Τρίτη, 27 Αυγούστου 2013

Κινητικότητα και επανεκκίνηση της οικονομίας

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Σήμερα  στα «πολιτικά σεμινάρια» ο Λήμνιος πολιτικός αναλυτής κυρ Μενελής Λεμπέσαρος θα αναλύσει το θέμα της επανεκκίνησης της οικονομίας. Στις ερωτήσεις ο δημοσιογράφος κυρ Γιώργαρος Πουρπουργιανός.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Χαϊρολά, κυρ Μενέλου. Πάρε τ’ γαζουζούδα σ’ κι άρχισε.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Σιγά. Τι είμαι κανές Παλιουπουλ’νός μπρε κυρ Γιώργαρε; Να παράδες, δομ μνι; Θος φλαξ. Μπάντεξε κουμάτ να ξεμπλαντάξου.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Ε, καλά, ξεμπλάνταξε πρώτα, δε σε έπιασα κι απ’ του λαιμό. Το θέμα μας έναι η επανεκκίνησ’ στν οικουνουμία που λεγ’ ότι πέτυχε ου κυρ Αντών’ς ου πορδυπουργός. Τι θα πει κυρ Μενέλου, επανεκκίνησ’;

ΜΕΝΕΛΗΣ: Θα πει ένα πράμα σταματμένου να του βαλ’ς πάλε να δλευ’. Σα μπου λέμε να βαλ’ς να ξαναδλέψ μια γερίσα τσουτσλή.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Σους Χστος. Κι έβαλε πάλε μπρουστά ου κυρ Αντών’ς, μια πεζμέν’ γερίσα ξερή;

ΜΕΝΕΛΗΣ: Κι καλά. Δήθεν. Άμα του κινητό ουραίου γιωσ’, άντε να του ξεγιώγ’ς.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Γω ξέρου ότι ου πορδυπουργός είπε οτ’ εχ’ σκωσ’ τα μανίκια.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Μια βολά σν Ατσκή, τότες που είχαν μόνε δυο βρύσες σε ούλου του χουριό, μάζεψε ου πρόεδρους τουν κόζμου να δγιούνε τι θα κάμνε. Απουφασίσαν να κάμνε ένα κινούργιου πγαδ. Ήλεγε ου ένας, ήλεγε ου άλλους, σε πιο μέρους να γιν’,  πόσου μουγάλου κι βαθύ θα νέναι, πόσεν’ θα δλέψνε, κι τέτοιες κλαμάρες. Ου Αντών’ς ου Καρασταμάτ’ς, που τουν λέγαν κι Αντουνιό, δε μίλαν. Μίλ’ξε κι συ Αντών’ που είσαι κι πγαδάς, να μας πεις τη γνώμη σ’, τουν λένε. Εγώ δεκεί θα νείμαι, μόνε πείτε με πού να πάγου, λεγ’ ου Αντών’ς. Ε, φύγαν φκαριστημέν’ που απουφασίσαν να βάλνε ουλ’ ένα χερ, να πιούνε μαθέ νερό. Του προυί  πήρε ου Αντών’ς του γκαζμά κι του φκιαρ κι άρχισε να σκαβ οπ’ τουν πήκαν. Κατά του μεσμέρ φανήκαν οι πρωτ, με κουλαριστά ρούχα κι κάμναν τουν επιστάτ. Αφήκαν του Αντουνιό μοναχό τ’ να τς φκιαξ του πγαδ. Τι με λες του λοιπόν για τα σκουμένα μανίκια τ’ πουρδυπουργού; Συ θα σκάψεις του πγαδ, μουναχός σ’.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Κι τότε γιατί μας τα λεγ’ κυρ Μενέλου;

ΜΕΝΕΛΗΣ: Πήκαμ, κι καλά. Κνει κι κειος τουν ελεμέ τ’.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Κι πώς τουν χαραχτηρίγ’ς τουν κυρ Αντών’;

ΜΕΝΕΛΗΣ: Κνάμενου, σνάμενου.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Κι του λαό;

ΜΕΝΕΛΗΣ: Κνάμενου, σερνάμενου.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Ιγώ τουν βρίσκου απουφασιζμένου.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Ναι, κνιέντεν τα ουραδάτα φίδια, κνιέντεν κι τα κολοβά.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Κι του γκουβέρνου πώς του γλεπς;

ΜΕΝΕΛΗΣ: Ίσα που κνει τα πουδαρέλια τ’.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Δεν έναι σταθιρό;

ΜΕΝΕΛΗΣ: Κούνια λέσα μπαιν’ η βάρκα μέσα.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Ποιοιν’ δε νέναι ευκαριστημέν’;

ΜΕΝΕΛΗΣ: Ούλα τα κνάμενα, τα σερνάμενα κι τα πετούμενα.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Γω γλέπου τν οικουνουμία να κνιέται, κι συ λέγε οτ’ θελ’ς.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Να  προυσέξ του πουλύ κούν’μα, γιατί θα γιν’ κουνήστρα κι κουν’μέν’.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Υπάρχ’ σκέδιο. Μόνε απ’ του σκέδιου τ’ κυρ Βενιζέλαρ θα γίν.νε, σε λεγ’,  ιφτακόσες χ’λιάδες θέσες εργασίας.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Α τουν καμένου. Μπρε συ, τουν κυρ Βγαγγέλ’ τουν είχε παρ κουμάτ ου νύπνους σαν ήνταν παραφαγουμένους κι είχε κι ζέστα. Ήγλεπε ου άθρουπους ένα όνειρου, ότι κι καλά τοιμάζνταν να φαγ’ ιφτακόσοιν’ κιφτέδες, τόσου έναι του καράριτ, κι ξαφνικά τουν ξυπνήσαν κι τουν ρουτήσαν πόσες χ’λιάδεςς θέσες εργασίας θα φκιαξ. Ε, όπους ήνταν μσουξυπεν’τός κι σκέβνταν ακόμα τς κιφτέδες, είπεν ιφτακόσες. Μη του δεν’ς κι συ σε καλό πανί.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Κι γιατί μας τα λένε τούτα; Απ’ του κιφάλιτς τα λένε;

ΜΕΝΕΛΗΣ: Απ’ του κιφάλ’, αλλά οχ’ απ’ του θκο τς του κιφάλ’, αλλά απ’ του κιφάλ’ του αργαλείου τς. Ήνταν στα Ζβέρδια ου Δημητρής ου Γούρτζελους κι διηγένταν κι ήλεγε: «Απ’ του ξημέρουμα με γκιώνταν, Δημητρό άντε να πας. Και ξανά πάλε, Δημητρό άντε να πάμε στν Ατσκή. Ε, αφού με τούπεν κάμπουσες φουρές, κατάλαβα οτ’ είχε δίκιου, φόρτουσα κι γω δυο ντενεκέδες σταρ στο γάδαρο και πήγα στν Ατσκή, στ’ χήρα». Σαν τουν ρουτήσαν, ποιος σε τούλεγε Δημητρό, η γ’ναίκα σ’ σε τούλεγε; Λεγ’ ου Δημητρής: «Οχ’ μπρε παιδί, ο τσούτσουζιμ με του ήλεγε, με το ζμπάθγειου, κι είδα πως είχε δίκιου».

***Αγαπητοί αναγνώστες ευτυχείτε. Και προσοχή στου κούνημα, γιατί μπορεί να σας περάσουν για κουνιαλήδες και κνήστεργιες.

