Σάββατο, 3 Οκτωβρίου 2009

Κουκλοφόρ και αξεκούκλωτ


ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Κουκλοφόρ και αξεκούκλωτ

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Στις πρόσφατες ταραχές η λέξη «κουκουλοφόρος» μπήκε για τα καλά στη φρασεολογία μας. Προέρχεται από τη λέξη «κουκούλα», η οποία είναι λατινική (cuculla), πιθανής ιλλυρικής ή κέλτικης προέλευσης. Σημαίνει το κάλυμμα της κεφαλής, αλλά και γενικότερα το προστατευτικό κάλυμμα. Το ρήμα κουκουλώνω, ομοίως σημαίνει σκεπάζω, καλύπτω, αποκρύπτω.
Στη Λημνιακή διάλεκτο δεν υπήρχε βέβαια η λέξη «κουκουλοφόρος», αφού το εν λόγω φρούτο είναι πολύ πρόσφατο. Έτσι τουλάχιστον νόμιζα, όταν σε μια τηλεφωνική συνομιλία με ένα συμπατριώτη Λημνιό, τον άκουσα να λέει: «Ήθελα να πάγω στο κέντρο, αλλά φοβήθκα τς κουκλοφόρ». Πήρα τη μάνα μου τηλέφωνο στη Λήμνο και μου είπε: «Βλέπω στ’ ντηλεόρασ’ κειν’ τς φωτιοκαμέν’ τς κουκλατζήδες». «-Ποιους βλέπεις;» «-Να κειν’ τς κουκλωμέν’ που σαβουρντούνε τα μπουκάλια με τ’ φωτιά». Η γλώσσα προσαρμόζεται και αφομοιώνει νέες έννοιες.
Στα Λημνιακά «κουκλώνω» σημαίνει «καλύπτω»: «Παλιά οι γ’ναίκες είχαν κουκλωμένο το κεφάλι τς με μποχτσάδες και μαμούκες». Επίσης σημαίνει «σκεπαζω»: «Έναι κουκλωμένος μέχρι τ’ γκορφή με το πάπλωμα σα ντον αχ’λοπεπελά». Άλλη έννοια είναι το «θάβω». «Πέθανες, τελείωσες, σε κουκλώσαν». Κουκλωμένος λοιπόν είναι αυτός που έχει καλυμμένο το κεφάλι, ο σκεπασμένος, ο θαμμένος, αλλά και γενικά ο νεκρός. «-Ζει ο μπαρμπαγιάνν’ς;» «-Τώρα ο μπαρμπαγιάνν’ς! Οχ’ έναι κουκλωμένος». Επίσης η λέξη σημαίνει τον παντρεμένο: «Καλός ήνταν ο Γιώρεγ’ς για γαμπρός αλλά τώρα μπλια έναι κουκλωμένος με τ’ Λενιά». Κουκλώνω και κούκλωμα εκτός από τα προαναφερόμενα σημαίνει και την απόκρυψη κάποιου κακού ή μυστικού: «Έβαλε χερ στο ταμείο που δούλευε, αλλά πέσαν λ’τοι και δεμέν’ και το κουκλώσαν». Επίσης δηλώνει την ενέργεια του κρυφού, του υποχθόνιου, του ύπουλου, του μυστικού, αυτού που σκεπάζει τις βρωμιές του: «Τα κουκλών’ σα ντ γκάτα». Άλλη έννοια είναι «κάνω σεξ»: «Ούλ’ τν ώρα σα γκυρζμέν’ παγαίν’νε ο Γιώρεγ’ς με τ’ Λενιά, άραγες τ’ γκούκλωσε ή παίζνε ακόμα τς κυρακουμπάρες!». Η προτροπή «Κούκλω τα μάτια σ’», σημαίνει: «Σκέπασε τα μάτια σου από ντροπή, ντροπή σου». Υπάρχει μια κατάρα στα Λημνιακά, που λέει: «Ε, π. να σε κουκλώσνε», δηλαδή, «Μακάρι να πεθάνεις».
Στη Λήμνο την κουκούλα του χταποδιού τη λένε «χουχούλα», υπάρχει δε και το σχετικό ποιηματάκι: «Έχει γλύκα έχει γούλα, ο ουλιός με τη χουχούλα». Χουχούλα όμως λένε και τους όρχεις, κυριολεκτικά το όσχεο, που περιβάλλει τους όρχεις. Η φράση: «Κρέμασε η χουχούλα τ’», σημαίνει ότι κάποιος γέρασε, αφού στους γέρους, οι όρχεις είναι…κρεμαστοί.
«Ακούκλωτος» ή «αξεκούκλωτος» είναι το αντίθετο του «κουκλωμένος». Επίσης σημαίνει το πέος σε στύση, επειδή αποκαλύπτεται - ξεσκεπάζεται η βάλανος: «Κεφλεντίσκιε με τ’ Λενιά και γενήκαν ούλα τα κατινά τ’ αξεκούκλωτα». Σημαίνει όμως και αυτόν που είναι σε στύση: «Αστόπαθα μαθέ, ξεθηλύκωσε ο γάδαρος και γύρζε ακούκλωτος σα ντο γαβάρκο μες στ’ αλάν’». Η φράση «Τον ακούκλωτο εχ’» σημαίνει ότι κάποιος έχει τον απέθαντο, είναι πολύ ανθεκτικός, δεν πεθαίνει εύκολα, κάτι ας πούμε σαν τον Μητσοτάκη, ζωή να ’χει ο άνθρωπος.
«Κουκλωτοί» είναι αυτοί που είναι ο ένας πάνω στον άλλο, δηλαδή αυτοί που κάνουν σεξ. «Πιάσαν το Γιώρεγ’ με τ’ Λενιά μες στα σπαρτά κι ήνταν κουκλωτοί». Όμως μπορεί να είναι «κουκλωτοί» και χωρίς να κάνουν σεξ: «Σ’ κειονά το ντράφο βρήκα πολλοί σαλιάκ’, που ήνταν τάλιες – τάλιες, κουκλωτοί». Η φράση: «Παίζνε τον κουκλωτό» σημαίνει επίσης, «κάνουν σεξ».
Αγαπητοί αναγνώστες, θα μου επιτρέψετε να σας απευθύνω ευσεβάστως, μια συμβουλή, στα Λημνιακά. «Χ’μώνας έναι, όσεν’ μπορείτε, κουκλωθείτε μες στα σκεπάσματα, ξεκουκλώστε τα αποκατνά σας και παίξτε το γκουκλωτό. Γιατί η ζωγή έναι μκρέλα και μια μέρα των ημερώ θα μας κουκλώσνε ουλ’. Ε, όσεν’ δε μπορείτε, κάτστε στ ντηλεόρασ’ και δγείτε τς κουκλοφόρ».

Δεν υπάρχουν σχόλια: