάραχος, χωρίς να σηκωθεί από την καρέκλα του, του έριξε μια ματιά - μαχαίρι και του είπε ήσυχα: «Σε συμβουλεύω ότι είναι καλύτερα να μη βγάλεις το σακάκι σου». Ο άλλος μουδιασμένος δεν τόλμησε. Σε λίγο ήρθε ένας χωροφύλακας και του είπε: «Πάμε στην αστυνομία». Ο Στέργιος πάλι ατάραχος, αλλά με αποφασιστικότητα που δε σήκωνε αμφισβήτηση, του είπε: «Εγώ δεν έχω καμιά δουλειά στην αστυνομία, λέγω ότι καλύτερα είναι να πας μόνος σου». Ο χωροφύλακας έκανε μεταβολή και έφυγε σα βρεγμένη γάτα. Καλό ταξίδι Στέργιο.

Παρακάτω, ένα κείμενο – αφιέρωμα από τη «Φωνή της Ατσικής», το 2002 (τεύχος 11)

Ο σιδεράς

Το σιδεράδικο του Στέργιου Μαυράκη στην Ατσική

Στο παλιό κατσιβέλικο του Τάσου Φούντου, ιδιοκτησίας τώρα του Στέργιου Μαυράκη, η παράδοση συνεχίζεται. Ο Στέργιος με τη φωτιά δαμάζει τα σίδερα. Οι σιδεράδες, οι τεχνίτες που κατασκεύαζαν στο αμόνι σιδερένια εργαλεία, όπως κασμάδες, τσάπες, τσεκούρια, δρεπάνια, σφυριά, βαριές, αλλά και διάφορα σιδερένια εξαρτήματα όπως καρφιά, μασιές, μεντεσέδες, ονομάζονταν και "δεμιρτζήδες" ή "ντεμιρτζήδες" από την τουρκική λέξη "demir" που σημαίνει σίδερο. Την τέχνη του σιδερά που απαιτούσε μεγάλη εμπειρία, αλλά και οργανωμένο εργαστήριο, την μάθαιναν οι νέοι μέσα από την οικογενειακή παράδοση ή τη μαθητεία. Το επάγγελμα του σιδερά ασκούσαν συχνά και οι τσιγγάνοι ή "γύφτοι", ή κατσίβελοι, εξ ου και «κατσιβέλικο» καθώς και οι πεταλωτές (αλμπάνηδες) που κατασκεύαζαν τα πέταλα των αλόγων. Σιδεράδες υπήρχαν πολλοί στη Λήμνο τα παλιά χρόνια. Τώρα είναι ζήτημα αν υπάρχουν δυο τρεις.

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΛΗΜΝΟΥ (Η) - Τάσος Ξύκης

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΛΗΜΝΟΥ (Η)

Τάσος Ξύκης


Πέθανε πριν δέκα μέρες στην Ατσική της Λήμνου, ο Τάσος Ξύκης, αγαπητός φίλος. Γεννημένος στα 1925, αγρότης. Πανέξυπνος, γνήσιος, ανεπιτήδευτος, με χιούμορ ξεχωριστό, πλακατζής, ένας γλυκός «προβοκάτορας» της παρέας του καφενείου. Όποτε είχα την ευκαιρία να πηγαίνω στο χωριό μου, είχα την τύχη να συμμετέχω στη συντροφιά ανθρώπων όπως ο Τάσος, που δυστυχώς, ένας – ένας αποχωρεί για πάντα, κάνοντάς μας πραγματικά φτωχότερους. Στην παρέα της πλατείας, πρωταγωνιστής πάντα ήταν ο Γιώργης Ντινενής ή Νταμπάκης, φίλος και συνομήλικος του Τάσου και δικός μου φίλος, που κι αυτός μας αποχαιρέτησε πέρσι. Την τελευταία φορά που πήγα στην Ατσική, επισκέφτηκα τον Τάσο στο σπίτι του, δεν μπορούσε πια να βγει στο καφενείο. Είχε μια καλή ζωή. Είχε καλή περιποίηση από τα παιδιά του Φωτεινή και Βαγγέλη. Ώρα καλή φίλε Τάσο.
Η Ατσική, που το αρχικό όνομά της ήταν Αττική, αφού η Λήμνος ήταν κληρουχία των Αθηναίων από τον 5ο π.Χ. αιώνα, γέννησε ανθρώπους που θαρρείς βγήκαν κατευθείαν από τις κωμωδίες του Αριστοφάνη. Αν βάλεις και τα αρχαία ελληνικά ονόματα που έχουν πολλοί κάτοικοί της, αν βάλεις και τις αρχαίες λέξεις που σώζονται, τις κατανυκτικές αλλά και ξεκαρδιστικές οινοποσίες, τα αθώα πειράγματα με την αμφίδρομη ισορροπία, τα βωμολοχικά, μεταφέρεσαι σε μια ατμόσφαιρα παλαιική, σε μια ιδιότυπη εκκλησία του δήμου με μια ξεχωριστή ποιότητα. Στην πλατεία της Ατσικής δεν μπορείς να θεωρήσεις ότι ο Αριστοφάνης είναι νεκρός, ούτε ταριχευμένος, ούτε μουσειακός, αλλά ολοζώντανος, που κάθεται μαζί σου, πίνει, λέει αστεία, πειράζει και τον πειράζουν.
Απολαύστε πιο κάτω «θεατρικούς διαλόγους» (από το υπό έκδοση βιβλίο «Γιώργης Ντινενής – Νταμπάκης, ο Ζορμπάς της Λήμνου»).

Το βοδ που ανεβαίν’ και δε κατβαίν’
Γιώργης Νταμπάκ’ς: Ο παπούς τ’ Σάββα τ’ Κριγιαρή, Σάββας και κειος, αρβωνιάσκιε τ’ Χαρίκλεια ντ Καλατζήδαινα, αδερφή τ’ Καρόφαλ τ’ τσαπούδα, τ’ Κάντζο. Λεγ’ ο Σάββας το μπαμπά τ’ το Γιώρεγ’. Μπαμπά θα ν’ αρβωνιαστώ. Ποια τον λεγ’ έναι η υποψήφια; Το Χαρικλάκ’ μπαμπά. Άσκολσούν παιδέλιεμ, α γι’ αυτό ήνταν ούλες τούτες οι ρέντες τελευταία. Με τν ευκή μ’. Φερ κρασί. Ε, τα κανονίσαν, κι αφού φτάσαν στο ντιμπιντούζ να γιν’ κυρία το Χαρικλάκ’, πα στο γλεντ, ανεβαίν’ το βοδ πα στν αξάτα. Ανεβαίν’ που λέτε το βοδ πα στν αξάτα, άντε να το κατβάγ’ς τώρα.
Τάσος Ξύκης: Ναι για.
Γιώργης Νταμπάκ’ς: Ναι για, έκλασε η γιαγιά. Θμων’ ο Κριγιαρής ο γέρος, λεγ’ κακό σμαδ, θα χαλάσ’ η προξενιά. Βρε αμάν βρε ζαμάν ο Σάββας, τίποτα ο γέρος, πεκατσίλωσε, λεγ’ θα χαλάσ’ η προξενιά παγ’ και τελείωσε. Τέλος πάντων το βοδ το κατβάσαν με ξύλα και μαδέρια κι ούλα καλά. Γιατί το βοδ ανεβαίν’ αλλά στο κατέβαζμα δε μπορεί.
Τάσος Ξύκης: Ετσ’ έναι. Στ’ Σαχτούρ που είχαμ κάμποσα χρόνια, ο Ηρακλής ο αδερφόζεμ ήνταν μκρος, στν εποχή, τα αμύγδαλα τα κατβάζαμ και τα σακιάζαμ με τα φλίδια και τ’ αφήναμ δυο μέρες τρεις, οπότε κάμναν υγρασία και ξεφλουδίζνταν. Τα περνούσαμ απ’ το χερ και τα ξεφλουδίζαμ. Κάθενταν που λέτε η μάνα μ’ κι αλλ’, πα στο πάτωμα και ξεφλουδίζαν αμύγδαλα. Καμιά φορά παρουσιάζεται ο Ηρακλής με μια γαδούρα, εξ εφτά σκαλοπάτια, τν ανέβασε απάν. Η γριγιά που ήξερε, λεγ’ τ’ φωτιοκαμέν’ τώρα, πώς θα τ’ γκατβάσομ; Πιάσαν ουλ’, άλλος τα ποδάργια, άλλος απ’ τ’ γκλια, βαστούσαν κόντρα, άλλος απ’ τ’ αυτιά, και άντε άντε, τέσσερα ποδάργια, τέσσερς νομάτ χρειγιάζνταν, τρομάξαν να τ’ γκατβάσνε. Πραγματικά, το ζο δε γκατβαίν’ το γκατήφορα, ενώ στον ανήφορα ανεβαίν’.
Γιώργης Νταμπάκ’ς: Ναι, μοιαζ με τ’ ψωλή που και κειν’ προτιμά τον ανήφορα. Δεν εχ’ς ακούσ’ τ’ κουβέντα «γαμήσ’ κι ανήφορας»; Δε λένε μαθέ «γαμήσ’ και κατήφορας».
Σταύρος Τραγάρας: Γιατί Γιώργη γίνεται αυτό;
Γιώργης Νταμπάκ’ς: Γιατί όντας έναι σκωμέν’ βλεπ προς τα παν και στον ανήφορα βολεύεται. Αντιθέτως στο γκατήφορα, αφού το μάτι τς έναι στραμένο στον ουρανό, μπορεί να μπερκλωθεί και να ξεστραμπλίξ κανά αρχίδ.
Τάσος Ξύκης: Ναι αλλά άμα έναι κατβαζμέν’, θα γλεπ πιο καλά στο γκατήφορα.
Γιώργης Νταμπάκ’ς: Άμα έναι κατβαζμέν’ κ’μάται και δε μπορπατεί, τι δλεια εχ’ με τς κατήφορ; (γέλια).


Περί υγείας
Γιώργης Νταμπάκ’ς: Κάμνω ένα πείραμα. Βάζω δυο μέλ’σσες μες στο καλαμοβράκι μ’ να με δαγκάσνε, μπαιν’ το κεντρίδ, κόβω στ’ μεσ’ το σκόρδο, το τρίβω από παν, βάζω και ξυδ, τίποτα, μια χαρά. Κάνταν ο Σταύρος ο γιατρός κεινά, τς το λέγω για το ξυδ, με λεγ’ και γω το ξυδ όταν μαγείρευα χταπόδ ξυδάτο, ανακάλ’ψα ότι έναι…πώς το είπες Σταύρο;
Σταύρος Τραγάρας: Αποχρεμπτικό.
Γιώργης Νταμπάκ’ς: Ναι αποχρεμπτικό, δηλαδή ερεθίζ τα πλεμόνια άμα βραζ και το αναπνεύσεις και προκαλεί βήχα και βγαίν’νε ουλ’ οι λέχαρ που εχ’ κάποιος και δε μπορεί να τς βγαλ’ αλλιώς. Ξυδ και σκόρδο. Εγώ το σκόρδο το βρήκα πρώτο φάρμακο και χρόνο με το χρόνο τρώγω ώσαμε 24 με 30 κιλά σκόρδα.
Τάσος Ξύκης: Πόσα;
Γιώργης Νταμπάκ’ς: 24 με 30 κιλά.
Τάσος Ξύκης: Και γιατί δε λες μπρε Γιώργη 25 με 30, αλλά λες 24 με 30;
Γιώργης Νταμπάκ’ς: Γιατί εσένα σε πείραξε το ένα κιλό, τι 24 τι 25. Εξ άλλου εγώ τα τρώγω και θέλω να λέγω 24, εσύ τα ζύγιασες και τα βρήκες 25; (γέλια).
Τάσος Ξύκης: Γιατί εσύ τα ζύγιασες και τα βρήκες 24;
Γιώργης Νταμπάκ’ς: Ναι τα ζύγιασα πα στ’ αρχίδια μ’, και πρεπ να σε πω ότι τ’ αρχίδια μ’ ένα ζγαριά ακριβείας, άμα θελ’ς να καμς δίαιτα να φέρεν’ς το φαγί να το βάζω πρώτα πα στ’ αρχίδια μ’ κι ύστερα να στο δίνω να το τρως ζγιαζμένο. (γέλια ασταμάτητα).
Τάσος Ξύκης: Ου να χαθείς γαδαρούκλικα, π’ θα με πεις ότι θα βαγ’ς το φαγί μ’ πα στ’ αρχίδια σ’. Σιγά να μη το βαγ’ς και πα στο γκώλο σ’.
Γιώργης Νταμπάκ’ς: Κι ο κώλοζεμ έναι ακριβείας. Μπορεί να τεμαχίσ’ ένα πόρδο σε όσα κλάζματα πορδέλια θελ’ς. Έναι κώλος μαθηματικός. Ξερ ούλες τς πράξεις τς άλγεβρας και τς τριγωνομετρίας, πολλαπλασιάζ το αέριο, το διαιρεί σε κλάζματα, και το αφαιρεί απ’ το άντερο με όλους τους τρόπους και ήχους, μόνε στ’ μπρόσθεσ’ πόμνε λίγο μεταξεταστέος. (γέλια). Τέλος πάντων, τρώγω πολλά σκόρδα.

Τα κλίκια
Γιώργης Νταμπάκ’ς: Παντρεύνταν ο Βασίλ’ς ο Αβράκωτος, έπαιρνε τ’ Βαγγέλα τ’ Μανωλάκ’.
Τάσος Ξύκης: Να το πεις όμως καλά.
Γιώργης Νταμπάκ’ς: Ε πέτο εσύ.
Τάσος Ξυκης: Είχαν φουρνίσ’ ψωμιά και θέλαμ να πάμε να κλέψομ ψωμί. Εμένα με είχαν για καλό παιδί. «Μμμ φρέν’μο παιδέλ’ ο Τάσος», λέγαν.
Γιώργης Νταμπάκ’ς: Παιδί αγιόπαιδο, για υιοθεσία.
Τάσος Ξυκης: Μουνταίρνω παίρνω ένα ταψί. Με καθίζνε στο ρεντίδ. Μέσα είχε τρία κλίκια κολλ’μένα σναμεταξύ τς. Παίρνω τα κλίκια, πετώ το ταψί. Είχε νερά και λάσπες, πέφτω μέσα. Το Γιώργη τον πιάσαν, έφαγε ξλαρούκλες και βγήκε απ’ τ’ γκοπροθυρίδα. Έρχεται ο Αγοραστός ο αδερφός τ’ Γιώργη, με αρπάζ το ένα το κλικ’. Έρχεται ο Μπουρνέλιας ο Αγγελής με αρπάζ το άλλο και πόμνε μόνε το ένα. Ο Γιώργης πόμνε με τς ξλαρούκλες. Τώρα πε και συ τίποτα άλλο Γιώργη, οχ’ ψέματα.
Γιώργης Νταμπάκ’ς: Εγώ ψέματα; Ποτέ. Τι σαν και σένα που ήλεγες ότι είδες ένα ποτκό να χορεύ’ πα στο αυγό;

Πέμπτη, 17 Δεκεμβρίου 2009

Η ΑΓΑΠΗ ΟΛΑ ΤΑ ΣΥΓΧΩΡΕΙ

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ


Κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό το βιβλίο "Η αγάπη όλα τα συγχωρεί". Συγγραφείς δυο εκπληκτικές γυναίκες της Λήμνου, οι αδελφές Μπουτλούκου, η Ευαγγελία και η Σωτηρία. Συνταξιούχες νοσοκόμες, από εκείνες τις ηρωικές μορφές, που γνωρίσαμε οι γιατροί της ηλικίας μου, στα πρώτα επαγγελματικά βήματά μας. Σας το συνιστώ και κάνω μια προσπάθεια να σας το παρουσιάσω.

Σωτηρία Μπουτλούκου – Σαββόγλου και Ευαγγελία Μπουτλούλκου – Βρεττάκη

Η αγάπη όλα τα συγχωρεί

ΕΚΔΟΣΕΙΣ: ΣΟΚΟΛΗ - ΚΟΥΛΕΔΑΚΗ

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Οι αδελφές Μπουτλούκου γράφουν μαζί αυτό το βιβλίο. Η Σωτηρία εμφανίζεται πρώτη φορά, ενώ της Ευαγγελίας είναι το τέταρτο βιβλίο. Είναι κυρίως απ’ ότι καταλαβαίνει ο αναγνώστης μια αυτοβιογραφία της Σωτηρίας, παρ’ ότι τα ονόματα των ηρώων είναι αλλαγμένα. Είναι η ιστορία ενός κοριτσιού της Λήμνου τα κατοχικά και μεταπολεμικά χρόνια, με εστίαση εκ πρώτης όψεως στον πρώτο, πλατωνικό, αλλά δυνατό έρωτά του. Λέω εκ πρώτης όψεως γιατί το βιβλίο έχει πολλές πτυχές και προσφέρεται για ακόμα περισσότερες «αναγνώσεις».
Παρακολουθούμε την πορεία – οδύσσεια της ηρωίδας, από το Κοντοπούλι και την αγκαλιά της φτωχής αλλά γεμάτης αγάπη οικογένειας ως παιδί, στην πλούσια οικογένεια του Μούδρου, ψυχοκόρη - υπηρέτρια επί Γερμανοκατοχής για να έχει τουλάχιστον ένα πιάτο φαγητό ως κοριτσάκι, για να φτάσει στο νοσοκομείο Λήμνου πρακτική νοσοκόμα, κοπέλα πια. Μετά, η ανέλιξή της με την εργατικότητα, την εξυπνάδα και το ήθος της σε «νοσοκόμα - αναισθησιολόγο» του νοσοκομείου, αφού όλοι κι όλοι οι γιατροί του νοσοκομείου ήταν τρεις, παθολόγος, χειρουργός, γυναικολόγος.
Με φόντο ένα συγκεκριμένο κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον της μεταπολεμικής Λήμνου εκτυλίσσεται, σε πρώτο πλάνο, το πρώτο ερωτικό σκίρτημα της ηρωίδας. Μια ερωτική ιστορία, που έπρεπε να είναι σε κάθε περίπτωση κρυφή, εννοείται ανολοκλήρωτη, στις συνειδήσεις όλων ένοχη ακόμα κι αν ήταν πλατωνική, κι ακόμα πιο ένοχη και αδιανόητη αν η κοπέλα ήταν φτωχή, χωρίς προίκα. Το ωραιότερο πράγμα από καταβολής κόσμου, ο έρωτας, ποινικοποιείται από μια κοινωνία οπισθοδρομική, καθυστερημένη, την κοινωνία της Λήμνου των μεταπολεμικών χρόνων, που ωστόσο ήταν ίδια και απαράλλαχτη με όλες τις επαρχιακές κοινωνίες εκείνης της εποχής. Αλλά και ο ήρωας της ιστορίας, ο ερωτευμένος νέος, που υποτίθεται αδιαφορούσε για προίκες και καθεστηκυίες αντιλήψεις, θύμα κι αυτός και δέσμιος του οικογενειακού και κοινωνικού περίγυρου, δεν διστάζει να μετατραπεί σε θύτη, ξεχνώντας εν μιά νυκτί τον αξιακό του κώδικα και προδίδοντας αναξιοπρεπέστατα όχι μια αλλά δυο φορές την αγαπημένη του, για ένα πιο υποσχόμενο από υλική άποψη μέλλον, που όμως αποδεικνύεται φενάκη, αφού βρίσκει τραγικό θάνατο στην Αυστραλία.
Το βιβλίο ρέει σε πολλές σχεδόν παράλληλες κοίτες που συρρέουν όμως και ενώνονται μέσα στο κεντρικό αυτοβιογραφικό - μυθιστορηματικό ποτάμι. Για παράδειγμα, αναπλάθεται με ακρίβεια και πειστικότητα αυτόπτη μάρτυρα η καθημερινότητα στη Λήμνο τη δεκαετία του 40 και του 50. Η άγρια, μη ανταποδοτική, εξαντλητική έως θανάτου αγροτική – βουκολική ζωή της παλιάς Λήμνου. Μιζέρια και πενία σε αδιανόητο μέγεθος. Σκάψιμο, θέρισμα, αλωνισμός, εργασίες βαριές, με τη συμμετοχή και την αρωγή εννοείται και των παιδιών.
Μια άλλη πτυχή του βιβλίου είναι η φρικιαστική περίοδος της Γερμανοκατοχής, η ανείπωτη φτώχεια του 41, η εργασία στους Γερμανούς ακόμα και παιδιών, μέσα στα χιόνια, σπάζοντας πέτρες με σφυριά για να φτιάξουν χαλίκι να πατώσουν τους δρόμους. Για λίγο αλεύρι, ή λίγη ζάχαρη. Ή για την ευκαιρία να πάρουν τα πατατόφλιδα από τα σκουπίδια των Γερμανών να τα βράσουν και να τα φάνε με αλάτι. Λεπτομέρειες ρημαγμένων ζωών, που σε αφήνουν άφωνο ζωντανεύουν μια εφιαλτική ατμόσφαιρα. Το ιδιότυπο «νοίκιασμα» του φούρνου της οικογένειας σε όποιον δεν είχε φούρνο και ήθελε να ψήσει τα ψωμιά του, με αντάλλαγμα για ψηστικά μια ροδόπιτα. Όταν τελείωνε το ψωμί, ο πατέρας το μοίραζε στα παιδιά όχι φέτα - φέτα αλλά μπουκιά - μπουκιά. Το κρύψιμο του σιταριού ή κριθαριού από όσους είχαν βέβαια, μέσα σε γούβες και κάτω από άχυρο για να μην τους το κλέψουν οι Γερμανοί. Το πλέξιμο των ρούχων τους από το λίγο βαμβάκι που καλλιεργούσαν, αφού ακολουθούσαν όλη τη διαδικασία επεξεργασίας του, οι ίδιοι, ξενυχτώντας για να προλάβουν, μη μείνουν γυμνοί. Κι άλλα πολλά.
Πλήθος καταστάσεων, που καταγράφονται με ξεχωριστή δύναμη και λεπτομέρεια για τις άγριες συνθήκες άσκησης της ιατρικής, αλλά και τη ζωή των νοσηλευτριών εντός του νοσοκομείου, έχουν τη σημασία πλέον ιστορικών ντοκουμέντων. Το πώς αναισθητοποιούσαν τους ασθενείς που χειρουργούσαν με αιθέρα και χλωροφόρμιο, το πώς έραβαν τα λιγοστά χειρουργικά γάντια όταν σκίζονταν, το πώς τους κοίμιζε τους ίδιους ο αιθέρας και έπρεπε μετά το χειρουργείο να πηγαίνουν στο βουνό να παίρνουν αέρα, το πώς ελλείψει χειρουργού μια διάτρηση στομάχου την ανέλαβε ο παθολόγος ο οποίος χειρούργησε τον άρρωστο με την καθοδήγηση της προϊσταμένης. Το μπεκ της αποστείρωσης. Η σόμπα με το κωκ που ζέσταινε και μερικές φορές δηλητηρίαζε τις σχεδόν εσώκλειστες νοσοκόμες. Νομίζει κανείς ότι παρακολουθεί μια ζωντανή παράσταση σε θέατρο του παραλόγου. Σκηνές ιδιαίτερα παραστατικές στημένες με οξυδέρκεια. Ηρωική ιατρική από ήρωες γιατρούς και ηρωίδες νοσοκόμες.
Οι αναφορές για την δεινή κατάσταση των εξορίστων, περιστατικά από τη ζωή τους στη Λήμνο, περιστατικά από τη νοσηλεία τους στο νοσοκομείο, η γνωριμία της ηρωίδας με το Γιάννη Ρίτσο, όταν ήταν άρρωστος στο νοσοκομείο, τα ποιήματα που της έδωσε να διαβάσει, η απόλυση πέντε νοσηλευτριών χριστουγεννιάτικα, σαν συνεργαζόμενες με τους κομουνιστές, μόνο και μόνο επειδή έκαμαν μερικά ψώνια μικροπραγμάτων απ’ την αγορά για τους εξόριστους αρρώστους, που τις είχαν παρακαλέσει να τους τα αγοράσουν. Η περίοδος που η Λήμνος ήταν τόπος εξορίας είναι μια ελλιπώς μελετημένη περίοδος και κάθε αναφορά έστω και αποσπασματική, προσθέτει ένα κομμάτι για να μορφοποιηθεί κάπως αυτό το σκοτεινό από κάθε άποψη παζλ.
Οι συγγραφείς εκπέμπουν ένα θαρραλέο και συγχρόνως έντιμο λόγο. Πέραν του κεντρικού μύθου, οποίος και λόγω του θέματος ασκεί μια γοητεία παράξενη και ελκυστική, όλο το βιβλίο είναι ένα δριμύ σχόλιο στις κάθε λογής δυναστικές εξουσίες, είτε είναι του κοινωνικού κατεστημένου, είτε του εργασιακού περιβάλλοντος, είτε του κρατικού μηχανισμού. Οι συγγραφείς γράφουν με το ένστικτο και τη λυτρωτική ανακούφιση του επιζήσαντος. Ιαθείσες από τις χαίνουσες πληγές, τα πολλαπλά ψυχικά τραύματα. Χωρίς μνησικακία. Αλλά με μνήμη. Η κάθε μια τους, ένας Οδυσσέας, που δεν ξεχνά τους χαμένους συντρόφους στο μακρύ ταξίδι του γυρισμού στην Ιθάκη, που για πολλούς ήταν ταξίδι χαμού. Με λογοτεχνική αθωότητα, γιατί δεν πρόλαβαν να «σπουδάσουν» τα λογοτεχνικά κόλπα. Μα πραγματικά δεν τους χρειάζονται καθόλου. Το έργο σε καθηλώνει με τη ζωντανή απεικόνιση των στιγμών, των προσώπων, του ψυχικού τους κόσμου. Ο ρεαλισμός του άλλοτε σε πιάνει απ’ το λαιμό και δεν μπορείς να αναπνεύσεις, άλλοτε λειτουργεί θαρρείς με μαγικούς κώδικες εν είδει αποκάλυψης του μη καταγεγραμμένου, του άγνωστου, αυτού που τα μυστικά του δεν είχαν ξεκλειδωθεί ποτέ ως τώρα. Ταυτόχρονα διάχυτη είναι η νοσταλγία της ζεστής οικογενειακής φωλιάς και των όποιων χαρμόσυνων γεγονότων του παιδικού τους βίου. Πράγματι αυτό γίνεται με μια ερευνητική ματιά που ταιριάζει σε νεανικά, σχεδόν παιδικά μάτια.
Το βιβλίο «Η αγάπη όλα τα συγχωρεί» είναι ένα λεπτοδουλεμένο έργο σαν εκείνα τα κρινένια εργόχειρα των γυναικών της Λήμνου μας. Η φωτισμένη εισαγωγή του Θόδωρου Μπελίτσου εισάγει τον αναγνώστη στο κλίμα του βιβλίου. Το ξετύλιγμα της αφήγησης γίνεται με μέθοδο και σε απόλυτα ελεγχόμενο ρυθμό. Ελκύει και εξάπτει τη φαντασία. Οι ήρωες δεν είναι τόσο ξένοι, όσο φαίνονται σε μερικούς σήμερα. Είναι δικοί μας, παππούδες, γονείς, γείτονες, παραχωριανοί. Μας κρυφοκοιτάζουν απ’ το παρελθόν τους. Βγάζουν ανυπόμονα το κεφάλι τους απ’ τις γωνίες και μας ρίχνουν γρήγορες ματιές. Και μεις έχουμε δυο δρόμους. Ή θα κάνουμε πως δεν τους βλέπουμε, ή θα τους αντιμετωπίσουμε. Με αδιαφορία; Με προσμονή; Με αγάπη; Με κατανόηση; Με συγνώμη; Με συγχώρεση; Καθείς κατά το νου και τα «έργατά» του. Και προπαντός κατά την καρδιά του. Τι πήρε και τι έδωσε.
Οι ήρωες του έργου δεν φοράνε όλοι τα κοστούμια έστω μιας περίτεχνης… απλότητας, όπως θα περίμενε κανείς, από γνήσιους Λημνιούς. Αυτό δεν οφείλεται σε αδυναμία των συγγραφέων, το αντίθετο μάλιστα. Η πιστή απεικόνισή τους μπορεί να μπερδέψει τον μη μεμυημένο στα βύθια της ανθρώπινης ψυχής. Και να μείνουν μυστήριο οι οβιδιακές μεταμορφώσεις τους. Πώς γίνεται να συνυπάρχουν η απύθμενη καλοσύνη με την ακατανόητη σκληρότητα; Γονείς τυραγνισμένοι, που αγαπούν τα παιδιά τους, να γίνονται ταυτόχρονα γονείς αφέντες που αποφασίζουν για τη ζωή τους κατά το δοκούν. Άνθρωποι που δίνουν την τελευταία τους δραχμή για να σωθεί κάποιος, να υπολογίζουν σε προίκες και περιουσίες και να ποδοπατούν αθώες υπάρξεις. Εξουσίες που φαίνεται κάποια στιγμή να έχουν ανθρώπινο πρόσωπο, την άλλη να φτάνουν στην πλήρη εκμηδένιση και καταστροφή του συνανθρώπου; Ποιος μπορεί να εξηγήσει, να δώσει μια κατανοητή και όχι πολύπλοκη ερμηνεία στην ανθρώπινη ατέλεια αλλά και στην ανθρώπινη μεγαλοσύνη;
Η ηρωίδα, που ήταν υποχρεωμένη ως γυναίκα να κρατεί όλες τις κρυφές και εύθραυστες ισορροπίες ενός τόπου αρχέγονου και μιας εποχής ανδροκρατούμενης, ποτέ δεν αποδέχτηκε τη μοίρα που της επιφύλασσε και τη θέση στην οποία την κατέτασσε η υπανάπτυκτη αν και «πρωτευουσιάνικη» κοινωνία του Κάστρου. Αυτή η γυναίκα πολυεργαλείο, από γυναίκα αγρότης, γυναίκα νοικοκυρά, γυναίκα νοσοκόμα, μετά από τις πολλαπλές διαψεύσεις υψώνει το ανάστημά της, ωριμάζει, και με τη μαχητικότητα γενναίου παλικαριού υπερβαίνει τη μοίρα της, περιφρονεί τις αδιατάραχτες ιεραρχήσεις, μετατρέπεται σε γυναίκα – νοσοκόμα - ιέρεια. Σαν τις ιέρειες των αρχαίων Ασκληπιείων. Η ζωή είναι προ των πυλών. Η ζωή που θέλει όμως αυτή. Όχι αυτή η ψεύτικη, που της επιφυλάσσουν οι άλλοι, αλλά αυτή που της ψιθυρίζει στο αυτί το ένστικτό της. Η ζωή της προσφοράς και του αυτοσεβασμού. Μπορεί μόνο η αυτοπεποίθηση και η πίστη σου να σου δώσει κουράγιο, όταν ζεις την «κόλαση» στον απάνω κόσμο; Να, που μπορεί. Αποκαθαίρεται από κάθε ανθρώπινη ματαιοδοξία, αφοσιώνεται στην αποστολή της, μαθαίνει καλύτερα τους ανθρώπους. Έχει μετρήσει κόκκο – κόκκο την άμμο από την κλεψύδρα του ανεκπλήρωτου και πολλαπλώς προδομένου έρωτα, γι’ αυτό πετά την κλεψύδρα. Και τότε ως εκ θαύματος έρχεται η δικαίωσή της από το πρόσωπο ενός πραγματικού άνδρα, αυτού που έγινε ο άνδρας της.
Μετά από χρόνια, διότι η ιδιότητα της ιέρειας δεν χάνεται, μαζί με την επίσης νοσοκόμα - ιέρεια αδελφή της, μας εισάγουν με αυτό το βιβλίο στο μυστηριακό, μυσταγωγικό, ιερό άδυτό τους. Μας αφυπνίζουν κοιμισμένες μνήμες. Και κοιμισμένα συναισθήματα. Και την προγονική Λημνιακή καλοσύνη. Μας μαθαίνουν να θυμόμαστε. Να μην είμαστε αμνήμονες. Μας θυμίζουν τη ρίζα μας. Την καταγωγική μας αρχή. Την πανάρχαια Λήμνο, μητέρα των δεινών μας, αλλά και της ευτυχίας μας και της υπερηφάνειάς μας. Και μας μαθαίνουν το κυριότερο: Να συγχωρούμε.

Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2009

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΛΗΜΝΟΥ (Ζ) - Κώστας Βέργος

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΛΗΜΝΟΥ (Ζ)

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Κώστας Βέργος

Ατσικιώτης εκ Δάφνης. Θυμόσοφος, πανέξυπνος, καλοκάγαθος, καλαμπουρτζής, εργατικός. Στιχοπλόκος. Άρχοντας και πηγή χαράς σε κάθε παρέα. Γνήσιος παλαιός Λημνιός, που κατέχει εις βάθος τη Λημνιακή γλώσσα.

Ο Κώστας απαγγέλλει:

Ατσκιώτκα και Λημνιά


Κοντούλα και μικρούλα από τον Κοντιά
τρέλανες εμένα και όλα τα παιδιά

Είδα και το Κατάλακο που μοιάζει με Παρίσ'
και όποιος πάει και το δγεί δε θα ξαναπατήσ'

Ατσ'κή Καρπάσ' και Βάρος, Λύχνα Ρωμανού
και μια απ’ τα Πορπούλια μας έκλεψε το νου.

Κασπακ’νές και Σβερδιανές
έχνε μάτια σαν ελιές

Αστροπελέκι και φωτιά να πέσει μες στο Βάρος
να κάψει μια Βαρίτισσα γιατί δεν έχω θάρρος

Κι όποιος πει κακό για μας
να βγει το μάτι τ’ σα λουκμάς.


Ο Κώστας διηγείται

Μπάνιο στα Θέρμα

Ο Κώστας μας επισκέφθηκε το καλοκαίρι, στο πατρικό μου σπίτι, στη Λήμνο και πάντα φιλότιμος, ήρθε με τα δώρα του, καλαμπόκια, φασολάκια, σταφύλια.

-Ευχαριστούμε βρε Κώστα, αλλά δεν ήταν ανάγκη.
-Εμ άμα ήνταν ανάγκ’ θα τρέχαμ στο αναγκαίο. Μωρέ θα σας έφερνα και πατάτες, αλλά δε γινήκαν, αν και σεις έχ’τε παιδέλια δε τς έχ’τε ανάγκ’.
-Ε και τι σχέση έχουν, Κώστα, τα παιδιά με τις πατάτες;.
-Τι σχεσ' έχνε; Πώς μαθέ, τα παιδιά γίντεν απ’ τς πατάτες, δε ντο ξέρτε; Ακούστε μια ιστορία. Ήνταν μια δασκάλα και έβαλε ερώτησ' στα παιδέλια πώς γίντεν τα παιδιά. Να ρωτήσνε και καλά τς γονιούδες τς και να ντ πούνε. Ρωτήσαν τα παιδέλια τς μάνες τς, αλλ’ τα είπε ότι τα στέρεν’ ο πελαργός, αλλ’ ότι τα φέρεν’ ο αγέρας, αλλ’ ότι τα στέρεν’ ο θεός, αλλ’ ότι τα αγοράζνε στο Κάστρο. Ένα παιδέλ’ ρώτ'σε τ' μάνα τ' όντας εκείν’ καθάρζε πατάτες. Να απ' τς πατάτες γίντεν, το λεγ’ εκείν’ για να το ξεφορτωθεί. Βαζ και κειο μια πατάτα μες στ' τζέπη τ' και παγ’ στο σκολειό. Ρωτά η δασκάλα πώς γίντεν τα παιδιά, ήλεγε το ένα ετσ' ήλεγε το άλλο αλλιώς όπως τα είχαν καθογ’δέψ οι μανάδες τς. Το παιδέλ’ με ντ πατάτα είχε το ένα χερ μες στ' τζέπα τ' και το άλλο το σήκωνε συνέχεια κι ήλεγε κυρία κυρία, για να πει τ' σωστή απάντησ' που τα άλλα μαθέ δε τ' ξέραν. Ε και σε μια στιγμή το λεγ’ η δασκάλα, άντε εσύ π' σκων’ς συνέχεια το χέρι σ', πε μας. Το παιδέλ’ σίγουρο, λεγ’ συνωμοτικά στ' δασκάλα, αφού έπαιζε με το χέριτ ντ πατάτα μες τ' τζέπα: -Κυρία, να τ' βγάλω; -Τι λες παιδί μου, τον λεγ’ η δασκάλα κατακόκκιν’. -Κυρία να τ βγάλω να τη δγεις; -Τι λες βρε γαϊδούρι, μην τολμήσεις. Το παιδέλ’ απορεμένο τς λέγ’: -Γιατί κυρία δε θελ’ς να τ' δγεις, άμα τ' ντρως σ' αρέζ, τώρα δε θελ’ς να τ' δγεις;. (γέλια τρανταχτά).

Ε πώς τα πάτε, παγαίντε και στα μπάνια; Κάποτε όντας ήμνα παιδί δεκαέξ χρονώ έκαμνα και γω μπάνια, αλλά όχ’, στ θάλασσα αλλά στα Θέρμα.
-Και γιατί στα Θέρμα, άρρωστος ήσουν Κώστα;.
-Οχ’ δεν ήμνα άρρωστος, αλλά ήμνα τσοπανέρ στα Σβέρδια σε μια Αιγύπτια κυρά. Εμείς κάμναμ μπάνιο σε δυο μεγάλες γουρνάρες, η μια ήνταν και μαρμάριν’ αλλά η κυρά δεν ήθελε να κάμ μπάνιο δεκεί μέσα και με είπε να ετοιμάσω το γαδουρέλ’ να πάμε στα Θέρμα. Καβαλίκεψε εκείν’ πα στο γάδαρο, εγώ τον τράβομνε κι απ τ' μάντρα στο Κοντοβράκ’ κινήσαμ για τα Θέρμα. Ήνταν που λέτε εποχή που βατεύνταν τα πρόβατα. Τότε οπ να γύρζες έβλεπες κοπάδια. Στο Κοντοβράκ’ ήνταν ώσαμε σαράντα κοπάδια. Τα κριγιάργια πρώτα μυρίζαν τς προβατίνες από πίσω κι ύστερα κλαδώναν απάν.
-Τι κάνουν τα πρόβατα Κωστή; με λεγ’ η κυρά.
-Αλλάζντεν κυρά, τς λέγω.
-Και τι θα πει αλλάζντεν Κωστή;.
-Να το κριγιάρ κάμεν’ τη δλεια στς προβατίνες για να κάμνε αρνούδια, κυρά, τς ξαναλέγω.
-Και δε με λές Κωστή, γιατί τα κριάρια μυρίζουν τα οπίσθια των προβατίνων; με λεγ’.
-Να, για να καταλάβνε άμα θέλνε οι προβατίνες να τς καβαλ’κέψ’ το κριγιάρ.
-Και πώς γίνεται αυτό Κωστή;
-Δε ξέρω κυρά, αλλλά γίνεται.
-Για έλα Κωστή να με μυρίσεις κι εσύ, να δεις άμα θέλω. Έλα έλα μην ντρέπεσαι, με κάμεν’. Εγώ ο καμένος αντρέπομνα, ήμνα μαθέ και κούταβος, αν και καταλάβαινα πού το πήγαινε το πράμα, αλλά πήγα σα κοντά κι έκαμα που τ' μύρσα και τς λέγω:
-Δε θελ’ς κυρά, δε θελ’ς.
Πιο σακάτ έβλεπε πάλε το σουγλί που έπεφτε στα πρόβατα και με έβαλε να τ' ξαναμυρίσω, τούτο το πράμα γίν’κιε κανεδυό τρεις φορές. Εγώ ούλο τς ήλεγα π' δε θελ’. Εκείν’ χασκογελούσε, εγώ ήμνε σε δίλημμα, να κάμω τ' κουτουράδα, να μη ντ γκάμω, οπότε με το ξαναλέγ’ άλλη μια φορά να τ' ξαναμυρίσω. Τότες και γω αγαναχτισμένος τς λέγω: -Θέλ’ς κυρά, τώρα θέλ’ς.
Και γυρίζ που λέτε και με λέγ’ η κυρά: -Αχ καημένε Κωστή, και πιο μπροστά ήθελα, αλλά εσύ με φαίνεσαι ήσουν σναχωμένος και δε μύριζες καλά (γέλια ξεκαρδιστικά).
-Συγγνώμην για την αδιακρισία Κώστα, μετά τι έγινε;.
-Ε μετά τι ήθελες να γιν’, πήγαμ στα Θέρμα και κάμαμ μπάνιο, γι’ αυτό μαθέ δε μπαγαίναμ;» (γέλια τρανταχτά).

Ο Κώστας Βέργος

Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2009

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΛΗΜΝΟΥ (ΣΤ') - Γιάννης Κωμάκης

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΛΗΜΝΟΥ (ΣΤ΄)

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Γιάννης Κωμάκης (Σβερδιανός)

Ο Γιάννης κατάγεται από τα Σβέρδια, τώρα Δάφνη. Είναι γνήσιος παλαιός Λημνιός. Όταν έβγαζα τη «Φωνή της Ατσικής» έγραφε τη στήλη «Ο Σβερδιανός». Μου έστειλε πριν λίγες μέρες ένα κουτί με συσκευασία δώρου, που μέσα είχε ένα ξύλινο εργαλείο που είχε φτιάξει ο ίδιος (είναι αυτό που εικονίζεται στη φωτογραφία και στα Λημνιακά λέγεται «μντι») ένα χαρτί με ένα κείμενο, που υποτίθεται ότι το γράφει…το μντι (κι αυτό φαίνεται στη φωτογραφία) και ένα φοντάν (αυτό το έφαγα). Όλα αυτά για πλάκα, γιατί τον είχα ρωτήσει πριν από καιρό να μου πει τι ήταν το μντι, που το είχα ακούσει, αλλά ακριβώς δεν ήξερα.