 


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η ομιλία του πορδυπουργού

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Στα σημερινά πολιτικά σεμινάρια ο Λήμνιος πολιτικός σχολιαστής κυρ Μενελής Λεμπέσαρος αναλύει την ομιλία του πρωθυπουργού στο συνέδριο της ΝΔ. Στις ερωτήσεις ο δημοσιογράφος κυρ Γιώργαρος Πουρπουργιανός.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Κυρ Μενέλου θέλουμ να μας καμς λιανά κι να μας ξεδιαλύν’ς ούλα όσα είπε ου πορδυπουργός κυρ Αντών’ς στου συνέδριου. Να μας ξηγήγ’ς για να καταλάβ ου κόζμους τι θα μπαντέχ’.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Φέρε τ’ γαζουζούδα να ζγουπίνου κι να δρουσίζουμαι γιατί έχου γαλιαγρίσ’ απ’ τ’ ζέστα. Σε έχου τοιμάσ’ ένα γραφτό απού εψές που με είπες του θέμα, με ουλ’ τν ανάλυσ’ στα Λημνιά, κι θα στου διεβάσου. Δώσε προυσουχή κι τσίτουσε τς αυτάρες σ’. Σε γράφτου τι εννουεί ου πορδυπουργός κι τι κρύβεται μέσα στου μλιανό τ’ σε κάθε παπαριά, με του ζμπάθγειου, σε κάθε συτχιά που λεγ’: 

«Συμμαχητές κι συμμαχήτριες». Για διε κατ συμμαχητές γερουμπαμπαλήδες, κατουρλάδες, που γυαλίζ του μάτι τς για χωσά κι για μίζα, κι κατ συμμαχήτριγιες ξερουκουκκάλες ξανθουβαμμένες σα ντα στχεια, με τα μπλε τα σκλαρίκια, τζότζες  σα κατσίκες βέκαρ που κνούνε τς σημαιούδες, σα τσατσές απού μπουρδέλου πουλυτελείας. Μωρέ ξέρω τι κμάσα είσαστε, αλλά πρεπ κι γω κάπου να στηρχτώ.

«Δημιουργούμε τη Νέα Ελλάδα». Του χάψαν. Τέτοιου τσαπτσάρζμα κι χειρουκρότμα δε ντου μπάντεχα. Ναι, ναι, παίξτε κι άλλα κουρταλάκια, βοδομούσκαρα. Νομίζτε ότι η Νέα Ελλάδα έναι σα ντο Νέο Πανθρακικό κι το Νέο Πανιώνιο. Σιγά μη φωνάξτε κι γκολ. Καλά έκαμα κι δεν είπα δημιουργούμε τ’ Νέα Δημοκρατία, ας μη ξύνουμαι πα στ’ γκατσώνα τ’ τσοπάν’, γιατί κι η μαλακία εχ’ κι κειν’ τα όρια τς.

«Προσπαθούμε να πιάσουμε πρωτογενή πλεονάσματα, να ανακουφίσουμε τον κόσμο και να βγούμε από τα μνημόνια». Μπαντέξτε τα…πλεουνάζματα, θα έρτνε στο νύπνο σας. Μπλιο εύκολου έναι να πιάσουμ του γκώλου σας κι γι’ αυτό σας τουν πιάνουμ. Δεν του περίμενα ότι εχ’ πέρασ’ ακόμα του αντιμνημόνιου, ας του κουρντίσου ακόμα λίγου.

«Η αντίθεση μνημόνιο και αντιμνημόνιο ξεπεράστηκε οριστικά και τώρα παλεύουμε να βγούμε από τα μνημόνια». Λες να τα πστεύνε ούλα τούτα κι γι’ αυτό χειροκροτούνε; Μπα, δε νομίζου. Ξέρνε ότι κι γω τς λιμαίρνω, αλλά σε λεγ’ όσου άδειου κι αν έναι του καζάν’, κατ θα γλείψουμ κι μεις. Τούτεν’ έναι σα ντον Ιούδα, κι του Χριστό καταδίν.νε, οχ’ εμένα. Κάτσε να τς ρίξου κι του δόλουμα. 

«Βάζουμε τη χώρα στον παγκόσμιο ενεργειακό χάρτη, την καθιστούμε πόλο επενδύσεων δημιουργώντας χιλιάδες θέσεις εργασίας». Κι α δε γίνουμ ενεργειακός κόμβους, μην ταράζεστε, θα σας βάλουμ να αγοράστε συσκευές κλανιέρες – τεπόζιτα να κλάντε μέσα κι να μαζεύτε του αέριου κι να του χρησιμοποιείτε για καύσιμου, να μυρίζτε κι κουμμάτ να νταλντίζτε για να νουμίζτε ότι είστε ιπιχειρηματίες αεριάδες κι πετρελαιάδες. Ας ρίξου τώρα κι μια μπομπούδα για τ’ γαλάζα, τ’ σακς κι τ’ μαυρουμπλέ νεουλαία μας, που φουνάζ σα ντου παπαγάλου κι σκων’ τα πανώ. 

«Θα δημιουργήσουμε υγιείς θέσεις εργασίας». Υγιέστατες. Θα τρέχ’τε σα ντα λουλά κι παρλιακά απού δλια σε δλια κι θα μοστράρτε τα κωλόχαρτα που λέτε πτυχία, θα τρώτε πόρτα, κι θα παρακαλείτε γονατ’στοί να βρείτε μια δλια στ’ γκαφετέρια για τρακόσα ευρώ το μήνα. Πάντους είτε βρείτε μια δλίδα ίσα – ίσα για ένα καφέ κι μια τυρόπτα, είτε δε βρείτε, γερουσύν’ θα έχ’τε, αφού απ’ τ’ ψοφόπνα ούτε αλείμματα κι λιπ θα πιάστε, ούτε χουληστερίν’ θα απουκτήστε.

«Οφείλω να αναγνωρίσω τη συμβολή του ΠΑΣΟΚ και της ΔΗΜΑΡ  στο έργο του τελευταίου χρόνου». Δε γλέπου κι πουλλά κουρταλάκια. Νουμίζνε ότι βρίσκεντεν στου 89. Ε, δε θα αφήκου να με χαλάσνε τ’ ζμπεθεριά οι καυλουμέν’ κι αναμέν’ σα κειον του βρουμου - Βουρίδη. Του ΠΑΣΟΚ δε μπόρεσε να του ξεδουντιάσ’ ούτε ου βουρκόλακας ου Μητσουτάκ’ς, ούτε οι Κυρκουφλωράκ’δες, ούτε ου Έβερτ, ούτε ου Καραμαλής. Τώρα που με ήρτε σα ντο στραβοκούρναρου τούτους ου καλός άθρουπους ου φίλουζιμ ου Βγαγγέλ’ς ου Βενιζέλαρους κι του διάλ’σεν, εγώ δε θα πω μια καλή κουβέντα; Πρωτ φουρά πάντους γλέπου άθρουπου να μην ντουν αφήν’ να σκεφτεί του πουλύ μλιανό τ’. Απόρεσα κι με κειν’ τ’ γριγιά τν αλεπού τουν κυρ Φωτ. Πώς τουν τύλ’ξα τόσου εύκουλα, άθρουπο ξύπνιο κι έμπειρο, ακόμα δε μπουρώ να καταλάβου. Καλός ήνταν κι ου ένας χρόνους που τουν έστερνα να με φέρεν’ τσιγάρα απ’ του περίπτερου, ώστουπ να με παρ χαμπάρ. Αλάβερσιν. Ας πω κι κατιτίς για τουν Κωστάκ’ που μπαντέχ’ όπους ου γάτους του ψαρ.

