Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2012

Η λίστα και τα ψώνια τς Κεραστούδας

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Σήμερα ο Λημνιός πολιτικός αναλυτής κυρ Μενελής Λεμπέσαρος στη σειρά των εκπομπών «πολιτικά σεμινάρια» θα αναλύσει το ζήτημα της «λίστας», στον ανταποκριτή μας κυρ Γιώργαρο Πουρπουργιανό.
ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Καλ’μέρα κυρ Μενελή. Να κι η γαζοζούδα σ’, που κάμεν’ς σα τν αγκαστρουμέν’ κάθα που έρχεσαι κι σάνασκι είσαι γαρζμένος κι μπλανταμένος. Τι θα πει κυρ Μενέλουμ «λίστα»;
ΜΕΝΕΛΟΣ: Λύστα θα πει να λυγ’ς, σα μπου λέμε «λυσ’ τα βρακιά σ’». Γιατί όμους με ρουτάς, έπιασε κόψμο κανέναν;
ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Δε γκατάλαβες κυρ Μενέλου. γω σε ρώτ’σα για τ’ λίστα με του «ι» του γιώτα, του κατσουνούδ, τούτου που λες εσύ γράφεται με με του «ι» του ύψιλον, του κατσαρουλούδ ή σα θελ’ς του χαρανούδ. Για τ’ λίστα σε λέγου που χάθκεν κι τ’ ψάχνε ουλ’.
ΜΕΝΕΛΟΣ: Εμ άμα λυν’ κανείς τα βρακιά τ’, φορούμ ανάγκ’ θα νεχ’ κι θα χειργιαστεί κι κανένα αγγειό γή χαρανούδ, σα δε νέναι όξω στο γκάμπο. Τώρα α νέναι τίπουτας κτσος κι εχ’ κι κατσώνα π’ λες, μπουρεί να τ’ μπαθ τη δλια κι να χεστεί απάνετ με του ζμπάθγειου. Εξόν κι α λες για τ’ λήστα, τ’ λησταρχίνα, που έναι η γ’ναίκα τ’ λήσταρχου.
ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Πάλε δε γκατάλαβες. Άκσε να σε κάμω κουμάτ γραμματκή.  Τα «ι» έναι τρία. Του κατσουνούδ, του κατσαρουλούδ κι του ήτα, που έναι σα σκαμνούδ. Γω σε ρώτ’σα για τ’ λεξ «λίστα» που εχ’ μέσα του «ι» του κατσουνούδ.
ΜΕΝΕΛΟΣ: Μπρε συτχαίν’ς για του γκατάλογου που είχε μέσα εκείν’ που είχαν τα φράγκα, τα μυργιομελέγουνα στν Ελβετία; Μίλα μαθέ αθρουπνά, που με αρχίν’σες με κειν’ που τς έπιασε κόψμου κι βαστούσαν κι μπαστουνουκάτσουνο κι κάνταν κι πα στου σκαμνί, κι πα στν αναμπουμπούλα χάσαν κι τ’ λησταρχίνα. Ε, σαν τι θελ’ς να σε πω;
ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Να μαθέ, αντίς να τς κάμνε έλεγχο κι αγιάρ ουλ’ τούτεν’,  για να πλερώσνε του φόρου, δε τς κάμαν λεγ’, γιατί ου κατάλουγους που λες κι συ, ήνταν «ατύπως». Τι θα πει μαθέ «ατύπως»; Και τι ήνταν η λίστα κι χάθκεν, βελόν’ ήνταν;
ΜΕΝΕΛΟΣ: Δίκιο έχνε οι αθρώπ. Ου κατάλουγους ήνταν…ατύπως. Σα να κάμεν’ ένας μια ληστεία κι να τουν πιαν’ ου πουλίτ’ς. Άμα δε ντον πιασ’ ου αστυνόμους δε μπορούνε τώρα να τον κάμνε τίπουτας γιατί η σύλληψ ήνταν…ατύπως. Τι του πέρασες του κράτους; Γιάγμα; Τώρα μπλια είμαστε Ευρώπ, δε μπουρεί ο καθείς να κάμεν’…ατύπως. Οι πουλιτικοί μας έναι τυπικοί. Ύστερα ούλα τα ουνόματα ήνταν γραμμένα πα σε ένα πραματούδ διαβουλέρ που του λένε στικάκ’, μουγάλου σαν ένα νυχ’. Δύσκολου έναι να χαθεί μες στς μπουζνάρες τ’ Βενιζέλαρου;
ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Γω ξέρου ότε φουρουλουγούνε τς γριγιές με τα τρακόσα ευρώ κι αφήν.νε εκείν’ που έχνε δισεκατουμμύργια, τα μυργιουμελέγουνα, που λες κι συ.
ΜΕΝΕΛΟΣ: Δε νέναι εύκουλου. Εξόν που έναι…ατύπως, έναι σα να λες ένα αργάτ να σκαψ ένα βνο με βίνα. Ενώ τς γριγιάς η σύνταξ έναι παιχνίδ. Σα να λες τουν αργάτ να σκαψ μια σπουργίδα άμδα.
ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Δε τ’ δγείκαν καθόλ τ’ λίστα λεγ’. Δε μπουρούνε να γλέπνε τα…ατύπως. Τι έναι μαθέ η λίστα κανέ θεριό κι τ’ φουβούντεν κι δε ρίξαν ούτε μια ματιά;
ΜΕΝΕΛΟΣ: Φουβούνταν μη μπάθνε οτ’ έπαθε ένας παπάς στν Ατσκή τα παλιά τα χρόνια. Μια γ’ναίκα, η Κεραστούδα, έγραψε σε ένα χαρτούδ τα ουνόματα απ’ τς πεθαμένοι τς για να τα διεβάσ’ ου παπάς στν αγκλησά του ψχουσάββατο. Έγραψε κι σε ένα άλλου χαρτούδ ένα κατάλουγου με τα ψώνια που θα έκαμνε απ’ του μπακάλ’ γιατί ξέχναν λόγω η ηλικία. Έκαμε όμους λάθους κι έδωκε στουν παπά του χαρτούδ με τα ψώνια, αντίς τα ουνόματα με τς πεθαμέν’.  Ου καμένους ου παπάς με τα λίγα κολλ’βουγράμματα που ήξερε, δε μπρόσεχε τι διέβαζε, πα στ’ σφιξούρα που είχε μη καμ κανένα λάθους. Αρχινίζ να διεβάζ τα χαρτούδια που τουν είχαν παγ’ οι γ’ναίκες, υπέρ αναπαύσεως των ψυχών, Ανεστάγ’ς, Ν’κόλας, Ασπασώ, μπακαλιάρος μια οκά, βούτυρος απ’ του ντενεκέ, ζάχαρς, ένα μπουκάλ’ γαζ, κι δυο πράσα απ’ τα μεγάλα. Γι’ αυτόνου κυρ Γιώργαρε δεν ανεπιάνταν με τ’ λίστα. Σε λεγ’,  δε θελ’ς να εχ’ τίπουτας ψώνια μέσα κι να πάθουμ κανέ μασκαραλίκ’;
***Αγαπητοί αναγνώστες λιστοφόροι και ληστοπαθούντες ευτυχείτε. Και με ρέγουλα στις λίστες με τα ψώνια.