Το μντι


Επεξηγήσεις Λημνιάς συτχιάς (δικό μου υλικό)
Μντι (το). Εργαλείο τυροκομικής, που αποτελούνταν από ένα πλατύ ξύλο περί τους δεκαπέντε με είκοσι πόντους πάνω στο οποίο εφάρμοζε ένα πιο μακρύ ξύλο που χρησίμευε σαν «χέρι». Το «μντι» το χρησιμοποιούσαν για να ανακατεύουν τον "τσίρο" (τυρόγαλο) όταν τον έβραζαν για να φτιάξουν "κορφή" (ανθότυρο). Στην πραγματικότητα δεν ανακάτευαν απλώς, αλλά έξυναν τον πάτο του καζανιού, ανακατεύοντας, για να μην κολλήσει ο τσίρος στον πάτο.
Άντε διαβόλ μ’ντι. Περιφρονητική φράση, για κάποιον που είναι ασήμαντος, ανάξιος λόγου. (Πολύ συχνή φράση στο Προπούλι. Πληροφορία από Κυριάκο Χλαχλά)
Μντούδιας. Αδιαφόρετος, αδύνατος. (Συνηθίζεται πολύ στις Σαρδές. Πληροφορία από Παναγιώτη Λαντούρη)
Άλλο το μντι, άλλο το μλι, άλλο το μνι. Άλλο βέβαια. Το μντι μόλις σας εξήγησα. Το μνι ελπίζω να ξέρετε. Το μλι είναι ένα τμήμα του στομάχου του μικρού βυζανιάρικου ακόμα αρνιού, κατσικιού, ή μοσχαριού, λεγόμενο στα Λημνιακά και "μπιτζίκ'", που το χρησιμοποιούσαν ως πυτιά, για να πήζουν το γάλα.



Το μντι ομιλεί και λέει (Μετάφραση, για μη Λημνιούς):

"Ο κιαχαγιάς περήφανος
κορφή σα θελ' να βγαλ'
μέσα στον τσίρο το βραστό
μ' αρέζ' για να με βαλ'"

Την άλλη τη φορά γύρευες πληροφορίες απ' το Σβερδιανό για μένα, γιατί δε με γνώριζες. Τώρα που με λογιάγ'ς (βλέπεις), τι λες, κατάλαβες τι είμαι; Θέλω μαθέ να βρεις τι λογιά (πώς) με λένε και τι δουλειά κάνω. Ένα σου λέω μόνο. Μου αρέσει όταν βράζει ο τσίρος (το τυρόγαλο)να είμαι μέσα στον τέντζερη και να τον ξύνω. Άμα το βρεις κερδίζεις ένα πουτάν (φοντάν), που έχω εδωνά (μέσα στο κουτί). Το όνομά μου αρχίζει από "Μ". Δεν με λένε Μχαλ' (Μιχάλη), ούτε μ... (μνι= μουνί)


Το παρακάτω κείμενο δημοσιεύθηκε στη "Φωνή της Ατσικής" το 2002

Ήνταν δρόγκιμα

Γράφει ο Γιάννης Κωμάκης

Όπως και κάθε μέρα ετσ' κι ένα προυί ου Μπαρμπαγιώργης ου κιαχαγιάς σκώθκιεν, άρμεξεν τα πρόβατα, έπξεν του γάλα, έβγαλεν του φραξίδ απ του μπόντλα και βγήκαν τα πρόβατα όξω. Πήγε ύστερα σντ κανιά, πήρε μια σκίζα ψωμί, πήρε κι ένα κουμάτ σαλαμούρα, πήρε κι του ραβδέλιτ και πήγε με τα πρόβατα. Τα βόσκ’σεν και του σταλό τα στάλ’σεν κατ απ τ' σκια. Πήγε πα στ' μάντρα, έκαμε το γάλα, έφαγε τα σμάνουρα, δόκιεν κι του τσίρου στου χοιρόλομου κι ξάπλουσε στου σκλι για να ξικουραστεί κουμάτ κι να τουν παρ κι κάνα χερ.
Όμως πριν ερτ ο ξεσταλός κειάνα τα ρμάδια ξισταλίσαν μουναχά τς γιατί ήνταν δρόγκιμα κι δεν έκαμνε ζέστα. Άκσιν ου Μπαρμπαγιώργης τα κδούνια κι σκώθκιεν απάν κι τάδεν που βόσκαν. Δεν είχε τι άλλο να καμ, τα πήρε και κειος κι έκαμε σα κατ. Ο μήνας ήνταν άξτος, δεν είχε ζημιές να καμ, μόνε κατ τρικουκιές είχε σπαρμένα φασούλια, πήγε κι κάτσεν κατ δικεί. Μες του κοπάδ είχε και κατ παλιές, δυο όμως ξιχουρίζαν, η μια ήνταν περτκάτ κεραυλή κι γη αλλ’ μαυρουψέλα, οι καμένες δεν είχαν δόντια να βουσκίσνε, γιατί ήνταν σνουμήλ’κιες μι τ' μανάκα μ' κι γυρεύαν χλουρασά. Πού τς έχανες πού τς εύρισκες κα στα φασούλια. Για να μη κάθεται σκουλαστκός, ο Μπαρμπαγιώργης έκουψε βούρλα κι έφκιανε τυρβόλια. Δεκεί που έμπλεκε τα τυρβόλια, να κι ο Ν’κόλας. Είχε κι κειος καρσί δικεί μια μαντρούδα, είχεν πιντέξ προυβατούδια, κανεδυό καραρζμέν’ κι καμιά δεκαριά ορνιθέλες, πρόσφολα όμως δεν έπαιρνε γιατί τς τα τρώγαν οι κουρούνες.
Κάτσιν κι τα λέγαν. Δε πέρασεν πουλλή ώρα κι πα στ' μντρα τ' Ν΄κόλα ξιμύτ’σεν η γ’ναίκα τ' μι μια όρνιθα στν αγκαλιά τς. Σα δε μάζευε πρόσφολα, κατέβαινε κάθε προυϊ, προσφόλαν τς όρνιθες, κι όποια του είχεν του αυγό τν έπαιρνεν στου χουριό, γένναν, κι τ' απόγιμα ντ κατέβαζε στ' μάντρα. Σα τν είδεν ου Ν’κόλας σκώθκιεν να φύγ’. Τότε τον λεγ’ ου Μπαρμπαγιώργης, έλα του βραδ απ' του σπιτ να πγιούμε κανά ρακί, ιντάξ λεγ’ ου Ν’κόλας. Πήγεν κατ στ' μάντρα ου Ν’κόλας έκαμε κατ κτσουδούλια, κι σαν τιλειώσαν τουν λεγ’ η γ’ναίκα τ' Νικουλή, θα φύγου κι του βραδ να μην αργήσεις να ερτς θα μπαντέχου να φάμε. Καλά λεγ’ ου Ν’κόλας. Ου Μπαρμπαγιώργης μάζεψε γιαβάς γιαβάς τα πρόβατα, πήγεν τα πότ’σεν κι ύστερα στ' μάντρα. Έκαμε κι οτ' άλλες δλειες είχεν κι ύστερα τφεκ’ για το χουργιό. Σμούχρα σμούχρα έφγιεν κι Ν’κόλας κι πήγεν στ' Μπαρμπαγιώργη του σπιτ, οτ' είχεν παγ’ κι κειος. Η κυρα Φτερπ, ώρα τς καλή, η γ’ναίκα τ' Μπαρμπαγιώργη τς κέρασεν ένα ρακί. Το ένα γίνκιε δγιο τα δγιο τρίγια. Ήρτε η ώρα να φάνε κι η κυρά Φτερπ ετοίμαζε του τραπέζ. Τότες σαν ήνταν κι κουμάτ σκατουπιρήφανουςμ ο Ν’κόλας, σκώθκιεν να φυγ’. «Κάτσε μαθέ Ν’κόλα να φάμε που έχουμ κι τγαν’τές σμαρίδες» τουν λεγ’ η κυρα Φτερπ. «Θα φύγου, γιατί σμαρίδες έχουμ κι μεις στου σπιτ κι θα μπαντέχ’ η γ’ναίκα μ» λεγ’ ου Ν’κόλας. Το σκέφτνταν όμως να κατς, ώσοπ απ' όξω ακούσκιε μια φωνή: «Κυρά Φτερπ, κυρά Φτερπ» «Ου Ου» απλογήθκιεν η κυρά Φτερπ από μέσα. «Μέσα έναι ο Ν’κολής;» «Μέσα έναι, μέσα». Άν’ξε η πόρτα, μπήκε η γ’ναίκα τ’ Ν’κόλα και τον λεγ’: «Άντε μαρέ λωλέ, σήκω, σε μπαντέχω τόσεν’ ώρα κι θα κρυγιώσνε οι φασούλες».
Ο Σβερδιανός



* δρόγκιμα = Καιρός προς βροχή
* μπόντλας = Η πόρτα του πέργιορα της μάντρας
* κανιά = Μια ειδική τάβλα που ήταν κρεμασμένη στο ταβάνι και πάνω της τοποθετούσαν τα ψωμιά
* σμάνουρα = Το τυρόγαλο με κομμάτια πηγμένου γάλακτος μέσα
* χοιρόλομος = Το γουρούνι. Εκ του χοιρόλαιμος, η τραχηλική αδενίτιδα των χοίρων.
* σκλι = Πεζούλι ειδικά φτιαγμένο, στη ρίζα του τοίχου, μάντρας, σπιτιού, κλπ, για να κάθονται να ξεκουράζονται.

Γιάννης Κωμάκης δεξιά και Μόσχος Κωμάκης αριστερά.

Τετάρτη, 2 Δεκεμβρίου 2009

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΛΗΜΝΟΥ (Ε) - Γιώργος Τραγάρας ή Τζίκος

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΛΗΜΝΟΥ (Ε)

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Γιώργος Τραγάρας ή Τζίκος


Ναι, έφυγε κι αυτός. Μακρινός ξάδερφος. Γεννημένος στα 1930. Άντρακλας. Παλικάρι και πρωτοθεριστής. Τώρα οι θεριστές δεν χρειάζονται. Αντικαταστάθηκαν απ’ τις θεριζοαλωνιστικές μηχανές, τις κομπίνες. Το καλοκαίρι τον είχα δει στο καφενείο. Ταλαιπωρημένος από την αρρώστεια. Ήπιαμε καφέ. Τον ρώτησα πώς πάει.
«-Ετοιμάζομαι για βορνά», μου είπε, εννοώντας το νεκροταφείο. «-Εσύ, Γιώργη, ο πρωτοθεριστής;» του είπα. «Ο άλλος απάν εχ’ πιο μεγάλ’ κοσά. Αλλά για κάθε πράμα έρχεται η ώρα, δεν παραπονιέμαι» μου είπε. Ώρα καλή Γιώργη.

Παρακάτω παραθέτω αυθεντική διήγηση του Γιώργη.

Σταύρος Τραγάρας: Ήσουν ξακουστός θεριστής απ’ ότι ακούγω Γιώργη, ε;
Γιώργος Τραγάρας (Τζίκος): Ούλες τς δλιες τς κάμναμ. Γιατί, δε σκάβαμ; Δεν ανοίγαμ πγάδια; Θερστής καλύτερος όμως ήνταν ο μπαμπάς σ’ ο Κώστας. Εγώ ήρχομνα καταπόδ. Άμα θερίζαμ εγώ κι ο μπαμπάς, δε θέλαν να έρτνε αλλ’ αργάτες μαζί μας, γιατί κουράζνταν. Από δεκεί μας λέγαν βοδοτραγάρδες. Ή δυο βόδια δλεύαν ή εμείς, το ίδιο ήνταν. Όντας θέρζεν ο μπαμπάς σ’ γιατρέ, νόμζες ότι χόρευε. Είχε και μια παλαμαργιούκλα που τν είχε απ’ το Δοξάτο, που ήνταν διπλάσια απ’ τς άλλες, για να χωρεί πιο πολύ σταρ η αγκαλιά τ’. Μια φορά θερίζαμ στο Θέμιστο, στ’ Κ.Α. τα χωράφια. Είχε μια λάβρα μη ντα λογαργιάγ’ς, ήβλεπες να κάμνε τα μάτια σ’ καψίδες. Οι φανέλες μας γίνταν μούσκεμα απ’ τον ίδρο, τς βγάζαμ τς στραγγίζαμ, τς ρίχταμ πα στα δεμάτια και σε πέντε λεφτά στεγνώναν. Το μεσμέρ μας ήφερε ο αφεντικός φαγί. Ήνταν φασούλες φρέσκιες με καβουρμά. Φαίνεται ότι είχαν περάσ’ μυρμήγκ’ στ’ λίγδα, και δε τς δγήκαν, και το φαγί ήνταν μόνε μυρμήγκ’. Τς κάμναμ σαπέρα με το πηρόν’ και τρώγαμ, τι να κάμομ. Ξαπλώσαμ το μεσμέρ για να ξεκουραστούμε κομάτ, κοντά σε ένα ργιακούδ, έφερνε όμως μπουγάζ. Όντας σκωθήκαμ είμαστε άρρωστ’ ουλ’, είχαμ σύγκρυγια. Το βραδ μας είχαν καλό φαγί, αλλά κανείς δε μπόργιε να φαγ’ μπουκιά.
Μια αλλ’ φορά σκάβαμ με το μπαμπά σ’ ένα αμπέλ’. Το μεροκάματο ήνταν ένα ψωμί και μια βδούλα, να τα φάμε, κι από ένα πνακ’ κθαρ ο ένας. Αφού δλέψαμ ήλιο με ήλιο για να τελειώσομ, είχαμ φαγ’ και τα ψωμιά, με λεγ’ ο μπαμπάς σ’. «-Μπρε Γιώρεγ’ κατάλαβες τώρα τι κάμαμ; Σκάβαμ ουλ’ τ’ μέρα για να φάμε δυο ψωμιά. Το κθαρ τι να το κάμομ, μπλάστερ στ’ γκατίνα μας; Δε γκάθομάστε στον ήσκιο καλύτερα να μας λειψ και η ταλαιπώργια ουλ’ τ’ μέρα;».


Δρεπάνια (κοσές) και παλαμαριές, σύνεργα του θερισμού.




Η πατόζα του συνεταιρισμού Ατσικής στον αλωνισμό. Τη φωτογραφία μου την έδωσε ο Βαγγέλης Μουστάκας, ο οποίος εικονίζεται να ακουμπά στο "χωνί".

Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2009

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΛΗΜΝΟΥ (Δ) - Βαγγέλης Δασοπάτης

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΛΗΜΝΟΥ (Δ)

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Βαγγέλης Δασοπάτης

Είχα σκοπό, όταν βρέθηκα πριν λίγες μέρες στη Λήμνο, να επισκεφθώ ένα παλιό φίλο του συχωρεμένου του πατέρα μου, το Βαγγέλη Δασοπάτη. Γεννημένος στα 1913, μέχρι πριν λίγους μήνες ήταν ευσταλέστατος, έβγαινε στην πλατεία, ήταν δε η πηγή πληροφοριών για οποιονδήποτε ήθελε να ξέρει την ιστορία της Ατσικής, ή λεπτομέρειες για παλιά συμβάντα, κλπ. Ήταν μια κινητή τοπική εγκυκλοπαίδεια. Χτίστης και γεωργός, στο επάγγελμα, δημοκρατικός άνθρωπος, ήπιος και καλοκάγαθος, με χιούμορ. Σκεφτόμαστε στο Σύλλογο Ατσικιωτών να του κάνουμε γιορτή στα εκατό του. Το καλοκαίρι, που είχα πάει λίγες μέρες στη Λήμνο, δεν τον είδα στο καφενείο, μου είπαν δε ότι ήταν ανήμπορος. Τον είχα δει τελευταία φορά την περασμένη Άνοιξη. Τότε ασυναίσθητα χαιρετώντας τον, του φίλησα το χέρι. Συγκινήθηκε, δάκρυσε. Ρώτησα λοιπόν τώρα, πώς είναι ο κυρ Βαγγέλης. Α, μου είπαν, πέθανε πριν λίγο καιρό, δεν το έμαθες; Όχι, δεν το είχα μάθει. Καλό ταξίδι μπάρμπα Βαγγέλη. Χαιρετίσματα σε όλους τους χωριανούς εκεί πάνω.

Παρακάτω δημοσιεύω μερικές παλαιότερες διηγήσεις του, που έχουν τη σημασία ντοκουμέντου.

Η φέστα τς τετάρτς τ’ Αυγούστ το 1938

Δασοπάτης:Για τς γιορτές τς τετάρτς τ’ Αυγούστ μας πήγαν στν Αθήνα ουλ’ τ’ νεολαία τ’ Μεταξά, στο κτίριο τς Ανωτάτς Εμπορικής. Τότε ουλ’ έπρεπε να έναι στ’ νεολαία με το ζορ, αλλιώς τς έτρωγε η νύχτα. Ήνταν ένα μέρος ένα γύρω κλειστό και μας βάζαν μέσα και μας μετρούσαν και μας δίναν δεκεί και τρώγαμ τα αυτάνα, τα φαγιά, ούλα τα φαγιά ήνταν ξυν΄ζμένα, χαλαζμένα ήνταν , μεγάλ’ ζέστα, ούτε ψυγεία είχε τότε, ούτε τίποτα. Μας φέρναν και παγωτό από κειάνα τα κασάτα και μας τα βάζαν σε κατ χνούδια και μεις τα τραβούσαμ, τα ρφούσαμ. Τελευταία που λες μας πιαν’ ένα κόψμο, αμάν εγώ. Η σκολή αυτήν’ είχε ένα διάδρομο πολύ μακρύ και ήνταν ωραία φκιαζμένος, κι απ’ τη μια κι απ’ τν αλλ’ είχε αναγκαία, πώς τα λένε, αποχωρητήρια μαθέ. Πού να προλάβς αποχωρητήριο, το σκατό έτρεχε σα ντο ταχίν’ απ το γκώλο μας, μας θέρσε. Πεθάναν και τέσσερα παιδέλια τότε απ’ τ’ δυσεντερία, Μυτιλ’νιά παιδέλια. Ε, ήρτε η ώρα, κάμαμ παρέλασ’ μπροστά στο Μεταξά. Ουλ’ φορούσαμ στολές. Καμπόσεν’ είχαν στς πλάτες πουλούκια, αλέτεργια, δερπάνια. Τα χορευτικά χορέψαν στο καλλιμάρμαρο. Κάθε μέρος είχε και το χορευτικό τ’ που χόρευε σε αρμάνια. Αυτό γίν’κιε το 1938 και ήνταν 40 χ’λιάδες νεολαία τότε. Απ’ τ’ Λήμνο χορέψαν οι κιαχαγιάδες. Α, χορεύαν ωραία. Από δω ήνταν ο Θεμοστοκλής, ήνταν ο Γιαννάς, ήνταν οι Σαρδιανοί. Οι Χιώτες θμούμαι δεν είχαν χορέψ καλά. Είχαν και μια παράξεν’ φορεσά.
Κοτσιναδέλλης Νίκος: Ήνταν και ο κόσμος πολύ καθυστερημένος, άμα εξαιρέγ’ς τς μεγάλες πόλεις και τα νησά, οι αλλ’ ήνταν βόδια, βλαχουριά, οτ’ τς δίναν το χάφταν.
Δασοπάτης:Γιατί εμείς δε ντο πάθαμ το εκράμ; Δε φάγαμ; Να π’ με θέρσε το τσλιαρτό. Είχαμ παγ’ στ’ Ζωοδόχο πηγή στο καφενείο τ’ Κρυσταλλά και χορεύαμ ουλ’ τ’ νύχτα το μπαλαρτό. Εγώ ήμνα αξιωματικός με τ’ άστρα πα στον ώμο. Είχα δυο άστρα. Καμπόσεν’ είχαν και τν απαίτησ’ να τς χαιρετούνε οι φαντάρ κι οι ναύτες. Μια ταγμαραρχίνα τς νεολαίας μες στο λεφορείο λεγ’ σε ένα κανονικό λοχαγό τ’ στρατού: “Γιατί δε με χαιρετάς;” “Γιατί τι είσαι συ;” “Ταγματάρχης τς νεολαίας” Κι ο λοχαγός τς κάμεν’: “Πρώτ φορά βλέπω ταγματάρχη χωρίς αρχίδια”. Πήγαμ και καμπόσεν’ στα σπίτια, ξέρς….
Κοτσιναδέλλης: Ε, σώπα…
Δασοπάτης:Γιατί, δε σε πήγα; Ήνταν μκρος και τον ξέβγαλα. Πήγα και τον Κώστα το Βαγιάκο και το Σκιωτ. Ο Σκιωτς πήγε να καμ το μάγκα σε μια. Ξεσπά εκείν’ και τον λεγ’: “Άντε από δωνά βρε κωλόπαιδο τ’ Μεταξά”. Εγώ με το σχωρεμένο τον Κώστα τον Τραγάρα, το μπαμπά σ’ γιατρέ, τον πειράζαμ ύστερα, τον βγάλαμ το θεό τ’. Είχαμ μεγάλ’ κωμωδία. Τέλος πάντων , σάλια μπάλια, μόνε ο χορός ήνταν ωραίος. Πάντως γινήκαν και επεισόδια πολλά με χωροφύλακες, φαντάρ και ναύτες απ’ τη μια και τ’ νεολαία απ την αλλ’. Κανένα σώμα δε χώνευε τ’ νεολαία.
Κοτσιναδέλλης: Πάγω να πάρω εμφιαλωμένο νερό.
Δασοπάτης:Γιατί ψλοστόμαχος είσαι, δε σ’ αρέζ το νερό απ τον Άγιο Κωσταντίνο; (γέλια).
Κοτσιναδέλλης:Δε μ’ αρέζ, έναι καλό μόνε για τα όσπρια. Τι να μ’ αρέζ, σπασμένες σωλήνες και βνιες ή οτ’ κατουρούνε πα στ’ βρύσ’;
Δασοπάτης:Δεν εχ’ σπασμένες σωλήνες, ούτε βνιες. Πάντως καλύτερο απ’ κειόνο που μας ποτίζαν επί Μεταξά, έναι (γέλια).