«Από τις εξελίξεις δικαιώθηκε και ο Κώστας Καραμανλής που είχε ζητήσει μέτρα από το 2009». Μπράβου χειρουκρότμα!! Για δγιε τουν του βόδαρου τι λουγιά καμπαρντίζεται. Ρουδουκόκκ’νους φούσκαρους, εχ’ γιν’ σα ντου ζντγιάν’κου γάδαρου, θα ντερλίκουσε πριν ερτ ώσαμε πέντε πριζόλες κι θα πλευρίτουσε ώσαμε ένα νταντάν’ ουίσκι. Μούτσνο γαδουρνό, ζουή χαριτουμέν’. Σα δεν αντρέπεται ου μλαράς, θα τουν κουπάν’ζα εγώ μια κλωτσούκλα, αλλά έλα που έναι δημουφιλής ου αχρηστίλας. Τι φουνάζνε; Ελλά – Ελλάς Αντώνης Σαμαράς; Τούτεν’ έναι τα θκα μ’ τα τσανάκια. Ναι, ναι, τσιρίξτε κι άλλου γλείφτες. Σα δε ντου ξέρου ότι τούτου ήνταν κι τελείουσεν. Πρωτ τούτεν’ θα με σταυρώσνε. Τώρα γλεπς δε μπουρώ να τς διουρίζου κατά χ’λιάδες. Δε βαριέσαι, θα πάγου να κάμου παρέα στουν παλιόφιλου μ’ του Γιουργάκ’ απού τότες που κυνηγούσαμ γκόμενες κι τρώγαμ τα φράγκα τ’ μπαμπά μας, που διδάσκ’ οικουνουμικά στν Αμερική. Αυτοίν’ οι Αμερικάν’ του ουμουλουγώ, έναι πουλύ χωρατατζήδες. Τώρα τι να τς πω; Να τς πω ότι είμαι ο Χριστός; Άσε έναι πουλύ τραβμένου. Άντε θα τς πω ότι συνουμιλώ με του Βούδα.  

«Θα βάλω τέλος στα κακώς κείμενα, ακόμα κι αν κατέβει ο Βούδας και μου πει να μην το κάνω». Θεός φυλάξ, χειροκροτούνε. Βρε τούτεν’ δε τρώγ’ντεν ούτε με το λαδ ούτε με το ξυδ. Τίπουτας, τν αλλ’ φορά θα τς πω ότι είμαι ο Χριστός.

***Αγαπητοί αναγνώστες ευτυχείτε. Κι αν μέσα στην παραζάλη σας και στη θολούρα σας δείτε τον κυρ Αντώνη να περπατά πάνω στα κύματα, κάντε κανένα σταυρό, πού ξέρεις, μπορεί να είναι ο Χριστός.

 

 

 

 

 

Οι εταίροι και οι εταίρες

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Στη σημερινή σειρά των πολιτικών σεμιναρίων, ο Λήμνιος πολιτικός σχολιαστής κυρ Μενελής Λεμπέσαρος αναλύει τη σχέση της Ελλάδας με τους δανειστές και εταίρους μας. Στις ερωτήσεις ο δημοσιογράφος κυρ Γιώργαρος Πουρπουργιανός.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Καλώς όρσες κυρ Μενέλου. Να κι η γαζουζούδα σ’, να μη με πρηγ’ς κι με τ’ ψάχεν’ς. Του θέμα μας έναι οι εταίρ μας στν Ευρώπ, που μας γυρεύνε του ένα ύστερα απ’ του άλλου. Τι θα πει κυρ Μενέλου, εταίρος;

ΜΕΝΕΛΗΣ: Εταίρος έναι το ασερεν’κό τς εταίρας. Κι εταίρα θα πει πτάνα πουλυτελείας. Οι Ευρουπαίοι εταίρ έναι οι νταβατζήδες κι εμείς οι πτάνες.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Θος φλαξ. Τι κουβέντες αρσίζκες μαθέ έναι τούτες; Δέχα κυρ Μενελή. Θέλου να του εμβαθύν’ς κουμάτ του ζήτμα. Θέλου ανάλυσ’ σ’ αυτή… τν εταιρική  σκεσ’. Κι είμαστε εμείς πτάνες πουλυτελείας;

ΜΕΝΕΛΗΣ: Πουλυτελείας δε θα του ήλεγα. Τότες θα ήλεγα κολγκέρλ και  συνουδός. Για τν ακρίβεια μπουρείς να πεις ότι είμαστε καλντεριμτζού, χαμούρα, βιζιτού, τ’ δρόμου, φακλανιαζμέν’, καραπτανάρα, πτανομστουρεμέν’, δηλουμέν’, πρόστυχ’, πτανοθήκα, πομπεμέν’, κούρβα, δημόσια, φτωχοπτανί, ρεπατζού κι τα ρέστα γαζουζούδες. Θα σε πω μια ιστουρία που κολλά ραστ γκιλντί. Ήνταν μια πτανέρα, μουρφούλα, κι είχε ένα πουρναδείο σε μια γ’τονιά. Είχε δλίδα, οχ’ μογάλα πράματα, αλλά δε πνούσε κιόλα. Κράταν τς τιμές χαμλά κι μπαίναν κι φαντάρ, μπαίναν κι γερ, ζέμπαινε κι κανές νιος κι παραλής. Είχε στ’ περιοχή κι ένα νταβατζή που είχε φαγουθεί να παρ στου κουλτούκιτ’ τ’ πτανέρα. Πρώτα έψησε τ’ τσατσά κι η τσατσά με τ’ σειρά τς τ’ πτάνα. Ότι συ μαθέ είσαι για μουγάλα πράματα, κι δε πρεπ να λιων’ς με τς βρουμουφαντάρ κι με τς πουρδόγερ, κι ότι πρεπ να ανοίξουμ ένα οίκο πουλυτελείας. Ανακαινουργώσαν του λοιπόν του πουρναδείου, κι να χαλιά, να ελαιουχρουματισμοί, να τζαμαρίες, να έπιπλα, να βρύσες, μπάνια, φουτιζμοί, να κινούργια ρούχα κι η τσατσά κι η πτάνα, ούλα με δαν’κά απ’ του νταβατζή. Ανεβάσαν κι τς τιμές, μπαντέχαν για πελάτες παραλήδες, τίποτα, νέκρα, δε πάτγεν κανείς. Ου νταβατζής ήθελε τα δαν’κά κι ζόρζεν τ’ τσατσά κι τ’ πτανέρα, η τσατσά πίεζε και κειν’ τ’ πτανέρα. Τ’ λέγαν να δλευ’ μέρα νύχτα, να δέχεται ούλα τα αρρουστμένα χούγια, κι ύστερα τ’ ζορίζαν να πλησ’ κατ’ χουραφούδια που είχε στου χουριό, κι στου τέλους έβαλε υπουθήκ’ του πουρναδείου για να παρ τα φράγκα τ’ ου νταβάς. Για τα μσκαρόβοδα θα τα κάμου μπλιο λιανά. Νταβάς έναι οι εταίρ, που λες κι συ, τσατσά έναι η κυβέρεν’σ’, κι πτανέρα ου λαός, εσύ κι εγώ.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Μήπους γίν’κεν του ανάπουδου; Μπας κι πήγεν η πτανέρα να βρει του νταβά μέσω τς τσατσάς; Λέγου δηλαδή.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Κι εδιέτσ’ να γίν’κεν του απουτέλεζμα έναι ένα κι του αυτό.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Λέγου αντίς να τς διαβουλουστείλουμ τς εταίρ, μπας κι πρεπ να τς καλουγλέπουμ.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Πάλε ιστουριούδα, επιμουρφουτική. Ήνταν μια γ’ναίκα κι μια μέρα που γύρσεν ου άντρας τς μπλιο νουρίς στου σπιτ, τν έπιασε καβάλα με του χασάπ. Άρχισε να βριζ κι να ανεπλιέται, θα σας σκουτώσου, θα σας πνίξου κι τα λοιπά. Τουν λεγ’ η γ’ναίκα, τι ήθελες να κάμω; Φράγκα δε φέρεν’ς. Ποιος νουμίγ’ς ότι πλερών’ για τα ψούνια μας, για τα ρούχα μας, για του φροντιστήριου των παιδιών; Ου χασάπς. Κι τότες ου άντρας λεγ’: «Σκέπασε μουρή τουν καλό τούτουν τουν άθρουπου μη παθ καμιά πούντα κι αρρουστήσ’».

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Κι του συμπέραζμα κυρ Μενέλου; Δηλαδής δε μπορούμε να ζήσουμ χωρς τα δαν’κά;

ΜΕΝΕΛΗΣ: Του συμπέραζμα κυρ Γιώργαρε έναι ότι ετσ’ μάθαμ, κι δύσκουλα να ξεμάθουμ. Γιατί όπους ήλεγε κι η γιαγιά μ’ η Βωτώ, του μαθμένου να μην τουν πεις γλιαρ. Η έρεμ η γλιαριά πτανιάζ. 

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Γω γλέπου ότι η κυβέρεν’σ’ λεγ’ ότι πέτυχε.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Πτάν’κα καμώματα.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Έναι φκαριστημέν’, τς γλέπω μες στ’ γκαλή χαρά.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Πτάν’κα χασκόγελα.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Λένε ότι ου λαός καταλαβαίν’ κι πείθεται.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Στ’ πτάνα δεν περνούνε πτανιές.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Η κυβέρεν’σ’ λεγ’ ότι σταναχουριέται πουλύ γι’ αυτά που τραβά ου κόζμους.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Ναι, πατεί τα κλέματα σα τ’ πτάνα.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Η κυβέρεν’σ’ όμους έναι κινούργια κι κάμεν’ μια κινούργια προυσπάθεια.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Ου θιος να σε φλαγ’ απού κινούργιου άρχουντα κι απού παλιά πτάνα.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Εχ’ όμους μέσα νέοι αθρώπ, τουν Μητσουτάκ’, τουν Άδουνη…

ΜΕΝΕΛΗΣ: Δε βαριέσαι, απ’ την ίδια μήτρα βγήκαν. Λεγ’ μια παροιμιά, πτάνας δυχατέρα πάρε, πτάνας γιο μην παρς.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Λέγε οτ’ θελ’ς. Γω ξέρου ότι ου πορδυπουργός κυρ Αντών’ς σταναχουριέται κι πουνεί. Αλλά λεγ’ χουρίς να σπάσεις αυγά δε κάμεν’ς σφουγγάτου.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Ήνταν μπριν χρόνια στν Ατσκή ένας γέρους Νοτιουαφρικάνους ου κυρ Κώστας. Κάνταν μες στ’ πλατέα με τα κουντουβράκια τ’ κι τ’ γκάσκα τ’ που ήνταν σαν ιπτάμενους δίσκους κι μίλαν για τς αφρικάν’ που είχαν ξεσκουθεί. Δώκαν, ήλεγε, στς αραπάδες δικιώματα. Εμείς τς φκιάχναμ καλά. Τς ξεβρακώναμ, ανοίγαμ τα πουδάρια τς, κι καθώς κρέμνταν τα…αυγά τς, με του ζμπάθγειου τα καλαμπαλίκια τς, πέρναμ δυο τούβλα, κι τσακ, τς τα σπούσαμ. Τουν λεγ’ ένας που άκγεν, πω, πω, πω, φαντάζομαι πόνο, ε; Οχ’, λεγ’ ου κυρ Κώστας. Δεν είχε καθόλ πόνο, γιατί προυσέχαμ κι δε χτυπούσαμ τα δαχτύλια μας. Κατάλαβες κυρ Γιώργαρε; Ξένος πόνος. Ου κυρ Αντών’ς άμα θελ’ να σπασ’ αυγά, να σπασ’ τα θκα τ’, κι να μην προυσέχ’ μη χτυπήσ’ τα δαχτύλια τ’.

***Αγαπητοί αναγνώστες ευτυχείτε. Αν τα πράματα δεν πάνε καλά, έχετε μια τελευταία ευκαιρία για μια νέα καριέρα, εφ’ όσον περνά η μπογιά σας ακόμα. Αν δεν περνά, νηστεία και προσευχή. Μια εξάλλου υποκατηγορία της «πτάνας», είναι η «πταναγιούσα».

 

 

 

 

Νυχτερινή έφοδος

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

 
Στα σημερινά «πολιτικά σεμινάρια» ο Λήμνιος πολιτικός αναλυτής κυρ Μενελής Λεμπέσαρος σχολιάζει τις νυχτερινές εφόδους του υπουργού υγείας στα νοσοκομεία. Στις ερωτήσεις ο δημοσιογράφος κυρ Γιώργαρος Πουρπουργιανός.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Καλώς ήρτες κυρ Μενέλου. Τι γνωμ εχ’ς για του γκαινούργιου υπουργό τς υγείας τουν κυρ Άδουνη;

ΜΕΝΕΛΗΣ: Ματζουράνα στου πουτήρ, γάδαρους στου παναθύρ.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Α, αρχινήσαμ τς παροιμιές; Τι θα πει τούτου πάλε.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Θα πει λουλάτο πράμα κι παράξενο, αυτό θα πει.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Γιατί του λες; Κι δυναμερός έναι, κι νέους έναι, κι άφουβους έναι.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Σεβνταλής κι αγγριζμένους, σα πλαράς μπας κιφλεντ’ζμένους, στου μλιανό αγανουμπλεμένους. Κι ένα χρουνιάρκου γάδαρου που έχου, έναι κι τα τρίγια που είπες, αλλά δε ντουν έκαμα κι υπουργό.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Δεν αντρέπεσαι να λες τουν υπουργό γάδαρου;

ΜΕΝΕΛΗΣ:  Δέχα, εγώ δεν είπα κανένα ότι έναι γάδαρους, είτε έναι υπουργός, είτε έναι άθρουπους.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Είδες που κάμεν’ έφουδου νυχτιάτκα στα νουσουκουμεία;

ΜΕΝΕΛΗΣ: Γιατί μαθέ ιπιλουχίας έναι, γή τουν έπιασε πουνόκοιλους;

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Παγαίν’ να δγει άμα οι γιατροί έναι δεκεί ή τν έχνε κουπανήσ’.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Κι τι διαπίστουσε ου κυρ Άγ’δουνης;

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Δεκεί ήνταν, αλλά λεγ’ ότι θα συνεχίσ’ τς έφουδ. Κι δε ντουν λένε Άγ’δουνη, αλλά Άδουνη.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Άγ’δουνη τουν λένε, προυέρχεται απ’ του αγ’δόν’, γιατί ούλου κιλαγ’δά σα ντου αγ’δόν’, αγκαί ακούγιται σα μαυρουκούρναρους κι βαρταλαλεί κι αγγαρίζ σα γαδαρούκλικας. Α σε πω κι μια ιστουρία. Πήγε λεγ’ ου Άγ’δουνης να καμ έφουδο σε ένα νουσουκουμείου ένα βραδ. Απ’ τ’ φούρια που είχε έκαμε λάθους κι μπήκε μέσα σε μια αν’χτή πόρτα, αλλά τούτου ήνταν του σπιτ ενούς γιατρού, που ήνταν δίπλα στου νουσουκουμείου. Μπρουβάλ’ μια γ’ναίκα, που ήνταν η γ’ναίκα τ’ γιατρού, αλλά ου Άγ’δουνης νόμζεν ότι ήνταν υπάλληλους. «Εδώ έναι ο γιατρός;», ρουτά. «Οχ, φευγάτους έναι. Οχτώ φορές το μήνα λειπ», λεγ’ η γ’ναίκα. «Αυτό θα αλλάξ, θα τουν κάμου εγώ να μην ξαναφύγ’» λεγ’ ου Άγ’δουνης. «Μπράβο κύριε, να σχουρεθούν τα πεθαμένα σ’. Ουχτώ φουρές του μήνα εφημερεύ’ δίπλα στου νουσουκουμείου, κι πλερώνεται μόνε τς τέσσερς, αφού κειος ου ψχουβραζμένους ου υπουργός δε πλερών’, γιατί λένε ξιπιρνούνε του πλαφόν».  Κατάλαβες κυρ Γιώργαρε; Έφουδου πρεπ να καμ ου κυρ Άγ’δουνης στου υπουργείου, που κλεβ τα φράγκα απ’ τς αθρώπ που δλεύνε. 

