Παρασκευή, 31 Δεκεμβρίου 2010

ΕΦΥΓΕ Η ΑΡΕΤΗ

Στις 28 Δεκεμβρίου 2010, στην Ατσική της Λήμνου, πέθανε στο σπίτι της η Αρετή Κ. Τραγάρα. Ήταν 88 ετών. Μέχρι τέλους διατηρούσε το οξύ της πνεύμα. Τα κύρια χαρακτηριστικά της ήταν η καλοκαρδία της, η γαλαντομία της και το αστείρευτο χιούμορ. Ήταν η μάνα μου.

Κώστας και Αρετή Τραγάρα, στα νιάτα τους.

Αρετή

Στη μάνα μου Αρετή

Τι πάλι παραμύθια
πως δήθεν απ’την ετήσια βροχή λεοντιδών
κι απ’την αστρόσκονη
από την πύρινη ουρά των κομητών
πως έπεσε
κι από ιπτάμενα φλόγινα περιβόλια
πλάσμα επουρανίων.
Και πώς να εξηγήσεις
το καθεμέρας άκουσμα
των πρωινών κυμάτων;
Μήπως δραπέτης της φωταύγειας
κρυστάλλινων γιγάντων
με κόκκινες παντιέρες
που καθρεφτίζονται, νείρονται, καμαρώνουν
τρεμουλιαστές σκιές
σε κάτασπρες παλλίρροιες
και άπιαστους και άγνωστους θεούς
σε δέρμα λουλουδένιο
σε ηλιοτρόπιο και σε θαλασσινό αφρό;
Λάγνα αστροκοπιά
σα στρίβει στη γωνία
κι ο άνεμος αλλάζει
κι ανοίγoυν τα σκοτάδια
και φέγγουν τα ερμικά
και σταματούν οι πονεμένες προσευχές
με ήλιο λαύρο χορευτή
σε αφρικάνικους ρυθμούς;
Μήπως των αμαζόνων αρχηγός
θεά σε άσπρα αλόγατα
μια θάλασσα και μια φωτιά
ομίχλης γαία μάνα
όπου ανθίζουν μουσικές
και λάμπουν χιόνια άνθια
και έρωτας του δειλινού;
Μα ναι την εγνωρίσατε.
Αυτή είναι η Αρετούλα.

Σάββατο, 18 Δεκεμβρίου 2010

ΖΗΤΙΑΝΟΙ ΤΩΝ ΤΡΙΟΔΩΝ



Μικροί και ολίγοι οι επιφανείς στρατηγοί
στα ζωηρά χρώματα
χάρτινων ερυμνών
οι βακχικές κραυγές αλλοτινών καλόμοιρων
κόπηκαν μετά τη μέλαινα βροχή
και τώρα ζητιάνοι των τριόδων
ορκίζονται πως δεν ακούμπησαν
το άλσος της Δήμητρας
ψηλαφητά στο έρεβος του Εριχθόνιου
αναζητώντας στο κόκκινο ποτάμι
δύο σταγόνες από το αίμα της Γοργούς
για να κρατήσουν τη θανατηφόρο.

Σ. Τραγάρας: "Ακολουθεί δεξίωσις"

Τετάρτη, 15 Δεκεμβρίου 2010

Φαγιά και μαγειρέματα (Μέρος δεύτερο)

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ



Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Φαγιά και μαγειρέματα (Μέρος δεύτερο)


Συνεχίζουμε με τις ιδέες για λημνιακές γεύσεις και λημνιακά εδέσματα, με σκοπό την οικονομική άνθηση της Λήμνου, αλλά και της εθνικής μας οικονομίας γενικότερα. Επειδή όμως τώρα πια, όλοι στην Ελλάδα μαγειρεύουν, τα εδέσματα πρέπει να έχουν μια πρωτοτυπία, να φέρνουν κάτι το καινούργιο. Το πτι στιφάδο και τσούτσλο καπαμά, είναι βέβαια κλασική γεύση, όταν όμως συνοδεύεται από μια διαφημιστική καμπάνια, στην οποία θα προβάλλονται οι διαφορές και οι ιδιαίτερες γευστικές αποχρώσεις ανά χωριό, τότε γίνεται πιο ελκυστική. Π.χ. «Το πτι που ψάχνω γω να δγιω / α ψάξω στα χωριά να βρω. / Απή την Πλάκα πλακερό / κι απ’ τη Σκαντάλ’ σκαντάλ’κο / Ζβέρδγια Σαρδές εν αορνό / και το Κορνιώτκο μοιαζ μ’ ορνό. / Απή τν Ατσκή μυρίζ σα σταρ / και στο Πορπούλ τυρένιο / Κούταλ’ κι Μούδρο έναι αρμυρέλ’ / κι στο Γκοντγιά μπουζένιο. / Απ’ το Καρπάσ’ εν τουρλωτό / το Καστερνό αφράτο / Θάνος, Πλατύ, Καλλιόπ, αυγό / καθέρσε το και φάτο». Βέβαια το πτι εκτός από στιφάδο θα μπορούσε να προσφερθεί με την κατάλληλη επεξεργασία και ως γλυκό. «Το πταρούδισ’ το πταρδέλ’ / έναι πιο γυλ’κό π’ το μελ’ / κι όντας θμων’ κι όντας τσουχλίζ / κόμα πιο πολύ γυλ’κίζ». Και μια που μιλάμε για μέλι, υπάρχει και συνδυασμός διαφόρων «γεύσεων» που τα περιλαμβάνει όλα αυτά, όπως μας λέει η λαϊκή λημνιακή σοφία διά του ακολούθου άσματος. «Καφεδέλ’ στο τσεζβεδέλ’ / παραφτέρωσ’ με το μελ’ / ένα τζέγαρο βαρβάτο / και το πτούδισ’ μες στο πιάτο». Υπάρχει και η ποικιλία «πτι κυδωνόπαστο». «Τς Αγγελ’κώς το αγγελ’κό / σα γκ’δωνόπαστο γυλ’κό / σα μελών’ και κιν’κατίζ / τη γκεφάλα τη γκδουνίζ». Το πτι μπορεί να διατίθεται και σε άλλες γεύσεις, όπως π.χ. ο σαμσάς. «Στν αγκελ’σά παγαίν’ς τη σκολ’ / και βαστάς το παρασόλ’ / σουσουμιάγ’ς με παραστόλ’ / το πταρδέλισ’ το τριζάτο / σα σαμσάς εν μες στο πιάτο». Τα μπαχαρικά όπως το κύμινο είναι δυνατόν να κάνουν πολύ γευστικό το αποτέλεσμα. «Αρέζ πολύ ο κύμναρος / που βάζνε στο γκολ’βόζμο / φους στλιζ όπως κι ο πούταρος / να τον ορφάς ολόζμο». Όμως εκτός από γλυκό το πτι μπορεί να μετατραπεί το ίδιο και σε ζαχαροπλάστης. «Άδγειο ήνταν το πουτί / κι έκαμνε γλυκό τς ορνοί».
Πέραν βέβαια της γευστικής πανδαισίας πρέπει να τονίζεται και η θρεπτική σημασία του για τον οργανισμό. «Κολιό να τρως τον Αύγουστο / και πτι ούλο το χρόνο / μη μπαθς αβιταμίνωσ’ / κι εχ’ς κανένα πόνο». Όπως λέει και η παροιμία, τρώγοντας έρχεται η όρεξη, και βαθμηδόν οι νέες γεύσεις θα αντικαταστήσουν τις παλιές. «Το κοματούδ γίν’κε κομάτ / και το κομάτ κομάτα / καλύτερό ’ναι ένα πτουδ / από τυρί, ντομάτα». Ο εκσυγχρονισμός απαιτεί βεβαίως και υπηρεσίες ντελίβερι, ώστε να αποστέλλονται τα δέματα με τα φαγητά αμέσως και με μπιλιετάκι μέσα. «Μέσα σε δέμα σ’ έστειλα / δώρο μες απ’ τη ψχη μ’ / τα δυο τα βζούδια μ’ καπαμά / και λιόπαστο το πτι μ’». Και μετά με μαθηματική ακρίβεια έρχεται η οικονομική άνθηση. «Αχελώνα στο μπαγίρ / πιασ’ το πτισ’ να δγεις χαγίρ».
Αγαπητοί αναγνώστες κατά πως βλέπω, μάλλον θα συνεχίσουμε και στο επόμενο τη γευστική θεματολογία. Εν τω μεταξύ πταροευτυχείτε και μην πουτολαχταράτε.

Τρίτη, 14 Δεκεμβρίου 2010

Νιότη



Ναι, χαμογέλα το γελάκι σου
χέρι στη μέση
και τα σοσόνια σταυρωτά.
Ζώντες και τεθνεώτες
γιατί να λογαριάσεις
ψιθύρους χαιρετίσματα
σου στέλνει η σελήνη
άκου τους θρόες των νεφών.
Τα μυστικά του χρόνου
αργούν κι αργούν
να γίνουν πρόεδροι δικαστηρίων.

Σ. Τραγάρας: "Από τη Λήμνο θερμαστής στο θωρηκτό Αβέρωφ".

Κυριακή, 12 Δεκεμβρίου 2010

Τα δώρα των μάγων



Τα δώρα των μάγων περίμενε
μαλάκα ε μαλάκα
τα δώρα των μάγων
και τους καλικαντζάρους
καλικάντζαρε
ανέβα στα φωτισμένα δέντρα
χάιδεψε το χριστουγεννιάτικο αρκουδάκι
χαιρέτισε στρατιωτικά
τα πέτρινα πρόσωπα
κάνε το σταυρό σου
στα πεταχτά μαντολίνο
να τα πούμε
να τα πείτε
στη δημοκρατία των όρχεων
κοιμήσου χαμογελαστός
ανυποψίαστος
μαλάκα ε μαλάκα
αρχιμαλάκα.

Σ. Τραγάρας: "Ακολουθεί δεξίωσις".

Σάββατο, 11 Δεκεμβρίου 2010

Τα βήματα



Άκουσα πάλι τα βήματα
της σιδηράς κορύνης.
Ποιος τυλιγαδοπόδαρος Περιφήτης
να περνά
ποιος Χάροντας μπαντέτσος του Φλεβάρη.
Άκουσα πάλι τα βήματα
και πάλι δεν φοβήθηκα
τι ειν’ τα παράθυρα κλειστά από καιρό
και γω το ξάγι μου το έχω πληρωμένο.

Σ. Τραγάρας: "Από τη Λήμνο θερμαστής στο θωρηκτό Αβέρωφ"

Παρασκευή, 10 Δεκεμβρίου 2010

ΠΟΙΟΣ ΘΥΜΑΤΑΙ ΤΟΝ ΜΠΟΜΠΙ ΣΑΝΤΣ;



Σήμερα στο νοσοκομείο, στην ιατρική επίσκεψη, με αφορμή την προβληματική σίτιση κάποιου ασθενή, ανέφερα το όνομα του Μπόμπι Σαντς. Στην ερώτηση κάποιου νέου γιατρού, ποιος είναι αυτός...ο Μπόμπι Σαντς και βλέποντας τα χάσκοντα στόματα των υπολοίπων, ρώτησα αν κάποιος τον...ήξερε. Μου προξένησε τεράστια έκπληξη το γεγονός, ότι κανείς γιατρός, καμιά νοσηλεύτρια, ούτε η προϊσταμένη, αλλά και κανείς ασθενής, δεν γνώριζε αυτό το όνομα. Σε λίγο μια ομάδα εργαζομένων ενός πασίγνωστου ελληνικού αριστερού κόμματος επισκεπτόταν τους θαλάμους μοιράζοντας προκηρύξεις για τα νέα μέτρα της κυβέρνησης, που αφορούν το λεγόμενο ολοήμερο νοσοκομείο, κλπ. Τους ρώτησα κι αυτούς για τον Μπόμπι Σαντς και βέβαια κι αυτοί δεν τον είχαν ακουστά. Δεν κάνω τον πολύξερο. Άπειρες φορές πιάνω τον εαυτό μου να μην γνωρίζει πρόσωπα και πράγματα, που λογικά θα έπρεπε να γνωρίζω. Όμως ομολογώ ότι η σημερινή εμπειρία ήταν μια ψυχρολουσία. Το αφήνω χωρίς σχόλια.
Παρακάτω παραθέτω μερικά στοιχεία για τον Μπόμπι Σαντς που σταχυολόγησα από το διαδίκτυο. Μερικά μόνο, μην πάθουμε και…υπερκόπωση.

ΙΡΛΑΝΔΙΑ: 29 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΕΡΓΙΑ ΠΕΙΝΑΣ
ΤΩΝ ΜΑΧΗΤΩΝ ΤΟΥ IRA
Φέτος συμπληρώνονται 29 χρόνια από τότε που 10 Ιρλανδοί μαχητές του IRA πέθαναν το 1981, στην «Ιρλανδική Απεργία Πείνας», μια εκστρατεία που ξεκίνησε για να ανακτήσουν τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα οι πολιτικοί κρατούμενοι, που βρίσκονταν στις φυλακές της Βρετανικής κυβέρνησης.
Η απεργία πείνας οδήγησε στον τερματισμό τής πολιτικής της Βρετανικής κυβέρνησης, που είχε κατατάξει τους Ιρλανδούς μαχητές στη Βόρεια Ιρλανδία ως ειδική κατηγορία χωρίς δικαιώματα.
Tο ειδικό καθεστώς κράτησης των Ιρλανδών πολιτικών κρατουμένων είχε ως στόχο να κάμψει την πειθαρχία και την οργάνωσή τους ως πολιτικών κρατουμένων. Ήταν μέρος της συνεχιζόμενης στρατηγικής ποινικοποίησης της αντίστασης στη Βρετανική κατοχή.
Ως απάντηση σ’ αυτή την κατάσταση οι κρατούμενοι του Ιρλανδικού Δημοκρατικού Στρατού (ΙRΑ) και του Ιρλανδικού Εθνικού Απελευθερωτικού Στρατού (INLA) ξεκίνησαν τη «διαμαρτυρία της κουβέρτας», όπου οι κρατούμενοι αρνούνταν να φορούν τις στολές της φυλακής και είτε περπάταγαν γυμνοί ή έφτιαχναν ρούχα από τις κουβέρτες τους.
Οι διαμαρτυρίες αυτές είχαν ως στόχο την εξασφάλιση «Πέντε Αιτημάτων».
-το δικαίωμα να μη φορούν τις στολές της φυλακής
-το δικαίωμα να μην εργάζονται για τη φυλακή
-το δικαίωμα της ελεύθερης συναναστροφής τους με άλλους κρατούμενους
-το δικαίωμα να οργανώνουν τις δικές τους εκπαιδευτικές και ψυχαγωγικές δραστηριότητες
-το δικαίωμα σε μια επίσκεψη, ένα γράμμα και ένα πακέτο ανά εβδομάδα.
Τον Οκτώβριο του 1980 ξεκίνησε η πρώτη απεργία πείνας. Σ’ αυτήν συμμετείχαν άντρες και γυναίκες από τρεις διαφορετικές φυλακές. Μετά από δυο μήνες και μ’ ένα κρατούμενο πολύ κοντά στο θάνατο, η Βρετανική κυβέρνηση φάνηκε να αποδέχεται το αίτημα των κρατουμένων να φορούν τα δικά τους ρούχα. Η απεργία σταμάτησε τον Δεκέμβριο, προτού πεθάνει κανένας.
Μετά από μερικές βδομάδες, έγινε ξεκάθαρο ότι η Βρετανική κυβέρνηση δεν είχε καμιά πρόθεση να ικανοποιήσει τα αιτήματα των κρατουμένων και απλά τους εξαπάτησε για να σταματήσουν την απεργία πείνας. Στις 1 Μάρτη του 1981, ξεκίνησε μια νέα απεργία πείνας.
Ο Μπόμπι Σαντς, ένας από τους ηγέτες του ΙΡΑ, ήταν ο πρώτος που αρνήθηκε να παίρνει τροφή. Οι απεργοί πείνας ήξεραν ότι κατά πάσα πιθανότητα θα πεθάνουν καθώς η Θάτσερ, πρωθυπουργός τότε της Βρετανίας, είχε δημόσια απορρίψει κάθε συμβιβασμό.
Ο Mπόμπι Σαντς είχε δηλώσει: «Δεν θα με σπάσουν καθώς η επιθυμία για ελευθερία και για την ελευθερία του Ιρλανδικού λαού βρίσκεται στην καρδιά μου. Θα φθάσει η μέρα όπου όλος ο λαός της Ιρλανδίας θα έχει την επιθυμία για ελευθερία. Τότε θα αλλάξουν τα πράγματα».
Ο Σαντς ήταν ένας μεγάλος αγωνιστής και πήγε φυλακή για πρώτη φορά στα 17 του για τις δραστηριότητες του στον ΙRΑ. Το υπόλοιπο της ζωής του, πέρα από μια σύντομη περίοδο έξι μηνών, το πέρασε στις φυλακές όπου διάβασε πολύ, ιδιαίτερα τα κείμενα του Τσε Γκεβάρα. Λίγο πριν την έναρξη της απεργίας πέθανε ένας ανεξάρτητος Ιρλανδός βουλευτής. Ο Σαντς ήταν υποψήφιος για τη θέση του μακαρίτη βουλευτή και εκλέχτηκε τελικά στις 9 Απριλίου του 1981 κερδίζοντας με 30.492 ψήφους τον φιλοβρετανό υποψήφιο Γουέστ. Μετά από τρεις βδομάδες, στις 5 Μαΐου του 1981 και ύστερα από 66 μέρες απεργίας πείνας, ο Σαντς πεθαίνει στο νοσοκομείο της φυλακής. Ήταν 27 χρόνων. Η ανακοίνωση του θανάτου του προκαλεί την οργή των Ιρλανδών και ταραχές στους δρόμους της Βόρειας Ιρλανδίας.
Στην κηδεία το φέρετρο του Σαντς το ακολουθούν 100.000 άνθρωποι. Μια γκάιντα στην κεφαλή της νεκρώσιμης πορείας έπαιζε ένα τραγούδι που έγινε δημοφιλές από τους υποστηρικτές των απεργών πείνας:
«Δεν θα φορώ του κατάδικου τη στολή,
πειθήνια δεν θα υπηρετήσω την ποινή μου,
και ας αποκαλεί η Βρετανία τον αγώνα της Ιρλανδίας
800 έτη εγκλήματος». Το καλοκαίρι πέθαναν ακόμα 9 απεργοί πείνας. Τα ονόματα τους ήταν: Francis Hughes, Patsy O’Hara, Raymond McCreesh, Joe McDonnell, Martin Hurson, Kevin Lynch, Kieran Doherty, Thomas McElwee και Michael Devine.
Στα τέλη του καλοκαιριού η απεργία πείνας άρχισε να σπάει καθώς ο Καθολικός κλήρος πέτυχε να πείσει τις οικογένειες των κρατουμένων που είχαν χάσει τις αισθήσεις τους να τους ταΐσουν ενδοφλεβίως. Αφού συνέβη αυτό μ' έναν αριθμό κρατουμένων, ο ΙRΑ και ο INLA σταμάτησαν την απεργία μετά από 217 μέρες, στις 3 Οκτώβρη του 1981. Στη συνέχεια, η Βρετανική κυβέρνηση ικανοποίησε τα αιτήματα των απεργών πείνας, «σιωπηλά» και χωρίς ποτέ όμως να τους θεωρήσει πολιτικούς κρατούμενους. Η απεργία πείνας οδήγησε σε μια αναζωογόνηση της αντίστασης κατά της Βρετανικής κατοχής και της δραστηριότητας του ΙRΑ, που οδήγησε σε πολλές νέες στρατολογήσεις. Η δραστηριότητα του Σαντς για το κοινοβούλιο, ως υποψήφιος και απεργός πείνας ταυτόχρονα ενέπνευσε την στρατηγική της «ένοπλης πάλης και των εκλογών», όπου το Σιν Φέϊν συμμετείχε στις εκλογές σ’ όλη την Ιρλανδία ενώ ο ΙΡΑ συνέχιζε την ένοπλη αντίσταση κατά του Βρετανικού στρατού και των δεξιών παραστρατιωτικών δυνάμεων.
Ο θάνατος των δέκα μαρτύρων πείνας, προκάλεσε την αηδία και την αποστροφή για το Βρετανικό ιμπεριαλισμό σε ολόκληρο τον κόσμο. Επίσης κινήματα αντίστασης ανά τον κόσμο εμπνεύστηκαν από την πάλη τους.
Στο νησί Robben, ο Μαντέλα με μια ομάδα κρατούμενων ξεκίνησε απεργία πείνας, που ήταν εμπνευσμένη από τον Μπόμπι Σαντς και τους συντρόφους του. Μεταξύ των άλλων αιτημάτων, απαίτησαν τα μικρά παιδιά τους να τους επισκεφτούν. Μετά από έξι μέρες ο Μαντέλα πέτυχε μια συμφωνία με τις αρχές της φυλακής.
Τον Ιούνιο του 1981, μια ομάδα Παλαιστινίων κρατουμένων στη φυλακή Nafha έστειλε ένα γράμμα στις οικογένειες των απεργών πείνας που ανέφερε: «Εμείς, επαναστάτες του Παλαιστινιακού λαού, σας γράφουμε αυτό το γράμμα από την έρημο της φυλακής Nafha. Σας χαιρετίζουμε και είμαστε αλληλέγγυοι μ’ εσάς στη σύγκρουσή σας με την καταπιεστική, τρομοκρατική κυριαρχία που επιβλήθηκε στον Ιρλανδικό λαό από τη Βρετανική ελίτ…»
Επίσης στο Ιράν, η κυβέρνηση τότε είχε αλλάξει το όνομα του δρόμου μπροστά στη Βρετανική Πρεσβεία και από οδός Ουΐνστον Τσόρτσιλ μετονομάστηκε σε Μπόμπι Σαντς. Η πρεσβεία τελικά άλλαξε την πόρτα της, ώστε να μην βρίσκεται στο δρόμο που φέρει το όνομα ενός «τρομοκράτη».

Ο αγώνας των Ιρλανδών μαχητών και μαρτύρων, είναι σήμερα περισσότερο από ποτέ αξιοπρόσεκτος, μετά και το γολγοθά που ανεβαίνει η Ιρλανδία με την οικονομική κατάρρευση και τις δυσκολίες του πολυβασανισμένου ιρλανδικού λαού, που σε πολλά μοιάζει με τον ελληνικό λαό.

Πέμπτη, 9 Δεκεμβρίου 2010

Φόβος κανείς

Φόβος κανείς



Το τροχισμένο σου κοντάρι
κρύψε στον καλαμιώνα
μολυβδομάντεις γέμισαν τον τόπο
μα πάλι θ’ αστοχήσουν οι χρησμοί τους
το πέρασμα είν’ από δω
στις αυλακιές των μπαμπακιών
έραδε οι φύλακες ιερείς της Πελασγίδος
λατόμοι σκαφτιάδες θεριστές
ικτήρες αξυπόλυτοι
δεξίπυροι ακαείς Λημνιοί μουτζούρηδες
φύτρες του Ηφαίστου
τον καλαμιώνα εγώ τον φύτεψα
ριζάρι στην πλημμύρα
μου λέει τα μυστικά του και του λέω
τα μύχια πετράδια τα ζυγιασμένα στο βεζνέ
μάταια όσα κοντάρια και να κρύψεις
αφέντη σκοτεινέ
αφέντη τριτοξάδερφε
εδώ είν’ δικός μας τόπος
τις τρομερές Φορκίδες τις νικήσαμε
στον πόντο προ πολλού.

ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΡΑΓΑΡΑΣ: "Από τη Λήμνο θερμαστής στο θωρηκτό Αβέρωφ"

Τετάρτη, 8 Δεκεμβρίου 2010

ΤΑΓΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΡΚΟΥΔΑ

ΤΑΓΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΡΚΟΥΔΑ



Τώρα στα μαύρα ρούχα
κρύα φλόγα σε φηκάρι
καλαμπόκι Σεπτεμβριανό
μον’ να θεοπροπώ κι ας μη μ’ ακούνε
εδά είμαι γέρος
δόξα σοι ο θεός
νόθα αδέρφια του Τάλω
πήρατε μόνε τη σιδεριά
και την οξείδωση
ν’ αφήνετε τις πόρτες ανοιχτές
για να στεργιώνει ο τοίχος
πορέψτε τουλάχιστον
ταγή για την αρκούδα
μεράδι της
σα σας πατήσει στα νεφρά
να γιάνετε.

Σημειώσεις:
Φηκάρι. Θηκάρι, περίβλημα.
Θεοπροπώ. Προφητεύω.
Εδά. Τώρα (Κρητικό).
Τάλως. Χάλκινος ήρωας της Κρητικής μυθολογίας, «πρόγονος» των σημερινών ρομπότ. Ήταν άτρωτος από πολλά, όπως φωτιά, κλπ, αλλά τρωτός ως μεταλλικός, από την υγρασία και τη σκουριά.
Αφήνετε τις πόρτες ανοιχτές για να στεργιώνει ο τοίχος. Να είστε φιλόξενοι για να είστε ευλογημένοι. Άλλη σημασία: Ανοιχτή πόρτα, λιγότερη υγρασία, στερεότεροι τοίχοι, στερεότεροι άνθρωποι, αφού ως παιδιά του Τάλω δεν ευνοούνται από την υγρασία.
Ταγή για την αρκούδα. Μέχρι πριν λίγα χρόνια ακόμα υπήρχε η δοξασία ότι αν κάποιος πονούσε στη μέση και τον πατούσε εκεί μια αρκούδα, αυτός θα γινόταν καλά. Οι παλιοί θα θυμούνται τους ξεσταφνισμένους να ξαπλώνουν μπρούμυτα και ο αρκουδιάρης να βάζει την αρκούδα να τους πατήσει. Ταγή για την αρκούδα, ήταν ένα εύσχημο αίτημα του αρκουδιάρη για αμοιβή. Εδώ μάλλον είναι μια προτροπή για ανάληψη ευθυνών.

ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΡΑΓΑΡΑΣ: "Απ' τη σπηλιά του Φιλοκτήτη".

Δευτέρα, 6 Δεκεμβρίου 2010

ΣΑΤΟΥΡΝΙΑ

ΣΑΤΟΥΡΝΙΑ



Τα τέσσερα μάτια της Σατούρνια
σε βλέπουν μέρα νύχτα
γεμάτα απορία
γεμάτα δηλητήριο
βήμα μπροστά και βήμα πίσω
κάψε το φούρνο να βρεις σωτηρία
ψέματα σου είπε η μάνα σου
ψέματα σου είπε κι η μαμή σου
αυτή είναι της πέτρας της πυράς
είναι αερικό που έρχεται
απ’ τη φωλιά των ηφαιστείων
και δεν τη λένε Πεταλίδαρο
αλλά Σατούρνια Πίρι.


Σημείωση:
Στο χωριό μου, την Ατσική της Λήμνου, νομίζω στην αρχή του φθινοπώρου εμφανίζονται κάτι τεράστιες πεταλούδες χρώματος κυρίως καφέ – σταχτί που κουρνιάζουν πάνω στα ντουβάρια, μέσα στους αχυρώνες και στους στάβλους, σε μέρη δηλαδή κάπως σκοτεινά. Στο σπίτι μας συνήθως πήγαιναν στο καλύβι που ήταν ο φούρνος. Αυτές οι πολύ μεγάλες πεταλούδες, που έχουν πάνω τα φτερά τους σχέδια στρογγυλά που μοιάζουν με μάτια προκαλούσαν ένα δέος κυρίως σε μας τα παιδιά, όμως τις πιάναμε αφού ήταν βραδυκίνητες και τις καρφώναμε με καρφάκια στα ανώθυρα και σε άλλα μέρη και έπαιζαν το ρόλο του τροπαίου και του στολιδιού. Η ονομασία που είχαν ήταν πεταλίδαρος ή πετάλ’δαρος. Σχεδόν κάθε καθρέφτης κουρείου είχε στολισμένο και ένα αποξηραμένο πεταλίδαρο. Τις προάλλες εντελώς τυχαία είδα ξαφνικά σε ένα περιοδικό τη φωτογραφία ενός πεταλίδαρου. Τότε έμαθα ότι είναι η μεγαλύτερη πεταλούδα της Ευρώπης, ότι το άνοιγμα των φτερών της φθάνει τα 150 χιλιοστά και ότι η επιστημονική ονομασία της είναι Saturnia pyri.

ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΡΑΓΑΡΑΣ: "Απ' τη σπηλιά του Φιλοκτήτη".

Κυριακή, 5 Δεκεμβρίου 2010

ΤΟ ΙΑΜΑΤΙΚΟ ΔΕΝΤΡΑΚΙ «ΓΙΑΤΡΙΝΑ»

ΤΟ ΙΑΜΑΤΙΚΟ ΔΕΝΤΡΑΚΙ «ΓΙΑΤΡΙΝΑ»



Το αεροπλάνο το Σάββατο σε βγάζει κατ’ ευθείαν
στην αυλή με τους καφέδες
στη μάνα υπεργίγαντα
με το έντονο ερυθρό φως
εκεί ο ασπρονάνος Βενέτα δεν ακτινοβολεί
είναι κρυστάλλινο άψυχο στερεό
που διαβάζει το παρελθόν
στο πατρικό σπίτι δουλεύει ακαταπαύστως
η μηχανή του χρόνου
ένα έτος φωτός
ίσον λίγα κορναρίσματα και γέλια
συνήθως περνά ο Ωρίων πάνω στην τρίκυκλη
αστερισμός και γυρολόγος
βροντά κι αστράφτει όλη η γειτονιά
το παχουλό παιδάκι του στον ώμο
Μπετελγκέζ ή Δημητρός
είναι άρρωστο
πάσχει από έλλειψη υδρογόνου
θα γίνει με τον καιρό
ένα δεντράκι στην αυλή μας
με κίτρινα λουλούδια χωνάκια
που το λένε «γιάτρινα».


Σημειώσεις.

Γιάτρινα. Ένα φυτό που γίνεται μεγάλο σαν δέντρο με κάτι κίτρινα χωνάκια για λουλούδια και που φύεται τα τελευταία 50 χρόνια τουλάχιστον στον κήπο του πατρικού μου σπιτιού. Πότε είναι τεράστιο, πότε χάνεται τελείως για πολύ καιρό αλλά ξαναφυτρώνει, πάντοτε σε άλλη θέση. Υποτίθεται ότι τα φύλλα του έχουν ιαματικές ιδιότητες κυρίως αν τα τοποθετήσει κανείς πάνω σε πληγές, αλλά σιγά – σιγά οι θεραπευτικές του δυνατότητες έχουν επεκταθεί σε κάθε αρρώστια. Η μάνα μου το προτείνει με μεγάλη προθυμία, στην προσπάθειά της να βοηθήσει, σε κάθε αρρωστοχτυπημένο. Δεν γνωρίζω πώς το λένε επιστημονικά, το όνομά του στην κοινή γλώσσα είναι «γιάτρινα» και συνειρμικά μου φέρνει στο μυαλό όλους τους δυστυχείς, που πριν τελειώσει το λαδάκι τους είχαν μια ελπίδα σ’ αυτό το φυτό.
Στη μάνα υπεργίγαντα με το έντονο ερυθρό φως. Τα πρόσωπα συγχέονται με άστρα λόγω της μακράς ζωής τους, της μόνιμης, θαρρείς αιώνιας, παρουσίας τους.
Ο Ωρίων. Είναι ο περίφημος κυνηγός της μυθολογίας και ένας από τους πιο λαμπερούς αστερισμούς. Η επιβλητική παρουσία του Ωρίωνα στον ουρανό τον κάνει εύκολα αναγνωρίσιμο λόγω των ιδιαίτερα λαμπρών κύριων άστρων που σχηματίζουν το σκελετό του, ο οποίος αποτελείται από τέσσερα λαμπρά άστρα που σημαδεύουν τους ώμους και τα γόνατά του και άλλα τρία άστρα που σημαδεύουν τη ζώνη του. Τα άστρα που σχηματίζουν τους ώμους του αρχαίου κυνηγού είναι ο κοκκινωπός Μπετελγκέζ και η γαλαζωπή Μπελατρίξ. Ο Μπετελγκέζ (α Ωρίωνα), που στα αραβικά σημαίνει «ο ώμος του γίγαντα» είναι ένας κόκκινος υπεργίγαντας με μάζα 20 φορές τη μάζα του Ήλιου και διάμετρο 650 φορές τη διάμετρο του άστρου μας. Η Μπελατρίξ (γ Ωρίωνα), που στα λατινικά σημαίνει «θηλυκή πολέμαρχος» είναι ένα γαλάζιο άστρο με διάμετρο 6 φορές τη διάμετρο του Ήλιου.

Κυριακή, 28 Νοεμβρίου 2010

Η ΑΝΤΡΟΥΠΤΣΑΡΑ

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Η αντρουπτσάρα



Σιγά μην έναι αντρουπτσάρα. Για όποιον δε ξερ, έναι γαδαρουπτσάρα.

Δεν σας αρέσουν τα βωμολοχικά; Αισθάνεσθε αμηχανία ή συστολή όταν τα ακούτε; Μήπως τα βρίσκετε χυδαία; Ποιος όρισε και ξεχώρισε τις «κακές» από τις «καλές» λέξεις; Σε ποιον δεοντολογικό κώδικα – φετφά με ανεξίτηλα ιερά γράμματα είναι καταγεγραμμένη αυτή η διαίρεση; Αγαπητοί αναγνώστες μη ταρασσέσθω υμών η καρδία. Ο μόνος διαχωριστικός κώδικας είναι αυτός της απύθμενης υποκρισίας. Όλες οι λέξεις είναι ωραίες, ακόμα και οι άσχημες.
Τι είναι η αντρουπτσάρα; Εις το λημνιακό ιδίωμα θα μπορούσε να είναι η μεγάλη πέα του άνδρα (άντρας + πουτσάρα), αλλά όχι, είναι η…ντροπαλή. Την ιστορία που ακολουθεί μου την είπε ο Χρήστος Κολλερός.
Παραχουργιού ήνταν γοι Ρουπαν’δγιώτες, κι σα τ’ ζτήξαν, γοι γουνοί τς τν αρβωνιάσαν. Αφράτ, γιρουδεμέν’, ουλογέλαστ, έδχτε αν’χτόκαρδου άτουμου, άμα κειν’ τα φωτερά τς απ’ τ’ μπάτουσ’ δε ντα σήκουνε κι έδχτε μουγάλ’ σουβαρότ. Μήδε λόγια παραπανίσα, μήδε αστόχαστες κουβέντες κι δλιες. Τ’ μπρωτ μέρα που τ’ βάναν μες στ’ γαμπρού του σπίτ, με του που φέραν τς μπακλαβάδις κι χεροφίλ’σε τα πεθερκά τς, έκατσι σι μια μπάντα κι λαλιά δεν ήβγαλε απ’ του στόμα τς. Καμιά βουλά, ου πεθερός τς τ’ λεγ’, ν’φούδα μας μαθέ πε μας δα κι συ καμιά κουβεντούδα στρογγ’λή (είχε μαθέ στου νου τ’ του λημνιό χουρατό, «ούλο στρογγ’λές κουβέντες να λες»). Λεγ’ η νυφ: -Σα ντι κουβέντα θέλτε να σας πώ; -Να πε για τίποτα στρουγγ’λά καθήμενα, τς λεγ’ ου πεθερός μι νόημα, σάματις η νυφ ήνταν βουβάλ’ κι δε γκατάλαβε του πονόγ’ζμα. Κι κειν’ δε ντου χάλασι του χαντήρ, κι είπε ταβάς, ταβαδέλ’ χαρανί, διρμόν, πεκ’ μπερντέμ τ’ μπεριχύθκε ένα δγιάπλατου χασκόγελου, που έξυψεν του μούτσνου τς, αλλά γλήγουρα ξαναγίν’κεν σουβαρή.
Να δγεις, δεν αργήσαν να βλουγ’θούνε, αφούς σι λίγες μέρες γίν’κεν ου γάμους. Τ’ μπαράλλ’ ταχ’νάδα παγαίν’ στου σπιτ τς πεθεράς τς, να τ’ γκαμ βίζιτα κι δεκεί γλεπ ένα ζμαρ παιδέλια που παίζαν. Τότες απουρεμέν’ ρουτά ποιανού έναι ούλα τούτα τα κουρμιά. Τς ξαδέρφς τ’ άντρα σ’, τς απλογιέται η πεθερά τς. Μάνα γω, κάμεν’ η νυφ, κειν’ μαθέ δεν εχ’ μνι, αλλά ποκατνό γάβανου κι αχεντρώνα αλών’, που κάτσεν κι ξεφούρενσεν τόσο παιδγιογόν’. Γη πεθερά σαν άκσεν τν ασύτχια κι αντρουπτσάρα νυφ να λεγ’ τέτοια αξεδγιάντρουπα, μο κι είχε μπαντρευτεί, δαγκάθκεν κι γίν’κεν παπαρούλα κατακνίκατ, μαθέ σε λεγ’, ολούρμεν; Για δε τούτου, μόλις φάν’κεν ου άντρας τς, τουν λεγ’ αχ άντρα μ’ η νυφ μας έναι μια βρουμόγλουσσα, κι τουν αραδγιαζ μι του νι κι μι του σίγμα ούλες τς μπρούσκες συτχιές. Δε μπουρεί, θα λαθεύς τς κάμεν’ εκειός, άσε θα του δγιαπιστώσου ου ίδγιους. Κι μια κι δγυο παγαίν’ στου σαθήρ που έκαμνε δλια η νυφ κι τν αρουτά. Δε με λες ν’φούδα μας, φέρτε τίπουτας κουβέντα με τ’ μπεθερά σ’ για τα παιδέλια κι κακουλόγ’σες; Κι απαντά η νυφ: Ου θεός να μη ντο καμ, αχ πεθερέ μ’, α νείπα ιγώ κακό λόγο, να πεσ’ ένα αστροπελέκ’ πα στου τρίκουρφου σ΄, να σ’ ανοίξ ένα τρύπαρου σα ντου γκώλαρου σ’, κι ναχ’ κι ένα φτίλαρου σα ντου ψώλαρου σ’.