Για το φιλόλογο – συγγραφέα Τάσο Καψιδέλη.

Δασοπάτης: Είμαστε μαζί στ’ μετακπαίδευσ’ πριν απ’ τον πόλεμο. Κανονικά ο Τάσος ήνταν να γιν’ δόκιμος, αλλά επειδή ήνταν ορφανός βγήκε προστάτς και τον κάμαν λοχία και ήνταν διμοιρίτς. Είχαμ ένα λοχαγό, ένα αμόρφωτο στούρνο, που δε χώνευε τς μορφωμέν’ και δε χώνευε και τον Τάσο. Ο Τάσος δεν εκτέλιε τς ασκήσεις καλά, οχ’ ότι δεν ήνταν ικανός, αλλά δεν ήνταν βρε παιδί και πολύ τς στρατιωτικής, να πούμε. Το τι καψώνια τον έκαμνε μη ντα ρωτάς. Βλάχο τον ανέβαζε, βλάχο τον κατέβαζε, ποιος τώρα, ο λοχαγός σκατόβλαχος. Ο Τάσος μια μέρα ήρτε σε δύσκολο σημείο. Πήγαμ οι χωριανοί κοντά τ’ και τον πήκαμ να μην τον διν’ σημασία. Δεκεί που κουβεντιάζαμ μας είδε ο λοχαγός και πάλε είπε κατ για βλάχο και τέτοια. Τότε τον λέγω κι εγώ: «Νάξερες με τι βλάχο εχ’ς να καν’ς, δε θα νέβγαζες τσιμδιά λαλιά». Σα να προμαζεύκιε κομμάτ ο λοχαγός, μια μέρα διάβαζε ένα χαρτί, εφημερίδα ήνταν τι ήνταν δε ξέρω. Είχαμ μαζοχτεί οι χωριανοί μαζί με τον Τάσο και κουβεντιάζαμ. Τι διαβάζ ο στούρνος βρε παιδιά, λεγ’ ο ένας. Τι να διαβάζ ο καψερός, σίγουρα θα κρατεί ανάποδα τν εφημερίδα ο μαύρος, για να δειξ ότι και καλά ξερ ανάγνωσ’. Κι άμα εχ’ κανένα καράβ η εφημερίδα θα νομίζ ότι γραφ για ναυάγια εδιέτς π’ θα το γλέπ αναποδογυρζμένο. Ε, και πατούμε που λες κατ γέλια, γύρσε ο λοχαγός μας είδε που ουλ’ τον βλέπαμ, κατάλαβε ότι γελούσαμ για κειον. «Τι λέτε βρε, μας λεγ’ και γιατί γελάτε;» «Α, τίποτα κυρ λοχαγέ, για κατ ναυάγια λέμε» τον απαντά ένας, και ξανασκάζομ στα γέλια. Ε, από τότε δεν τον ξαναενόχλησε τον Τάσο.

Για το γλύπτη - πελεκάκο Γιάννη Φωτιάδη
Βαγγέλης Δασοπάτης: Τ’ μπλατέα τ’ χωριού τν έφκιασε ο Μαστρογιάνν’ς. Το χωράφ ήνταν τ’ Ρήγα που ήνταν πεθερός τ’ Μιλτιάδη και το απαλλοτρίωσεν η κοινότητα. Κάτ ήνταν χώμα. Ο Μαστρογιάνν’ς το ανάλαβε μετά τον πόλεμο. Στν αρχή κβανούσαν πέτρες και τς ρίχναν, τον λέγω Μαστρογιάνν’ δε καν’ εδιέτς, θα κατσ' η πλατέα, να βαλ΄ς μαστόρ να το πατώσνε. Με λεγ’ καλά λες και έβαλε μαστόρ και το πατώσαν και από παν μπήκαν οι πλάκες και ανάμεσα πίσσα. Ο Μαστρογιάνν’ς είχε τούτο το προτέρμα, ενώ δηλαδή ήνταν μεγάλος τεχνίτς, άκγε τι τον ήλεγες, το εξέταζε το πράμα, δεν είχε ψευτοεγωισμό. Α και το συντριβάν’ τς πλατέας το έφκιαξε ο ίδιος, εκειός σμίλεψε το κεντρικό μέρος και το γύρω γύρω το έχτ'σα εγώ.
Στο καμπαναριό είχε μαστόρ Ρουμανιώτες καμιά δεκαπενταριά και πελεκούσαν τς πέτρες. Το έργο αυτό ήνταν μεγάλο, δλεύαν 4-5 χρόνια για να γιν’.
Ο Μαστρογιάνν’ς ήνταν πολύ καλός άθρωπος και καλός τεχνίτς αλλά δεν ήβγαζε φράγκα γιατί ήθελε τη δλεια να τ’ γκάμεν’ πολύ καλή. Αργολάβος θα πει τσαμπάγ’ς κι ο Μαστρογιάνν’ς τσαμπάγ’ς δεν ήνταν. Δεν ήνταν πονηρός άθρωπος, ήνταν αθώος και καλοκάγαθος. Πρόσεχε πολύ τς αργάτες τ’ και τς καλοπλήρωνε, κι τς πελάτες τ’ δε τς έγδερνε γι’ αυτό έπεφτε ούλο όξω στα οικονομικά. Αμ εκείν’ η γ’ναίκα τ’ η Βωτώ, αυτή έπρεπε να λέγεται αγία Βωτώ.
Ο Μαστρογιάνν’ς δούλευε κυρίως ντ πέτρα απ’ το Ρωμανού, που έναι γρανίτς. Όμως δούλευε και το μάρμαρο. Τελευταία είχε δυο μαρμαρένια μνημεία στο Λ’βαδοχώρ και με πήρε να τα στήσομ. Πα στ' κουβέντα με είπε ότι η αμοιβή τ’ ίσα ίσα που έφτανε για να πληρώσ’ τα μάρμαρα, τόσος κόπος τζάμπα. Τον λέγω γιατί δε τς το λες να σε δώκνε κατ παραπάν. Με λεγ’ η συμφωνία έναι συμφωνία, καλύτερα να μπω εγώ μες στον τάφο παρά να τς πω τέτοιο πράμα. Τέτοιος άθρωπος ήνταν.
Όταν έφκιανε το λιμάν’ τ’ Μούδρου, παραπάτσε ένας αργάτς, έπεσε ο βράχος απάνετ και τον σκότωσε. Τότε τον τραβήξαν πολύ το Μαστρογιάνν’ τον ταλαιπωρέσαν, τον πήραν το πτυχίο τ’, στεναχωρέθκιε πολύ ο άθρωπος, φτώχ’νε. Ήνταν πολύ δύσκολα χρόνια.
Γλύπτες ήνταν πολύ λιγ’ στ Λήμνο, πετράδες είχε πολλοί, που κόβαν τς πέτρες, κάμναν γωνιές κυρίως και γούρνες, αλλά γλύπτες ήνταν λιγ’. Δεν είχαν εργαλεία, μόνε καλέμια και σφήνες, και κατ πιο ψλα τα λεγόμενα βελόνια, για τα λεπτά σημεία, τς λεπτομέρειες. Στο τέλος ο Μαστρογιάνν’ς είχε φερ απ’ τν Ιταλία καλά εργαλεία. Ύστερα έπεφτε τρίψμο στα έργα μη τα ρωτάς. Μέρες τα τρίβαν με το γυαλόχαρτο. Κόπος και βάσανο. Ο Μαστρογιάνν’ς ήθελε μαθητές τα λεγόμενα τσιράκια, αλλά δεν παγαίναν, μάλλον παγαίναν αλλά δε στεργιώναν, γιατί η δλεια ήνταν βαριά. Ήθελε γερά χέρια και γαδουρνή υπομονή.
Να πούμε κι ένα αστείο. Επί γερμανοκατοχής, προς το τέλος, κάποιοι κλέψαν πατάτες απ’ τς Γερμανοί. Αυτοίν’ βγάλαν ένα συνεργείο με ένα διαρμηνέα και γύρζεν στα σπίτια και τς γυρεύαν. Ε, πήγαν και κατ στ' Μαστρογιάνν’, ήνταν η σχωρεμέν’ η Βωτώ, τς λέγ’ ο διαρμηνέας το και το. Τότε γυρίζ και η Βωτώ στς Γερμανοί και τς λεγ’ σε άπταιστα Γερμανολημνιά. «Ιχ (εγώ), άντραζεμ η Γιάνν’ς, τρίγια χρόνια αρμπάετ Μούδρο, τέτοιο πράμα μαθέ ούτε το δγήκαμ ούτε το γεματίσαμ».

Βαγγέλης Δασοπάτης δεξιά και Τάσος Ξύκης αριστερά, στην πλατεία Ατσικής πριν λίγα χρόνια.

Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2009

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΛΗΜΝΟΥ (Γ) - Παναγιώτης Χαρκότσικας ή Κουκουές

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΛΗΜΝΟΥ (Γ)

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Παναγιώτης Χαρκότσικας ή Κουκουές


Με λύπησε πολύ ο θάνατος ενός καλού γείτονα, στο πατρικό μου σπίτι στη Λήμνο, του Παναγιώτη Χαρκότσικα ή Κουκουέ. Τα καλύτερα μνημόσυνα γίνονται με καλή παρέα και ουζάκι. Έτσι είπαμε μερικές ιστορίες για τον Παναγιώτη.
Ο Παναγιώτης συστηνόταν συνήθως ως κουκουές και όχι ως Χαρκότσικας. Κάποτε, τα δύσκολα χρόνια, του είχε στείλει από την Αμερική ένας συγγενής του ένα κόκκινο μάλλινο πουλόβερ και ο Παναγιώτης το φορούσε όλο καμάρι. Ο νωματάρχης της Ατσικής, ας μην πούμε το όνομά του αφού είναι και πεθαμένος τώρα, του είπε να μην το ξαναβάλει, επειδή ο Παναγιώτης ήταν αριστερός και υποτίθεται αυτό συμβόλιζε κάτι. Ο Παναγιώτης δεν το έβγαλε και κυκλοφορούσε μ’ αυτό κάθε μέρα. Μια Κυριακή που έκανε βόλτα στον Καρπασινόδρομο με τη γυναίκα του ο νωματάρχης, η οποία ήταν πολύ νεότερή του, ωραία και έβαφε κατακόκκινα τα χείλη της, συνάντησαν τον Παναγιώτη. «-Γιατί δεν έβγαλες το πουλόβερ που σου είπα;» του είπε ο νωματάρχης». «-Γιατί να το βγάλω;» είπε ο Παναγιώτης. «-Έτσι, δεν μου αρέσει το κόκκινο χρώμα» «-Τότε καπετάνιο να πεις στη γ’ναίκα σ’ να μη βαφ κόκκ’να τα χείλια τς. Τότε θα το βγάλω κι εγώ».
Τα μετεμφυλιακά χρόνια για να γλυτώσει το ξύλο, που έπεφτε συχνότατα από την αστυνομία σκέφτηκε να γίνει παπάς. Σου λέει, τι διάλο, τους παπάδες δεν τους δέρνουν. Πήγε στο δεσπότη και του είπε την επιθυμία του. Ο δεσπότης τον ρώτησε το όνομά του, από ποιο χωριό είναι, αν ξέρει γράμματα, αν έχει καλή φωνή, κι αν είναι καλός χριστιανός. Ο Παναγιώτης σε όλα είπε ναι. Ο δεσπότης του είπε να έρθει σε λίγες μέρες να πάρει την απάντηση. Πήγε σε καμιά βδομάδα ο Παναγιώτης και ρώτησε πια είναι η απάντηση του δεσπότη. Ο δεσπότης του έριξε όλο θυμό μια κλωτσιά και του λέει, να η απάντησή μου. «-Γιατί δεσπότημ με κλωτσάς;» του λέει ο Παναγιώτης. «Γιατί βρε δε μου είπες ότι είσαι κουμουνιστής;» απάντησε ο δεσπότης. «-Γιατί μαθέ με ρώτ’σες, και δε στο είπα; Σε οτ’ με ρώτ’σες σε απάντ’σα. Εγώ δε ντο έχω κρυφό». «-Φύγε από δω γιατί θα φας κι άλλη κλωτσιά» του λέει ο δεσπότης. Και ο Παναγιώτης του απάντησε: «Εγώ δεσπότημ ήρτα να γίνω παπάς για να γλυτώσω το ξύλο. Αν έναι να με δέρεν’ς εσύ, φέγνω. Άσε που τέτοια κλωτσούκλα μόνε οι Γερμανοί ρίχταν, οι χωροφυλάκ’ κλωτσούνε πιο μαλακά».
Ο Σάββας ο Κριαρής έχει ένα χωράφι δίπλα στην καφετέρια «Λεμονιά» και απέναντι από το σπίτι του Παναγιώτη. Το είχε σπείρει σιτάρι και κατά την άνοιξη, έβλεπε τον Παναγιώτη κάθε πρωί να περπατά μέσα στο χωράφι. «Μα τι κάνεις βρε γείτονα κάθε πρωί μέσα στο χωράφι;» του είπε μια μέρα. «Βγάζω το μεροκάματο μ’» είπε ο Παναγιώτης. «Δηλαδή;» λέει ο Σάββας. «Να, ήλεγα να μη στο πω, αλλά μαθέ θκο σ’ χωράφ έναι, δικαιούσαι και συ βιδάνιο απ’ τα γαμσάτκα. Έρχεντεν τ’ νύχτα από δίπλα απ’ τ’ γκαφετέρια ζευγαράκια και βγάζνε τα μάτια τς μες στο σταρ. Ε, όπως ψάχνεντεν να βρούνε τα προφυλακτικά, ή όπως κατβάζνε τα παντελόνια, τς πέφτνε και φράγκα. Να για δγιε, κοντά σε μια κ’λίστεργια βρήκα ένα πεντοχίλιαρο».
Άλλη μια φορά, όταν ήταν πολύ νέος, ερχόταν απ’ το Κατάλακκο και ψώνιζε στο μπακάλικο του συχωρεμένου Κ.Β. ο οποίος ήταν του «Λαϊκού Κόμματος». Ο Παναγιώτης είχε ζευγάρι, δούλευε, χρειαζόταν πολλά πράγματα και ήταν καλός πελάτης. Ο Κ.Β τον ήξερε ως Παναγιώτη Χαρκότσικα και όχι με το παρατσούκλι του, που τότε δεν ήταν κουκουές, αλλά «περδίκος» επειδή το βάδισμά του ήταν γρήγορο σαν την πέρδικα. Ήξερε όμως ότι υπήρχε ένας περδίκος από το Κατάλακκο, αριστερός. Πλησίαζαν εκλογές και κατέβηκε ο Παναγιώτης να ψωνίσει. Ο Κ.Β. που τον είχε για δεξιό, αφού ήταν πελάτης που άφηνε πολλά λεφτά, του λέει: «Πώς πάνε τα πράματα Παναγιώτη στο Κατάλακκο; Αυτός ο ελεεινός ο περδίκος θα μας κάνει ζημιά;» «-Τον ξέρς κυρ Κώστα τον περδίκο;» «-Ούτε τον ξέρω ούτε θέλω να τον μάθω». «-Εγώ είμαι». Και ο Κ.Β. απάντησε: «Ε, άμα είσαι εσύ αλλάζ το πράμα, να έρχεσαι να ψωνίγ’ς Παναγιώτ, κι ας μη μας ψηφίζεις».
Κατά τον αλωνισμό, όλοι φρόντιζαν να παίρνουν γρήγορα τα τσουβάλια με το σιτάρι από το χωράφι, γιατί αν νυχτιάζονταν και δεν τα μάζευαν, το πρωί μπορεί να είχαν κάνει φτερά. Ο Παναγιώτης δεν νοιαζόταν και τα άφηνε μέσα στο χωράφι και μια και δυο νύχτες. Όταν τον ρώτησαν πώς και δεν φοβάται μην του τα κλέψουν είπε: «-Αμ έναι η μπογιά». «-Δηλαδή;», τον ρώτησαν. Και απαντά ο Παναγιώτης: «Κάθα τέτοια εποχή αγοράζω ένα κουτούδ κόκκιν’ μπογιά και γράφω πα στα τσβάλια ΚΚΕ. Ποιος να τα πλησιάσ; Σκέβεται ότι άμα τον πιάσνε, ή θα πει ότι έναι κουμουνιστής, ή ότι έναι κλεφτ’ς. Γι’ αυτό δε ντα πειράζνε».
Το παρακάτω κείμενο, αυθεντική διήγηση του Παναγιώτη, το είχα δημοσιεύσει το 2002 στην εφημερίδα «Η φωνή της Ατσικής». Απολαύστε γνήσια Λημνιακή γλώσσα και γνήσιο Λημνιακό πνεύμα.

ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΜΟΥ ΕΔΩΣΑΝ….ΛΗΜΝΙΑΚΗ

Το μούχλιο ψωμί κάμεν’ μστάκια

Διηγείται ο εκ Καταλάκκου Παναγιώτης Χαρκότσικας ή Κουκουές

(Στην αυλή του πατρικού μου σπιτιού, πίνοντας καφεδάκι)
Μμμμ, καλό το καφεδέλ’. Κυρά Ευτυχία, δγιε μπορεί να είμαι έγκυος, γι’ αυτό δωμ ένα σύκο να πω και τ’ χρον, το σκαρούδ παγαίν’ με το καφεδέλ’. Τα χρόνια π’ σώσαμ πρεπ να μην αντρέπεται ο άθρωπος πρεπ να το γλιαρέβ το κάθε πράμα, να μη τς το λένε μαθέ. Μόνε φοβούμαι μη λ’μπίσω μαθέ σα ντο στραβοκούρναρο και σας ξανάρτω. Τι, άμα θέλω να πω κι ένα τραγούδ; Θέλω τζάνουμ γιατί να μη θέλω, τραγούδ έναι δεν έναι γκιζντάν’. Ακούτε:

«Άντε σαν τα μάρμαρα της Πόλης
αμάν αμάν
άντε πούναι στην Αγιά Σοφιά
έτσι τάχεις περμπλεμένα
αμάν αμάν
άντε μάτια φρύδια και μαλλιά.
Αντε αποφάσισα να γίνω
αμάν αμάν
άντε στην Πόλη μουντεντές
νάρχονται να προσκυνούνε
αμάν αμάν
Τουρκοπούλες και Ρωμιές.

Κι άλλο ένα.

«Καρόφαλο Καταλακκ΄νό
σαν ανοιξιάτικο ζουμπούλ’
πρώτα σ’αγάπομνε κρυφά
τώρα το μάθαν ουλ’.

Θε μου του Καταλάκκου τα βουνά
Θε μου χαμήλωσέ τα
να διω τα μάτια π’ αγαπώ
και πάλε αψήλωσέ τα».