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Λέγε οτ’ θελ’ς. Ου κυρ Άδουνης δε ντου βαζ κατ.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Έμαθε ου λουλός τ’ μπόρτα κι ου σκύλους του χασάπ.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Ου κυρ Άδουνης θα τς ταχτουποιήσ’

ΜΕΝΕΛΗΣ:  Ναι, θεέμ’ κάμε με λουλό να με φοβούντεν ουλ’.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Οτ’ κι να λες, ου κυρ Άδουνης θα ιπιμέν’.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Πήκαν το λουλό να χεσ’ κι  κειος έχεσε και τάφαγε.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Θα παγαίν’ στα άξαφνα κι δε θα τουν γνουρίζνε.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Οι λουλοί δε θέλνε κδούνια, γνωρίζντεν μοναχοί τς. «Γάδαρος εν ου γάδαρους, άμα φουρεί κι σέλα, γριγιά δεν ομουρφίζεται, δε γίνεται κουπέλα».

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Γω ξέρου ότι όντας παγαίν’ στου νουσουκουμείου τον καλοδέχ’ντεν.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Τον κερνούνε και γαζουζούδα, που εσύ δε με κερνάς;  Μπας κι τα κουτσουπίν.νε κι με τς γιατροί; Τώρα με ήρτε ραστ αλλ’ μια ιστουριούδα. Πήγε ένας λουχίας να καμ έφουδου σε μια σκουπιά. Αφού τν έκαμε, βγαζ το όπλο κι λεγ’ στου σκοπό που ήθελε να τουν καμ καψών, να κατουρήσ’ μες στου κράνους κι να τα πιει. Ου σκουπός φοβήθκε, κατούρσεν και ήπιε τ’ γκατουρλιά. Ε, σαν τελείουσε η κατουρλοποσά, σκων’ κι ου σκουπός του όπλου  κι τουν λεγ’ να καμ κι κειος του ίδιου. Ου λουχίας τι να καμ, είδε που γιάλ’ζεν του ματ τ’ σκουπού, κατούρσεν κι ήπιε κι κειος τα κάτουρα. Έλα - έλα ου καιρός, σναπαντηθήκαν όξου τυχαία. «Ε, τι κάμεν’ς;» λεγ’ ου πρώην φαντάρους. Ου λουχίας δε ντουν γνώρσεν. Κι τουν λεγ’ ου φαντάρους: «Βρε δε θμάσαι στου στρατό, μια βραδιά που τα πίναμ παρέα;».

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Κι τι θα πει τούτεν’ η κρυγιόμπλαστρ ιστουριούδα;

ΜΕΝΕΛΗΣ: Θα πει εκειό π’ λένε στ’ Λήμνους, ότι του ραβδί εχ’ δυο άκριγιες. Κι άμα πιάσεις συ τη μια, γω θα πιάσου τν αλλ’. Κι ότι άμα συ με αντιμετουπίγ’ς σα χορκό λεχδέλ’, κι γω θα κλάσου μες στα μούτρα σ’. Αυτό θα πει.

***Αγαπητοί αναγνώστες ευτυχείτε. Κι άμα πηγαίνοντας στο νοσοκομείο νύχτα, δείτε κανένα λοχία ή υποδεκανέα, μην το «δέσετε και σε καλό πανί». Μπορεί να είναι ο υπουργός υγείας με το συμπάθειο.

 

 

 

 

Φον παρογ’δόσκατος

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Σήμερα στα «πολιτικά σεμινάρια» ο Λήμνιος πολιτικός αναλυτής κυρ Μενελής Λεμπέσαρος, σχολιάζει στον ανταποκριτή μας δημοσιογράφο κυρ Γιώργαρο Πουρπουργιανό το θέμα των «μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος», που προωθεί η κυβέρνηση.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Καλώς του γκυρ Μενέλου. Για πε μας, τι γνωμ εχ’ς για του γουίστλμπλόουινγκ;

ΜΕΝΕΛΗΣ: Ξεν’κό ακούγεται, αλλά δε ντο έχω γεματίσ’ τούτου του φαγί, γι’ αυτό δε μπουρώ να πω.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Δε νέναι φαγί μπρε κυρ Μενέλου. Θος φλαξ μαθέ.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Τι έναι, πιοτί; Σα τ’ γαζουζούδα ας πούμε, που δε γλέπω να με τν εχ’ς τρατάρ ακόμα;

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Δώσε προσοχή και τσίτωσε τ’ αυτιά σ’. Η κυβέρεν’σ’ θα καμ νόμο, που θα διν’ αγέρα κι θάρτα σε όποιουν υπάλληλο τσουτσουρίζ παρανουμίες που γίντεν στη δλια τ’. Παράδγμα, να καρφών’ όποιουν λαδώνεται, ή παίρεν’ κομίσιον. Τούτου γίνεται κι στο εξουτερικό κι λέγεται στα γκλέζκα, γουίστλμπλόουινγκ.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Σους Χστος. Θα ξιστραμπλίξεις τη γλώσσα σ’. Άκσε ουστμπλό…, ουστμπλόργος…πώς διάτανο του είπες. Μεις στν Ατσκή κειον που τα πεσών’ τον λέμε σκατορουφιάνο.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Ναι, τραγούδγιε. Αφού λεγ’ η κυβέρεν’σ’ ότι σε όποιουν ξισκιπάζ τς λαδιάρδες θα διν’ μπόνους, δηλαδή φραγκούδια ζεστά σα ντουν ήλιου, άσε που θα τουν προυβιβάζ κι θα τουν γκάμεν’ κι ανώτερου κι θα τουν αυξάν’ κι του μιστό τ’. Τι λες γι’ αυτό κυρ Μενέλουμ’;

ΜΕΝΕΛΗΣ: Λέγω ότι αφού μας κάμαν κλέφτες, ψεύτες, παγαπόντδες, κι του λοιπό κύκλωμα τς ανέμς, πάνε να μας κάμνε κι χαφιεδόμουτρα και ισκαριώτδες, μη πομείνομ πίσω απ’ κειν’.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Με φαίνεται ότι κι συ θα νείσαι τίπουτα διαφθαρμένος, για να λες τέτοια. Μήπους λαδώνεσαι και συ;

ΜΕΝΕΛΗΣ: Γω καμένους του ομουλουγώ, λαδώνουμαι, αλλά κανείς δε με λαδών’. Παλιά με δίναν κανέ μπουρμπουάρ, αλλά τώρα δεν έχνε κι με το κόψαν κι τούτου. Ου νόμους τούτους πρεπ να ονουμάζεται νόμους κατά του μπουρμπουάρ κι οχ’ κατά τς διαφτουράς, που λες κι συ σα μούσκαρος που είσαι. Γιώργαρε κανείς δε λαδών’ τουν άλλουν άμα παγαίν’ με του σταυρό στου νώμου. Τις ξερ τι δγιαβολιές έχνε καμ κι θέλνε να τς καλύψνε, ή τι ρουσφέτια γυρεύνε. Του μπουρμπουάρ σε ένα άθρουπου που σε ξυμπερετά χωρς να του δικαιούσαι, το διν’ ου ευγενίδκους κι σουστός. Αλλιώς λέγεται μπενταρούλας κι τουρκόγυφτος. Τς μουγάλες κλεψές κι χωσές δε τς παίρνε χαμπάρ οι παραμκροί υπαλλήλ’.  

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Έναι Ιβρουπαϊκή επιταγή. Τέρμα του ρουσφέτ κι του λάδουμα.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Τς Ιβρουπαϊκές επιταγές με τα δισεκατουμμύργια τς φάγαν αλλ’. Για τούτες τς επιταγές δεν ακούγω τίπουτας.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Η κυβέρεν’σ’ θα ν’ αλλάξ ουλ’ τ’ διαφταρμέν’ κοινουνία.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Του μόνου σίγουρο έναι ότι θα μας αλλάξ. Όπους ου τράγους τ’ γκατσίκα. Κι θα αυξήσ’ κι τ’ ταρίφα απ’ του μπουρμπουάρ.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Πρεπ ουλ’ να συντράμουμ για να προχωρέσ’ τούτου του πράμα.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Γω αλέστα είμαι, χαζίρκους κι έτοιμους. Κι σα μπου μεις οι Λημνιοί έχουμ κι πείρα απού ρουφιάν’, έχου να προυτείνου κι του όνουμα που θα νεχ’ η θεσ’ που θα παίρεν, ου κάθα υπάλληλος, ανάλουγα τα καρφώματα π’ θα κάμεν’. Να, άκσε, διάλεξε κι πάρε: Προυδότ’ς, χαφιές, σπιούνος, καταδότ’ς, κουκλοφόρος, γκεσταμπίτ’ς, πληρουφουριουδότς, καρφί, κάρφαρος, γιούδας, ισκαριώτ’ς,  καπλαντοβελόνας, προυκατζής, ταβανόπρουκας, μυστικός, εφιάλτ’ς, πηλιογούγ’ς,  κατάσκοπος, καρφουτής, τσάτσος, μαρτυριάρς, μαντατούρς, δοσίλογος, ασφαλίτ’ς, γκαγκεμπίτ’ς,  γερμανοτσουλιάς, ταγματασφαλίτ’ς, ρουφανόβγαλμα, ρουφιανοσπορίκ’, σκατορουφιάνος, ταξιτζής, κωλόμπατσος, ρούνα, μπισκότας, χουντάς, παπαδόπουλος, χιτλιράς, πιριπτεράς, θυρουρός, κουραμπιές, κουκουβίνος, συκουφάντ’ς, σουσουρατζής, μαυραγουρίτ’ς, πεμπτοφαλαγγίτ’ς, κουϊσλίνγκαρος, συνεργάτ’ς, γερμανογαμ.μένος, νενέκος, κωλογάντζας, κυπατζής, γλειφτ’ς, πεσουτής, πράκτουρας, σφυριχτρούδιας, ψευτουμάρτυρας. Κι όποιους φταν’ στου ανώτατου αξίωμα να λέγεται φον παρογ’δόσκατος, για να έναι κι τς μόδας.

 ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Γω ξέρου ότι θα λειτουργήσ’ καλύτερα του κράτους. 

ΜΕΝΕΛΗΣ: Αμ δε θα λειτουργήσ’. Η ρουφιανιά έναι σα τ’ πείνα κι του αντίθετου τς ντρούμπας. Η πείνα δε θεραπεύεται με το να τριβς τη γκλια σ’, ενώ η άναψ θεραπεύεται με το να τριβς του αργαλείου σ’. Η κυβέρεν’σ’ τριβ του αργαλείου τς, αλλά μόνο εκείν’ ουφελείται μπρος ώρας.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ:  Τι κουβέντες έναι τούτες;  Δε τς δέχεται ούτε ου θεός.

ΜΕΝΕΛΗΣ:  Τς δέχεται όμους ο Χριστός. Α σε πω κι ένα θρησκευτικό. Όντας τελείουσε ου Μυστικός Δείπνους, γυρίζ ου Χριστός κι λεγ’ στουν Αντρέα, καλά φάγαμ, καλά πγήκαμ, φράγκα να πλερώσουμ, έχουμ; Δεν είχε ου Αντρέας, δεν είχε ου Πέτρους, δεν είχε ο ένας, δεν είχε ου άλλους. Φτάσαν τελευταία στον Ιούδα. Ψάχνεται, τίπουτας. Γιοκ παράς. Τον λένε εσύ που είσαι έξυπνους Ιούδα, μήπους εχ’ς καμιά ιδέα, για το πού θα βρούμε φράγκα; Και τς λεγ’ ο Ιούδας, τώρα που του σκέβουμαι, έχω μια ιδέα.
***Αγαπητοί αναγνώστες ευτυχείτε. Κι αν κάποιοι καλογλείφονται για μπόνους και αυξήσεις με την κατάδοση, ας μην κάνουν όνειρα. Γιατί πολλοί τη ρουφιανιά αγάπησαν, το ρουφιάνο κανείς.

Γκράδες και τσιφτέδες στο ναό της Δημοκρατίας

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Στο σημερινό άρθρο των «πολιτικών σεμιναρίων», ο Λήμνιος πολιτικός σχολιαστής κυρ Μενελής Λεμπέσαρος, συζητά με τον ανταποκριτή μας δημοσιογράφο κυρ Γιώργαρο Πουρπουργιανό, το θέμα της οπλοφορίας των βουλευτών μέσα στη Βουλή.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Κυρ Μενέλου πρεπ, ή δεν πρεπ, να ουπλουφουρούνε οι βουλευτές μες στ’ Βουλή;

ΜΕΝΕΛΟΣ: Πρεπ.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Τι, εδιέτς ξερό μαθέ; Πλούμσε το κομάτ.

ΜΕΝΕΛΟΣ: Σα δε θελ’ς να έναι ξερό, φέρε μια γαζουζούδα να βρέξου του γκάρεγκλα μ’ κι θα στα λέγου ουγρά κι μουζγούλια. Άντε μπακαλούμ. Άκσε να δγεις. Για να έχνε όπλα θα πει ότι τα χειργιάζντεν. Μπουρεί να θέλνε να πάνε στου κυνήγ’ να μας ξικνελιάσνε που γέμσεν η Λήμνους κνέλια, γή να σκουτώσνε τς κουρούνες που μας ρμάξαν τα μπουστάνια, γή στου τέλους να θέλνε να στήσνε τίπουτας ασφαλαγκουτούφικα για τς έρεμ τς ασφάλαγκες. 

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Μπρέσυ κυρ Μενέλου, σύνελθε, τι έναι μαθέ οι βουλευτές, αντραγάτες έναι για να κυνηγούνε τς κουρούνες; Οι βουλευτές έναι για να μας ικπρουσουπούνε.

ΜΕΝΕΛΟΣ: Τώρα μάλ’στα, βάλαμ αντραγάτ στ’ αρχίδια μας.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Μην αναιδειάγ’ς. Οι βουλευτές πασκίζνε για τα θκα μας τα ζητήματα.

ΜΕΝΕΛΟΣ: Τούτου λέγου κι γω. Αντραγατίζνε σε ξένα αμπέλια.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Μη βριγ’ς. Οι βουλευτές δλεύνε σα τς σκυλ’.

ΜΕΝΕΛΟΣ: Έναι τούτου π’ λένε στ’ Λήμνος: Αντραγάτ’ς, κουρουφύλακας, παπάς, βουλευτής, ντεμπέλαρ. 

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Με φαίνεται ότι είσι αντικοινουβουλευτικό τουμάρ. Δε μπουρείς να κακουφουργιέσαι του γκάθα τίμιου άθρουπου.

ΜΕΝΕΛΟΣ: Η παροιμία του λεγ’, δε ντου λέγου γω. Κι εχ’ κι άλλες παροιμιές που λένε, «αντραγάτ’ς κι κλέφταρους», ή «αντραγατεύ’ κι ατζγκινλεύ’», ή «αντραγάτ’ς για να σε μνυσ’, εξόν κι πιασ’ του μνι σ’».

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Είσαι εκτός θέματος κι σε βάζου κλούρα. Γω σε μλω για τς βουλευτές κι συ με λες για τς αντραγάτες.