Κυριακή, 21 Νοεμβρίου 2010

Φαγιά και μαγειρέματα (Μέρος πρώτο)

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Φαγιά και μαγειρέματα (Μέρος πρώτο)




Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Ότι ώρα κι αν ανοίξει κανείς την τηλεόραση, σε όλα τα κανάλια, πέφτει πάνω σε εκπομπές μαγειρικής. Την ώρα που πολλοί τραβούνε μαύρη πείνα, η τηλεόραση…μαγειρεύει. Η χώρα έχει μετατραπεί σε ένα απέραντο τηλεοπτικό μαγειρείο. Κάποιοι, κακόβουλοι βεβαίως, υποψιάζονται ότι αυτό είναι σχέδιο της κυβέρνησης, για να…ταΐζει τουλάχιστον νοερώς τους ξενηστικωμένους Έλληνες. Σκέφτηκα ότι, η Λήμνος, που διαθέτει τόσο αγνά προϊόντα, θα μπορούσε να τα εκμεταλλευτεί, να τα προβάλλει και να τα εξάγει, ώστε να αναπτυχθεί οικονομικώς. Και επιπλέον να προβάλλει και παλαιά, ξεχασμένα είδη, ως νέες γεύσεις. Ένας συνδυασμός π.χ. κλασσικών και νέων γεύσεων είναι αυτός που λέει το δημώδες λημνιακό άσμα: «Το χοίρνο κάμεν’ καβουρμά / η όρεν’θα σουπούδα / το κνελ’ στιφάδο κοκκιν’στό / κι το χοζμέτ μες στ’ σούδα / ο τσούτσλος εν για σουγελ’στός / τα δύμια παστωμένα / το πτι σ’ σα σύκο λιόπαστο / με τα φλαρούδια αν’μένα».
Αρχίζοντας από τα ταπεινά όσπρια θα μπορούσαμε να προσφέρουμε γκουρμέ γεύσεις όπως ο άφκος με ξύβραζμα ή άφκος καβουρμάς, αρβίθια μπαντρεμένα με το ρυζ, φάκο με σαρδελούδες παπαλίνα, φασούλες με τς τσγαρίδες, κλπ. Βέβαια χρειάζεται προσοχή στη συνταγή λόγω αεριώδους παρενέργειας: «Άφκο να φας μα νάναι πχτος / μην έναι σα σερμπέτ’ / γιατί α σε πιασ’ καμιά ψιλή / σε λένε χεζαμέτ’».
Τα αυγά που αφθονούν στη Λήμνο θα μπορούσαν να προσφέρονται ως αυγά τγαν’τά με τ’ λιγδέλα, αυγά με το σαμόλαδο, αυγά με το καβουρμαδέλ’, με τα κρομδέλια, με τα κολοκ’θέλια, με το μτσι, κλπ. Βέβαια πιο προχωρημένη ιδέα εκφράζει το τραγουδάκι: «Παρ τς αυγάρεζεμ τς εδγυό / για να τς καμς μεσμεριανό / κι άμα νταντανιάγ’ς και γκωγ’ς / και στη γ’τόν’σσα να τς εδώκ’ς». Ακόμα και τελείως φτωχά είδη, όπως είναι τα κρεμύδια ας πούμε, θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν, προβάλλοντας τις αφροδισιακές τους ιδιότητες «Το κρομύδ πόναι ωμό / χοζμετούδ καν’ καυτερό / ο τσούτσλος νεπυρώνεται / τα δύμια ζεματούνε / και το πταρδέλ’ λιγοθυμά / αν’γοσφαλεί να καμ δροσά».
Τα γαλακτοκομικά λημνιακά προϊόντα είναι πασίγνωστα, θα μπορούσαν όμως να συσχετισθούν με αγροτοβουκολικό τουρισμό ως ακολούθως: «Ταριρί και ταριρί / στο μπακάλ’ παμ για τυρί / και τυρί δε βρήκαμ / το μπακάλη τον δείραμ / και τον δώκαμ δέκα ξλιες / κι ήνταν κι πολύ γερές / ταριρί και ταριρί / πάμε στ’ μάντρα για τυρί / για τυρί για βούτερο / για τ’ κιαχαγιά το βούτζαρο». Ή να προσφερθούν ως απλές γνήσιες γεύσεις: «Άγια βδουλέρα μ’ ζεσταρή / άγια σαλαμουρούδα μ’ / ουλ άγια κι άγιος ο θεός / α βάλω και τν ουρούδα μ’». Και αλλιώς: «Ψωμούδ και τυρούδ / το γκύριο υμνείτε / αν έναι και κρασούδ / τσουτσλή στα επουράνια / αν έναι και πταρούδ / εις πάντας τους αιώνας». Αυτός ο συνδυασμός (ψωμί, τυρί, κρασί, πτι) είναι πολύ δυνατός και αποτυπώνεται επίσης και στο παρακάτω άσμα: «Αμπελούδ για το κρασούδ / και σταρούδ για το ψωμούδ / προβατούδ για το τυρούδ / και το πτι σ’ για το μαλλούδ». Ως προϊόντα επεξεργασμένα, όπως οι διάφορες πίττες: «Τυρόπτα μ’ δωδεκάφυλλη / κολοκ’θοτυροπτούδα μ’ / εγώ α φάγω ντ μπλιότερη / α δώκω κι στ’ γριγιούδα μ’». Κι όταν βέβαια η γριγιούδα τ’ τουτέστιν η …ξερή τρώει τυρόπιττα ξαναζωντανεύει: «Τσουτσλή μ’ κι αν εζαγίφεψες / και γίνηκες ζαμπούνα / μ’ ένα τσουρέκ’ τυρόπιττα / παιγ’ς πάλε σα τζαμπούνα».
Αγαπητοί αναγνώστες, λόγω πληθώρας προϊόντων, θα συνεχίσουμε στο επόμενο. Βολευτείτε τώρα με καμιά κολοκυθόπιττα, αλλά προσοχή μη φάτε κανένα ταβά κι ύστερα λέτε: «Αχ καμένη μ’ κολοκ’θόπτα / σ’ έφαγα κι κολοκόπκα».

Πέμπτη, 18 Νοεμβρίου 2010

ΕΝΑ ΠΑΝΙ ΜΑΣ ΛΕΙΠ ΓΙΑ ΝΑ ΣΑΛΠΑΡΟΥΜ

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ



Παρουσιάζεται το βιβλίο του Χρήστου Κολλερού «ΕΝΑ ΠΑΝΙ ΜΑΣ ΛΕΙΠ' ΓΙΑ ΝΑ ΣΑΛΠΑΡΟΥΜ»

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Αγαπημένοι συμπατριώτες μου, καλησπέρα σας
Κατά πρώτον αισθάνομαι την ανάγκη να δώσω τα συγχαρητήριά μου στο δήμαρχο και το δημοτικό συμβούλιο της Μύρινας, για τη φιλοξενία που προσφέρει σταθερά και επαναληπτικά τα τελευταία χρόνια σε τέτοιου είδους πνευματικές εκδηλώσεις. Τις έχουμε ανάγκη αυτές τις εκδηλώσεις, μέσα σε ένα κόσμο φαστφουντάδικο, με την ευτέλεια να παραμονεύει παντού.
Δεύτερον, θέλω να δηλώσω ότι αισθάνομαι υπερήφανος, που θα παρουσιάσω, θα προσπαθήσω να παρουσιάσω, ένα βιβλίο με μεγάλη αξία, ενός συγγραφέα επίσης με μεγάλη αξία. Αγαπητοί συμπατριώτες, η Λήμνος, πριν όχι περισσότερο από 15 χρόνια περίπου, δεν είχε να παρουσιάσει πολλούς συγγραφείς, αν εξαιρέσει κανείς τη μεγάλη Μαρία Λαμπαδαρίδου – Πόθου και ίσως μερικούς ακόμα. Τα τελευταία χρόνια έχουν εμφανισθεί πολλοί και καλοί συγγραφείς, πράγμα παρήγορο, θα έλεγα χαρμόσυνο, αφού τέτοιους ανθρώπους τους χρειάζεται ο τόπος, σαν μια πρωτοπορία του πνεύματος. Η λογοτεχνία δεν μπορεί να αλλάξει άμεσα καθεστώτα και πολιτικές, μπορεί όμως να κάνει τους ανθρώπους πιο σοφούς και με βαθύτερη αυτογνωσία. Προσωπικά αισθάνομαι μεγάλη χαρά κάθε φορά που εκδίδεται ένα βιβλίο από Λήμνιο συγγραφέα και ιδίως αν το θέμα του έχει σχέση με τη Λήμνο.
Ας πάμε στο βιβλίο τώρα. Το βιβλίο του Χρήστου Κολλερού «Ένα πανί μας λειπ’ για να σαλπάρουμ’» είναι πρωτότυπο, θα έλεγα ασυνήθιστο. Είναι γραμμένο στη λημνιακή γλώσσα, περικλείει δε όλη τη σοφία των παλαιών Λημνιών, μέσα από θρύλους και παραμύθια, ιστορίες και διηγήσεις, τραγούδια, νανουρίσματα και αητειές, που ο συγγραφέας είτε ήξερε είτε συνέλεξε με πολυετή έρευνα, γυρίζοντας από χωριό σε χωριό και από σπίτι σε σπίτι. Βλέποντας στην αρχή του βιβλίου τα ονόματα των ανθρώπων στα διάφορα χωριά οι οποίοι του είπαν τις ιστορίες τους, και διαπιστώνοντας ότι οι περισσότεροι είναι τώρα πεθαμένοι, σκέφτεται κανείς ότι ο συγγραφέας ίσα που πρόλαβε να διασώσει όλους αυτούς τους θησαυρούς.
Η αφετηρία και η πρόθεσή του είναι εμφανής από τον τίτλο ακόμα: Το σαλπάρισμα, το ταξίδι, ένα ταξίδι στους λειμώνες της μνήμης. Λες και ήταν ταγμένος να περισώσει τη μνήμη και να καταγράψει όσα κινδύνευαν να χαθούν. Και ως γνωστόν η μνήμη υπηρετεί τον δικό της αφέντη. Το αποτέλεσμα, θαυμαστό.
Το βιβλίο είναι ένας συνδυασμός λαογραφικής έρευνας και ποιοτικής λογοτεχνίας, αφού αν εξαιρεθούν μερικά σημεία, όπως π.χ. τα τραγούδια, που καταγράφονται αυτούσια, όλο το υπόλοιπο έργο περνά μέσα από τη δημιουργική γραφίδα του συγγραφέα. Είναι εμφανές ότι ο Κολλερός κρατά τον βασικό σκελετό κάθε ιστορίας, το μύθο, αλλά στη συνέχεια την γράφει εξ αρχής, με μια γλώσσα ακραιφνώς παλαιική Λημνιά. Ως εκ τούτου το ύφος σε όλο το βιβλίο είναι ομοιογενές. Οι ιδιωματισμοί παρ’ όλο ότι χρησιμοποιούνται αρκετά πυκνότερα μέσα στο κείμενο, απ’ ότι στην καθομιλουμένη από τους γηγενείς Λημνιούς, είναι τόσο ισορροπημένοι και τόσο εύστοχα τοποθετημένοι, που όχι μόνο δεν δημιουργούν την εντύπωση μιας τεχνητής γλώσσας, αλλά το αντίθετο, την εμπλουτίζουν και της προσδίδουν μια γοητεία παράξενη όσο και ελκυστική. Μπορώ να πω μετά λόγου γνώσεως ότι ο Κολλερός είναι αυτή τη στιγμή μακράν ο βαθύτερος γνώστης της λημνιακής γλώσσας, από οποιονδήποτε άλλον που γνωρίζω. Λέξεις που πολλές είχαν πεθάνει προ πολλού, σώθηκαν, θα έλεγα βρήκαν ανάσταση, μόνο μέσα στα γραπτά του. Το γλωσσικό ιδίωμα είναι το αρχαίο Κασπακινό, που αυθαίρετα θα το ονόμαζα «αορνό», δηλαδή ορεινό, ένα ορεινό βουκολικό ιδίωμα, που μοιάζει με το Σαρδιανό και το Καταλακκινό. Για όσους γνωρίζουν κάπως καλά τη Λημνιακή γλώσσα, το διάβασμα αυτού του βιβλίου λαμβάνει τη μορφή αποκάλυψης. Θα σας ομολογήσω κάτι. Θεωρώντας ότι έχω ένα σημαντικό βαθμό επάρκειας στη Λημνιακή γλώσσα, αισθάνομαι μια ανείπωτη χαρά όταν σε μια κουβέντα με ένα ηλικιωμένο, ή με τη μάνα μου, κλπ, ανακαλύπτω μια καινούργια λέξη, ή μια ιδιωματική φράση, που μου είχε ξεφύγει, που ήταν κρυμμένη και αναπαυόταν για χρόνια μέσα στο κεφάλι ενός άλλου ανθρώπου. Σκεφθείτε λοιπόν πώς ένιωσα όταν διαβάζοντας το βιβλίο του Κολλερού, όχι μία ή δύο, αλλά δεκάδες και ίσως και εκατοντάδες λέξεις και φράσεις, άγνωστες ή μισοξεχασμένες, μου είπαν την καλημέρα τους. Λέξεις άλλοτε εύθραυστες, αέρινες, όμορφες, σαν νεράιδες, σαν πεταλούδες, που μοιάζουν να έχουν επιλεγεί με τη λαβίδα των γραμματοσήμων και ελεγχθεί με το μεγεθυντικό φακό. Άλλοτε σταθερές και γερές σαν βράχος ριζιμιός. Άλλοτε να αιωρούνται πάνω σε ένα σκοινί κι από κάτω γκρεμός. Να σου κόβεται η ανάσα. Λέξεις με την απέραντη ποιητική τους. Λέξεις όμως που μιλιούνται, ή μιλιούνταν. Η ποιητική της γλώσσας ξεκινά πάντα απ’ την απτή πραγματικότητα. Οι λέξεις γίνονται οι ίδιες γεγονός μέσα στην φράση και η φράση γίνεται γεγονός και θέμα μέσα στην κάθε ιστορία. Μετά αφήνουν το μελάνι τους και φεύγουν. Τα ίχνη τους σε οδηγούν στον πυρήνα του μύθου. Ένα ταξίδι γεμάτο έκσταση. Η γλώσσα αποτελεί το υψηλότερο βήμα της ανθρώπινης έκφρασης. Εδώ μια τοπική γλώσσα απλών ανθρώπων αναδεικνύει αμύθητο πλούτο και εξαίσια ομορφιά.
Ο Κολλερός είναι μια πρωτεϊκή φυσιογνωμία της Λήμνου. Κάτι σαν γκουρού. Είχε φυλαγμένα στο υποσυνείδητό του για δεκαετίες, λέξεις, κουβέντες, ιστορίες, σαν τα άμφια του ιερέα μιας θρησκείας, που μοιάζει παράταιρη σήμερα. Από παιδάκι ακόμα συσσώρευε μέσα του όλη αυτή την πνευματική λάβα. Αυτό το ξεχασμένο μάγμα των επιθυμιών του, που ήταν έτοιμο για ηφαιστειακή έκρηξη, κάποτε εξερράγη. Μια ευφυΐα σε έκρηξη.
Βαθύς γνώστης της λημνιακής γλώσσας, ζωής και κουλτούρας, όχι «εκ μαθήσεως» αλλά «εκ βιώσεως». Μάστορας της αφηγηματικής τέχνης, αφού παιδιόθεν θήτευσε στη «σχολή» της γιαγιάς του Αριστέας. Ένας σοφός Ατσικιώτης, πεθαμένος τώρα, έλεγε: «Η μόρφωσ’ κι η αγωγή δε ξεκ’νά ούτε απ’ το γκαφενέ, ούτε απ’ το σκλι, τ’ Ναρλιώτ αλλά απ’ το σελτέ τς γιαγιά σ’ και τς μάνας σ’». Και είχε δίκιο. Ο Κολλερός δεν «καμώνεται» το συγγραφέα των μεγάλων θεμάτων, δεν του αρέσουν οι υψηλοί τόνοι κι αυτό του δίνει πλήρη ελευθερία, ώστε να είναι ο εαυτός του χωρίς κανένα επίχρισμα μεγαλοσχημοσύνης, αλλά με τη σφραγίδα της μεγαλοσύνης. Ο Όσκαρ Ουάιλντ έλεγε: «Κάθε μέρα δυσκολεύομαι όλο και περισσότερο να ζήσω σύμφωνα με τη γαλάζια πορσελάνη μου». Ο Κολλερός δεν έχει καμιά γαλάζια πορσελάνη και δεν μπορείς να τον ξεχωρίσεις από τους ήρωές του, αφού είναι ο ίδιος ένας από αυτούς. Αλλά χωρίς ίσως να το ξέρει, εκεί έγκειται και το θέλγητρό του και η δύναμή του και μ’ αυτή την εξάρτυση μας κατακτά.
Το βιβλίο είναι ογκώδες, αποτέλεσμα τεράστιου μόχθου. Και ακολουθεί και δεύτερος τόμος. Είναι πολύ καλαίσθητο, έργο - καλλιτέχνημα των εκδόσεων Στεφανίδη, φτιαγμένο με το μεράκι του χειροποίητου. Φέρει την πατίνα του χρόνου μιας και αναφέρεται σε εποχές παλιές, δημιουργώντας ένα αίσθημα αναπόλησης.
Ένα παλιό απάλιωτο. Που δείχνει ότι μόνο το μοντέρνο παλιώνει.
Αυτό το είδος των βιβλίων είναι σπάνιο. Αν ψάξετε θα βρείτε ελάχιστα σε όλη την Ελλάδα. Γιατί εκτός της κοπιώδους προσωπικής εργασίας για τη συλλογή του υλικού, απαιτείται και μια εις βάθος γνώση της παλαιάς γλώσσας και βέβαια το ταλέντο το λογοτεχνικό, το οποίο δυστυχώς δεν αγοράζεται στο σουπερμάρκετ. Απαιτούνται με άλλα λόγια πολλαπλές ικανότητες και δεξιότητες, που ο Κολλερός τις έχει στο μέγιστο βαθμό. Παρ’ όλη τη σπανιότητα, το είδος αυτό της γραφής το έχουν υπηρετήσει μεγάλοι μαστόροι, που μπορεί κάποιος να τους ανακαλύψει σε τοπικό επίπεδο. Η γραφή του Κολλερού προσομοιάζει στη γραφή του σχεδόν άγνωστου στο ευρύ κοινό, αλλά εκλεκτού και δαιμόνιου Λέσβιου λογοτέχνη, Στρατή Αναστασέλλη, ενός από τους πιο ιλαρούς γραφιάδες, στα πεζογραφήματα του τελευταίου στην Αγιασώτικη διάλεκτο.
Οι χαρακτήρες του σφύζουν από ζωντάνια. Φαίνεται ότι εκτός του να κουβαλά συνεχώς αναμμένο το μαγικό λυχνάρι της έμπνευσης, διαθέτει και αντένες υπερευαίσθητες, που συλλαμβάνουν και το πιο ανεπαίσθητο θρόισμα, λεκτικό, χιουμοριστικό, κινησιολογικό, ψυχικό. Διαθέτει ένα οξυδερκέστατο βλέμμα για την πιο εύγλωττη λεπτομέρεια. Οι περιγραφές του είναι καθηλωτικές. Ακούστε ένα απόσπασμα από τη διήγηση που επιγράφεται «το γουρτζέλ’».
Άμα γίνταν του σκωτ κι δεν είχαν να πάνε σ’ αλλνού γουρτζέλ’, όπως θμούμι κατά το 1948 στου θκο μας, πομέναν δικεί και κάνταν. Τότε βάζαν μπρος να πίννε και να τρώνε σαλαμούρα, ρουπανίδες, ξερό τυρί, ροδοκοκκιν’ζμένου τγαν’το με τ’ αυγά, σκωτ, λάχανου σαλάτου κι κρομύδ για τν όροξ. Κι καλά, αρχινούσαν, του τραγδούσαν κι τ’ αφεξώναν. Μαύρου αμόλευτου κρασί καλαμπάκ’ απ’ τα μαυραμπέλια, λίρες κι δυναμίτ είχαν τότε μες σ’ ούλα τα κατώγια τ’ Κάσπακα. Γοι μαστραπάδες παίρναν και δίναν. Δε μπρόφταινε γη Λασκαρίν’ να τς γεμίζ. Πιάναν σκώναν το ποτήρ σαπάν κι απ’ ουλ’ άκγις που λέγαν: «Βίβα του πρώτου» κι «εις υγείαν» κι μ’ ένα κλακ παγ’ άδειαζιν του ποτήρ μια κι όξου κι άσπιρζιν ου πάτους. Σα ντου τραβούσαν φραίνταν, σα νάκγες π’ κάμναν μάναααα. Πεκ’ γυρίζουντας ντ μπαλάμ απ’ τ’ ξανάστρουφ, σφουγγίζαν τς μστάκις…..
Αμ περνώντας γη ώρα τόσου πυρολαντίζαν, ανάβαν τα αίματα κι τότε γίνταν του μάλε βρας, άκγις ζβραχνιάρκις φουνές, τραγούδια κρασουπουτ’ζμένα, ανεκατεμένα μι χουρατά κι καθείς τώρα είχι τ’ χαβαδάρα τ’. Γη κουμπανία δεν άργιεν να γιν’ πυρουμέν’ ως ήνταν σα τς λαφιάτις κατακόκκιν’, άρπαν άλλους κανέ ταβαδέλ’, άλλους χλιάργια, άλλους τα χέργια τ’ τσαπτσάρζι μι του τέμπου, ώστουπ να έρτνι ου Βασίλ’ς κι ου Αθανάγ’ς με τς λύρις τς. Δε θέλαν δα κι πουλύ, ντουζντίζαν, βάζαν μπρος του χουρό, κι άκγις τότε π’ τρίζαν κι ταράζαν γοι ξλένις πάτουσες…σένταν κι ου Λευτέρς ου μπαμπάζεμ ήληγι: «Θα θμουνιαστεί να μας πλακώσ’ φουρούμ του παλιόσπτου, να πάθουμ τα γραμμένα τς Λούκαινας».