Εγώ λέγω με το μλιανό μ, ότι όσεν’ τραγδούνε έναι ξεγυρζμέν’ αθρώπ. Σήμερα οι γι’ αθρώπ έναι άσυρτ, δε ντραγδούνε εύκολα, για ν αρχίσνε θέλνε γερό γαργάλ’μα. Μπορεί μαθέ να τς πούνε και γεβεντ’ζμέν’. Μπορεί ν ακούσεις: « Μπρε σνάντ’ζμα κειος ο γεβεντζμένος» (γέλια). Άστεν’ κι ας λένε. Οποιος τραγδεί έναι αϊνατζής. «Για δγιέτε τον αϊνατζή, πα’ στο καρόφαλλο πατεί» (τραγουδώντας). Ας έναι δα…
Πήγα και πήρα που λέτε κομάτ ψωμί απ ντ μπλατέα, λίγο τρώμε, αλλά χρειγιάζεται. Λέγω γέρος γέρος, αλλά πήγα κι ήρτα σα ντο πλι. Απανέκαθε ήμνα γλήγορος στα ποδάρια, όπως ούλο μας το σόγ’. Εχω κι ένα αδερφό στς Σαρδές π’ τον παρανομοιάζνε πέρτκο ή περδίκο, γιατί παλιά τς Παναγιάς σαλτέρναν και κειος έκαμνε μεγάλ’ σαλταριά όπως ντ πέρτκα. Απ’ κειον με βγάλαν και μένα περδίκο. Ετς και γω πδω σα ντο μπαλιοπέτερνα κι ας σκ’λογέρασα κιόλα. Τώρα φορούμε και πατούμενα, παλιά ήνταν αξπολ’ταρία, τα ποδάρια μας είχαν πετσώσ’ από κατ αφού πορπατούσαμ πα στς αστιβές. Πήγα που λέτε και πήρα άσπρο ψωμί γιατί η κλια γίν’κε τζιτζλόμκια. Παλιά τρώγαμ κατ κθαρένια παξμάδια απ κεια που τα τρώγαν οι γαδάρ κι αγγαρίζαν και δε μας κόλλιε ψόφος. Ή κατ μούχλιες σκίζες που τς βάζαμ πρώτα πα στα κεραμίδια να ξεραθούνε κι είχαν απάν τόσεν’ μούχλα σα ντ γκερασολέν’. Τς βρέχαμ και τς κοπανούσαμ, άμα είχαμ και σαλαμούρα, ταμάμ. Παλιά τρώγαμ τέσσερς βολές τ’ μέρα και πάλε χωνεύαμ, σήμερα τρώμε τρεις βολές και φσκώνομ σα ντα νταβούλια. Το ψωμί το λέγαμ δράξμο. Τρώγαμ που λέτε το ταχ’νό κολατσό, το μεσμέρ στο σταλό ξανατρώγαμ, στο ξεσταλό ξανατρώγαμ και το βράδ ξανατρώγαμ. Τέσσερς δε μας κάμνε; Τρώγαμ και σαρδέλα τούτο το γκαιρό, μη ντα ρωτάς τι σαρδέλα τρώγαμ, τώρα οι αθρώπ δε θέλνε να ντ δγιούνε. Αλλά τραβούσαμ κθαρ μες απ τς αντραγίδες που πήγαινε καπνός. Τη δλεια που κάμναμ άμα ντ πούμε σε τούτεν’ τς τωρνοί, οχ’ να ντ γκάμνε, μόνε να τς ντ πούμε, θα τα γεμόσνε τα βρακιά τς. Τώρα οι αθρώπ δε δλεύνε, έναι μασκαράδες. Αθρώπ που έναι σα ντα μλάρια και σε λεγ’ πονώ η καρδιάμ και πονώ ο κώλοζεμ και να συντάξεις ψέφτκιες και κειος κι η γ’ναίκα τ. Και τ’ μπληρών’νε οι αλλ’ τ’ νυφ. Αυτό έναι το κουμπί. Γαμιέται με το συμπάθειο η παπαδιά και τα πλερών’ η χώρα. Ας έναι δα…
Λέγαμ για το ψωμί. Μια βολά ζύμωνε η μάνα μ. Μανά, λέγω, πείνασα. Με λεγ’ πήδα. Μανά τς ξαναλέγω, πνω. Μπάντεξε με λεγ’ αγορούδεμ σε κομάτ θα κάμω κλικ’ να φας. Τς λέγω, δε βαστώ, πνω. Να, με λεγ’, μες στο ντουλάπ εχ’ ψωμί, φάγε. Μπρε μάνα μαθέ, τς λέγω, έναι μούχλιο. Άμα έναι μούχλιο αγορούδεμ θα καμς και μστάκια, να το φας. Έφαγα καμπόσεν’ μούχλα, ήπια και Καταλακκ’νό νερό, έχω μστάκια; Πιάνω με το χέρεμ, τίποτα. Ωχ ψευτιά. Πάγω πα στο φούρνο που ήνταν η μάνα μ, λέγω ψέμματα με είπες. Τι λες αγόρεμ, για δγιε τι όμορφα μστάκια που έκαμες. Πάγω και γω να δγιω στο γκατρέφτ, ανεβαίνω πα στο γκαναπέ για να φτάσω, η μάνα μ’ είχε δεκεί τα ψωμιά για ν ανεβούνε, χώντεν τα ποδάρια μ’ μέσα, τα τσαλαπάτ’σα. Αφού άναψε η μάνα μ’ το φούρνο έρχεται να παρ τα ψωμιά, τι να δγει. Α βρε πρωτοδαίμονα τι μ έκαμες, παίρεν το φουρνοκόνταρο και με καθίζ στο ρεντίδ. Και συ να μη με ήλεγες ψευτιές π’ θα βγάλω μστάκια τς λέγω. Α!!.





Παναγιώτης Χαρκότσικας ή κουκουές ή περδίκος.
Ένας καλός άνθρωπος. Ένας θυμόσοφος, που ανεμίζει τις παντιέρες του, κατακόκκινες σαν το αίμα του. Με χιούμορ που σπάει κόκκαλα, με καλοσύνη αγίου, με απλότητα παιδιού. Που τραγουδά για την Αγιασοφιά, αλλά και για το αγαπημένο του χωριό, το Κατάλακκο. Έχε γεια Παναγιώτη.

Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2009

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΛΗΜΝΟΥ (Β) - Κώστας Κελλάρης

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Αρχές Νοεμβρίου βρέθηκα για λίγες μέρες στο χωριό μου την Ατσική. Αυτό βρήκα ότι χρειάζεται να γίνεται μερικές φορές το χρόνο για αναβάπτισμα ψυχικό. Καθόμαστε στο καφενείο του Σάββα και το ουζάκι και η κουβέντα βοηθούσε να πάει η ψυχή στη θέση της. Αρκετή η παρέα, μεταξύ αυτών και ο Θόδωρος Μαυράκης, που ήταν καταστενοχωρημένος γιατί ο αδερφός του ο Στέργιος, 68 χρόνων, είχε πάθει εγκεφαλικό ενώ κυνηγούσε, πριν τρεις μέρες, είχε δε μεταφερθεί στην Εντατική στην Αθήνα. Οικογένεια αριστερών λεβεντανθρώπων, με διωγμούς, κατατρεγμούς, εξορίες, τα δύσκολα χρόνια. Πιάσαμε τις παλιές ιστορίες, το ούζο πάντα ηρεμεί το μυαλό και λύνει τη γλώσσα και ο Θόδωρος μας διηγήθηκε αρκετές ιστορίες, για το θείο του Κώστα Κελλάρη, αδερφό της μάνας του, που ήταν αρειμάνιος τύπος, πολύ παλικάρι.
Μια φορά, τέτοια εποχή, που ρακοβγάζανε, την ώρα που άνοιξε το καζάνι στο αποστακτήριο (λακαριό), γλίστρησε και το πόδι του βούτηξε όλο μέσα στο βραστό μούστο. Έβγαλε τη γαλότζα που φορούσε και είδε το πόδι του να έχει γίνει όλο μια κόκκινη φουσκάλα, ένα έγκαυμα τρομερό. Όλοι κατατρόμαξαν, η γυναίκα του πάτησε τα κλάματα και του έλεγε να πάνε στο νοσοκομείο. Ο Kώστας ατάραχος ξανάβαλε τη γαλότζα και γύρισε προς τη γυναίκα του και είπε: "-Άσε τα κλέματα κι έχομ δλια να κάμομ, δεν τρως κόλλ’βα απ’ τούτο το πράμα, και μην παίρεν’ς θάρρος».
Μια άλλη φορά εργάζονταν ως οικοδόμοι, πατώνοντας με καλντερίμι το δρόμο στα Σβέρδια. Σε ένα τοίχο υπήρχε μια μασγαλότρυπα, μέσα στην οποία είχαν κάνει φωλιά πλήθος γαδαροσφήγκαρων, από αυτούς τους κόκκινους, που το τσίμπημά τους μπορεί να σε στείλει στο νοσοκομείο. Σημειωτέον ότι στα Σβέρδια αυτούς τους λένε μπάμπουρες, ενώ στην Ατσική μπάμπουρες λέμε αυτά τα μαύρα σκαθάρια που βγαίνουν τη νύχτα και είναι άκακα. Λοιπόν ο Κώστας ήθελε να χαλάσει τη φωλιά τους και να τους σκοτώσει ενώ οι άλλοι του έλεγαν ότι είναι τρελός, αφού αυτό είναι πολύ επικίνδυνο. Αυτός πήρε μια σκάλα, ανέβηκε ως το ύψος της τρύπας και όσοι σφήγκαροι είχαν βγεί έξω γύρω – γύρω απ’ την τρύπα και περπατούσαν πάνω στον τοίχο, βρήκαν το θάνατο απ’ τη χερούκλα του Κώστα που τους έλιωσε πάνω στο ντουβάρι. Μετά έχωσε το χέρι του μέσα στην τρύπα και με μια περιστροφική κίνηση έλιωσε και τους υπόλοιπους που ήταν μέσα. Όλο το συνεργείο είχε πιάσει τα ανάπλαγα και δεν πλησίαζε, ακόμα κι όταν τους είπε ότι τους σκότωσε όλους και δεν υπάρχει κίνδυνος και μάλιστα χωρίς να τον τσιμπήσει κανένας.
«-Άντε βρε κατουρλάδες κοντοζγώστε, τι φοβάστε τς μπαμπούρ, αυτοίν’ έναι μια σταλιά και σεις είστε κοτζάμ μορλάδες», τους είπε.
Μια φορά που κυνηγούσαν με κάποιον συγχωριανό, πετάχτηκε μπροστά τους ένας λαγός, ο συγχωριανός πυροβόλησε, ο λαγός τραυματίστηκε κάπως αλλά κουτσαίνοντας έτρεχε να φύγει. Ο άλλος πήγε να τον ξαναπυροβολήσει, αλλά ο Κώστας του έπιασε το χέρι και του είπε: «-Άστον, μη χαρνάς χαρτούτσα, θα τον πιάσω στο τρέξμο».
Τα παλιά χρόνια, τα ρούχα ήταν υφαντά και χειροποίητα. Του έφτιαξε λοιπόν η γυναίκα του ένα παντελόνι από ύφασμα που είχε φτιάξει στον αργαλειό (Λημνιακά, λάκκο). Από λάθος, ξέχασε το βελόνι καρφωμένο σε κάποιο σημείο του μπατζακιού. Ο Κώστας στο πανηγύρι έβαλε το καινούργιο το παντελόνι και το βράδυ στο χορό (ήταν δεινός χορευτής), αισθάνθηκε το τσίμπημα του βελονιού, αλλά πάνω στην έξαψη του γλεντιού δεν έδωσε σημασία. Μετά οχτώ μήνες, κάτι τον ενοχλούσε στους όρχεις του. Ξύνοντάς τους, ανακάλυψε το βελόνι, που πρόβαλε από το δέρμα. Ατάραχος το τράβηξε και είπε: «Α, ήξερες ότι σε είχα γραμμένο στ’ αρχίδια μ’, γι’ αυτό τα επισκέφκιες, ε;».
Άλλη ιστορία. Την περίοδο των Χριστουγέννων, που έσφαζαν τα γουρούνια, είχε μαζευτεί η παρέα του στο σπίτι του, πέντε – έξι άτομα για να τον βοηθήσουν στο σφάξιμο του δικού του γουρουνιού. Αυτός ήταν σε άλλο σπίτι, όπου είχε σφάξει άλλο γουρούνι και τον περίμεναν από στιγμή σε στιγμή, πίνοντας ρακί. Αυτός όταν τελείωσε στο άλλο σπίτι, ερχόμενος στο δικό του, βρήκε το γουρούνι να κοιμάται, ένα τέρας εκατόν πενήντα οκάδες. Με μια κίνηση αστραπή του πήρε το κεφάλι, εκεί που θα χρειάζονταν πολλοί άντρες για να το ακινητοποιήσουν. Μπήκε μέσα με το κεφάλι του χοίρου, που το κρατούσε από το αυτί και είπε. «-Ε, τι κάθεστε και πίντε, έχομ δλια να δγιούμε, να ξεσάσομ το γουρτζέλ’ που έσφαξα».
Κάποτε με άλλους δυο είχαν κλέψει από ένα πλούσιο της εποχής εκείνης, χρυσές λίρες. Σημειωτέον ότι η κλεψιά τα παλιά χρόνια στη Λήμνο ήταν ένδειξη θάρρους και παλικαριάς. Μάλιστα αν γινόταν κάποια προξενιά, ο μέλλων γαμπρός για να θεωρείται αξιόλογος έπρεπε να είναι κλέφτης. Η παροιμιώδης φράση «Καλό παιδί, δε λέγω, αλλά δεν ακούστκεν ακόμα» σημαίνει ότι ναι μεν ο γαμπρός ήταν καλός, αλλά αφού δεν είχε βγάλει τη φήμη κλέφτη ακόμα, είχαν τις επιφυλάξεις τους. Είχαν κλέψει λοιπόν λίρες, αλλά κουβέντα στην κουβέντα, το πράγμα μαθεύτηκε, τους άρπαξε και τους τρεις η αστυνομία και άρχισε ο ξυλοδαρμός. Οι άλλοι δυο μετά από κάμποσα μπερντάχια, ομολόγησαν. Αυτός τίποτα. Τον λιάνισαν, αυτός τίποτα. Του λέει ο νωματάρχης: «-Δεν είναι κρίμα κι άδικο να τρως τόσο ξύλο τζάμπα και βερεσέ; Αφού τα ξέρουμε όλα. Μαρτύρησε να τελειώνουμε». «-Όχι δεν μαρτυρώ», είπε ο Κώστας. Του λέει ο νωματάρχης: «Τότε θα σε χτυπούμε συνέχεια, μέχρι να μαρτυρήσεις». Του λέει ο Κώστας: «-Λάθος καπετάνιο, θα με χτυπάτε μέχρι να κουραστείτε ή μέχρι να με σκοτώστε, οχ’ μέχρι να μαρτυρήσω, γιατί εγώ δε θα μαρτυρήσω ποτές».




Η πλατεία της Ατσικής Λήμνου

Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2009

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΛΗΜΝΟΥ (Α)

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΛΗΜΝΟΥ (Α)

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας


Βρέθηκα πριν λίγες μέρες στο χωριό μου την Ατσική της Λήμνου. Να δω λίγο την γηραιά μάνα μου, να αναπνεύσω τον αέρα της Λήμνου, να δω παλιούς φίλους, να καθαρίσει το μυαλό μου. Καθώς γύριζα τον κάμπο με το αυτοκίνητο, είδα ένα χωράφι με υπολείμματα μποστανιού με κάτι γλυκοκολοκύθες μέσα. Ο ιδιοκτήτης ήταν μέσα, μου είπε ότι αυτά τα κολοκύθια ήταν κακής ποιότητας και δεν μαζεύτηκαν, ετοιμαζόταν δε να οργώσει το χωράφι. Είδα στην άκρη κάτι μικρά κολοκυθάκια, αυτά που στην Αθήνα τα λένε διακοσμητικά. Δεν ήξερα ότι βάζουν και στη Λήμνο τέτοια, παλιά όταν ήμουν παιδί, δεν βάζαμε. «Αυτά έναι για στόλ’ζμα. Τα βάζω για ομορφιά» μου είπε. Τον ρώτησα αν μπορώ να αγοράσω μερικά. Γέλασε και μου είπε: «Πάρε όσα θελ’ς χάρζμα, δε ντα πλω». «Μα πώς;» του είπα. «Άλλα πράματα μόνο πλιέντεν, κι άλλα πράματα μόνε χαρίζντεν» μου είπε ο σοφός αγρότης. Πήρα μερικά και τον ευχαρίστησα, είναι αυτά που φαίνονται στην φωτογραφία.
Το βράδυ στο καφενείο πίναμε τα ουζάκια μας και βλέπαμε στην τηλεόραση ποδοσφαιρικό αγώνα. Η παρέα βοσκοί, αγρότες, ψαράδες. Αφού είπαμε διάφορα και ήπιαμε αρκετά, τους κέρασα τα πιοτά, έτσι κι αλλιώς δυο τρεις φορές το χρόνο πάω στο χωριό μου. Ψιλομεθυσμένοι καληνυχτιστήκαμε και κινήσαμε να φύγουμε. «Μπάντεξε λίγο» μου είπε ο βοσκός «Αραφάτ» (Γιώργος Καλατζής). Ήρθε σε λίγο και μου έφερε δώρο μερικά ξερά τυριά. «Τούτα δε μπορείς να τα βρεις στο μαγαζί, έναι μερακλήδκα για μερακλήδες», μου είπε.
Την άλλη μέρα στην πλατεία ήρθε ένας από ένα διπλανό χωριό και πουλούσε ψάρια, που είχε βγάλει ο ίδιος με το παραγάδι. Ήταν δυο τρεις σαργοί και ένα μεγάλο λαυράκι πάνω από τέσσερα κιλά. Ολόφρεσκα, οι πετονιές κρέμονταν κομμένες από το στόμα τους. Πλησίασα κι εγώ και παρακολουθούσα. Κάποιος αγόρασε τους σαργούς μετά από παζάρια, για το λαυράκι όμως υπήρχε απροθυμία, οικονομική στενότητα βλέπετε. «Πάρτε το με πενήντα ευρώ, επειδή έναι τέτοια εποχή, κανονικά το καλοκαίρ κάμεν’ εκατό» είπε ο ψαράς. «Αν θέλεις σαράντα», απάντησε ο υποψήφιος πελάτης. «Όχι, σαράντα δεν το δίνω», ξανάπε ο ψαράς. Δεν συμφώνησαν. Αποφάσισα να το αγοράσω εγώ. Μου το έβαλε σε μια σακούλα τεράστια και του έδωσα εξήντα ευρώ. «Πενήντα πήκαμ» μου λέει. «Εντάξει είναι» είπα. «Τότε δεν καν’ πενήντα, αλλά σαράντα, δώσε με σαράντα ευρώ». «Μα σου έδωσα εξήντα» του ξαναείπα. «Ναι αλλά εγώ τώρα το δίνω μόνε με σαράντα, αυτή έναι η τιμή τ’». Ο πελάτης που έκανε παζάρια προηγουμένως, του λέει: «Μα και γω σαράντα σου έδινα». «Εσένα δε στο δίνω τώρα ακόμα και να με δωκ’ς και εκατό και διακόσα». Το πήρα, αφού με τα χίλια ζόρια δέχτηκε πενήντα.
Ναι, υπάρχουν ακόμα τέτοιοι άνθρωποι, μη σας φαίνεται παράξενο. Μέσα στην γενική ευτέλεια, την κουτοπονηριά, τη μιζέρια, την καπατσοσύνη και την κακοποιία των μεγαλουπόλεων, ξεχωρίζουν οι οάσεις της λεβεντιάς των χωριών. Γι’ αυτό τους αγαπώ.





Λημνιά κολοκύθια "πεσωστίκια για στόλ'ζμα" (υπολείμματα για διακοσμητικά)

Σκατήσια

Σκατήσια

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Μια βόλτα στο Μοναστηράκι και το Θησείο, Κυριακή πρωί. Δεν είχε σιγάσει ακόμα ο απόηχος των τραγικών γεγονότων που συντάραξαν την Ελλάδα, με το φόνο του νεαρού μαθητή από αστυνομικό στα Εξάρχεια και τις μεγάλες αντιδράσεις που προκλήθηκαν με τις διαδηλώσεις, τις συγκρούσεις, τις καταστροφές. Ο κόσμος μουδιασμένος. Μια βόλτα για μια ανάσα, για ένα καφεδάκι, να αλλάξει ο νους παραστάσεις, να πάρει η καρδιά λίγο αέρα.
Κόσμος πολύχρωμος. Περιπατητές, βιοπαλαιστές, φωνασκοί διαλαλητές της πραμάτειας τους, ζευγαράκια, γέροι με τα εγγονάκια τους, ξένοι και ντόπιοι μικρέμποροι, συλλέκτες παλιών αντικειμένων, βαποράκια, καλοντυμένοι, ταλαιπωρημένοι, φρικιά, Μεξικάνοι μουζικάντηδες, Νιγηριανοί πωλητές τσαντών μαϊμούδων, ζητιάνοι, τσιγγάνοι, συνταξιούχοι, κλόουν, κάθε λογής άνθρωποι. Για εργασία, για ήπια ψυχαγωγία, για ψώνια. Ειρηνική συνύπαρξη. Οι άνθρωποι είναι ίδιοι παντού.
Μετά τη βόλτα και το καφεδάκι πήρα το τραίνο για να γυρίσω. Μπήκε ένας νεαρός… γαυγίζοντας. Έκατσε. Πότε τραγουδούσε, πότε κελαϊδούσε σαν αηδόνι, πότε σφύριζε, πότε έβηχε επιδεικτικά. Είχε στο αυτί ένα ακουστικό με καλώδιο που ενωνόταν με ένα κινητό τελευταίας τεχνολογίας. Τα ρούχα του συνηθισμένα, καθαρός. Κάθε τόσο έλεγε τραγουδιστά ένα σύνθημα: «Έλα, έλα, έλα, με την κιτρινόμαυρη φανέλα». Έκανε μιμήσεις. Φαινόταν έξυπνος και άκακος. Βαστούσε τρία πακέτα τσιγάρα. «Για να δούμε έχουμε όλα τα σύνεργα;» είπε μεγαλόφωνα. Έβγαλε από το ένα πακέτο δυο φακελάκια. «Χασισάκι, εντάξει, πρεζίτσα εντάξει». Τα ξανάβαλε μέσα. Άνοιξε το άλλο πακέτο και έβγαλε ένα μεταλλικό δοχειάκι με χερούλι, σαν δαχτυλήθρα. «Καζανάκι εντάξει, αναπτήρας εντάξει, τσιγαράκια εντάξει. Πρέπει να τα ’χεις όλα γιατί δεν ξέρεις πού θα βρεθείς».
«Ναρκομανής, αλλά όχι αποδιοργανωμένος και διπολική διαταραχή σε φάση μανίας, με μερική άρση αναστολών» σκέφτηκα, ενεργοποιώντας αυτόματα την ιατρική μου ιδιότητα. Η γυναίκα που καθόταν δίπλα του σηκώθηκε σιγά - σιγά και απομακρύνθηκε. Την ακολούθησαν δυο άλλες που καθόταν απέναντί του. «Κάναμε το κουπέ γκαρσονιέρα» είπε αυτός. «Θα πέσει πείνα, θα πέσει πείνα, θα μας σώσει η Πέγκυ Ζήνα». Ήταν τόσο αστείος, που σου ερχόταν αβίαστα γέλια. Ήταν ένα κράμα Χατζηχρήστου και Βέγγου μαζί. Ένα παιδάκι δέκα δώδεκα χρονών, που ήταν στο τραίνο με τον πατέρα του, είχε σκάσει στα γέλια. Κανείς άλλος δε γελούσε. Όχι μόνο δε γελούσαν, αλλά ούτε καν γύριζαν το κεφάλι τους να τον δουν, έβλεπαν μπροστά σαν να τους είχαν βάλει χαμούτια.
Ο φόβος του διαφορετικού, του παράξενου, του ανοίκειου, του αλλόκοτου, του παράλογου, του ακατανόητου, του ξένου. Δεν ήθελαν κανένα πάρε δώσε. Ούτε μια ματιά. Ούτε συμμετοχή έστω με ένα χαμόγελο. Αν δεν ήταν στο τραίνο θα έφευγαν τρέχοντας. Φόβος, εκ του "φέβομαι", τρέπομαι εις φυγήν. Ο φόβος μας κρατάει σε απόσταση από τον άλλον, αν αυτός δεν είναι κατανοητός, αν λείπουν οι κώδικες επικοινωνίας, αλλά και το κατάλληλο κλίμα. Κάθε άλλο έξω από τον εαυτό μας είναι κάτι ξένο. Αν το ξένο εκλαμβάνεται ως εχθρικό νιώθουμε να μας απειλεί. Το εχθρικό που θεωρείται ικανό να πραγματοποιήσει την απειλή του, προξενεί φόβο. Αν το ξένο θωρείται προσεγγίσιμο, ο εαυτός μας ανοίγεται, ικανοποιώντας την ψυχική του ανάγκη για οικειότητα - ενότητα με τον άλλον. Ο φόβος του ενός προς τον άλλο, δηλαδή ο φόβος του φόβου, μπορεί να πάρει διαστάσεις και να γίνει τρόμος.
«Κάτω Πατήσια», ανήγγειλε το μεγάφωνο του τραίνου. «Κάτω σκατήσια, ή αν προτιμάτε, σκάτω σκατήσια» είπε φωναχτά ο παράξενος ταξιδιώτης. Χτύπησε το τηλέφωνό του. «Έλα νούμερο δύο, όβερ, σου μιλά το νούμερο τρία, ναι τώρα πάω να πάρω τη μητέρα και θα τη φέρω στο σπίτι», είπε. Έκλεισε το τηλέφωνο και εξήγησε: «Νούμερο ένα ήταν ο πατέρας μου, αλλά όταν πέθανε έγινε νούμερο μηδέν, τώρα νούμερο ένα είναι η μητέρα μου, νούμερο δύο η μεγάλη μου αδερφή και νούμερο τρία εγώ. Εσείς οι άλλοι είστε τα υπόλοιπα νούμερα. Έλα, έλα, έλα, με την κιτρινόμαυρη φανέλα».
«Άνω Πατήσια» φώναξε το μεγάφωνο. Εδώ κατέβαινα. Πριν κατεβώ τον άκουσα να λέει: «Κάτω σκατήσια, άνω σκατήσια, παντού σκατήσια».

Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2009

Επ’ αφορμή τριών θανάτων

Επ’ αφορμή τριών θανάτων

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας


Στο προηγούμενο φύλλο της εφημερίδας «ΛΗΜΝΟΣ» αναφερόταν το τραγικό τροχαίο ατύχημα στη Μύρινα με το θάνατο των δύο νεαρών παιδιών της 17χρονης Αλίνας Μιχαλούσα και του 23χρονου Θανάση Μοσχάκη και επίσης ο θάνατος του γιατρού Νίκου Γλυνάτση. Αισθάνθηκα την ανάγκη να γράψω δυο λόγια και ας μου συγχωρεθεί ο προσωπικός τόνος.
Για το τροχαίο ατύχημα πρώτα. Δεν γνώριζα την οικογένεια του κοριτσιού. Με τον πατέρα όμως του αγοριού, το Γαρόφαλλο, είμαστε συμμαθητές στο Γυμνάσιο Λήμνου, για έξι χρόνια. Ήταν ένας άνθρωπος χαμηλών τόνων, καλόκαρδος, με ένα μόνιμο χαμόγελο στα χείλη του και επί πλέον πολύ παλληκάρι. Ένα γεγονός ήταν η αιτία να αναπτυχθεί μεταξύ μας μια φιλία και αμοιβαία εκτίμηση, η οποία δεν θα σβήσει όσα χρόνια κι αν περάσουν. Είμαστε τελειόφοιτοι εν έτει 1971. Η τάξη πήρε μια κοινή απόφαση, σχετική με τη σχολική διαδικασία. (Οι λεπτομέρειες νομίζω δεν ενδιαφέρουν). Δεχθήκαμε φοβερή πίεση και απειλές από τους καθηγητές και το γυμνασιάρχη. Οι υπόλοιποι μαθητές υποχώρησαν, εκτός από το Γαρόφαλλο, τον Παναγιώτη Φουσκούδη και εμένα. Θεωρηθήκαμε πρωταίτιοι της ανταρσίας και χωρίς καν να μας καλέσουν να απολογηθούμε, αποβληθήκαμε και οι τρεις για πέντε μέρες από το σχολείο, εμένα δε, με καθαίρεσαν και από σημαιοφόρο. Το κλίμα της ανελευθερίας και της τρομοκρατίας της χούντας δυστυχώς είχε μπολιάσει πολλούς καθηγητές. Οι απειλές, οι χλευασμοί και η πίεση προς τους γονείς μας, συνεχίστηκαν για αρκετό καιρό. Και οι τρεις βρεθήκαμε σε πολύ άσχημη θέση. Αυτό το γεγονός μας συνέδεσε ψυχικά και κάθε φορά που συναντιόμαστε τυχαία στη Μύρινα τα επόμενα χρόνια, ανάβλυζαν θερμά συναισθήματα αγάπης και αλληλοσεβασμού. Αγαπητέ φίλε Γαρόφαλλε, μεγάλη η δοκιμασία σου. Κράτα όσο μπορείς. Πάντα ήσουν παλληκάρι. Δεν ξέρω αν αυτό απαλύνει κάπως τον πόνο σου, αλλά θέλω να σου πω, ότι οι καρδιές όλων των παλιών συμμαθητών σου κλαίνε μαζί με τη δική σου.
Για το Νίκο Γλυνάτση τώρα. Το γιατρό Νίκο Γλυνάτση τον πρωτογνώρισα το 1971, όταν με πήγαν σχεδόν ετοιμοθάνατο από μια φοβερή γαστρορραγία στο Νοσοκομείο της Λήμνου. Θυμάμαι το φοβερό αγώνα του να εξασφαλίσει αίμα, αφού υπηρεσία αιμοδοσίας δεν υπήρχε στη Λήμνο και η ομάδα αίματός μου ήταν πολύ σπάνια. Με δικές του ενέργειες με μετέφεραν μετά δύο ημέρες αεροπορικώς στην Αθήνα, με 12 αιματοκρίτη. Έγινα τέλος πάντων καλά, τι καλά δηλαδή, τα κερολίβανα βαστούσα, αλλά επιβίωσα. Ακολούθησαν τα γεγονότα των συνεχών επιπλήξεων και αποβολών στο σχολείο και η καθαίρεσή μου από σημαιοφόρο. Βάλτε και το άγχος του διαβάσματος για τις πανελλήνιες εξετάσεις, την κακή διατροφή, αφού ήμουν μακριά από το χωριό μου, το στομάχι μου χειροτέρεψε, πονούσα συνεχώς και έκανα εμέτους σχεδόν κάθε μέρα. Τότε βρήκα αποκούμπι στο γιατρό Γλυνάτση. Κάθε λίγο και λιγάκι ο κακομοίρης ο πατέρας μου με πήγαινε στο ιατρείο του, που ήταν κοντά στον παλιό σταθμό λεωφορείων. Ο Γλυνάτσης μου στάθηκε σαν πατέρας μου. Ήταν ο μόνος που με στήριξε στη δυσκολία μου τότε. Και με τις ιατρικές του υπηρεσίες, αλλά κυρίως με την ανθρωπιά του και τις συμβουλές του. Είχα πάρει ήδη την απόφαση να μην δώσω εξετάσεις για ιατρική, λόγω της οικονομικής μας εξαθλίωσης, αλλά ο Γλυνάτσης μου άλλαξε γνώμη, ενισχύοντάς με ψυχολογικά και ηθικά. Περιττό βέβαια να πω, ότι βλέποντας την κατάστασή μας, ποτέ δεν δέχθηκε αμοιβή από τον πατέρα μου, παρ’ όλο που τον επισκεπτόμαστε ιδιωτικά. Μετά από έξι χρόνια υπηρετούσα τη θητεία μου ως στρατιώτης στο πυροβολικό στις Αγγαρυώνες. Ένα απόγευμα, φορώντας τα αθλητικά μου, έκανα τζόκινγκ κοντά στο Λιβαδοχώρι. Σταμάτησε ένα αυτοκίνητο δίπλα μου. Ήταν ο Γλυνάτσης. «-Εσείς δεν είστε ο νεαρός με την γαστρορραγία, που ήθελε να γίνει γιατρός;», μου είπε. «-Είμαι ήδη γιατρός, χάρη σε σας», του απάντησα. Ο Γλυνάτσης δάκρυσε και μου είπε: «-Για κάτι τέτοιες στιγμές αξίζει κάποιος να είναι γιατρός». Σεβαστέ Νικόλαε Γλυνάτση, αιωνία η μνήμη σου. Δεν θα σε ξεχάσω ποτέ.

Θα πάρετε ένα κοκτέιλ μολότωφ;

Θα πάρετε ένα κοκτέιλ μολότωφ;

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας


Πλησιάζει η επέτειος του Πολυτεχνείου και στη μνήμη έρχονται οι περσινές ταραχές, που συγκλόνισαν την Ελλάδα, με αφορμή το φόνο του νεαρού μαθητή Αλέξη Γρηγορόπουλου από αστυνομικό. Οι μεγάλες «ντίβες» κάθε χρονιά τέτοιες μέρες είναι οι βόμβες μολότωφ, που εκτοξεύουν διαδηλωτές εναντίον των ΜΑΤ. Γνωρίζετε όμως την ιστορία της βόμβας μολότωφ; Σας παρουσιάζω μερικά στοιχεία, τα οποία βρήκα σε διάφορα άρθρα, κυρίως ξενόγλωσσα και έκανα μια σύνθεση.
Η βόμβα μολότωφ, που κατά καιρούς έχει αποκληθεί, βόμβα των φτωχών, βόμβα πετρελαίου, βόμβα βενζίνης, βόμβα φωτιάς, κοκτέιλ μολότωφ, κλπ, αποτελείται στη σημερινή της καθημερινή εκδοχή από ένα γυάλινο μπουκάλι, συνήθως μπύρας, με βενζίνη μέσα, που το φράζουν με ύφασμα ή στουπί, το οποίο εξέχει του μπουκαλιού και χρησιμοποιείται ως φιτίλι. Βάζοντας φωτιά στο φιτίλι το εκτοξεύουν και όταν το μπουκάλι σπάσει, παίρνει φωτιά η βενζίνη.
Το όνομά της το πήρε από τον υπουργό εξωτερικών της Σοβιετικής Ένωσης Βιάτσεσλαβ Μολότωφ ως εξής: Μετά το γερμανοσοβιετικό σύμφωνο μη επίθεσης Ρίμπεντροπ – Μολότωφ το 1939, οι Σοβιετικοί απαίτησαν από τους Φινλανδούς να τους παραδώσουν μερικά στρατηγικής σημασίας λιμάνια. Οι Φινλανδοί αρνήθηκαν και ο «κόκκινος στρατός» εισέβαλε στη Φινλανδία. Όταν ο Μολότωφ σε ραδιοφωνική εκπομπή, στα πλαίσια προπαγάνδας, υποστήριξε ότι οι Σοβιετικοί δεν έριχναν βόμβες στους Φινλανδούς αλλά τρόφιμα, τότε οι Φινλανδοί απάντησαν ότι εις ανταπόδοση των βομβών (που τις ονόμαζαν περιπαιχτικά «πανέρια πικνίκ του Μολότωφ»), θα πρόσφεραν στους Σοβιετικούς «κοκτέιλ Μολότωφ», εννοώντας αυτό που τώρα ονομάζουμε «βόμβες μολότωφ». Μ’ αυτές έκαιγαν τα σοβιετικά τανκς. Μάλιστα είχαν βιομηχανοποιήσει την παραγωγή τους, αφού τις κατασκεύαζαν στο εργοστάσιο του κρατικού μονοπωλίου οινοπνεύματος ALKO. Υπολογίζεται ότι οι Φινλανδοί κατασκεύασαν 450.000 κοκτέιλ μολότωφ. Στην αρχή ο όρος χρησιμοποιείτο για να περιγράψει το καυστικό μείγμα, αλλά με τον καιρό ο όρος αφορούσε στο συνδυασμό και του μπουκαλιού και του περιεχομένου του.
Το κοκτέιλ μολότωφ των Φινλανδών αποτελείτο από ένα μπουκάλι κρασιού 750 κυβ. εκατ., που περιείχε μίγμα οινοπνεύματος, πίσσας και πετρελαίου, στο δε μπουκάλι είχαν δέσει δυο μεγάλα σπίρτα θυέλης, που τα άναβαν και το πετούσαν.
Ο στόχος ήταν η μηχανή και τα παραθυράκια, από τα οποία βλέπει ο χειριστής του τανκ. Οι Σοβιετικοί τοποθέτησαν στα ευαίσθητα σημεία του άρματος πλέγμα από σύρμα, ώστε να μη σπάει το μπουκάλι χτυπώντας στο σύρμα. Η λύση των Φινλανδών ήταν να δένουν χαλαρά με ένα σχοινάκι πάνω στο μπουκάλι δυο - τρεις πέτρες, οι οποίες χτυπούσαν το μπουκάλι στην πρόσκρουση με το πλέγμα, κι αυτό έσπαγε.
Τις βόμβες μολότωφ τις χρησιμοποίησαν και οι ίδιοι οι Σοβιετικοί εναντίον των Γερμανών, όταν δέχθηκαν αργότερα την επίθεση του Χίτλερ.
Το απλό αυτό όπλο φαίνεται ότι έκανε το ντεμπούτο του κατά τη διάρκεια του ισπανικού εμφυλίου πολέμου (1936-39) και χρησιμοποιήθηκε ευρέως και από τις δυο μεριές. Όμως και πριν τον ισπανικό εμφύλιο, πρωτόλειες μορφές του όπλου ανιχνεύονται ιστορικά κατά τη διάρκεια της κομμούνας του Παρισιού το 1871, όταν οι γυναίκες των επαναστατημένων τάξεων πυρπολούσαν σπίτια πλουσίων και δημόσια κτίρια με μπουκάλια που περιείχαν πετρέλαιο ή παραφίνη, σε μια εποχή που μόλις είχε ανακαλυφθεί το πετρέλαιο.
Από αυτά τα ξεκινήματα, το όπλο γρήγορα χρησιμοποιήθηκε από τα περισσότερα έθνη, καθώς ήταν εύκολο στην παραγωγή και στη χρήση, από δυνάμεις κανονικές, αλλά και ανορθόδοξες. Συγκεκριμένα χρησιμοποιήθηκε από τους Εβραίους κατά των ναζιστικών δυνάμεων στη μεγάλη εξέγερση του γκέτο της Βαρσοβίας το 1943, από όλες τις πλευρές στο 2ο παγκόσμιο πόλεμο, από τους Ούγγρους κατά των Σοβιετικών στην εισβολή του 1956, από τους Τσέχους κατά των Σοβιετικών στην εισβολή του 1968, από τους καθολικούς του IRA της Βόρειας Ιρλανδίας εναντίον των Άγγλων, από τους Παλαιστίνιους των κατεχομένων εδαφών κατά των ισραηλινών τανκς, από τους μαύρους της Νότιας Αφρικής κατά των ρατσιστών λευκών (στρατού και αστυνομίας) την περίοδο του απαρτχάιντ, αλλά και από απανταχού αντιεξουσιαστές, διαδηλωτές, κλπ, στις συγκρούσεις τους με την αστυνομία.
Μια περιγραφή ενός Εβραίου μαχητή από τη χρήση των μολότωφ στην εξέγερση του γκέτο της Βαρσοβίας εναντίον των ναζιστών είναι εντυπωσιακή:
«Τα μπουκάλια χτυπούν το τανκ. Ακούγεται ο ήχος της έκρηξης. Οι φλόγες ξαπλώνονται γρήγορα. Η μηχανή σταματά. Το πλήρωμα πετάγεται έξω και καίγεται ζωντανό. Τα άλλα δύο τανκς γυρίζουν πίσω και αποσύρονται. Οι Γερμανοί που είχαν καλυφθεί πίσω τους αποσύρονται με πανικό. Συνοδεύουμε την αποχώρησή τους με πυροβολισμούς και χειροβομβίδες».
Στην αντιαρματική χρήση της βόμβας μολότωφ, κυρίως στο 2ο παγκόσμιο πόλεμο, γρήγορα έγινε αντιληπτό ότι το πετρέλαιο μόνο του δεν ήταν πολύ αποτελεσματικό, καθώς έρρεε από το πλάι του άρματος, καθώς καιγόταν. Για να κάνουν το περιεχόμενο του μπουκαλιού να κολλήσει, το πετρέλαιο αναμειγνυόταν με κάποια ουσία, που θα το έκανε πιο παχύ, όπως μαζούτ, πίσσα, ζάχαρη, ορυκτέλαιο, άμμο, ασπράδια αυγών, απορρυπαντικό πιάτων, αίμα ζώων, κάποιες μορφές λάτεξ, κλπ. Οι Βρετανοί είχαν εξελίξει τη βόμβα μολότωφ για αντιαρματική χρήση, ώστε να μη χρειάζεται να την ανάβει κάποιος πριν την εκσφενδονίσει, αλλά αυτή να αυτοαναφλέγεται με την πρόσκρουση. Ήταν ένα γυάλινο μπουκάλι γάλακτος με πώμα, που περιείχε ένα μείγμα φωσφόρου, νερού και βενζίνης.
Σήμερα οι βόμβες μολότωφ δεν παίζουν κάποιο ρόλο σε στρατιωτικές επιχειρήσεις. Τα σύγχρονα άρματα είναι απρόσβλητα, ενώ υπάρχουν απείρως φονικότερα και αποτελεσματικότερα μέσα. Παρέμειναν όπλο στα χέρια ενός ευρέος φάσματος ανθρώπων, όπως διαδηλωτών, αντιφρονούντων, μελών απελευθερωτικών κινημάτων, αναρχικών, αλλά και χουλιγγάνων και ανθρώπων της τυφλής βίας, ακόμα και προβοκατόρων, μην παύοντας να είναι ένα επικίνδυνο μέσον, που προκαλεί φόβο αλλά και καταστροφές.


Φωτογραφία γνήσιου Φινλανδικού «κοκτέιλ μολότωφ» του 1939

Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2009

ΛΗΜΝΙΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ



Αριστείδη Τσοτρούδη

«ΛΗΜΝΙΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ».