ΜΕΝΕΛΟΣ: Εσύ είσαι εκτός θέματος κι τγανίγ’ς τα βερτσώνια κι τα κάμεν’ς καβουρμά. Ένας άθρουπους που εχ’ όπλου, κι τουν καλουπλερών’ του κράτους, κι δε νέναι ούτε μπασκίνας ούτε στρατιουτικός, κι νοιάζεται για τς υπουθέσες μας που λες κι συ, τι έναι; Τι θα παίξουμ τ’ κουλουκ’θιά ιδώ; Αντραγάτ’ς έναι. Ήνταν παλιά πα στα Ζβέρδια δυο αντραγάτες, πουλύ θρουφανοί, να τς σκιγ’ς με του νυχ’ κι κάθα μήνα βάζαν τς ραφ στουλές, παίρναν κι τα τφέκια τς κι κατβαίναν στου Κάστρου για να πάρνε του μιστό τς μες στου φάκιλου. Ου σχουρεμένους ου Κώστας ου Βέργος, σα τς ήγλεπεν ήλεγε: «Τι δγιάτανου, βιταμίνες τς βαζ ου αγρουνόμους μες στου φάκιλου, μαζί με τα φράγκα κι έναι σα ντα μλάρια;» Γι’ αυτό σε λέγου, μπας κι κάμεν’ς λάθους κι μπιρδεύς τς βουλευτές με τς αντραγάτες.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Άντε να του αρχινίσουμ απ’ τν αρχή, σα ντου νηπιαγουγείου. Δέχα. Σε λεγ’, οι βουλευτές έναι οι προυστάτες τς Δημουκρατίας. Η Βουλή έναι ου ναός, η αγκλησά σα να λέμε τς Δημουκρατίας. Ε, άμα έχνε όπλα μες στν αγκλησά τς Δημουκρατίας, έναι προυσβουλή. Αυτό έναι του ζήτμα κι σε αυτό να απουφανθείς, κι μη με ανακατεύς τς αντραγάτες.

ΜΕΝΕΛΟΣ: Απουφαίνουμαι κι σκάσε. Αλλά πε με πρώτα, αυτήν’ η κυρά Δημουκρατία, τι έναι μπαντρεμέν’, ή λεύτερ; Εχ’άντρα;

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Τι ακούμε σήμερα!!! Ούτε μπαντρεμέν’ έναι, ούτε λεύτερ, ούτε άντρα εχ’.

ΜΕΝΕΛΟΣ: Γω ξέρου ότι μια κουπελούδα που δεν εχ’ άντρα, κι ξιμουναχιάζεται με τόσεν’ μαντράχαλ’, που έναι μάλ’στα κι κουμπουράδες,  κι έναι κι προυστάτες τς, εχ’ ασλή του πράμα. Μπας κι έναι καμιά πτανέρα, κι ου ναός που λες κι συ έναι τίπουτα κανέ πορναδείου, κι αυτοίν’ έναι τίπουτας νταβατζήδες;

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Οχ’. Σε μλω για τ’ Βουλή τν ελληνικιά. Τιλεία κι παύλα.

ΜΕΝΕΛΟΣ: Καλά, συνουηθήκαμ, μλας για Βουλή. Μήπους, λέγου μήπους κι μη θμων’ς, δε νέναι η θκια μας η Βουλή, αλλά μλας για καμιά ξεν’ Βουλή, παράδγμα, τ’ Σουντάν, τς Νιτζερίας, τ’ Ιράκ, γή τ’ Αφγανιστάν, που δεκεί τα χειργιάζντεν τα όπλα;

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Σε λέγου για τη θκια μας τ’ Βουλή. Οι βουλευτές ζμπαίν.νε μέσα με πιστόλια κι ινώ κι ου πρόεδρους, κι οι βουλευτές κι ουλ’ συφουνούνε ότι δε πρεπ να μπαίν.νε, δε μπουρούνε να βρούνε κουλάγ’, πώς να γίνεται ου έλεγχους στ’ μπόρτα, αφού οι βουλευτές έναι παν απού κάθα έλεγχο. Πουλλοί λένε ότι του ζήτμα προυέκυψε για τς χιτλιράδες χρυσαυγουλάδες, που μουστράρνε πιδεικτικά τα πιρίστρουφα. Κατάλαβες; Νόγ’σες;

ΜΕΝΕΛΟΣ: Κι κατάλαβα κι νόγ’σα. Άμα δε μπουρούνε να λύσνε τούτου του θέμα, μπάντεχε να σε λύσνε τα μπλιο σουβαρά. Άμα όμους έναι για τς χιτλιράδες, δε πρεπ να τς τα πάρνε. Τούτα έναι καλά παλ’καρούδια, κι τα όπλα τα είχαν απ’ τ’ μπρουηγούμεν’ δλια τς, σαν κουλομπαροπουρτιέρδες, μπραβ, νταβατζήδες, μαχαιρουβγάλτες, κουτσαβάκ’δες, νταγήδες, τουκουγλυφουεισπράχτουρες,   σουματεμπόρ, προυαγουγοί, μαστρουποί, χασικλουτζουγαδόρ, παρακρατικοί, προυβουκάτουρες, μπατσουχάφιεδα, γουρίλες, σφιχτεράδες, ζβαρτσαράδες,  μπουντάδες, μαγ’μουνουντούλαπα, μπλιλντερουμαλάκες, γκανγκστεράδες, μπασκλασουασφαλίτες, ντεμπελουπρήσκαρ, φουσκουτουκούλιαρ, μουσκλουκουπρατζήδες, ντουμπανόμλιαν’, κι άλλα πουλλά αξιουπρεπή κι ελληνουπρεπή ιπαγγέλματα. Έναι κρίμας, να τς αφαιρέσνε τα σύνεργα τση δλιας τς.

Τς επίλοιπ απ’ τς άλλες φατρίγιες, συγνώμην, τα κόμματα ήθιλα να πω, πάλε δε πρεπ να τς απαγουρέψνε τα τφεκουπίστουλα, γιατί έναι μαθέ σα ντα πιδέλια, τα θέλνε να παίζνε τουν άντρα, κι καλά. Μόνε πρεπ να τς δώκνε κι μια ζων’ με θήκες να τα κρεμνούνε στ’ μέση τς, σα τς καουμπόγ’δες στου σαλούν. Άντε πουλλά πήκαμ, σε αφήνου.

***Αγαπητοί αναγνώστες ευτυχείτε. Κι άμα δείτε μπροστά σας κανένα πιστολά βουλευτή, σκεφτείτε τη Λημνιά παροιμία: «Θκο σ’ ντερτ, θκο μ’ κασαβέτ;». Και προπάντων μη φοβηθείτε. Είναι σαν τα παιδιά, τελείως ακίνδυνοι.

 

 

 

 

 

 

Φύλλα πορείας

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Στο σημερινό άρθρο της σειράς «πολιτικά σεμινάρια», ο Λήμνιος πολιτικός σχολιαστής κυρ Μενελής Λεμπέσαρος, αναλύει το θέμα της πολιτικής επιστράτευσης των καθηγητών μέσης εκπαίδευσης. Στις ερωτήσεις ο ανταποκριτής μας δημοσιογράφος κυρ Γιώργαρος Πουρπουργιανός.

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Βρε καλώς το γκυρ Μενελή. Χαΐρολά; Τι τα τσαλεστεύς κι τα ζγουλεργιάγ’ς μαθέ; Να, να ,να, τι γλέπου; Φαντάρος ντύθκες κι είσαι μες στα χακιά; Κι αρβύλες γλέπω, κι μπελαμάνα, κι μπερέ; Τι διάτανο, σε καλέσαν στα νέα όπλα;

ΜΕΝΕΛΗΣ: Θα σε πω για τα χακιά. Αλλά γιατί με εχ’ς γαζουζούδα μες στο πλαστικό το μπουκαλούδ απ’ κεια τα μκρα, που βγάζνε στα μνημόσνα; Οικουνομία κι στ’ γαζόζα μπρε τζιγγινέ;

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Ακλουθώ του πνέμα τς κυβέρεν’σης. Τι να τ’ γκαμ’ς κι τ’ μπλιότερ; Θα νταλακιάσ’ η κλια σ’. Γιατί φουρείς όμους τα στρατιουτικά;

ΜΕΝΕΛΗΣ: Έναι τς μόδας. Δεν άκσες που ου πορδυπουργός κυρ Αντών’ς πιστράτεψε λεγ’ τς καθηγητές κι τς έδουκε κι φύλλα πουρείας; Του πήρε λεγ’ απάνε τ’ του ζήτμα κι απαγόρεψε να κάμνε απεργία. Δεν άκσες πάλε ότι ένας συνταξιούχος συνταγματάρχης δλευ’ σε ένα σουβλατζίδκο κι παγαίν’ στς πελάτες σουβλάκια με το μοσακό;

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Κι συ τι είσαι μαθέ, καθηγητής, γή συνταγματάρχης;     

ΜΕΝΕΛΗΣ: Οχ’ μπρε κι συ μαθέ, στ’ πιτσαρία τ’ «Τροπικάνα» τ’ Γιανν’ τ’ Κατσών’ δλεύω τα βράδια, ντιλιβεράς, αφού εσύ δε με διν’ς ούτε μεταλλίκ’ για τς αναλύσεις που σε κάμνω. Ου πελάτ’ς όμους άμα δγει τα στρατιουτικά, ούλου κι κατ θα δωκ’ παραπάν σε μπουρμπουάρ απού σέβας, αφού σε λεγ’ τούτους ή κανές καθηγητής θα νέναι, ή κανές συνταγματάρχης.