Ο συγγραφέας όμως δεν είναι ένας απλός καταγραφέας λαογραφικών στοιχείων, ούτε απλώς ένας ιχνηλάτης του κεκρυμμένου και λησμονημένου, αλλά με όποια κριτήρια κι αν εξεταστεί και όποια ζύγια κι αν ζυγιστεί παίρνει επάξια τη θέση του στο λογοτεχνικό στερέωμα. Μπήκα στον πειρασμό να παραθέσω λίγες γραμμές από κείμενο του Παπαδιαμάντη, της δικής μας Λαμπαδαρίδου και του Κολλερού. Τρία εντελώς διαφορετικά είδη γραφής, οι δύο πρώτοι ιερά τέρατα. Παρακαλώ, δεν θέλω να συγκρίνω, και να μην θεωρηθεί αυτό ιεροσυλία. Θέλω να δείξω τι ομορφιά έχουν τα κείμενα όταν οι συγγραφείς έχουν προσωπικότητα.
Αλ. Παπαδιαμάντης: «Η φόνισσα»
Ήτο βράχος εισέχων αποτόμως προς τα έσω σχηματίζων μικρόν ζύγωμα κάτωθεν του οποίου έχασκεν η άβυσσος, η θάλασσα. Άνω του ζυγώματος τούτου υπήρχεν πάτημα, ημισείας παλάμης το πλάτος, όλον δε το πέραμα ήτο τριών ή τεσσάρων βημάτων. Όπως το διέλθει τις έπρεπε να πιασθή από τον άνω βράχον βλέπων προς την θάλασσαν, να πατή με την πτέρναν, και να βαδίζη εκ δεξιών προς τα αριστερά. Η ζωή της εκρέματο από μίαν τρίχα. Η Φραγκογιαννού έκαμε τον σταυρόν της και δεν εδίστασε. Ούτε υπήρχε άλλη αίρεσις ή προσφυγή.
Μαρία Λαμπαδαρίδου: «Πήραν την πόλη πήραν την…»
Άστραψαν οι σταυροί στους τρούλους των εκκλησιών και ασήμισαν τα νερά στη θάλασσα του Μαρμαρά και στον πληγωμένο Κεράτιο, ασήμισε ο Βόσπορος και φίλησε τις τελευταίες μαρμαρυγές, να τις πάρει μαζί του στο ταξίδι του θρύλου, ασήμισαν, ασήμισαν τα βουβαμένα σπίτια και από τα ανοιχτά παράθυρα οι άνθρωποι έντρομοι και μαγεμένοι εκοίταζαν την πανσέληνο, που ανηφόριζε ολόλαμπρη την καμπύλη της κοσμικής αδιαφορίας.
Χρήστου Κολλερού: «Το τάμα»
Μια στερόγα, ένα γερό βασταμένου ζο τ’ Κλεομέν’, κατέβκιε μες στου ντράφου, δω μέσα στο Κακό Μελίσσ’, απ’ τ’ μεριά τ’ Μορασίτ. Ου τράφους ένι κουφτός σάματι κι δράκους κατέβασι το γιαταγάν’ κι έρξεν ντ κουψά τς γης μες στο γιαλό κι πόμνε να γερανίζ ου αγκρέμνας διακόσα με διακοσαπινήντα μέτρα αψήλους. Τόσου κακοδγιέβατους ένι ο τόπος, π’ τα χρόνια τς φτώχιας τότε π’ κυν’γούσαν τς κουράκ’ για τα πουδάρια, δω ήρνταν κι φουλεύαν κι βρίσκαν τν ησυχίγια τς.
Λόγος ευφυής, εκρηκτικός, απολαυστικός, έντιμος, γνήσιος λημνιακός. Χιούμορ υπόγειο αλλά καταλυτικό και κατακλυσμιαίο, που διαποτίζει όλο το έργο. Ατμόσφαιρα εξώκοσμη, αλλά και τόσο οικεία. Ένα έργο ρυθμικό, υποβλητικό, συναρπαστικό. Ένα έργο, που έγινε από αγάπη και με αγάπη, γι’ αυτό είναι τόσο πειστικό και τόσο καθαρό. Μια ψυχαγωγική, μυσταγωγική και άκρως θεραπευτική επιστροφή στο παρελθόν.
Άλλοτε με το κωμικό στοιχείο να ελλοχεύει παντού ή να είναι διάχυτο, άλλοτε το δραματικό και το τραγικό στοιχείο να επικρατεί. Ακριβώς όπως γίνεται και στην πραγματική ζωή. Ξεφεύγει λόγω του λογοτεχνικού ενστίκτου του και της γεροδεμένης λημνιακής του ρίζας και από την παγίδα του γυαλιστερού φολκλόρ και από την παγίδα της ωραιοποιημένης, στρογγυλεμένης, κομμένης και ραμμένης στου καθενός τα ιδιοτελή μέτρα, λεγόμενης «παράδοσης». Δεν αναπαράγει μόνο, αλλά δημιουργεί πολιτισμό. Και για να φτιάξεις πολιτισμό χρειάζεται γερό ένστικτο, κατά τη ρήση του Τσαρούχη.
Οι ήρωες ολοζώντανοι κι ας είναι παλαιικοί, λόγω της αναπαραστατικής δύναμης του συγγραφέα, εισάγουν τον αναγνώστη σε μια ατμόσφαιρα θεατρική, όπου η αδημονία για την επόμενη σκηνή είναι έντονη και όπου το ρεαλιστικό και το φασματικό συνενώνονται πολλές φορές σε μια ευτυχή συνύπαρξη. Μερικοί είναι σαν να βγήκαν κατευθείαν από τους μύθος του Αισώπου (Το λελέκ’ κι τα παιδιά τ’, Ο ασφάλαγκας), άλλοι είναι σαν ήρωες ταινιών του Μπουνιουέλ (Τα πουρτούδια), άλλοι σαν να βγήκαν από ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου αυτές με τον Χατζηχρήστο και τον Βέγγο ( Ου γάδαρους κι ο αστυνόμος, Ου μάρτυρας).
Ο συγγραφέας αποκαλύπτει το θεωρούμενο μη καταγεγραμμένο, το άγνωστο, αυτό που έλεγες δεν θα ξεκλειδωθεί ποτέ. Διώχνει τα πέπλα που σκέπαζαν μια κρυμμένη, μια ναρκωμένη από τα μάγια κακιάς μάγισσας, ξεχασμένη χώρα. Λέει τα ξόρκια του με λέξεις άγνωστες ή λησμονημένες. Και οι λέξεις αυτενεργούν, ζωντανεύουν. Πιάνονται στο χορό με κεχαγιάδες και τσοπάνηδες, με ξωμάχους και μπαξεβάνηδες, με παλικάρια και δροσερές κοπέλες, με αγάδες, καδήδες και παπάδες, με καφενετζήδες και γριές μάγισσες ξεμετρήστρες. Πλησιάζουν και όλα τα ζωντανά της γης και αρχίζουν κι αυτά το χορό. Κουρούνες και πέρδικες, ασφάλαγκες και βαθρακοί, λελέκια και γαϊδουράκια. Και οι οργανοπαίχτες παίζουν τις λύρες τους και τα κλαρίνα. Και όλοι πίνουν ρακιά και κρασιά Λημνιά. Σε ένα αλλόκοσμο και μεθυστικό πανηγύρι. Σε ένα παραμυθένιο κόσμο. Εκεί, που όλοι χωρούνε. Εκεί που δεν μπορείς να πεις, παραφράζοντας τον Καβάφη: «Πού οι Λήμνιοι και πού τα Λημνιακά;» Να λοιπόν οι Λήμνιοι και να τα Λημνιακά. Τα πραγματικά, όχι αυτά τα ψεύτικα, που βλέπουν οι τουρίστες. Εκεί, στην πλατεία της ξεχασμένης χώρας. Κοντά στη θέση του τελευταίου προορισμού, τα «πουρτούδια».
Το βιβλίο «Ένα πανί μας λειπ για να σαλπάρουμ» αποτελεί ένα έργο με πλούσιο λαογραφικό, ανθρωπολογικό και ιστορικό υλικό, έχει στέρεες λογοτεχνικές βάσεις και φιλοσοφικές διαστάσεις και αναδίδει το μυστήριο ενός παραμυθιού.
Έχει αρετές που το ανεβάζουν πολύ πάνω από το επίπεδο της τρέχουσας πεζογραφίας.
Ο Χρήστος Κολλερός αποφάσισε και να μας καταπλήξει και να μας συγκινήσει, και τα πέτυχε και τα δυο. Ο Χρήστος Κολλερός δεν θα ήταν ένας «εκπληκτικός Λημνιός συγγραφέας», εάν δεν ήταν ξεχωριστά ένας «εκπληκτικός Λημνιός» και «ένας εκπληκτικός συγγραφέας».

Τρίτη, 9 Νοεμβρίου 2010

Η βίζιτα τ’ πορδυπουργού στ’ Λήμνο (Νο 3)

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ



Η βίζιτα τ’ πορδυπουργού στ’ Λήμνο (Νο 3)

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας


Προς άρσιν παρεξηγήσεως από την αρχή δηλώνω ότι λέγοντας τον πρωθυπουργό, «πορδυπουργό», δεν εννοώ ότι είναι αυτό που λέμε στη Λήμνο «πορδιάς», τουτέστιν κλανιάρης ή φοβιτσιάρης. Απλώς έτσι προφέρουν οι παλιοί Λημνιοί τη λέξη «πρωθυπουργός». Την άκουσα για πρώτη φορά από το συχωρεμένο Αλέκο Ραμαντάνη από το Προπούλι, και μετά από πολλούς άλλους. Ένα πρωθυπουργό δεν τον αποκαλείς ποτέ, πορδιά, αλλά ούτε και πορδαλή, πορδίλο, πορδοάρωμα, πορδαλ’μένο, πορδοκλανιά, πορδοχεζά, πορδοκούραδο, πορδοβρωμίλο, πορδοποφσκά, πορδοσκάτλαρο, πορδαστεν’ζμένο, πορδωμένο, πορδομανίταρο, πορδαλ’φή, πορδοκάνουλα, πορδοκούμαρο και άλλα κοσμητικά, που συνηθίζουν να λένε αυτοί οι άθλιοι Λημνιοί, σα δεν ντρέπονται.
Κατά την πρόσφατη επίσκεψη του κ. πρωθυπουργού στη Λήμνο, όπως έγινε και στους προηγούμενους, κ. Καραμανλή και κ. Σημίτη, σύσσωμος ο Λημνιακός λαός κατέβηκε στους δρόμους για το καλωσόρισμα, προσδοκώντας και κάποια οφέλη. «Το μαθμένο να μη ντον πεις ούτε γλιαρ, ούτε ζντγιάνο». Ο κ. πρωθυπουργός είχε χαμηλό προφίλ και τα οφέλη, παρ’ όλο που ήταν πενιχρά, για να μην πούμε αέρας κοπανιστός, λόγω της οικονομικής κατάρρευσης, κινήθηκαν σε διάφορους άξονες (!!!!) και είχαν μεγάλη ποικιλία. Αυτή η ποικιλία διαβαθμίζεται, π.χ. πόρδος ποφούσκα, πόρδος νιαγδιστός, ζγομλός, ποσφνιστός, βαθρακός, θυμνιατόπορδος, παραπονεμένος, καπιν’στός, αθεν’στός, μόσκος, ξαγερσκός, ξατμιστός, ξεθμαζμένος, χοχλαστός, ανευερστός, πεσφιγκμένος, σαματευτός, τσκνιστός, μπάχαρος, φλόμος.
Ο κ Καραμανλής, είχε άλλο αέρα, σαν αυτοκράτορας, τα αποτελέσματα βέβαια ήταν πάλι αέρας συν λίγα στερεά, αυτά που κοινώς λέγονται με το συμπάθειο «σκατά». Για λόγους πολιτικής ονοματολογίας και ταξινόμησης, το αεριώδες όφελος της επίσκεψης του κ. Καραμανλή, θα μπορούσε να ονομασθεί πόρδος κλάσμαρος, πόρδος αμπολαρστός, αντεροπόρδαρος, αντεροπτάκαρος, αντεροκλιάκαρος, πτακωτός, πτακοκούλ’καρος, αψόπορδος, βογ’στός, βουρδώνας, βροντχτός, γαδαρόπορδος, καργαρστός, κλανοσκάτλαρος, κορναρστός, μλαρίσος, παφλαστός, πορδομπόμπας, φσούκλαρος.
Η επίσκεψη του κ. Σημίτη είχε τα αυτά αέρια αποτελέσματα, αλλά ο κ. Σημίτης ως καθηγητής είχε άλλο στυλ, πιο ευγενές. Από πορδικής απόψεως, θα μπορούσαν να λεχθούν ως πόρδος πορδέλ’, πορδί, πορδούλ’, κλασί, κλασίδ, κλασέλ’, κλασούδ, ντροπγιάρς, βασιλ’κόπορδος, γεροπφσκαρίδ, θγειαφστός, βρωπαϊκός, μελεφοκλανίδ, μπανταντοπόρδ, κλανομαρίγια, κλανοκανάτα, κλανομπενέτα, μσόπορδος, ξπαζμένος, ροπαν’δέλα, καυκιζμένος.
Τέλος πάντων, τώρα είναι περίοδος φτωχών αγελάδων, μετά το φαγοπότι δεκαετιών. «Ανεσκουσά στν ανεσκουσά / μπιτίσαν ούλα τα κρασά / τσιριάσαν τα βαρέλια / και σπάσαν τα φλασκιά / μας πόμνε να κναρίζεται / η κατ η συρμαγιά».
Όσοι έφαγαν έφαγαν. Είτε τα φάγαμε μαζί όπως λέει ο κ. Πάγκαλος, είτε τα φάγατε μαζί, είτε τα φάγανε μαζί, είτε τα φάγανε χώρια. Όπως λένε και στη Λήμνο, «Τόφαγες τόχεσες». Γεγονός είναι ότι για επιδόρπιο έχει «λιόκαυτ’ μελεμενιά», καθότι «Όταν τνάζαν την αχλάδα / όσεν’ λάχαν τόσεν’ φάγαν / κι αν πεις για όσεν’ λείπαν / ακούσαν οτ’ κι αν τους είπαν».
Αγαπητοί αναγνώστες αεριοευτυχείτε. Δώστε αέρα στην καρδιά σας και αν θέλετε και στον ποπό σας. Για να ξεθυμάνετε.