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας


Αγαπητοί συμπατριώτες

Κατά πρώτον θέλω να ευχαριστήσω τον Αριστείδη Τσοτρούδη, που με επέλεξε για την παρουσίαση του βιβλίου του «ΛΗΜΝΙΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ».
Δεύτερο, επιθυμώ να πω ότι αισθάνομαι συγκινημένος που βρίσκομαι σ’ αυτόν τον χώρο του Γυμνασίου, απ’ όπου απεφοίτησα πριν 37 χρόνια. Αισθάνομαι κάπως σαν μαθητής, στο μάθημα ιστορίας, αφού το βιβλίο του Αριστείδη Τσοτρούδη είναι η ιστορία της Λήμνου τον τελευταίο αιώνα. Μια ιστορία που δεν τη διδαχτήκαμε ως μαθητές, αλλά μας τη διδάσκει τώρα ο Αριστείδης Τσοτρούδης.
Ο συγγραφέας κάνει μια σχετικά σύντομη αναδρομή στη ιστορία της Ελλάδας από τον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 έως τον πόλεμο της Κορέας το 1950 53, δίνοντας το ιστορικό πλαίσιο. Μέσα σ’ αυτό το ιστορικό πλαίσιο αναπτύσσει ουσιαστικά την ιστορία της Λήμνου, με αποκορύφωμα τα ονόματα όλων των Λήμνιων νεκρών ηρώων, ανά χωριό και ανά πόλεμο, καθώς και τις φωτογραφίες τους, όσες τουλάχιστον βρήκε. Ονόματα που διαδραμάτισαν πρωταρχικό λόγο στην Ελληνική ιστορία παρελαύνουν από τις σελίδες του και συσχετίζονται με τα Λημνιακά θέματα αναλόγως προς την ιστορική εποχή. Βενιζέλος, διάδοχος Κωνσταντίνος, Κουντουριώτης, Μουσταφά Κεμάλ, Πλαστήρας, Μεταξάς, Παπάγος… Σελίδες δόξας και εθνικής ανάτασης εναλλάσσονται με σελίδες ήττας και ταπείνωσης, συχνά με τα ίδια πρόσωπα απ’ την αποθέωση να ρίχνονται στην πυρά. Η Ελλάδα και οι Έλληνες, που βιώνουν το μαρτύριο του Σισύφου, της διαρκούς μετάπτωσης από την ψυχική ευφορία στο ψυχικό άλγημα. Τι να πρωτοθυμηθεί κάποιος;
Η απελευθέρωση της Λήμνου το 1912, μέσα απ’ τις σελίδες του πολεμικού ημερολογίου του θωρηκτού Αβέρωφ.
Η μάχη του Σκρα, το 1918 εναντίον των Βουλγάρων, που στοίχισε τη ζωή σε 60 Λημνιούς. Εγώ προσωπικά, ομολογώ, δεν ήξερα τίποτα, παρ’ ότι ένας νεκρός ήταν πρώτος ξάδερφος του παππού μου. Ήξερα μόνο ότι ένας ξάδερφος του παππού μου σκοτώθηκε στον πόλεμο. Ούτε καν το μικρό του όνομα. Ποιον πόλεμο; Πότε;
Ξαναζωντανεύει η βύθιση από γερμανική νάρκη το 1918 του ατμόπλοιου «Ελένη», με το οποίο επέστρεφαν στη Λήμνο με τη λήξη του πρώτου παγκοσμίου πολέμου πολλοί Λήμνιοι στρατιώτες. Το πλοίο έγινε φέρετρο πολλών Λήμνιων στρατιωτών. Γλαφυρές όσο και ανατριχιαστικές οι διηγήσεις στρατιωτών που διασώθηκαν.
Η ατέλειωτη περιπέτεια των προσφύγων του Ρεϊσντερέ, που αποίκισαν τα Λέρα.
Το τάγμα της Λήμνου κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο, ο ηρωισμός του κατά τη μάχη του Πόγραδετς τις τελευταίες μέρες του πολέμου, οι τρομακτικές απώλειές του, κι όλα αυτά με έγγραφα από τη ΔΙΣ.
Άγνωστες πτυχές της αντίστασης κατά την κατάληψη της Λήμνου από τους Γερμανούς, ενώ είχε υπογραφεί η συνθηκολόγηση, μέσα από ελληνικά αλλά και γερμανικά στρατιωτικά έγγραφα.
Η αντιστασιακή δράση, τα άγρια βασανιστήρια και ο στραγγαλισμός του λιμενάρχη Μούδρου Αρβανιτάκη, μέσα από έρευνα που έκανε ο ίδιος ο συγγραφέας.
Η αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων από τη Λήμνο, η άφιξη του Ιερού Λόχου, η περιγραφή των μαχών, η σύλληψη Γερμανών αιχμαλώτων.
Η παρουσίαση καταγραφής από τον διευθυντή της Χειρουργικής κλινικής του Νοσοκομείου Λήμνου Θεολόγου Μαλαχιά, των «επισυμβάντων δυστυχημάτων» όπως αναφέρει, κατά τη διάρκεια της Γερμανοκατοχής αλλά και πιο ύστερα, από νάρκες, δηλητηριάσεις από δυναμίτιδα, εγκαύματα, κλπ, με δεκάδες τραυματίες και νεκρούς.
Το πιο εντυπωσιακό, αλλά και το πιο συγκινητικό μέρος του βιβλίου αφορά σε γράμματα, καρτ - ποστάλ, φωτογραφίες στρατιωτών από τη Μικρασιατική εκστρατεία, όσο και από τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο. Μια επιστολή μελλοθανάτου μέσα από τη φυλακή, του Παναγιώτη Αποστόλου από τα Λύχνα, που εκτελέστηκε τελικά από τους Γερμανούς, προκαλεί δέος.
Η περιγραφή του μαρτυρικού θανάτου του πατέρα του συγγραφέα, του Γιάννη Τσοτρούδη, στο πεδίο της μάχης 7 Απριλίου 1941 στο Πόγραδετς, δυο ημέρες πριν τη συνθηκολόγηση, η σχεδόν πλήρης αποκοπή του ποδιού του από βολή όλμου, η προσπάθεια να ελευθερωθεί από το τραυματισμένο πόδι του, κόβοντας ο ίδιος με ένα σουγιά τον τένοντα που το κρατούσε.
Είναι μακρινά τα γεγονότα αυτά; Για τον ιστορικό χρόνο, όχι δεν είναι. Στη γειτονιά μου στην Ατσική υπήρχαν πολλοί πρόσφυγες, που έλεγαν τη δραματική τους περιπέτεια, αναφέροντας με κλάματα τους νεκρούς και τους αγνοούμενους της οικογένειάς τους. Θυμάμαι τις διηγήσεις του πατέρα μου για τον πόλεμο στα χιόνια της Αλβανίας. Θυμάμαι, όταν ήμουν μαθητής Γυμνασίου, που μας μάζευε στα σκαλιά της Αγίας Παρασκευής, πολλά παιδιά, ένας ηλικιωμένος, μαυριδερός, δεν θυμάμαι το όνομά του, ήταν χαμάλης που μετέφερε πράγματα με ένα καρότσι, κυρίως από το σταθμό των λεωφορείων, μας μάζευε λοιπόν και μας έλεγε ιστορίες για την Μικρασιατική εκστρατεία, όπου συμμετείχε ως στρατιώτης.
Τότε; Γιατί δεν ήταν καταγεγραμμένοι όλοι αυτοί οι νεκροί; Γιατί δεν διδάσκεται η τοπική ιστορία στα σχολειά; Γιατί ξεχνιούνται οι ήρωες; Πώς γίνεται δίπλα μας να ζουν μάνες, γυναίκες, παιδιά ηρώων, να τους χαιρετούμε, να τους μιλούμε κι όμως να μη γνωρίζουμε την ιστορία τους; Ίσως είναι ίδιον της ανθρώπινης φύσης να ξεπερνά τα πένθη της, να κοιτάζει το μέλλον, να ξεχνά το τραυματικό παρελθόν. Καθώς ο χρόνος περνά, καθώς έρχονται νέες γενιές, καθώς άλλα θέματα και προβλήματα απασχολούν τους ανθρώπους, ένα πέπλο λήθης σκεπάζει βαθμηδόν το παρελθόν, οι νεκροί ξεθωριάζουν, οι αγώνες τους και οι ίδιοι ξεχνιούνται τελικά, για να παραμείνουν μόνο γενικόλογες αναφορές σε εθνικές επετείους, χωρίς λεπτομέρειες, χωρίς ονόματα, χωρίς χαρακτηριστικά, χωρίς πραγματική ανάμνηση.
Όμως αυτό ισχύει εν προκειμένω; Η υπέρβαση του πένθους; Ή το ανάποδο. Μήπως η πίκρα, που δένει κόμπο την ψυχή κάνει τον άνθρωπο να μη μιλά; Ο κόσμος που δεν μιλιέται είναι ένας κόσμος που δεν υπάρχει, είναι ένα φάντασμα, σαν αυτούς που έφυγαν. Το πένθος όσο είναι νωπό, τελείται εν σιωπή, δεν περιφέρεται, δεν ανακοινώνεται ολούθε. Για να βγει ο νους απ’ το βραχνά χρειάζεται χρόνος. Όσοι έχασαν νέους ανθρώπους, ξέρουν ότι ο χρόνος πια υπολογίζεται ως χρόνος προ και χρόνος μετά το συμβάν. Όμως το «άφατον» δεν μπορεί να παραμείνει επ’ άπειρον. Σιγά – σιγά η ψυχή μοιράζει τον πόνο της και επανέρχεται στα ανθρώπινα. Μάλλον ισχύουν ισοβαρώς και οι δυο εκδοχές. Και μετά από 30, 50, ή 70 χρόνια, βρίσκεται ένας Τσοτρούδης, που συμπυκνώνει αυτό το καθαρτήριο κλάμα όλων των ψυχών. Και επιφέρει την κάθαρση σε μια τραγωδία, που φαινόταν χωρίς τέλος. Μας λέει τον καημό του σαν ένας φίλος. Μπορεί κανείς να μην ακούσει τον καημό του φίλου του; Και ξαφνικά ανακαλύπτουμε ότι αυτός ο καημός, είναι και ο δικός μας καημός. Αυτός που θα θέλαμε να πούμε και μεις στο φίλο μας.
Αυτοί οι νεκροί δικαιούνται τον τίτλο του ήρωα. Ήταν φτωχά παιδιά κατά το πλείστον αγροτών, χωρίς ιδιαίτερη μόρφωση, χωρίς κάποια στρατιωτική οικογενειακή παράδοση. Η φιλοπατρία τους, η παλικαριά τους, και το αδάμαστο φρόνημά τους, τους έκαμε να υπερβούν τα κοινά μέτρα. Αυτοί οι νεκροί δεν σκοτώθηκαν τυχαία, επειδή βρέθηκαν εκεί την κακιά την ώρα. Μέσα από γράμματα, μέσα από έγγραφα, μέσα από διηγήσεις πολεμιστών, αναβιώνει ο φοβερός αγώνας, οι μάχες σώμα με σώμα, οι εφορμήσεις για κατάληψη υψωμάτων ενώ τα πολυβόλα θέριζαν, οι πράξεις αυτοθυσίας, είτε βρίσκονταν στα βουνά της Μακεδονίας, είτε στις στέπες της Μικράς Ασίας, είτε στους πάγους της Αλβανίας, είτε αλλού. Αυτοί οι νεκροί δεν αυτοεξαιρέθηκαν, δεν κρύφτηκαν, δεν μούταξαν, δεν έβαλαν μέσον για να μην πάνε στη φωτιά, δεν εκλογίκευσαν τυχόν αμφιβολίες τους, δεν συγκρατήθηκαν από τυχόν οικογενειακές φροντίδες, δεν ζύγισαν σε καμιά ζυγαριά οφέλη και ζημίες. Γι’ αυτό και ο τίτλος του ήρωα, με όσο βαριά και σκληρά ζύγια κι αν ζυγιστεί δεν θα είναι ξίκικος. Κλήθηκαν στον αγώνα και ανταποκρίθηκαν θερμά, άνευ ορίων και άνευ όρων. Η ζωή έχει τόσα πράγματα που αξίζουν. Αυτοί δεν διάλεξαν τα «πλούτια» της ζωής, διάλεξαν το πιο οδυνηρό. Τη θυσία. Θυσιάστηκαν λόγω φιλοπατρίας. Τόσο απλά. Και δεν είχαν μέσα στο μυαλό τους την προσδοκία καμιάς ανταμοιβής.
Θυμάστε μια ελληνική ταινία του Σακελάριου, που πρωταγωνιστούσε ο Βασίλης Λογοθετίδης; Η ταινία λεγόταν «Ένας ήρως με παντούφλες» και παρουσίαζε έναν τιμημένο στρατηγό που ήθελαν δήθεν να τον τιμήσουν και του έστησαν τον ανδριάντα μπροστά από το σπίτι του. Όταν ο στρατηγός αντιλήφθηκε ότι ο απώτερος σκοπός δεν ήταν ακριβώς η απόδοση τιμής σ’ αυτόν, λέει τη φράση: «Η πατρίδα δεν μου χρωστά τίποτα. Κι αν εγώ αγωνίσθηκα και έχυσα το αίμα μου, έκανα απλώς το χρέος μου. Η πατρίδα δεν χρωστά τίποτα σε κανέναν».
Είμαι βέβαιος ότι αν όλοι αυτοί οι άνθρωποι που πέθαναν για την πατρίδα, μπορούσαν να εκφέρουν γνώμη, αυτό ακριβώς θα έλεγαν. Αυτοί εκεί που βρίσκονται δε νοιάζονται ούτε για τιμές, ούτε για διακρίσεις. Ο θάνατος για την πατρίδα, για τα ιδανικά τους, από μόνος του είναι το βραβείο τους. Εμείς όμως; Οι ζωντανοί; Οι επίγονοι; Ο αυτοσεβασμός μας; Η αξιοπρέπειά μας; Για μας λοιπόν είναι χρειώδης η μνήμη. Εμείς την έχουμε ανάγκη. Οι αποδιδόμενες τιμές στους ήρωες είναι για τη δική μας ισορροπία. Για την εικόνα μας στο ενώπιος ενωπίω. Για την εικόνα μας απέναντι στα παιδιά μας.
Το βιβλίο ΛΗΜΝΙΟΙ ΗΡΩΕΣ είναι ένα έργο υψηλής αισθητικής, φτιαγμένο με μεράκι, μου θυμίζει εκείνα τα τετράδια καλλιγραφίας που είχαμε εμείς που προλάβαμε το μάθημα της καλλιγραφίας. Όταν το έπιασα για πρώτη φορά στα χέρια μου, το άνοιξα και του έριξα μια πρόχειρη ματιά. Ένιωσα ένα δέος. Ένιωσα σαν μύστης σε αρχαία ιερουργία. Μια συγκίνηση ανείπωτη. Μια χαρά και μια υπερηφάνεια, που είμαι Λημνιός. Στεκόμουν μέσα στο δρόμο και το διάβαζα. Ήθελα να φωνάξω στον κόσμο: «Κοιτάξτε, αυτή είναι η Λήμνος, αυτοί είναι οι Λημνιοί». Και όταν το μελέτησα σκέφτηκα ότι είναι σωστό αυτό που λένε ότι «το αίσθημα της αιωνιότητας γεννιέται όταν και όπου θέλει εκείνο και όχι όταν και όπου θέλουμε εμείς». Αυτό το παραδεισένιο αίσθημα της αιωνιότητας, αναβλύζει σαν αρτεσιανό φρέαρ, από το βιβλίο αυτό.
Πέραν των ηρωικών κατορθωμάτων αναδύονται σκοτεινές στιγμές της ιστορίας. Εθνικοί διχασμοί, άγρια γεγονότα, φορτισμένοι τόποι, φορτισμένες ψυχές, δυστυχία, αφανισμός, λιτές ζωές, λιτοί θάνατοι, κουβέντες λίγες, άλλος κόσμος.
Όλα περνούν μέσα από την κρησάρα της σοφίας και της καλοσύνης του συγγραφέα και αναδεικνύουν τη σωστή σημασία τους, την διδακτική τους αποστολή. Χωρίς φόβο, με πάθος νηφάλιο, πάθος αγάπης.
Ο συγγραφέας ιχνηλατεί το παρελθόν μεθοδικά, προσπαθώντας μέσα από τον ξανακερδισμένο χρόνο να επαναπροσδιορίσει ιδανικά, να βρει το χαμένο μας έρμα. Με τον πρέποντα τρόπο. Με το σθένος ενός φρονήματος ανδρικού. Θέλγει βαθύτατα αυτή η περιήγηση στους λειμώνες της μνήμης. Κείμενα απαστράπτοντα, γενναία, καθρέφτες πεντακάθαροι μιας εποχής ηρωικής όσο και ζοφερής.
Ένας έκδηλος και βαθύτατος σεβασμός χαρακτηρίζει κάθε αναφορά στους νεκρούς, τη μνήμη, τα πράγματα.
Ο συγγραφέας Αριστείδης Τσοτρούδης από οδοντίατρος γίνεται ιστορικός και διδάχος των σπουδαίων. Κάνει μια άγρια εισβολή στη συγχυσμένη εποχή μας και στην επικράτεια της σύγχρονης και ναρκισσευόμενης ευτέλειας. Γίνεται σοφός διδάσκαλος, που διδάσκει την ανωτερότητα του αρχέγονου ήθους. Γι’ αυτόν η ανθρώπινη ζωή είναι ποιότητα και όχι μέγεθος. Δεν είναι ένας τεχνικός συγγραφέας. Δεν είναι ο ψυχρός ιστορικός καταγραφέας. Σε όλο το έργο φαίνεται καθαρά η προσωπική συναισθηματική εμπλοκή του με τον τόπο που τον γέννησε καθώς και με τα συγκλονιστικά γεγονότα της εποχής, η οποία έχει αφήσει τον απόηχό της στον ψυχισμό του. Δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς, αφού είναι γιος νεκρού ήρωα και δεν γνώρισε πατέρα. Και είναι η αιτία που το βιβλίο αυτό, πέραν των ιστορικών του πληροφοριών, σου μιλά στην καρδιά. Γιατί κι ο ίδιος, μαζί με τη δαπάνη του νου έβαλε και τον πόνο της καρδιάς του.
Ανακαλεί στη μνήμη την άγνωστη μορφή του πατέρα του με τρόπο επώδυνο για τον ίδιο. Ο άγνωστος πατέρας φαίνεται ότι άφησε ανεξίτηλα τα ίχνη του. Όντας μοναδικός, ο σεπτός γεννήτορας γίνεται συν τω χρόνω μια ιδεατή απόλυτη μορφή, η οποία με τρόπο μυστηριακό, φωτίζει την καθημερινή γεηρή του ύπαρξη. Ο συγγραφέας κατορθώνει να βγει σώος από αυτή την ψυχική σύνθλιψη, που του προκαλεί η βιωματική του συμφορά, έχοντας δημιουργήσει ένα απολύτως προσωπικό στίγμα. Σύμβολο του αγώνα αλλά και της θυσίας, ο πατέρας του αγγίζει την αθανασία, αφού ο συγγραφέας τον μεταφέρει από την ψυχή του στα γραπτά του και τον δένει με τα σύμβολα της αιωνιότητας.
Ο Αριστείδης Τσοτρούδης ξεφεύγει απ’ τον τοπικό ορίζοντα, γίνεται ένας ταξιδευτής του κόσμου, ένας γυρολόγος απόστολος που διδάσκει το γένος των βροτών, αιμορραγώντας ο ίδιος, με μια εσωτερική αιμορραγία που την κρατά όσο μπορεί κρυφή, για να προλάβει την αποστολή του. Μια αιμορραγία όμως, που το πορφυρό της ρίγος είναι άκρως μεταδοτικό. Και έχει στις αποσκευές του ταξιδιού, το δώρο που του χάρισε ο παππούς μας ο Προμηθέας, το ίδιο που χάρισε σε όλους μας, που δεν είναι βέβαια το «αμόρωτον», δηλαδή το «απέθαντο» αλλά οι τυφλές ελπίδες, για να μη βλέπουμε το θάνατο και καταρρέουμε, αλλά να συνεχίζουμε αγωνιζόμενοι.
Ο Αριστείδης Τσοτρούδης σαν άλλος αρχαίος ολυμπιονίκης Επέραστος, λαμβάνει με την αξία του τον τίτλο του «μάντεως εκ του γένους των ιερογλώσσων».
Ο Αριστείδης Τσοτρούδης είναι ένας ιερός Εξηγητής διοσημιών.
Ο Αριστείδης Τσοτρούδης είναι ένας λαμπαδηφόρος, ένας καπνισμένος Λήμνιος φρυκτωρός, που μας ανάβει υπνόμαχες πυρές και μας ξυπνάει από τη χειμερία νάρκη μας. Εμείς θα ξυπνήσουμε;
Ο Αριστείδης Τσοτρούδης μας διδάσκει. Εμείς θα διδαχθούμε;

ΑΝΟΙΧΤΗ ΠΑΡΕΝΘΕΣΗ

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

Λευτέρης Αθ. Αναστασίου

ΑΝΟΙΧΤΗ ΠΑΡΕΝΘΕΣΗ

Ποίηση

Πρότυπες Θεσσαλικές Εκδόσεις

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας


Ο ποιητής Λευτέρης Αναστασίου, μια πολυσύνθετη και δραστήρια παρουσία στα γράμματα και στους κοινωνικούς αγώνες της Θεσσαλίας, εξέδωσε τη νέα του ποιητική συλλογή «Ανοιχτή παρένθεση». Ο ποιητής του ονείρου και των οραμάτων, δεν θα μπορούσε παρά να αφήσει «ανοιχτή παρένθεση», προσδοκώντας τη συνέχεια, τη διόρθωση του Λάθους, την Ελπίδα, την Ανάσταση. Όντας ποιητής και όχι λογιστής της ζωής, δεν κατανοεί αριθμούς, παρά μόνο ιδέες. Η πυθαγόρειος παραγγελία, «κλείνει η παρένθεση» δεν γίνεται από αυτόν αποδεκτή. «Τα πάντα εγένοντο κατ’ αριθμόν» έλεγε ο Πυθαγόρας, «τα πάντα εγένοντο κατ’ αγάπην» λέγει ο Λ.Α. Και οι δυο ωστόσο είναι ιχνηλάτες και ερευνητές του Κόσμου. Και οι δυο προτάσσουν το «εκάς βέβηλοι» και οι δυο έχουν την «τετρακτύν» τους. Η μεν του μεγάλου μαθηματικού στηρίζεται σε αριθμούς, στιγμές, σχήματα, η δε του ποιητή, στην αγάπη. Ο ποιητής χάνοντας αγαπημένα πρόσωπα συμπληρώνει με αγάπη, τηκόμενος σαν το κερί, αφού «κι αν απωλεσθούν οι καιροί, μένει ανώλεθρος η Αγάπη».