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Πάντους ου πορδυπουργός τς κανόν’σεν καλά τς καθηγητές. Τς έκαμε κι χεστήκαν απάνετς.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Απάνετς, κάτετς, τα σκατά με του ζμπάθγειου, σε κειον γυρίσαν. Ήνταν λεγ’ δυο φαντάρ κι τς κάλεσεν ου δοικητής στου σπίτι τ’, ένα βραδ, για μια δλεια που είχαν. Σα φέγναν, τουν έναν τουν ήρτε σουρντί – μπουρντί, κι έκατσε μες στουν κήπου τ’ δοικητή κι τα έκουψε. Σκουπίσκεν με μια χαρτουπετσέτα που είχε, κι πρόσεξε μην πατήσ’ τα σκατουμελεμεν’δέλια. Γλεπ απού δωνά, γλεπ απού κεινά, δε τα ήγλεπε, σάνασκι ήνταν αόρατα. Έσκυψε, έψαξε κι με τα χέρια μες στα χουρτάρια, πουθενά τα ακατουνόμαστα. Ε, γυρίσαν στου στρατόπεδου, αλλά κειον δε ντουν κόλλαν νύπνους. Απουφάσ.σεν να παγ’ τν αλλ’ μέρα με του φως, να δγει κι να λυσ’ του σκατουμυστήριου. Μπαιν’ μες στουν κήπου, γλεπ, ξαναγλέπ, πουθενά τα σκατά. Κειν’ τν ώρα βγήκεν η γ’ναίκα τ’ δοικητή κι τουν λεγ’ αγριγεμέν’ τι γυρεύ’ μες στου ξένου σπιτ. Να, λεγ’ ου φαντάρους, πέταξα ένα τσιγάρο, κι ύστερα σκέφτκα ότι μπουρεί να δώκου φουτιά, γι’ αυτό μπήκα να του ψάξου να του σβήσου. Μπράβο σ’, τουν λεγ’ η δοικητίνα, είσαι καλό πιδί, οχ’ σα κάποιουν που χτε του βραδ έκαμε μετά συγχουρήσεους τν ανάγκη τ’ πα στν αχελώνα, κι κειν’ με ήφερε κουτζάμ σκατουτούρτα μες στου σπιτ. 

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Άφκες γλέπου τς ιστουριούδες κι έπιασες τα ανέκδουτα.      Ας γιλάσου φανταρίστκα. Άντε τώρα να πάνε να βρούνε ουγδόντα χ’λιάδες αχελώνες, όσεν’ έναι κι οι καθηγητές, να τσλιστούνε απάνετς κι να τς αμουλάρνε στου Μαξίμου. Γω ξέρου ότι ου πορδυπουργός, φαντάρ δεν είχεν κι φαντάρ βρήκε.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Άντε τότες να σε πω κι μια πραγματική ιστουριούδα. Ήνταν στν Ατσκή παλιά μια λουξή γ’ναίκα, που έντνε τς κατσίκες που είχε με ρχούδια που τα έραβε η ίδια, γιατί νόμζεν ότι εδιέτς ντμένες κι δε θα κρυγιώναν, κι δε θα τς κλέβαν οι κλέφτες. Στη μια κατσίκα είχε βαλ’ μια φούστα θκια τς, κι στν αλλ’ μια στρατιουτική στουλή παλιά τ’ γιου τς. Είχε κι ένα γείτουνα τουν Κουσταντή, που η κόρη τ’ τα έφκιανε με ένα φαντάρο, κι ου μπαμπάς ούλου τ’ παραφύλαγε για να προυλάβ του κακό. Μια μέρα που η λουξή είχε τς κατσίκες δεμένες στου γκάμπου, πήγαν οι κλέφταρ, γδύσαν τς κατσίκες, πετάξαν τα ρχούδια κι τς κλέψαν. Ου Κουσταντής πάλε που έψαχνε τ’ δυχατέρα τ’, γλεπ ξαφνικά δίπλα σε μια μάντρα μια φούστα κι μια φανταρίσκια στουλή, που ήνταν τα ρούχα απ’ τς κατσίκες κι νόμσε ότι πιτέλους μάγκουσε τ’ κόρη τ’ με τουν φαντάρου. Παγ’ όξου απ’ τ’ μάντρα κι φώναζε κι ανεπλιένταν. Βγαιν’ ου μαντράς ου Αθανής, ένας ξλουγκράνους δυο μέτρα. «Α εσύ είσαι ου μστουρής, ε;», λεγ’ ου Κουσταντής. «Βγε βρε άτιμ, βρε πτάνα όξου κι θα σε φκιάξου», φουνάζ κι προς του σπιτ. Σε μσο λεφτό, βγαιν’ κι η γ’ναίκα τ’ Αθανή. Τουν αρχίζ ου Αθανής στου ξύλου, τον έκαμε για το άλας. Γι’ αυτό σε λέγου, κι ου Κουσταντής νόμζε που βρήκε του φαντάρου, αλλά βρήκε του μπελά τ’. Κι οι καθηγητές δε θα τουν στείλνε αχελώνες που λες, αλλά ραβασάκ’ με του ψηφουδέλτιου.

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Σιγά μη μπατάρ η αχελώνα. Σε κουμάτ θα το ξεχάσνε. Κάπους θα τς γλυκάν’ πριν τς εκλογές κι θα τρέχνε σα ντα σκ’λάρια απού πίσου τ’.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Μη ντο λες. Τα στρατιουτικά δε ξεχνιέντεν. Είχε παγ’ στν Αθήνα για πρωτ φορά ο σχουρεμένους ου Γιώργης ου Γιαννάς, ο επουνουμαζόμενους και γορίλας, κι ανάλαβε ου Νταμπάκ’ς να τουν ξεναγήσ’. Ου Γιώργης ήθελε να αγουράσ’ μια καμπαρντίνα, αλλά να έναι με επωμίδες, όπως τς αξιωματικοί. Οπ’ κι αν ρουτήσαν, δε φτάναν τα φράγκα τ’ Γιώργη. Ου Νταμπάκ’ς για να τουν καμ να ξεχάσ’ τ’ γκαμπαρντίνα, τουν πήγε στα…κουρίτσα. Πήγε με τη μια, πήγε με τν αλλ’, τουν άρεσεν. Άντε τώρα λεγ’ στου Νταμπάκ’ να πάμε να ξαναψάξουμ για καμπαρντίνα. Ε, κάπουτες έφγεν, κι κάπουτες ύστερα απού τριγιάντα χρόνια που ξαναβρεθήκαν, τουν λεγ’ ου Νταμπάκ’ς: «Όμορφα Γιώργη είχαμ περάσ’, ε;». Κι τουν απαντά ου Γιώργης ου γορίλας: «Όμουρφα, ξεόμουρφα, τ’ γκαμπαρντίνα δε τν αγουράσαμ».

***Αγαπητοί αναγνώστες ευτυχείτε. Αν πάρετε κανένα φύλλο πορείας, μην πανικοβληθείτε. Μπορείτε, εν καιρώ, να το επιστρέψετε και μάλιστα συστημένο.