Δευτέρα, 8 Νοεμβρίου 2010

ΕΚΛΟΓΕΣ ΚΑΙ ΒΟΔΙΑ

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας




Εκλογές και βόδια

Ο απόηχος των πολύχρωμων, σαν κουρελού, δημοτικών εκλογών άφησε πίσω του κρίσεις, αξιολογήσεις και πλήθος ερωτήματα. Γιατί έτσι, γιατί αλλιώς, πώς και εκλέχθηκε ο ένας, γιατί όχι ο άλλος, κλπ. Άκουσα κάποιον συνδημότη να ρωτά: «-Μα γιατί δεν υπήρχε Ατσικιώτης υποψήφιος για δήμαρχος;» και έναν άλλον να απαντά: «-Γιατί οι Ατσικιώτες είναι βόδια». Παρακολουθώντας τυχαία μια συζήτηση, άκουσα πάλι τη λέξη «βόδια». Αναρωτιόταν ένας: «-Πώς γίνεται όλοι να κατηγορούν τους πολιτικούς και μετά να τρέχουν σα μαϊμουδάκια να τους ψηφίζουν;» και ο άλλος: «Γιατί οι Έλληνες είναι βόδια». Οι ψηφοφόροι λοιπόν όταν δεν ψηφίζουν σωστά παρομοιάζονται με βόδια. Έχουν όμως πραγματικά σχέση τα αγαθά τετράποδα με τα κουτοπόνηρα δίποδα; Θα προσπαθήσουμε να κάνουμε μια ανάλυση του σοβαρότατου αυτού θέματος, «εκλογές και βόδια».
Κατ’ αρχάς, τα βόδια, διαχρονικό σύμβολο υποταγής για τα ίδια, αλλά και πλούτου γι’ αυτόν που τα κατείχε, συνοδεύουν τον άνθρωπο από τα μυθολογικά χρόνια, ως τα σήμερα. Θυμηθείτε τα βόδια του Γηρυόνη που έκλεψε ο Ηρακλής από το Γιβραλτάρ και την εξόντωση του ληστή Κάκου που θέλησε να του πάρει μερικά. Επίσης τα βόδια του Ήλιου στη νήσο Θρινακία, που τα έφαγαν οι σύντροφοι του Οδυσσέα και η καταστροφή που ακολούθησε, αφού ο Δίας βούλιαξε όλα τα καράβια τους και τους έπνιξε όλους εκτός από τον Οδυσσέα, που βγήκε σώος στο νησί της Καλυψούς. Τα βόδια δηλαδή είναι σαν να φέρνουν κατάρα σ’ αυτόν που θα τα πειράξει. Αυτό θα μπορούσε να συσχετιστεί με τους ψηφοφόρους, έστω και με τους ψηφοφόρους – βόδια, που συχνά εκδικούνται με τον τρόπο τους. Κατά την Αγία Γραφή, τα βόδια είχαν εξημερωθεί πολύ πριν ο Αβραάμ κατέβει στη Χαναάν. Μέσα στο νόμο του Μωυσή είναι γραμμένο (Δευτερονόμιο) το ακόλουθο: «Δε θα φιμώσεις βόδι που αλωνίζει», δηλαδή δεν θα κόψεις το φαγητό κάποιου που δουλεύει για σένα. Αυτό το ακολουθούν κατά γράμμα πολιτικοί και πολιτικάντηδες τύπου δημάρχων και σύγχρονων βλαχοδημάρχων, ως τα σήμερα. Στα πολύ παλιά χρόνια που δεν υπήρχαν νομίσματα, η συναλλαγή γινόταν με διάφορα εμπορεύματα, συχνότατα δε με βόδια. Στον Όμηρο συναντάμε τη λέξη «Πολυβούτης», που θα πει ο πλούσιος, αυτός που έχει πολλά βόδια, ενώ «Αβούτης» είναι ο φτωχός, αυτός που δεν έχει βόδια. Βόδια λοιπόν ή χρυσάφι; Το δίλημμα αναλλοίωτο εις τους αιώνες, αφού το να έχεις αγέλη ψηφοφόρων – βοδιών ισοδυναμεί με το να έχεις χρυσάφι. Θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε ότι ένας ισχυρός πολιτικός, είναι πολυβούτης. Τώρα αν αυτό προέρχεται από το «βουτώ» ή από το «βους» θα σας γελάσω.
Ο απαξιωτικός χαρακτηρισμός «βόδι», ισοδυναμεί με τον χαρακτηρισμό «χαζός», ενώ η λέξη «αγελάδα» είναι συνώνυμο της παραγωγικότητος. «Βρήκε αγελάδα και αρμέγει». Τώρα τελευταία γνωρίσαμε και τις τρελές αγελάδες, για να αποδειχθεί βέβαια πόσο «βόδια» είναι οι άνθρωποι, καθόσον οι ταύροι ήξεραν από πάντα ότι υπήρχαν τρελές αγελάδες. Βόδια λοιπόν οι ψηφοφόροι, υποτακτικοί, πειθαρχικοί, καθοδηγούμενοι, υπό ζυγό, ευνουχισμένοι. Οι πολιτικοί πάντα παίζουν το ρόλο του ζευγά, ο οποίος έχει τη «συρμαγιά», την εκλογική πελατεία εκ βοδιών. Βέβαια καμιά φορά το βόδι ψηφοφόρος μπορεί να στρέψει τις «βοδίσες ματάρες» του σε άλλον ζευγά, κάτι που δεν μπορεί να κάνει το γνήσιο βόδι. Έτσι ο ψηφοφόρος από «ζευγαρόβοδο», γίνεται «βόδι που έκοψε», ή «βόδι που μυγιάστηκε». Γι’ αυτό ενώ το γνήσιο βοοειδές που έχει σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια είναι επικίνδυνο, αντιθέτως το βοοειδές ψηφοφόρος που έχει αυτή τη νόσο είναι ο ιδανικός. Αν έχει δε και πνευμεγκέφαλο, δηλαδή αέρα αντί μυαλό, ακόμα καλύτερα. Θα μου πείτε, πολιτικοί και οι δημαρχαίοι; Ναι, πολιτικοί, αφού όλοι έχουν τις φιλοδοξίες τους και για να θυμηθούμε τους στίχους του λαϊκού άσματος του αξιοτίμου κ. Τζίμη Πανούση, σίγουρα θα σιγοτραγουδούν στο μπάνιο τους: «Στης βουλής τα έδρανα, αχ κι εγώ να έκλανα».
Οι συμπατριώτες Λημνιοί παραδοσιακά χαρακτηρίζονταν ως «πρόβατα», για το ήπιον της ιδιοσυγκρασίας τους, όμως πολλά ιδιαίτερα γνωρίσματά τους, θα μπορούσαν κάλλιστα να τους δώσουν την ονομασία «βόδια». Εξ άλλου οι Λημνιακές εκφράσεις «βοδολογίας» και οι συνειρμικές τους διασυνδέσεις με το θέμα των εκλογών είναι αρκετές. Αναφέρουμε μερικές:
@@ «Τα βόδια μγιαστήκαν». Δηλαδή τα ερέθισε η μύγα κι αυτά άρχισαν τον λεγόμενο κλωτσόχορο. Ο χορός αυτός μπορεί να είναι ήρεμος, όπως π.χ. ήταν ο χορός των ψηφοφόρων σ’ αυτές τις εκλογές. Αυτός ο ήρεμος χορός εθεωρείτο από τους παλιούς Λημνιούς ως μήνυμα ότι θα χαλάσει ο καιρός. Όμως ο κλωτσόχορος μερικές φορές είναι βίαιος, αφηνιαστικός, εκτός ελέγχου και οδηγεί σε πραγματική καταστροφή. Αυτός είναι και ο φόβος των πολιτικών επαγγελματιών ζευγάδων. Βέβαια ενώ παλιά ζευγάδες και παπάδες είχαν χωριστά τα τσανάκια τους, εξ ου και το «Ή παπάς παπάς ή ζευγάς ζευγάς», τώρα αυτό δεν ισχύει και βλέπουμε παπάδες να έχουν βόδια και να τα καθοδηγούν στους πολιτικούς αγρούς.
@ @ «Μπρε βόδια τα πέρασες τα μλάρια;». Φράση παλλημνιακής εμβέλειας, που την πρωτοείπε ο συμπαθέστατος και φίλος Γιώργαρος Πατέτσος ή μπάκακας, από το Πορτιανού, που ζευγαρίζει μόνο με μουλάρια. Όταν λοιπόν ένας θηριώδης συγχωριανός του για να τον πειράξει πήρα στα χέρια του το αλέτρι και το «πάτησε» με δύναμη στο χώμα, τα μουλάρια δεν μπορούσαν να τραβήξουν και τότε πετάχτηκε έξαλλος ο μπάκακας και είπε αυτή τη φράση. Αναρωτηθήκατε λοιπόν αγαπητοί αναγνώστες ότι μήπως είμαστε στην πραγματικότητα μουλάρια και όχι βόδια;
@@ «Πέντε βόδια δυο ζοβγάρια». Για το βλάκα, που δεν ξέρει να υπολογίσει καλά, άρα και για τον ψηφοφόρο – βόδι.
@@ «Εμ δεν έναι βόδ να σε κουντλήσ». Για τους «ερμηνευτές» των μηνυμάτων που κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν.
@@ «Έχ’ βγάλ’ τ’ βοδοσκολή». Ισχύει για τους περισσότερους υποψηφίους δημοτικούς συμβούλους της Λήμνου, αλλά όχι μόνο της Λήμνου.
@@ «Βοδ καρακαλ’νό». Δηλαδή μεγάλο βόδι, απ’ το Καρακάλου, τουτέστιν πολύ βλάκας.
@@ «Μτσόβοδο». Αυτός που τρώει πολύ άγαρμπα, ο πολύ ατσούμπαλος και χοντράνθρωπος, ο βλάκας.
@@ «Βοδ εμείς, βοδ και τα παιδιά μας». Βλέποντας μερικούς συνδυασμούς, σου έρχεται αυτή η φράση, αφού πολλοί ψηφίζουν παραδοσιακά, όπως ψήφιζαν οι γονείς και οι παπούδες τους. Αυτή η φράση ελέχθη από ένα Λημνιό συμπέθερο στον άλλο, όλο καμάρι, στους γάμους των παιδιών τους και δε σήμαινε βέβαια ότι και αυτοί και τα παιδιά τους είναι βόδια, αλλά ότι και στο δικό τους γάμο και στων παιδιών τους έσφαξαν βόδι.
@@ «Ε καμένε βόδαρε». Πολλοί ψηφοφόροι αξίζουν αυτή την προσφώνηση.
@@ «Παλιόβοδος». Το παλιό βόδι, ο παλιός ψηφοφόρος, ο παραδοσιακός, αυτός που δεν αλλάζει, αυτός που δεν ….τρώγεται με τίποτα.
@@ «Άλλα μελετούν τα βόδια κι άλλα μελετά ο κιαχαγιάς». Αυτή την πικρή διαπίστωση την κάνουν οι ψηφοφόροι – βόδια όσο προχωρά η τετραετία.
@@ «Το φάγαμ το βόδ». Αυτό ισχύει για τους περισσότερους δημαρχαίους, που δεν τρώνε μόνο το βόδι, αλλά και το ζυγό, και το αλέτρι.
@@ «Τζαχτ τζαχτ και το φάγαμ ούλο το βοδ». Αυτό ισχύει μάλλον για τους ψηφοφόρους, που κάθε τετραετία περνά από τις πλάτες τους σαν….αρρώστεια.
@@ «Βοδ πήγε βουβάλ’ γύρσεν». Προσαρμόζεται και για δημαρχαίους και για ψηφοφόρους, αφού η εξέλιξη και των δυο είναι μηδενική έως αρνητική.
@@ «Καπαρό βοδ, κοκκίν’ς, χιονής, αράπς, κλπ». Ανάλογα την… κομματική τοποθέτηση.
@@ «Μμμμ βγάζ βοδιά». Άρωμα εκλογών, ή ο καθένας, μετά συγχωρήσεως, την κλανιά του την έχει μοσχολίβανο. Από κει και το τραγουδάκι:

«Εκλογές και κόμματα
με φρου φρου κι αρώματα
ψηφοδέλτια σταύρωνα
κι όλη νύχτα καύλωνα.


@@ «Πάγ’ να μαζέψ βοδόξλα». Δηλαδή βουνιές ή σβουνιές, ή βνιες. Έκφραση απαρέσκειας για την τωρινή ενασχόληση ή κοινωνική θέση κάποιου. Εκεί στέλνουν οι ψηφοφόροι αυτούς που μαυρίζουν.
@@ «Λημνιά βοδάρα, ή βουβάλα». Από την αρχαία «Λημνίαν βουν» στη σημερινή υποψηφία, ή στην λεγομένην «30%». Υπάρχει εξελικτική πορεία. Δε βρίσκετε;
Ασχέτως αν μερικοί σιγοψιθυρίζουν το τραγούδι του Μηλιώκα: «Δεν ξαναβόσκω άλλες βοβάλες, δεν θέλω μήτε να τις δω».
@@ «Τα στραβά τα βόδια τ νύχτα βόσκνε».
Και τη μέρα ψηφίζουν.
@@ «Ε ρε βοδόπτσα που θέλ’». Τουτέστιν το περίφημο καμτσίκι – μαστίγιο, από το πέος του βοδιού, για να πονά πολύ. Τέτοιο πράμα χρειάζονται πολύ υποψήφιοι αλλά και ψηφοφόροι. Μερικοί χρειάζονται και την παραλλαγή της: «Ε ρε βοδόπτσα και νάναι παραγεμζμέν’ με τον άμμο».
Αγαπητοί αναγνώστες ευτυχείτε να ευτυχούμε. Τα βόδια εξ’ άλλου πάντα είναι ευτυχισμένα.

Κυριακή, 7 Νοεμβρίου 2010

ΕΚΛΟΓΕΣ (Στα Λημνιακά)

ΕΚΛΟΓΕΣ (Στα Λημνιακά)




Μπόλικ’ γοι υποψήφιγ’ από κάθε μεργιά
θα βαλ’ φέτο για δήμαρχος μέχρι κι η κτση Μαργιά.

Φτες τς εκλογές να πάρνε έναι ποφασιζμέν’
εδώ τα καταφέραν ένα σωρό βλαμμέν’.

Κβάρα ουλ’ γοι υποψήφιγ’ από τη μπρωτ’ την ώρα
αρχίσαν τα φαγώματα και θα ξεσπάσ’ η μπόρα.

Η πρώτη τς κι όμορφ’ καλοδλειά και κύργια ασχολίγια
δεν απολείπνε πουθενά σε γάμο γή κηδείγια.

Πιο πριν όντας σε γλέπαν μόνε π’ δε σε κουντλούσαν
ούτε σε καταδέχ’νταν κ,κι, ούτε σε χαιρετούσαν.

Τώρα σβαρνίζνε τα χωριά μνημόσνο μη χαθεί
ούλες τς γριγιές απ τ’ αγκάλιαζμα τς έχνε κατασχαθεί.

Ουλ’ θέλνε μόνε απατοί τς δήμαρχ’ να πα να γίν,νε
να κάτσνε πα στα πράματα να τρώνε και να πίν,νε.

Πολλοί καινούργιοι κι ο παλιός π’ θα μας ξανατιμήσ’
γιατί έναι λεγ’ καρσίγουρος π’ ο κόσμος θα ψηφίσ’.

Η δημαρχία λεγ’ αυτήν’ έναι πετυχημέν’
δυο δρομ’ στρώσαν με άσφαλτο κι έναι φχαριστημέν’.

Όσο για τν αποχέτευσ’ άσε και μη ρωτήγ’ς
τ’ μύτη σ’ μόνε για σήκωσε κι αγέρα να ρουφήγ’ς.

Έχνε μολάρ γοι κούραδ, θα φτάσνε ως το μώλο
τάπες λεγ’ θα μοιράσνε να βάλουμ μες στο γκώλο.

Ανοίξαν όμως τρυπανιές νερό πολύ να βρούνε
και βρήκαν τόσο ίλαμο, ποτκοί δε θα πνιγούνε.

Προσλάβαν νέα άτομα μα έχω μια απορία
πού παν και κάντεν ουλ’ αυτοίν’ σα μέσα στ’ δημαρχία.

Αμα σφηνώσνε οι κώλοι τς δε μπορεί α βγει ουτ’ ένας
και ασφυξά θα πάθνε ουλ' αν πει να κλασ’ κανένας.

Μα εμείς σ’ ουλ’ τς ευχόμαστε καλή επιτυχία
κι ας παρ μαθέ ο καλύτερος το πιο μακρύ απ’ τα τρία.

Παρασκευή, 29 Οκτωβρίου 2010

Η βίζιτα τ’ πορδυπουργού στ’ Λήμνο (Νο 2)

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Η βίζιτα τ’ πορδυπουργού στ’ Λήμνο (Νο 2)



Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Η λεγόμενη ψηφιακή τάξη που εγκαινίασαν στο λύκειο Μούδρου η ηγεσία του υπουργείου παιδείας και ο πρωθυπουργός κατά την επίσκεψή τους στη Λήμνο, προκάλεσε μεγάλο ενδιαφέρον και προβλήθηκε ως αξιόλογη καινοτομία. «Το βροντολόγο τίναξα / κι αντλάλ’σε το Πορτόρ / κι ως μες στν Ατσκή θαρρέψαν / πως ήρτε το βαπόρ». Μα τι είναι η ψηφιακή τάξη, κι όχι ψηφοθηρική, όπως έλεγε κάποιος Λημνιός, προφανώς, αμόρφωτος και εχθρός της εθνικής – σοσιαλιστικής μας κυβέρνησης; Είναι νέος τρόπος διδασκαλίας του μαθήματος, χωρίς βιβλία, αλλά με κομπιούτερς. Μαθητές και καθηγητές θα πατούν ένα κουμπί, και το μάθημα θα παρουσιάζεται με ταχυδακτυλουργικό τρόπο μπερντέμ και χαζίρκο. «Αδειές ειχ’ ο καθήμενος, τ’ αρχίδια του εψείρζε». Θα πείτε σιγά το νέο, αυτό δεν έκαναν οι πολιτικοί με τα ελλείμματα και με τα δάνεια; Με μια ταχυδακτυλουργία εμφάνιζαν ότι ήθελαν.
Ναι, αλλά κατά τους ειδικούς της εκπαίδευσης, λόγω της ακριτικότητας (!!!!!!!) του νησιού (και αγεροβουργιαδότητας θα έλεγα), είναι εναλλακτικός, πιο προχωρημένος τρόπος διδασκαλίας. «Άλλο το κλάσμο άλλο το χέσμο». Είναι όπως είπαν οι αρμόδιοι, προσομοίωση εκπαίδευσης. Δηλαδή να νομίζεις ότι είναι εκπαίδευση κι αυτό να είναι κάτι άλλο. «Άλλο η πεπεργιά άλλο η παπαργιά». Όπως λέμε προσομοίωση σύνταξης, μισθού, ή προσομοίωση κυβέρνησης, δηλαδή άλλοι να κυβερνούν κι άλλοι να κάνουν πως κυβερνούν. Το Νέο Ψηφιακό Σχολείο (ή Νου Ψου Σου) μας πληροφορούν, υπήρξε μια παλιά ιδέα, όραμα και εξαγγελία του ίδιου του πρωθυπουργού. «Αδειάζω και ξαδιάζω / τον τζούτσο μου μαλάζω». Η δε υλοποίησή του στην κ. Διαμαντοπούλου που βρήκε την ιδέα εκπληκτική «Τ’ αρχίδια τ’ άρχου τ’ άρχοντα / του άρχοντα τ’αρχίδια / τα βρίσκνε ούλες όμορφα / σα ντα δροσάτα απίδια». Και ότι δεν είναι συνέχεια του παλιού σχολείου αλλά ένα άλμα. «Τρίκο τρίκο κουκουρίκο / κι από πάνω καβαλίκο / κάμνω άλμα δίχως γκντίνα / απ’ το γκώλο ως τ’ γκατίνα». Ο πρωθυπουργός ήταν πολύ ευχαριστημένος. «Το Γιωργούδ σα τ’ γκοπανεί / το θεό τον ανυμνεί».
Τέλος πάντων αφού έγινε επίδειξη της Νέας Εκπαίδευσης, (όπως λέμε Νέα Δημοκρατία, Νέα τάξη, Νέο Πασόκ), η υπουργός χαρακτήρισε το λύκειο και τους μαθητές φωτεινό παράδειγμα. «Αρχιδέλες αγ’βαδέρες / να γεμόσομ τρεις πιατέρες». Μετά ο πρωθυπουργός παρακολούθησε τα μηνύματα που είχαν ανταλλάξει δυο μαθήτριες στο facebook. Σας τα παρουσιάζουμε:
- Mori malaka varethika, tha argisoun ki allo i ksenerotu?
- Den ksero mori malaka, mas ta epriksan. Ti ine mori aftos o tzes pu ton kologlifun oli? Ithopios?
- No mori ashetu, ine lei kapios prothipurgos. Den ksero piu kratous.
- Xaxaxax, tis eladas mori malaka.
- Ki aftes i 2 gerontomunes? Diamanto..kati ke Hristofilo..tetio? Ipurgines?
- Siga min ine. Tis estilan apo to ipurgio pedias gia na sindesun ta pc.
- Malaka gamata mihanimata gia na anevazis songs tu Verti ke tis Vera Lampru.
- Ke gamo mori malaka.

Αγαπητοί αναγνώστες πετάξτε τα βιβλία, το καλό που σας θέλω, μάθετε κομπιούτερ όσοι δεν ξέρετε, πετάτε και καμιά κουβέντα όταν μιλάτε, όπως ιντερνέτ, φεϊσμπούκ, γιατί αλλιώς, «Θος κι η ψχη σας / κι άνεμος στο πετσί σας».

Δευτέρα, 18 Οκτωβρίου 2010

Η βίζιτα τ’ πορδυπουργού στ’ Λήμνο (Νο 1)

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Η βίζιτα τ’ πορδυπουργού στ’ Λήμνο (Νο 1)



Η γλώσσα της κ. Διαμαντοπούλου

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Κατά την επίσκεψη του πρωθυπουργού και υπουργών στη Λήμνο πριν λίγες ημέρες, μεγάλη εντύπωση προκάλεσε η λεγόμενη ψηφιακή τάξη, που εγκαινίασαν στο λύκειο Μούδρου. Αυτή η τάξη θα λειτουργεί μόνο με κομπιούτερς, τα βιβλία θα πάνε στη βιβλιοθήκη σαν μουσειακά είδη, οι μαθητές και οι καθηγητές δεν θα μιλούνε, αλλά απλώς θα παίζουν με την…οθόνη τους. Όμως πουθενά δεν είδα να επισημανθεί στον τύπο, ότι η πρωτοβουλία αυτή της υπουργού Παιδείας κ. Διαμαντοπούλου είναι μια προσφορά στη Λήμνο με μεγάλες προοπτικές, αφού ο πραγματικός σκοπός της είναι να γίνει δεύτερη επίσημη γλώσσα του κράτους η Λημνιακή γλώσσα, όπως της είχαμε προτείνει στο παρελθόν, και όχι η Αγγλική, όπως αρχικά υποστήριζε εκείνη. Θα σας θυμίσω τι της είχαμε πει τότε:
Πρώτα πρώτα αφεντικίνα Άννα και κυρά θέλω να σε πω ότι πολύ σε μπεγεντώ, γιατί είσαι μαθέ και σα φεργάδα, και εχ’ς μογάλ’ αξίγια σκορδέλια στα μάτια μ’. Γιατί εχ’ και κατ άλλες που γενήκαν πολιτικές μαθέ επειδή τς έκαμε το χοσμέτ με το ζμπάθειο ο σχωρεμένος ο Αντριγιάς, που ήνταν ατζγκινλής και που Θιος σχωρέστον τρύπαν το ντοίχο. Εσύ μαθέ γίν’κιες πολιτικιά με τ’ γλώσσα σ’ κι οχ’ με το πράμα σ’. Γιατί όπως λεγ’ κι ο Γιώρεγ’ς ο Νταμπάκ’ς, γή με τ’ γλώσσα μπλουχωρεί κανείς, γή με το γκώλο τ’. Ε, μη ντα πολυλογούμε κιόλα, είσαι πολύ μαστόρσα σ’ ούλα τα κόλπα, κατά πώς λεγ’ κι παροιμία: «Ο καλύτερος μάστορας έναι ο κώλος τς αίγας που κάμεν’ κομπολόγια τς προβατσίλες».
Κατά δεύτερο, που λέτε σεις οι πολιτικές, θέλω να σε πω ότι καλά τα λες να αλλάξομ ντ γλώσσα, η κουβέντα σ’ εχ’ ασλή, γιατί ούλο τν ίδια τν ίδια τ’ σχαθήκαμ μπλια, όπως σχαθήκαμ και καμπόσεν’ απ’ το σναφ σας και πρεπ ή να τ’ ξεκαινουργώσομ ή να βρούμε μαθέ αλλ’. Καλή έναι τς Αγγλετέρας γη γλώσσα, δε λέγω, μεις οι Λημνιοί εξάλλου τ’ μσομλούμε κιόλα. Για να καταλάβς, τσούγκα λέμε εμείς ντ τσούγκα, τσούγκα κι γοι Αγγλ’, ενώ γοι Αθηναίγ’ οι χαφτ τ’ λένε τσίχλα σα να έναι μαθέ η τσούγκα κανέ πλι. Όμως να με ζμπαθά η χάρη σ’, η Λημνιά η συτχιά έναι καλύτερ απ’ τς Αγγλίας για δεύτερ γλώσσα, να μη σε πω και για πρωτ, αφού σε διν’ και νογάς με το πρώτο. Γι αυτό δος χαμπαρολόγ’ στς χοτζάδες τ γκουβέρνου, ότι μεις τ’ δίνομ τ συτχιά μας να τ’ μάθνε ουλ’ οι Έλλην’. Να τς πεις ότι μια και δεν έχομ και δλιες και δε μπορούμε να φέρομ τη μια άκριγια με τν αλλ’, και δωνά που είμαστε ξύνομ κλιες και κάμνομ μαχραμάδες, θα γίνομ ουλ’ οι Λημνιοί καθηγητάδες σντ γλώσσα να φεξ η μοίρα μας, γιατί μαθέ τι δλιες θα κάμομ, θα πάρομ το θσακ’; Και έννοια ποχ’ς κι εμάς δε θα πομείν’ απάν μας, εμείς ξέρομ ότι η χαρ θελ’ αντιχάρ κι ένα φόρτωμα στο μλαρ. Πέτεν’ εδώ μαθέ έχομ χαζίρκια γλώσσα, θα τρέχομ στς ξένες;
Υστερα μείς οι Λημνιοί ζούμε σα τς Άγγλοι. Οι γ’ναίκες μας, παράδειγμα, έναι φουμαντσούδες, απ’ το πρωί ως το βραδ καπνίζνε σα τς αραπίνες, όπως κάμνε και στν Αγγλία. Έναι και μοντέρνες, φορούνε μίνια, παγαίν,νε στς καφετέργιες ως τα ξημερώματα, δε γκάντεν μαθέ μες τα σπίτια σα τς κουρούνες και να κάμνε τα τουροπτούδια τς ντεμπέλας. Και μπορεί άμα μας μλούνε στα Αγγλικά να τστώνομ τ’ αυτιά μας σα ντο γάδαρο, αλλά δε μπορούνε να μας περάσνε και για τσοπανέρια, γιατί άμα αρχίσομ και μεις τα Λημνιά, θα νομίζνε ότι έναι αφγανέζκα. Να σε δώκω ένα δείγμα; «Σουρ μουρ και χλιαμ χλιουμ με τα ξεφουρνίγ’ς. Καγκιόζα γιαγιά κοτσλίτ με πέντε αυγά, ξεπλάδιανες μπλια. Διαβόλ διάβολε στρι. Μπατάλ’ ουσούλ’, ούζβαρ κρασί, βαλ μινέτ μη μπεσ’ κοντοστέλ’ πα στο χαλετό». Κατάλαβες τίποτα κυρά Άννα; Σιγά μη γκατάλαβες. Γι αυτό σε λέγω, έναι αλλ’ γλώσσα, άλλο το βήξμο, άλλο το κλάσμο που λεγ’ κι η παροιμιά. Σε στέρνομ και τούτο το τηλεγράφμα για να εχ’ς και σύ να κρατάς πράμα στα χέρια σ’ κι οχ’ μόνε τα σπαρματσέτα σα πιτρόπσα που είσαι.

Αφεντικίνα Άννα και κυρά
Δοποία στς πανουγότερ Ευρώπς, μεις Λημνιοί ούλα καλά τμονεμένα για γλώσσα. Τισλίμσε συ δλια, πέτεν’ τς τσιτσαρολαίμδες και τς τζιτζλόμδες, τς μπαντέχομ καλοκαίρ για πετνό με φλομάρια, κράσο καλαμπάκ’ και τσαλαβούτμα. Τζούλωσέτεν’ κοματούδ, κάμτεν’ να το παρλούνε το πράμα, αλλά με το γιαβάσκο μη τζοχαπιαστούνε και μας ταγίσνε καμιά μελεμενιά. Αμα μπιτίγ’ς πάτ’σε σφυρματγιά, μεις αλέστα, σφεντογονιέμαστε Βρυξέλλες και τα τελειώνομ. Πέτεν’ Λημνιοί, Αγγλ’ αντίκωμ, τζιγκινέδες τ’ κιαρατά, ζγιάζνε πεπέρ. Το διάφορο τεμσάρκο. Και ζντήρα, άμα το πράμα βγαλ’ κουκούλ’, α βγάλομ το άγαλμα τς Μαρούλας α βάλομ το θκο σ’.

Τετάρτη, 29 Σεπτεμβρίου 2010

Γαδάρ και γαδαράγκαθα

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Γαδάρ και γαδαράγκαθα




Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας


Ευρεία δημοσιότητα έλαβε η ανακάλυψη, ότι τα ταπεινά γαϊδουράγκαθα είναι άριστο βιοκαύσιμο. Δεν χρειάζονται ποτίσματα, λιπάσματα, φυτοφάρμακα, φύονται σε ορεινά μέρη και το κυριότερο δίνουν εννιά φορές περισσότερο κέρδος από το σιτάρι ας πούμε. Μόνο θα τα σπέρνουν, θα τα θερίζουν όταν γίνονται, θα τα μπαλιάζουν και μετά θα τα πουλούν για καύσιμο. Σκέφτηκα ότι δεν υπάρχει πιο κατάλληλο μέρος για την καλλιέργεια του γαϊδουράγκαθου από τη Λήμνο, στην οποία εξάλλου ευδοκιμεί.
Έτσι οι Λημνιοί αγρότες με τη βοήθεια και της εθνικής – σοσιαλιστικής μας κυβέρνησης, θα φυτέψουν ούλα τα ραχόνια, τα πετρούζα, τα κάκαρα, τς τραγάνες, τα πουρούδια, τα αλ’πούδια τς γκαζντοβολομεργιές τα βνάργια και τς καγιάδες με γαδαράγκαθα και θα λαδώσνε το άντερο τς, και όχι όπως τώρα που γυρεύνε ψόφιο γάδαρο να πάρνε τα πέταλα τ’. Με την οικονομική ευρωστία που θα αποκτήσουν, δεν θα παγαίν,νε στο σπιτ σα γαδαροσφήγκαρ, γαδαροσλογ’ζμέν’, σάνασκι τς τρογυρίζ γαδαρόμγια, κι ούτε οι γυναίκες τους θα κρεμνούνε τ’ γαδαραχείλα τς, ούτε θα τους λένε ειρωνικά κλωτσά η γαδουρέλα σ’; Γιατί ως γνωστόν ο παράς σε κάμεν’ και ατζγκινλή, κι όχι μόνο θα κλωτσά η γαδουρέλα τς, αλλά θα βαρταλαλούνε σα γαδάρ και θα αγγαστρών,νε μαθέ κι γαδούρα στον ανήφορα. Άσε που θα καλοντύνονται και θα καμαρών,νε σα γαδάρ με καινούργιο σαμάρ, θα βάλνε άλ’μα και ο καθείς θα γιν’ σα ζντγιάν’κος γάδαρος. Ως τώρα η ζωή των αγροτών ήταν πολύ δύσκολη, μαθέ και τα λαφριγιά στο γάδαρο κι τα βαριά στο γάδαρο. Όπου κι αν έλεγαν τα παράπονά τους, οι αρμόδιοι ή τστώναν τα αυτιά τς σα ντο γάδαρο ή πορδαρίζαν σα ντο γάδαρο και το πήγαιναν σαν τη νύφη που έλεγε: «Κυρά μ’ κι πεθερά μ’ όντας με συβούλευες και με καθογήδευες, ιγώ μέτερσα πα στ’ γαδαργιού μας τ’ μαυροκαπιν’ζμέν’ τριγιανταδγιό αλογόμγιες».
Βέβαια από παλιά οι Λημνιοί χρησιμοποιούσαν τα γαϊδουράγκαθα για προσαναματίδια σα χούρχουρα, αλλά για κανονικό καύσιμο προτιμούσαν τα κακά των αγελάδων, τις σβουνιές, κοινώς βνιες ή βοδόξλα. Μια σκέψη είναι λοιπόν να χρησιμοποιούνται τώρα εκτός από τα γαϊδουράγκαθα και τα κακά των γαϊδάρων σαν βιοκαύσιμο. Αφού θα έχουμε τόση άφθονη τροφή, θα εκτρέφουμε και γαϊδάρους για να εκμεταλλευόμαστε και τις καβαλίνες τους. Και ας πει μετά όποιος θέλει, δε χέζνε τς παράδες οι γαδάρ. Έτσι οι γάιδαροι θα αποκτήσουν αξία μπορεί και μεγαλύτερη απ’ τους ανθρώπους και θα μπορεί άνετα κάποιος να λέει: «Δε θέλω μες στο σπίτι μ’ / να δγιω την αφεντγιά σ’ / καλύτερα το γάδαρο / παρά τη ζμπεθεργιά σ’».
Επιπλέον με την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση που προωθεί η υπουργός παιδείας, ότι δηλαδή θα συνδέονται τα πανεπιστήμια με την παραγωγή, θα μπορούσε η πανεπιστημιακή σχολή Λήμνου να μετονομασθεί σε «Σκολή βιοκαυσίμων ο γαδαράγκαθος» ή «Γαδαροσκολή καβαλ’νοκαυσίμων ο βούνιαθρος». Και έτσι όλοι οι φοιτητές θα γίνουν ειδικοί στα γαϊδουράγκαθα στις σβουνιές και στις καβαλίνες, ώστε να μην μπορούν να μας λένε: «Γκαβό σε λενε μες στ’ γ’τονιά / γιατί αλλοιθωρίγ’ς / γαδαροκούραδο απ’ τη βνια / δεν τονε ξεχωρίγ’ς».
Μετά τη μετατροπή του τυρόγαλου σε ηλεκτρική ενέργεια, των σκουπιδιών σε θερμική ενέργεια, των αντριβόλων σε αφροδισιακό σκεύασμα, των λυμάτων σε νερό που θα ποτίζουμε τους λαχανόκηπους, και τώρα τη χρησιμοποίηση των γαϊδουράγκαθων ως βιοκαυσίμων η επιστήμη έχει να φέρει εις πέρας και τη μεγαλύτερη πρόκληση, η οποία είναι η μετατροπή των κοπράνων σε τρόφιμα, για να λυθούν αυτομάτως και όλα τα οικονομικά προβλήματα της χώρας. Τότε η παραδοσιακή Λημνιακή βρισιά «να φας γαδαρνές καβαλίνες» δεν θα έχει την άσχημη σημασία που όλοι καταλαβαίνουμε, αλλά θα ισοδυναμεί με πρόσκληση σε γεύμα.
Αγαπητοί αναγνώστες γαϊδαροευτυχείτε, αλλά μη γαδαρονογάτε.

Κυριακή, 26 Σεπτεμβρίου 2010

ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΩΑΝΝΗ ΨΑΡΡΑ

Τι μυστήριο πράγμα είναι τελικά το διαδίκτυο. Τι εκπλήξεις που σου παρουσιάζει ξαφνικά. Όπως αυτήν την πολύ ευχάριστη που είχα χθες όταν ανακάλυψα τυχαία το μπλογκ του φίλου και συντοπίτη Λημνιού ποιητή Ιωάννη Ψάρρα. Ιωάννης Ψάρρας, ένας ωραίος άνθρωπος, ένας μεγάλος ποιητής. Και το υπέροχο μπλογκ του:ioannispsarras.blogspot.com
Πιο κάτω παραθέτω μια βιβλιοπαρουσίαση που είχα γράψει παλαιότερα.



ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

Βιβλίο που παρουσιάζεται: «Γηγενές πυρ» του Ιωάννη Ψάρρα

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας


Ο Ιωάννης Ψάρρας γεννήθηκε το 1955 στη Νέα Κούταλη της Λήμνου από γονείς προσφυγικής καταγωγής. Το «γηγενές πυρ» (ΣΥΝΘΕΣΙΣ – ΕΚΔΟΣΕΙΣ 2000) είναι η δεύτερη ποιητική συλλογή του, αφού έχει εκδώσει το 1983 άλλη μια ποιητική συλλογή με τίτλο «Σώματα». Το «γηγενές πυρ» αποτελείται από ποιήματα που αναφέρονται στη Λήμνο, στην Κούταλη, στην προσφυγιά. Οι ρίζες της ποίησής του είναι ευδιάκριτες και σταθερές. Το βιβλίο του είναι ένας ύμνος για τη Λήμνο και για τους Λημνιούς.
Από το πρώτο κιόλας ποίημα καταλαβαίνει ο αναγνώστης ότι πρόκειται για ένα πολύ σοβαρό και σημαντικό έργο. Ο λόγος του Ι.Ψ. είναι βατός και κατανοητός αν και πυκνός, συνειδητά λιτός αν και μπορείς συχνά να ξεχωρίσεις τις λέξεις – διαμάντια που ο ποιητής έχει συλλέξει μετά από εγκατάδυση χρόνων στα πλουσιότατα ορυχεία της αρχαίας και εκκλησιαστικής γλώσσας, αφού είναι φανερό ότι πρόκειται για ένα λόγιο συγγραφέα με επίμονες γλωσσολογικές αναζητήσεις. Η δημιουργία καινούργιων λέξεων (Μύρινον όρος) μου έφερε στο νου αυτό που είχε πει ο Νίκος Καρούζος ότι αν κάποιος δημιουργήσει μια καινούργια λέξη, και μόνο γι’ αυτό δικαιώνεται η ύπαρξή του επί της γης (αυτός είχε δημιουργήσει τη λέξη «ηλιοσύνη»).
Καμμιά έμμονη αναζήτηση ιδεολογικού μηνύματος δεν χρειάζεται στην ποίηση του Ι.Ψ. Μηνύματα πολλά αναβλύζουν σαν αρτεσιανά φρέατα, χωρίς καν ο ίδιος να το επιδιώκει. Απλώς ο ποιητής είναι προικισμένος εκ θεού να μπορεί μέσω του ποιητικού λόγου του να «αναγνώσει» ότι είναι η Λήμνος: Φως, φωτιά, πέτρες, θάλασσα, ταπεινοί λόφοι, σιωπή, καλοσυνάτοι άνθρωποι. Ο Ι.Ψ. δεν καταγγέλει, δεν αντιστέκεται κραυγαλέα σε κανένα εισβολέα, δεν επαναστατεί. Κάνει αυτό που έκανε η Λήμνος αιώνες τώρα, δηλαδή αφομοιώνει με αγάπη.
«Όλοι οι χωλοί, οι ξεγραμμένοι, οι ελπίζοντες
Ήφαιστος, Φιλοκτήτης, Κομμουνιστές, Φαντάρια, Εμείς
διά της βίας στην αρχή
προσκυνητές στο τέλος»

Μετουσιώνει ακόμα και τις ιδιάζουσες και φορτωμένες πικρές μνήμες του διωγμού σε περισυλλογή και αγάπη.
« Προς τα δω ήρταμε κι εμείς
με καϊκια κι εικονίσματα
γιατί πατρίδα δεν είχαμε πια
και πιάσαμε το βούτημα και τα σφουγγάρια
σα νάπρεπε εμείς να πληρώσουμε
το παλιό χρέος
του οπλίτη στον Γολγοθά».
(Ρόδον το αμάραντον)

Ο ποιητής έχει στιγμές εκπληκτικά βαθιάς επίγνωσης των πραγμάτων και στιγμές θα λέγαμε προφητικής έξαρσης.
«Κάποτε θ’ ανακαλυφθεί ένας ναός
οι αρχαιολόγοι θα μείνουν έκθαμβοι
η θάλασσα
που είχε κρατήσει το μυστικό καλά
θα επιτρέψει στην ανθρώπινη όραση
να εμπλουτισθεί».

Ανακαλύπτει και αποκαλύπτει με την ποίησή του την «κρυφή φωνή των μικρών πραγμάτων», γιατί την ακούει. Συνομιλεί με μια σπασμένη πέτρα, με ένα αρχαίο μάρμαρο, με ένα αρχαίο πνεύμα. Έχει την ικανότητα ο ποιητής να βρίσκει το αληθινό κάτω από τους ψιθύρους της αντίληψης.
«Το κομματάκι μάρμαρο που βρήκα
χαϊδεύοντας το λυπημένο χώμα
είχε σκαλισμένο ένα τραγί.
Το ρίγος ήταν απόλυτο».

Παρ’ όλο που οι «κυτταρικές» του μνήμες του διωγμού και της προσφυγιάς είναι έντονες, δεν γράφει μόνο σαν ένας πρόσφυγας. Αλλά ούτε και σαν γηγενής Λημνιός που θεραπεύει πάππου προς πάππου το χώμα. Είναι ένα τελειοποιημένο «υβρίδιο» ενός εξελιγμένου ανθρώπου που έχει συγκεράσει με τρόπο άφθαστο μέσα στο πυρηνικό είναι του, το αέρινο του πνεύματος της Ιωνίας, το σταθερό και χωμάτινο της Λήμνου, την ταξιδιάρικη φύση του Οδυσσέα, το πύρινο της Ηφαστειακής προγονικής ρίζας που μπολιάστηκε άριστα σ’αυτόν, το πανανθρώπινο της ουμανιστικής του παιδείας και το καλοσυνάτο και αγαθό της χριστιανικής παράδοσης. Ο Ι.Ψ. καταργεί το χρόνο. Τη μια τον βλέπεις μισόγυμνο ιδρωμένο μουτζούρη να χτυπά ένα πυρωμένο σίδερο στο αμόνι του Μόσυχλου δίπλα στον Ήφαιστο, την άλλη θαλασσινό ταξιδευτή με την πίκρα της νοσταλγίας της πατρίδας, άλλοτε χτυπημένο βουτηχτή να ξεδιπλώνει τις χιλιόπικρες αναμνήσεις του κι άλλοτε ταπεινό γεωργό να πίνει το ουζάκι του στα ήσυχα καφενεδάκια της Λήμνου. Ο ποιητής έχει επίγνωση, αλλά με απέραντη ταπεινοφροσύνη, και της γερής ρίζας της ράτσας του και της υψηλής αποστολής του, αλλά και της πανανθρώπινης μοίρας. Χωρίς να ζητά τίποτα. Χωρίς να θέλει να επιβάλει τίποτα σε κανένα. Με ένα ιδιότυπο ρόλο. Με ένα ιδιαίτερο υπούργημα. Είναι ο Λημνιός που διδάσκει τα της Λήμνου, τουτέστιν ομορφιά, καταλλαγή, αγάπη.
«Τι κι αν ήρθαν τόσοι και τόσοι
Σίντιες μείναμε και παιδιά του Ηφαίστου
το σίδερο της όψης μας το φτιάξαμε καρδιά
και με το ίδιο χώμα αρμολογούμε τις μάντρες».
(Πύρινες πέτρες)

Ο Ι.Ψ. προσεγγίζει με σεβασμό τους ταπεινούςανθρώπους και τις άγιες ασχολίες τους. Ενδιαφέρεται περισσότερο για τους ίδιους τους ανθρώπους παρά με τις ιδεολογίες τους. Δεν τον ενδιαφέρει τόσο η ιστορία, αν και είναι γνώστης της, παρά μόνο σαν αφορμή για να ψηλαφήσει τη μυθολογία των απλών ανθρώπων.
«Λίγες δραστηριότητες
αυτές με τον αργό βηματισμό
να πηγαίνω για ψωμί σταρένιο
για μελίπαστο
και σταφυλάκι το Σεπτέμβρη
μια βόλτα το πρωί για καλημέρα…».

Με την ποιητική του ιδιοφυϊα δημιουργεί ή μάλλον αναδεικνύει τον προσωπικό του «τρόπο», που είναι ο τρόπος της Λήμνου και των Λημνιών. Σαν φάρο φωτεινό που καταυγάζει λιτότητα και ανθρωπιά. Πρότυπο προτύπων. Μακριά από την δήθεν «ανακάλυψη» της Λήμνου τελευταίως από τις τουριστικές, νεοβαρβαρικές, βλακώδεις, νεοπλουτίστικες ορδές των παμφάγων «μοντέρνων» νεοανθρώπων. Αν και ο ποιητής δεν ανησυχεί για τα τελευταία, γιατί γνωρίζει τις μαγικές και θαυματουργές αφομοιωτικές ικανότητες της μάνας Λήμνου.
«Και μου στήσανε
ολόκληρη ξενοδοχειακή μονάδα
οι αφελείς.
Νομίζανε πως οι Κάβειροι είχαν φύγει».

Η συναισθηματική εμπλοκή του ποιητή με τον τόπο που τον γέννησε, η συγκινησιακή του φόρτιση και ο απόηχός τους στον ψυχισμό του περνά αβίαστα στον αναγνώστη, ο οποίος γίνεται συμμέτοχος εκών άκων σε ένα κλίμα ονειρικό, ιερουργικό και ενορμητικό, από ένα ιερέα ταπεινό, που θυσιάζει στα ιερά των Καβείρων, αλλά πάει και λειτουργιές στον Άγιο Σώζο. Η λιτότητα, η άπλα του τοπίου, το μαλακό χώμα, οι ήσυχοι ρυθμοί, το πάφλασμα των κυμάτων, όλα μπροστά στα μάτια μας, βοηθούν να ακουστούν οι εσωτερικοί κραδασμοί μέσω της ποίησης του Ι.Ψ. Το μέρος γίνεται ένα τεράστιο ηχείο που πολλαπλασιάζει την κρυμένη βουβή ένταση της γυναίκας του σφουγγαρά, τις λαχανιασμένες ανάσες των δουλευτών της γης, τα τραγούδια των ψαράδων, τα ερωτικά σκιρτήματα, το χτύπημα της καμπάναςτου εσπερινού.
«Οι λόφοι συνετοί
το μειδίασμα του δειλινού
γλυκό τριαντάφυλλο στην καρδιά.
Βάδισμα νωχελικό στην άκρη της θάλασσας.
Οι ήχοι είναι της σιωπής».
(Λήμνια καλά)

Η ποίηση του Ι.Ψ. έχει προσωπικό στίγμα και είναι αρκετά πρωτότυπη. Αντλεί από το μακρυνό παρελθόν εποχές, ψάχνει στην επιφάνεια των αρχαίων μαρμάρων τα σημάδια της ακμής των προγόνων, ταξιδεύει στους μύθους και παραμένει επίμονα στον εσωτερικό τους χρόνο, περιορίζοντας όταν πρέπει, κατά το δυνατόν, τη σύγχρονη εξωτερική «μόλυνσή» τους, ενώ βγαίνει από το χρόνο αυτόν τον παλαιϊκό, για να εισδύσει σε χρόνους τωρινούς, μόνο όταν καταλαβαίνει ότι τα πρόσωπα και τα τοπία είναι αυτά που δεν θα απαξιώσουν το ταξίδι του. Ανακυκλώνει εποχές και μορφές και ο ίδιος στέκεται στωικός παρατηρητής, ήσυχος, με επίγνωση ότι υπάρχει διεύθυνση των πάντων, παρατηρώντας τις ανθρωπολογικές συνέπειες και προεκτάσεις, αφήνοντας τα πρόσωπα και τα τοπία, τις μορφές και τα ερείπια να μιλήσουν την σαγηνευτική και εκστασιακή ακατάληπτη για τους πολλούς γλώσσα τους. Ιχνηλατεί το παρελθόν αργά και μεθοδικά. Ξεφλουδίζει σαν αρχαιολόγος τα μυστικά στρώματα της αρχαίας ζωής, για να την επανασυνδέσει όταν θέλει με την αμεσότητα των οικείων προσώπων, των οικείων πραγμάτων.
Τα ποιήματά του έχουν υποβληθεί σε εξαντλητική βάσανο (χρόνια και χρόνια τα δούλευε). Ο λυρισμός ξεχειλίζει από την αμεσότητα των συναισθημάτων, την ειλικρίνεια, την εξομολογητική διάθεση. Και ενώ τα ποιήματα είναι πύρινα σαν την Ηφαιστιακή φλόγα, δίνεται η εντύπωση ότι ο ποιητής έχει την σιγαλότητα ενός σοφού. Μερικές φορές με την πυκνότητα του στίχου, τείνει στο απόλυτο σημείο σιγής, αυτό που θα ήταν παράδοξο μεν, αλλά ιδεατό για ένα μεγάλο ποιητή. Μου θυμίζει τον ζωγράφο Χουάν Μιρό, που όταν γέρασε, ώριμος πια ζωγραφικά, ζωγράφιζε τραβώντας μια οριζόντια γραμμή. Ο Ι.Ψ. είναι αναμφίβολα ένας μάγος, μόνο που δεν ξέρω σε ποιούς πιάνουν τα μάγια του, και πόσοι από τους τυφλωμένους νεοέλληνες και δυστυχώς και νεολημνιούς τα εμπιστεύονται αυτά τα μάγια. Όμως ο Ι.Ψ. δεν ασπάζεται την απαισιοδοξία μας. Και καλά κάνει.
«Τελείωσε ο αιώνας της πίκρας και της φυγής.
Θα ξαναρχίσει πάλι η καλλιέργεια του βαμβακιού
και θα ξαπλώνουμε τα μεσημέρια ανάμεσα στους ήλιους.
Θα γεννηθούν κορίτσια με κατατομές σειρήνων
και τα στρατόπεδα θα γίνουν θερινά σινεμά.
Όλες οι εκκλησιές θα έχουν ιερείς και οι μάντρες
θα γίνουν θεραπευτήρια για τους κουρασμένους.
Αυτή η γη η θηλυκιά ταπεινά θα δεχθεί
τους παλινοστούντες».
(Περίοδος λευκή ή μετά την ιώδη).

Η Λήμνος δεν έχει βγάλει πολλούς ανθρώπους των γραμμάτων, συγγραφείς, ποιητές. Τώρα τελευταία, δειλά δειλά, όλο και παρουσιάζονται. Η αξία τους θα φανεί στο μέλλον. Όμως από τώρα μπορούμε να πούμε ότι έχει βγάλει ένα μεγάλο ποιητή. Τον Ιωάννη Ψάρρα.

Κυριακή, 19 Σεπτεμβρίου 2010

Τέρμα κι ο τζιγάρος

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Τέρμα κι ο τζιγάρος



Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Η απαγόρευση του καπνίσματος στους δημόσιους χώρους προκάλεσε πολλές συζητήσεις, καθώς υπάρχουν διιστάμενες απόψεις επί του θέματος. Επιτρέψτε μου μία μικρή ανάλυση, ως Λημνιού, αφού παλαιόθεν η σχέση καπνίσματος – Λήμνου ήταν στενοτάτη. Κι αυτό γιατί οι Λημνιοί έχνε μεγάλο σακατλίκ’ με το μπαλιοτζέγαρο (για να μην πω μπνεδλίκ’) και όλη την ώρα καπνίζνε σα τς αράπδες και σα ντα τσοπανέρια, ανεπίν,νε σα το ζμπρίλο,
ξεφσκών,νε σα φυσαμπρέλες, και γαρίζνε σα σολογάν’δες γαδάρ.
Οι υποστηρικτές του μέτρου ισχυρίζονται ότι ορθά έπραξε η εθνική - σοσιαλιστική μας κυβέρνηση, διότι είναι θέμα υγείας αλλά και οικονομίας. Σου λέει, μας γαλόκαψε μπλια ο νταρμπουκοτζέγαρος, μας γαρτζούκλιασε, μας ντάβλιασε, γιώσαν τα τζγιέργια μας, στλώσαν τα βζγκούνια μας, ανάψαν τα στμόνια μας, γαγ’λιάσαμ να φουμαίρνουμ, ζυχιάσαμ σα τς κάτες π’ νιαγουρίζνε όντας καυλομαχούνε, κι ούλο μας μερεμδίζ ο κάρεγκλάς μας και χοχλακίζομ τς λέχαρ, που έναι σα κατοχρονίτκες πεταλ’δάρες τ’ Αγιαρμόλα και σα Παλιοπολ’νοί καβούρ. Γι’ αυτό έβαλε να πληρώσομ καινούργιο ρετζά στο τζίγο και είπε καπίν’ζμα τισλίμ μπιτί. Άσε που κάθε δουλειά πάει πίσω με το κάμε τζιγάρο και κάμε τζιγάρο, και κάπεν’σε ένα τζιγάρο να πιούμε τον ίδρω μας, και πάρε τζιγάρο για τα σεκλέτια, και πάρε τσιγάρο για τα σερμπέτια και κάργα τζουρούκλα τζιγαρούκλα, και γιούρντζμα κατά τ’ μπαράγκα, και ντεμπεχανλίκ’ και αραλίκ΄. Όπου κι αν έβλεπες, να τζιγαρόσουπα μες στα ποτήρια και μες στα πιάτα, οι καφενέδες και τα κέντρα μες στο τζιγαροθυμιατό, ουλ’ να γυρίζνε με το μπορδοτζίγο και να ρίχνε πασπάλ’ καταγή, να κάμνε τλούπες με το γκαπνό σα ντο γκαπνοδούκο, και να αντερβολιάζνε τα μάτια σ’ απ’ τ’ γκαπνίλα. Τώρα σου λέει, ουλ’ οι χαρμανλατζήδες κι ούλες οι φουμαντσούδες, που από παν καπνίζαν κι από κατ αθνίζαν, θα παγαίν,νε μες στο ξάβορο και θα καπνίζνε μες στα γωνιαδέλια σα τς μορλάδες.
Οι αντιτιθέμενοι στην απαγόρευση ισχυρίζονται ότι με την οικονομική δυσπραγία που υπάρχει, ο τζίγος μελαγ’νεύ’ τον άθρωπο, το σεκλέτ περνά με το καπίν’ζμα, και καλύτερα να πνας παρά να μη φουμαίρεν’ς, κι αφού δε φραίνεται η κλια ας φραίντεν μπάρεμ τα μστακούδια. Λογάριασε τώρα, και να πνας και να μη φουμαίρεν’ς. Όποιος καπνίζει θα καπνίζει, αφού σαν είσαι θεργιακλής, οχ’ τσιγάρο, αλλά και τ’ ζίγρα, και τα σκ’λουκούραδα θα καπνίγ’ς. Κανονικά, λένε, έπρεπε η κυβέρνηση να μερνά τα τζιγάρα στο γκόζμο, γιατί με τόση μπουρτζίλα και ατσιγαριά, σε κομάτ θα καπνίζνε κολοκ’θιά με ντ γκαβαλίνα ή τη βνια μέσα. Άσε εκεί που πήγε το πετρέλαιο, το καπίν’ζμα θα ζεσταίν’ το χ’μώνα, αφού ο τζίγος έναι πυρωτκός. Θα σέρνε μαθέ το Ματσάγγο μαζί τς για μαγκάλ’ γερενέ, κι όποτε μαργών,νε θα πυρολαντίζνε ένα χοντρό γουρτζελοτζίγαρο κι θα χουχλίζντεν. Ύστερα θα βλέπουν και τον άλλο μελλοντικό σωτήρα κ. Σαμαρά στην τηλεόραση, που τώρα έμαθε πώς κυβερνούνε, γιατί πέρυσι ήταν μικρός και δεν ήξερε, και έχει τώρα και εκείνος σχέδιο και θα ξεχνούνε το γκαμό τς και τ’ γκαγίλα τς. Και όταν θα μαζεύνε τς τσιγαρόκωλ’ απ’ το δρόμο, θα είναι περήφανοι που ανήκουν ή στη «φιλολαϊκή σοσιαλιστική κομπανία», ή στη «μεγάλη δεξιοπατριωτική εταιρεία». Όποιος και να τς αποτελειώσ’ (το έργο), θα αγιάσνε. Αγαπητοί αναγνώστες, τσιγαροευτυχείτε εν πλήρει νιρβάνα.




,

Πέμπτη, 26 Αυγούστου 2010

Στάργια κι αλεύεργια

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Στάργια κι αλεύεργια




Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Μεγάλη συζήτηση γίνεται για την αύξηση στην τιμή του ψωμιού και των αλεύρων, ενώ οι αγρότες πούλησαν το στάρι σε εξευτελιστικές τιμές. Είναι λόγω των πυρκαϊών στη Ρωσία, είπε κάποιος. Μα στη Λήμνο πουλήθηκε το στάρι πολύ πριν τις φωτιές, 15 λεπτά το κιλό. Ύστερα πώς επηρεάζουν οι φωτιές στη Ρωσία, τη χώρα μας, που κατά τη ρήση του πρωθυπουργού, είναι ουσιαστικά Νότιος Δανία; Να είμαστε Ανατολικό Τουρκεστάν, μάλιστα. Θα πούμε το ψωμί ψωμάκι είπε ένας άλλος. Πάντως, αν μου επιτρέπετε, υπάρχουν πολλοί τρόποι, παλαιόθεν γνωστοί σ’ εμάς τους Λημνιούς, για να αξιοποιηθούν τα στάρια και τα αλεύρια που παράγει η Λήμνος, εν καιρώ οικονομικής κρίσης, και να είναι ευχαριστημένος και ο κόσμος και η εθνική – σοσιαλιστική μας κυβέρνηση.
Πρώτα πρώτα, «να μη κάντεν σα ντ αλεύερ τ’ απλωμένο» και να μην τους πιάνει αλευροδαιμον’ζμός, αλλά να κουνήσουν λίγο τα χέρια τους. Μπορούνε αντί να αγοράζουν το ψωμί, να κάνουν διάφορες τηγανόπιτες, όπως στη Γερμανοκατοχή. Εξόν από «τγανόπτες», μπορούν να φκιάξουν κι άλλα είδη, όπως πτάρια, πτάρες, πτούδες, πίταρ, πταρούδια, ροδόπτες, τυρουπτούδια, κολοκ’θόπτες, ξεροπτάρια, τσουρέκια, βδουλέρες, μαρμαρίτες, πλακόπτες, κλικούδια, κ.α. Βέβαια πολλές πίτες δεν θέλουν μόνο αλεύρι και νερό και όπως έλεγε και η γιαγιά μου η Βωτώ «η μάνα μ’ ξερ να κάμεν’ πίτα άμα εχ’ αλεύερ και βούτερο» και «κάλλιο πίτα με λαρδί, παρά πίτα μοναχή». Όμως αν υπάρχει φαντασία μπορούν να βρεθούν λύσεις, όπως λέει και το τραγουδάκι: «Τ’ γαδαριού μας τ’ άντερο / χτύπσε πα’ στο πάτερο / α το ψήσομ α το φάμε / γερενέ σπηλ’νάντερο». Μπορεί στις γιορτές να τρώνε «τγανόπτα με το μούστο, ή με το ζάχαρ, ή με το μελ’ ή με τ’ σαλαμούρα, ή με το καβουρμαδέλ’». Με όλα πάει η «τγανόπτα» και οι διάφορες πίτες. Προσοχή όμως «το πτι παγ’ μόνε με τ’ ξερή».
Επίσης όταν είναι κρυωμένοι μπορούν να κάνουν διάφορους τσορβάδες με το αλεύρι και να μη απαντούν όπως στη στιχομυθία: «-Ζαμπούν’ θελ’ς τσορβά;» «-Οχ’ θέλω πτι». Οι πίτες από Λημνιό στάρι έχουν και αφροδισιακές ιδιότητες, όπως λέει και το τραγούδι: «Νάχαμ μια πίτα ροδοψμέν’ / κι ένα κολιό γδαρμένο / και τς δασκαλέρας μας το πτι / απ’ το λουτρό βγαρμένο». Γι’ αυτό λοιπόν: «Φάτε τώρα τ’ πταρούδα σας / πο μέσα ως τα όξω / δεν εχ’ τυρί γή κολοκύθ / μα διν’ ντερμάν’ στο μπόξω». Τα γούστα πάντως ποικίλουν: «Μ’ έφκιαξες τα πταρούδια / στο γκούπαρο ζεστά / μα γω μ’ αρέζ το πτι σ’ / π’ κάται στη μπυροστγιά». Ένας άλλος τρόπος για να αξιοποιηθεί το αλεύρι, περιγράφεται από το παρακάτω τραγουδάκι: «Το πουτί τ’ αλευρωμένο / σα ντο ψαρ το τγανηζμένο / στλίζει ο ντουνιάς κι ο κόζμος / και τς Λενάρας μας ο κώλος». Αγαπητοί αναγνώστες, «πρώτα μας αλευρώσαν κι ύστερα μας φωνάζνε μυλωνάδες». Μπορεί να «παραανάδωκε τ’ αλεύερ» και να «έπιασε το σταρ ασπορδίλια», αλλά εμείς γνωρίζουμε ότι «και το σταρ εχ’ θμο». Πταροευτυχείτε.

Πέμπτη, 19 Αυγούστου 2010

Φον φούφουτους

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Φον φούφουτους




Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Δημοσιεύθηκε ότι ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης κ. Πάγκαλος καταφέρθηκε εναντίον των εκπροσώπων της τρόικας για τις υπερβολικές απαιτήσεις τους, τους αποκάλεσε μάλιστα «φον φούφουτους». Παρακαλώ επιτρέψτε μου μια μικρή ανάλυση της επίμαχης φράσης, η οποία ενέχει σεξουαλικό περιεχόμενο. Η γερμανική λέξη «φον» είναι τίτλος ευγενείας, σαν να λέμε κόμης, δούκας, κλπ. Η λέξη «φούφουτος» είναι ελληνική και δημιουργήθηκε για να κάνει ρίμα με τη λέξη ξεσκούφωτος και λημνιακά αξεσκούφωτος, εννοώντας το εν στύσει ανδρικό μόριο. Η φράση στα λημνιακά λοιπόν θα μπορούσε να μεταφραστεί ως αρχοντοτσούτσλαρος και σε πιο ελεύθερη μετάφραση τζουλοσούγλαρος. Η εκ πρώτης όψεως αδόκιμη φράση ωστόσο εξηγείται. Η τρόικα έχει σαν δουλειά της την επίβλεψη του μνημονίου, Λημνιακά «μνημόν’» ή «μνημόνι», του οποίου το πρώτο συνθετικό είναι το «μνη» και δεύτερο το «μονί».
Τώρα μάλλον είναι αργά για διαμαρτυρίες, ή όπως θα έλεγε ένας Λημνιός αφού τ’ φουφουτίσαν τ’ γριγιά έβαλε το παράτ. Εξ άλλου η τρόικα κάνει τη δουλειά της. Αλλά και η λέξη δουλειά ή δλια, στα Λημνιακά σημαίνει και τη συνουσία. Συνώνυμο η τουρκική λέξη χοζμέτ, αν και στην περίπτωσή μας καταλληλότερο θα ήταν το σουλτάν μερεμέτ. Κι όπως θα έλεγε κι η γιαγιά μου η Βωτώ αμ έλμπετ, πρώτα το χοζμέτ κι ύστερα το καμπαχέτ; Κι αφού μπλέξαμε με τα τουρκικά και τα οθωμανικά, ίσως κάποιος έπρεπε να υπενθυμίσει στον κ. αντιπρόεδρο την τουρκική παροιμία «Κι εγώ αγάς κι εσύ αγάς, αλλά ποιος βαστά το τσιμπούκ’».
Η τρόικα βέβαια είναι υποχρεωμένη να κάνει έλεγχο, τουρκιστί αγιάρ. Θα μπορούσε όμως να πει κάποιος θα καμ αγιάρ στα δύμια μ’. Διότι εν’σάφ μπλια. «Τα δύμια μ’ τα ξετόνιξα / τάκαμα σφεντογόνα / στς αρίδεζεμ τα έφταξα / και τη ξερή μ’ στο γόνα». Όμως η τρόικα δεν ήλθε μόνη της, εμείς τη φωνάξαμε, καθόσον με το ζορ δε χοζμετγιάγ’ς. Θα μπορούσαν πάντως να μας μπτίσνε το χοζμέτ ζγομλά ζγομλά κι οχ’ τόσο μπουμπουν’στά, διότι δεν είναι όλα τα πράγματα σταρ και ζάχαρς, να κολ’βόζμος. Απ’ την άλλη τα λεφτά τους μας δάνεισαν, δικαίως λένε: «Με το μπαρά μ’ κάμνω ντ γκυρά μ’». Και επίσης «Εγώ κυρά μ’ σ’ αγόρασα / κι έδωκα το μπαρά μ’ / για να σε βάζω ανάσκελα / να κάμνω τη δουλειά μ’». Ή και το πιο κυνικό «Να παρά δομ μνι». Ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός της χώρας έχει και συνέπειες, αφού μπήκαμε στο χορό θα χορέψουμε και θα πούμε κι ένα τραγούδι, όπως το παρακάτω: «Απ’ ουλ’ τς βρωπαϊκοί χοροί / η πιο καλή έναι η μπόλκα / γιατί γκουτρίζ ο κιουχκιουρής / απάν στου μνιου τη μπόρτα». Ναι, αλλά όλα έχουν ένα όριο. Συνέταιροι, φίλοι και κουμπαράκια, αλλά αυτοί το πάνε «Γκμπάρα μ’ εδώ, γκμπάρα μ’ εκεί, γκμπάρα μ’ για λύσε το βρακί» και «Ο γκμπαρέλιας με τη γκμπάρα, τρεις βολές την αβδομάδα». Και πάλι καλά τρεις φορές την εβδομάδα, αφού θα μπορούσαν να πουν και το: «Το ζμπεθερκάτο το χοζμέτ / που κάμνω με τ’ ζμπεθέρα / γω το ζητώ μερονυχτί / μα κειν’ μ’ αφήν’ μο τ’ μέρα». Εν πάση περιπτώσει ο κ. αντιπρόεδρος που η στομάτα τ’ έναι σα ντο φούρνο μας, θα έπρεπε να γνωρίζει ότι σα σε βαλ’ από κατ, όπως θελ’ α σε …φουφουτίσ’. Όλοι ξέρουν ότι το φουλ’ φσκών’, το φασούλ’ κλιακών’. Όπως λέει και το Λημνιακό δημώδες άσμα: «Να μη με λες αστόπαθα / να μη με λες πω πω / μία βολά α στν αγκούμπσα / ούλο θα στην αγκμπώ».
Αγαπητοί αναγνώστες, φουφουτοευτυχείτε.

Σάββατο, 24 Ιουλίου 2010

Σώβρακα και βρακιά

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Σώβρακα και βρακιά



Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας


Διάβασα σε εφημερίδα ότι επιστήμονες του αμερικανικού στρατού κατασκεύασαν ανδρικό εσώρουχο, προοριζόμενο για τους στρατιώτες, που μπορεί να σώζει ζωές. Αυτό το σώβρακο έχει ενσωματωμένους βιοαισθητήρες και μπορεί να μετρά την πίεση του αίματος, καρδιακούς παλμούς, να διαγιγνώσκει τη φύση των τραυμάτων, να χορηγεί κατάλληλα φάρμακα, κ.ο.κ. Αυτό το καινοτόμο σώβρακο – γιατρός σε δεύτερη φάση μπορεί να εφαρμοσθεί σε άλλες ομάδες πληθυσμού, π.χ. σε ηλικιωμένους, διαβητικούς, αθλητές, κλπ. Στο μέλλον δε, υπολογίζουν ότι το θαυματουργό αυτό σώβρακο, εκτός από γιατρός, θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ως αστυνομικός, πολιτικός, κλπ. Και εννοείται για να μην παραπονιούνται οι γυναίκες, δεν θα κατασκευάζονται μόνο σώβρακα, αλλά και βρακιά.
Βέβαια η τεχνολογία έρχεται δεύτερη, αφού εμείς οι Λημνιοί ανέκαθεν είχαμε διαβλέψει τις διαγνωστικές και προγνωστικές ιδιότητες σωβράκων και βρακιών. Στην ερώτηση π.χ. αν θα φοριέται εύκολα, ή θα υπάρχει κάποια διαδικασία, η απάντηση είναι απλή, παλιά και Λημνιά: «Σα ντα κανονικά σώβρακα, το κίτρινο μπρος, το καφεδί πίσω». Ή στον έλεγχο καταλληλότητας ενός γαμπρού, το νέο σώβρακο δεν θα μπορούσε να είναι καλύτερο απ’ τη διάγνωση της σχωρεμένης γιαγιάς μου της Βώτας, που έλεγε: «Γη μπεζλεμπή π’ θα με φραν’ απ’ το καλαμοβράκ’ φαίνεται». Πάντως έχει προβλεφθεί τα εσώρουχα της νανοτεχνολογίας να είναι υψηλής αισθητικής, κομψά, με σχέδια, χρώματα, κλπ. Αυτό είναι σωστό, αφού όπως έλεγαν και οι παλιοί Λημνιοί, «Το Μοραγίτκο το βρακί, δε ντ μπυρώνει τη ξερή». Επίσης θα είναι διαποτισμένα με διάφορα αρώματα για την περίπτωση ατυχήματος δηλητηριωδών αερίων ή ημιστερεών αποβλήτων. Όμως κι εδώ υστερεί η τεχνολογία, αφού αυτό είχε προβλεφθεί από τους Λημνιούς, όπως λέει και το τραγουδάκι: «Το βρακί σ’ εχ’ μυρωδιά / από χίλια μυρωδκά / βγαζ δαφνίλα κι αθμαρίλα / και αψά μπακαλιαρίλα». Υπάρχουν πάντως περιπτώσεις, που το νέο εσώρουχο βοηθά σημαντικά. Ένας ψαράς ας πούμε που θέλει να ξέρει τον καιρό θα βάζει απλώς το σώβρακο - μετεωρολόγο και δεν θα κάνει το τεστ που λέει το τραγουδάκι:
«Το βρακούδι σ’ α το βγάλω / κι α το σκώσω για μπαντιέρα / για να με δείχεν’ το γκαιρό / κι τ’ φόρα απ’ τον αγέρα».
Στο μέλλον λοιπόν κάθε άνθρωπος που σέβεται τον εαυτό του θα φορεί και το ανάλογο για την περίσταση εσώρουχο, εκτός εξαιρέσεων. Μια φανταστική στιχομυθία εξαίρεσης του κανόνα: «-Μωρή Λενιά τι στρινγκ φορείς σήμερα;» «-Αχ μωρή Δεσπνιά σήμερα το άφκα ακάλ’βο το κορακιαζμένο γιατί ο Γιώρεγ’ς με το τραγούδσε εψές»: «Μ’αρέζνε οι αξεβράκωτες / με το βρακί μπαντιέρα / γιατί το πράμα τς εν δροσνό / ούλο μες στον αγέρα». Επίσης οι μητέρες του μέλλοντος, αντί να λένε όπως τις σημερινές, τι έξυπνο είναι το παιδί τους και ότι ξέρει από μωρό κομπιούτερ, απλώς θα του τραγουδάνε: «Νταστανά νταστανά / νταστανά λέγω να γεν’ / στα δεντρέλια ν’ ανεβαίν’ / ν’ ανεβαίν’ να ατπατεί / να με δείχεν’ το βρακί».
Φαντασθείτε στις μέρες μας, που υπάρχει τόση αγωνία αλλά και άγνοια για το ασφαλιστικό, ας πούμε. Στην ερώτηση «Τι σύνταξη θα πάρω;», το σώβρακο θα απαντούσε: «Από τα τρίγια παρ τα δυο / ή άμα θελ’ς και τρίγια / ούλα εν μες στο σώβρακο / τα έδξα και στ’ Μαρίγια». Ή αν ο πολίτης δεν ήξερε π.χ. ποιο κόμμα θα ψήφιζε στις εκλογές. Μια υποτιθέμενη στιχομυθία: «-Γιώρεγ’ τι α ψηφίσομ στς εκλογές;» «-Μπρε Δημητρή δε βαγ’ς μαθέ το σώβρακο για τα πολιτικά να μας πει;» «-Ποιο έναι;» «-Να εκειό που έναι μπρος πίσω καφεδί» «-Δε ντο βρίσκω»
«-Μύρσε τα κι όποιο μυρίζ σκατά» «-Α γεια σ’ το βρήκα» «-Και τι σε λεγ’;» «-Σκατά κι απόσκατα».
Αγαπητοί αναγνώστες, όπως καταλαβαίνετε, «μας πήραν τα σώβρακα». Ξέρετε γιατί; «Γιατί όποιος πστεύεται το γκώλο τ’, χεζ το σώβρακο τ». Σωβρακοευτυχείτε.