Παρόλο ότι την ποιητική του έμπνευση την αντλεί από ένα απέραντο χώρο και από ένα ολόκληρο κόσμο, οι ρίζες της ποίησής του είναι ευδιάκριτες και σταθερές. Κατ’ αρχάς τα βιωματικά στοιχεία του θανάτου της γυναίκας του και η ανατροπή της προτέρας του ζωής είναι η θρυαλλίς που δίνει την έκρηξη σ’αυτή την πλούσια ποιητική ιδιοσυγκρασία. Ο θάνατος, τα πώς και τα γιατί του, οι υπαρξιακές αναζητήσεις του, είναι διάχυτα σε όλο το έργο του. Έπειτα ο αγώνας και η αγωνία του για ένα κόσμο πιο δίκαιο, η αδυναμία του ως απλού ανθρώπου να τον αλλάξει, η ευαισθησία του συνδυασμένη με τη μαχητικότητα αλλά και τη σοφία που απέκτησε με τα χρόνια, δίδουν τη δεύτερη κύρια διάσταση στη θεματική του Λ.Α. Ένα άλλο ουσιώδες στοιχείο στην ποίησή του είναι το όνειρο και το όραμα. Εδώ ο ποιητής – αγωνιστής γίνεται ποιητής – μάντης. Με τα τρία αυτά χαρακτηριστικά ως θεμέλια, ο ποιητής ξεδιπλώνει αμέτρητες πτυχές της χαρισματικής προσωπικότητάς του, δημιουργώντας όχι απλώς ένα εξόχως ωραίο ποιητικό έργο, αλλά ξανατυπώνοντας τη νέα «Χάρτα του Ανθρώπου», δείχνοντας σε ποιο ύψος πρέπει να στέκεται ο Άνθρωπος.
Τ’ αγέννητα εγγόνια μας θάρθουν με ορμή / να μετρήσουν τούτη τη γη σπιθαμή προς σπιθαμή / να φυτέψουν πάλι κυκλάμινα και ανεμώνες / και θα μας απαγγείλουν βαρύ κατηγορητήριο… για την παράδοση της ιερής φωτιάς / σε ανάλγητους απελάτες…
Από τη «Συμφωνία λέξεων και οραμάτων» ως την «Ανοιχτή παρένθεση» αναγνωρίζεται μια αλλαγή σε ένα ποιητικό κλίμα πιο ήπιο, ο λυρισμός όμως είναι πιο έντονος. Στο έργο αυτό ο Λ.Α. βάζει παρά πόδας για λίγο τα άρματά του. Ώριμος όμως χωρίς παραίτηση, φιλοσοφημένος όμως λειτουργικός, άγρια χτυπημένος όμως με άκαμπτο φρόνημα, αλλάζει ρόλο. Ο αντάρτης δίνει τη θέση του στο στοχαστή, στον κήρυκα, στον προφήτη.
Το «νενικήκαμεν» είναι ύβρις και οίηση / στις έγνοιες της ματαιότητας. / Καιρός να αποθέσουν στην ιερή Γη τη σπάθη / και να αναζητήσουν μια στάμνα για το φρέαρ / της Σαμάρειας…
Ο ποιητής ζει σε μια έκσταση, σε μια ιερή μέθη, που τη μεταδίδει και στον αναγνώστη. Η ατομική μυθολογία του είναι πλήρως διαμορφωμένη πλέον, μέσα σε ένα ονειρικό διάκοσμο, με μεγαλύτερη φραστική τόλμη, με πλούσιο λεξιλόγιο, με πλήθος επιθετικών προσδιορισμών. Οι συχνές αναφορές του στην αρχαιοελληνική και εκκλησιαστική γραμματεία γίνονται χωρίς επιδειξιομανία, με τρόπο άκρως κρυπτικό και χωρίς καμμιά εκζήτηση. Ο πλούσιος και ξένος προς τα κοινότυπα λόγος του δεν προκαλεί ξενισμό, αλλά αντίθετα ρέει σαν το κελαρυστό νερό. Χρησιμοποιεί λέξεις ξεχωριστές, βαρυσήμαντες, που ωστόσο δεν ακούονται ως πυροβολισμοί, αλλά μάλλον σαν τον ήχο καμπάνας εσπερινού σε καλοκαιριάτικο σούρουπο. Η ποίησή του, μερικές φορές, με τη βυζαντινή μουσικότητα θυμίζει εκκλησιαστικά εγκώμια και μας μεταφέρει σε κλίμα κατανυκτικής ιερουργίας. Η βαριά πνευματική και ηθική «αρματωσιά» του και η αλγεινή πραγματικότητα που βίωσε δίνουν ένα έργο μεστό και ένα αισθητικό αποτέλεσμα υψηλό. Ο Λ.Α. είναι προικισμένος με την κατά Πλάτωνα «Μανία των Μουσών», την ιερή τρέλα. Είναι όλο αναζητήσεις. Στο στίχο, στη λέξη, στην ουσία, στο βάθος, στις προεκτάσεις, στο μήνυμα. Σαν δεινός ιχνευτής αναζητεί και ανακαλύπτει.
Ευαίσθητη και ανοχύρωτη καρδιά μου / πού να σε κρύψω / από τα μάτια του Ήφαιστου που πετάνε σπίθες; / Στη μαντήλα της μάνας μου - που δεν θυμάμαι / να την έχει βγάλει ποτέ - / δε θα ψάξει κανείς.
Ο Έρωτας γίνεται Αγάπη. Όλα ερμηνεύονται με την Αγάπη. Όλα τελειοποιούνται με την Αγάπη. Όλα μετατρέπονται σε Αγάπη, αρκεί να έχει κανείς το μαγικό φίλτρο, που κατέχει ο Λ.Α. Γιατί χωρίς αμφιβολία ο Λ.Α. είναι ένας μάγος του Λόγου. Ο έρωτας, ο θάνατος, ο αγώνας, το όραμα, το όνειρο, εναλλάσσονται και αλληλοσυνδέονται στο έργο του με τρόπο θαυμαστό, που δημιουργείται από μια εντελώς προσωπική θεώρηση του κόσμου. Η θέρμη των εσωτερικών του βιωμάτων γίνεται λάβα καυτή, που κατακαίει ότι κίβδηλο και ευτελές. Το εφιαλτικό σκηνικό μετατρέπεται από τη μεγάλη δεξιοτεχνία του σε ονειρικό - ψυχεδελικό πεδίο, όπου βασιλεύει παραδείσια αρμονία και καταλλαγή.
Και γω μ’ ένα πανέρι στα χέρια / μοιράζω άρτο και ύδωρ και Μνήμες σε στίχους…/ Ξεσπάω σε παραλήρημα προσευχής ως ασκητής / με κατάμαυρο τρίβωνα / και την ελπίδα παρατημένη στο προσκυνητάρι / η Αγάπη γέννησε τον Κόσμο… Συνοδή μου…/ Κόσμε μου..
Μια πλούσια εσωτερική αναστάτωση και μια κοσμογονική έκσταση, θαρρείς πως τον έχει κυριεύσει. Η ποίησή του είναι ένας γόος λυρικός. Τον βγάζει ο ποιητής, τον εισπράττει ο αναγνώστης. Ο Λ.Α. γράφει με το αίμα της καρδιάς του. Η ποιητική του όραση οξύνεται στο έπακρο από τα περιώδυνα συμβάντα της ζωής του. Και οι στίχοι του χωρούν την οδύνη ολόκληρης της πλάσης. Βλέπει και ακούει αυτό που οι άλλοι αδυνατούν να αισθανθούν. Δεν είναι ο αμέριμνος ποιητής – θεατής. Καταδύεται τολμώντας έως τα ενδότερα υποστασιακά του βάθη, δοκιμάζοντας την αντοχή της ψυχής του. Κάνει ασκήσεις ευαισθησίας, σχοινοβατώντας ακροβάτης χωρίς ράβδο ισορροπίας. Γεύεται το φαρμάκι του κόσμου χωρίς βαρυγγόμια καμιά. Ο βιωματικός του πυρήνας περιβάλλεται από «κέλυφος» διαπερατό και διάβροχο. Η πνιγηρή ατμόσφαιρα ενός φρικαλέου κόσμου γεμάτου απανθρωπιά και βαρβαρότητα, που άλλοι δεν τον παίρνουν καν χαμπάρι, φρίττει τον ποιητή. Δεν αγγίζει απλώς τον παγκόσμιο πόνο, τον ζει. Διαλύεται από το ξεκλήρισμα της φύτρας της ζωής, των παιδιών. Ναι, είναι ένας στρατευμένος ποιητής, με τη μεριά των αδύνατων, των κατατρεγμένων και των αποδιωγμένων. Τη θέση αυτή δίπλα στους αναξιοπαθούντες δεν την παίρνει βέβαια, άδοξα και χαριστικά.
Κύριε / Έρχομαι ως νικημένος Απόστολος / να μαζέψω θρήνους, πόδια, χέρια και λυγμούς / μικρών παιδιών / σε μια λήκυθο δακρύων της αυγής
Όμως ο Λ.Α. δεν είναι ένας απλός ονειροπόλος, πεσιμιστής. Το ιερατείο των αγωνιών του ξέρει να υποδεικνύει τους εχθρούς και τους κινδύνους που ελλοχεύουν.
Τούτος ο λαός ο παράνομος και αχάριστος / ο του αργυρίου αποκρουστικός λευίτης / ακόμα γεννάει Άννα – Καϊάφα….Μπεγκίν Σαρόν / και πάντα ο εκλεκτός της Ρώμης
Είναι ένας «εξηγητής» κατά την αρχαιοελληνική έννοια. Εξηγεί τις διοσημίες και ερμηνεύει τα όνειρα και τους χρησμούς. Ο Λ.Α. είναι ένας δαδηφόρος πυρπολητής ψυχών. Ώστε οι ψυχές να δηλώνουν στους φύλακες του Άδη, το του Πρόκλου: «Γης παις ειμί και ουρανού αστερόεντος».
Η ποίησή του συχνά διαπνέεται από βαθύτατη μελαγχολία, που συνήθως όμως καταλήγει σε αισιόδοξα μηνύματα. Η βαθύτατη ενασχόλησή του με το θάνατο δεν καταλήγει σε νοσηρότητα, αλλά εξουδετερώνεται από μια ορμητική διάθεση για ζωή και δημιουργία. Είναι ο ποιητής της Ελπίδας. «Κρατά τα κλειδιά της φυλακής του στο ίδιο του το χέρι» (Σενέκα. Ηθικές επιστολές).
Έλα με τα στοχαστικά μάτια / και το παιδικό χαμόγελο /
να προλάβω το λιόγερμα / προτού ο ήλιος βυθιστεί στη θάλασσα του Χορευτού
Άλλοτε είναι πύρινος, βάζει φωτιά και κατακαίει, «περνά τη φωτιά για να φτάσει τη λάμψη» κατά τον Ελύτη, άλλοτε πάλι είναι καρτερικός, στωικός, σιγαλός, «ροκανίζει τις ασάλευτες ρίζες του κατεστημένου» κατά τη φράση του Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου.
Καραγιώργη, / περιμένουμε ακόμα την αίθρια μέρα / μ’ ανοιχτά παράθυρα / στην απέραντη νοσταλγία του ΔΙΚΙΟΥ
Τον ποιητή τον χαρακτηρίζει μια καταπλήσσουσα ευγένεια και όλα τα στοιχεία στην ποίησή του, όπως η νοσταλγία, η μελαγχολία, ο πόνος, η συντριβή, η αναπόληση, η αγωνιστική διάθεση, οι αμφιβολίες του, το παράπονό του από ανθρώπους και Θεό, έχουν τη σφραγίδα της. Η φυσική και η καλλιτεχνική του ευγένεια, τον μετατρέπουν σε ένα αριστοκράτη ευπατρίδη, παρά τις λαϊκές και αριστερές ρίζες του και μαλακώνει την έκφρασή του και τον τόνο του, ακόμα και σε περιπτώσεις που θα περίμενε κανείς να είναι σκληρός και αδυσώπητος.
Φορτώθηκα τα όνειρα των φτωχών αδελφών μου / μοίρασα αντίδωρο στους δολοφόνους του Πατέρα μου / κι όταν ήλθε το δείλι άραξα σε λιμάνι απάνεμο / μ’ ένα άγιο χέρι να μου χαϊδεύει τα μαλλιά
Άνθρωπος και ανθρώπινος, μερικές φορές λυγίζει, αναρωτιέται, αμφιβάλλει, αλλά πάντα σηκώνεται και με το δέος αλλά και το θάρρος ήρωος, μπαίνει στη φωτιά και με την πρόγευση του θανάτου στα χείλη προσπαθεί να ξεδιαλύνει την ανερμήνευτη αιωνιότητα, να ψαύσει τον τύπον των ήλων. Όχι σαν άπιστος Θωμάς, αλλά σαν το παιδί που κοιτάζει τον πατέρα του κατάματα.
Ο πονεμένος χρόνος δεν ξεπληρώνεται / με υποσχετικούς παραδείσους…
Μου ’μεινε μια ρακένδυτη πίστη / σε ερημικό ξωκλήσι / και η θεία μορφή σου, ως βυζαντινή Παναγιά / σε κορνίζα εικονοστασίου
Ο Λ.Α. και στην ποίηση είναι ο εαυτός του και υπακούει μόνο σε ότι του υπαγορεύει η ωκεάνεια καρδιά του. Τα ιδανικά του ζυμωμένα και σφυρηλατημένα με αγώνες και με νίκες, αλλά και με καταστροφές, αυταπάτες και οδυνηρές ψευδαισθήσεις, γίνονται πιο σταθερά, σχεδόν αταλάντευτα και διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη στάση του απέναντι στη ζωή και στην τέχνη. Χωρίς υφολογικούς ακκισμούς, ο κύριος γνώμων στο έργο του είναι η πνευματική του αγωνία. Σε κατακτά από την πρώτη στιγμή, αλλά προοδευτικά σε οδηγεί σε κατανυκτικούς μυστικούς κόσμους. Η ποίησή του είναι μυσταγωγία σε ιερά άδυτα. Θαρρείς η δαψίλεια της συντριβής του τροφοδοτεί απεριόριστες ικανότητες. Θαρρείς πως τα αυστηρά πρόστιμα που κατέβαλε στο βίο του, επιστρέφονται σαν πλουσιοπάροχη ποιητική δημιουργία. Ο Λ.Α. είναι ένας ιδιόμορφος ποιητής, θα έλεγα μοναδικός. «Το καλούπι με το οποίο φτιάχτηκε, αμέσως καταστράφηκε», κατά τη φράση του Ρουσώ.
Ο Λ.Α. είναι σεμνός, αθόρυβος, ευαίσθητος και πνευματικός. Είναι λυρικός και αισθαντικός στοχαστής. Είναι μια δυνατή ποιητική φύση καταδυναστευμένη, που λυτρώνεται από τη μετουσίωση σε υψηλού επιπέδου ποίηση. Είναι ένας Διδάχος των σπουδαίων, που πλουτίζει τον ταπεινό βίο μας. Είναι ένας Απόστολος, που συντρέχει το αναγκεμένο γένος των βροτών. Είναι ένας ποιητής με διεσταλμένες τις αισθήσεις του στο άπειρο. Είναι ένας δύτης του αοράτου, που φέρνει στην επιφάνεια την κρυφή φωνή των πραγμάτων. Ο Λ.Α. ψιθυρίζει μοιρολόγια Τζουμερκιώτικα κρατώντας κερί από άγρια μέλισσα, του αρκεί ένα δείπνο με ελιές και Αγάπη, μεγαλώνει στον κόρφο του εκατόφυλλα τριαντάφυλλα, ακολουθεί το ουράνιο τόξο, κουβεντιάζει για τις ανεμώνες, θρηνεί που ξεράθηκε το ασφεντάμι στο δίστρατο, που κιτρίνισε η αγράμπελη στο φράχτη, που κρύφτηκαν οι κρίνοι στα χαλάσματα, μιλά σ’ ένα στρέμμα ουρανού με πεφταστέρια, φυτεύει κυκλάμινα και ανεμώνες, απολογείται για την παράδοση της ιερής φωτιάς, κρατά στη μέσα τσέπη του μια φούχτα ελπίδες, σκάβει κατακόμβες για να φωλιάζουν οι γλάροι αμέριμνοι, καλεί τους φίλους του κάτω απ’ τα πλατάνια του Ληθαίου που σταλάζουν φεγγάρι στ’ απόβροχο, κρατά στα χέρια του αγγελικούς ύμνους, γνωρίζει καλά ότι τα όνειρα των παιδιών είναι από βροχή, μοιράζει αντίδωρο στους δολοφόνους του Πατέρα του, μετράει πρωί πρωί άδειες φωλιές χελιδονιών, παρακαλεί τους πελαργούς να ξαναγυρίσουν στη φωλιά τους, φτιάχνει στεφάνια από χαμομήλια, ήλιο και κυκλάμινα, ξαναφυτεύει αγριόκρινα και ανεμώνες, κουβεντιάζει με μοναχικούς σπουργίτες, είναι βέβαιος ότι οι κερασιές πάντα θα ανθίζουν, φυτεύει μεθυστικές ακακίες, αναρωτιέται πού να κρύψει την καρδιά του, μαζεύει στάχια και αλάτι για τους φτωχούς αδελφούς του, μαζεύει ελπίδες για τα αθώα νήπια, απευθύνεται στο Θεό γεμάτος απορία για τις αδικίες όπου γης, θέλει το Χριστό Άνθρωπο… πολύ Άνθρωπο, στη φάτνη με βοσκούς και ξεριζωμένους και ανέστιους και τον καλεί να αναστηθεί πραγματικά, αφού η Ανάσταση είναι η μόνη μας ελπίδα.
Κάποτε σε μια έκθεση ζωγραφικής του Εγγονόπουλου, παραξενεμένος ένας θεατής από τα παράξενα πρόσωπα της ζωγραφικής του, ρώτησε το διπλανό του, τι σημαίνουν κι αυτός του απάντησε ότι αυτοί που εικονίζονται είναι…. από άλλη φυλή. Νομίζω λοιπόν πως ο Λ.Α. είναι από άλλη φυλή. Μπορεί να είναι αρχαίος Έλληνας «μάντις του γένους των ιερογλώσσων», μπορεί να είναι ινδιάνος, που αδυνατεί να καταλάβει την έννοια «ιδιοκτησία», αφού όλοι είμαστε της φύσης και που καίει μόνο ξερά δέντρα για να ζεσταθεί για να μην καταστρέψει τα ζωντανά, μπορεί να είναι αρχαίος Αιγύπτιος σεπτός ταριχευτής που υμνολογεί «καρδιά μου που σε κληρονόμησα από τη μάνα μου, μη με προδώσεις», μπορεί να είναι πρωτοχριστιανός άγιος, μπορεί να είναι πρωτοπαλλήκαρο του Τσε ή σύντροφος του Καραγιώργη, μπορεί να είναι αστρονόμος που παρατηρεί τα άστρα και λατρεύει το λαμπερότερο όλων, τη Νίτσα του. Τελικά νομίζω ότι είναι όλα αυτά κι άλλα πολλά μαζί κι ακόμα – τι ευτυχία για μας – ο άνθρωπος της διπλανής μας πόρτας. Υψίστη τιμή για μένα να παρουσιάσω το βιβλίο του. Η γενέτειρά του Θεσσαλία, δέον να του επιφυλάσσει, κατά την φράση του Ροΐδη «παρθένον την δάφνην και αμείωτον το ιερόν όνομα: ΠΟΙΗΤΗΣ».