 

 

Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2012

Οριζόντιες περικοπές και τα κόκκαλα τς Γιωργούλας

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

 Σήμερα ο Λημνιός πολιτικός αναλυτής κυρ Μενέλος Λεμπέσαρος θα μας εξηγήσει   τη σημασία των οριζόντιων περικοπών σε μισθούς και συντάξεις.  Στις ερωτήσεις ο ανταποκριτής μας κυρ Γιώργαρος Πουρπουργιανός.
ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Καλώς όρσες κυρ Μενελή. Τι έναι τούτες οι ουριζόντιες περικουπές, που θερμοζεματίζεται κι καλά ο πορδυπουργός κυρ Αντών’ς που τς εφαρμόζ;
ΜΕΝΕΛΗΣ: Θα σε μλήξου κουμάτ επιστημουνικά κι μαθηματικά. Στς ουριζόντιες περικουπές το χατζάρ δλευ’ σάνασκι σε κοβ του κιφάλ’, δηλαδής κατά τουν άξουνα του χι. Στς κάθετες περικουπές δλευ’ από παν προς τα κατ σάνασκι σε κοβ με του ζμπάθγειου τ’ ξερή σ’, δηλαδής κατά τουν άξουνα του ψι. Κατάλαβες;
ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Τίπουτας δε γκατάλαβα. Κάμεμέτα λιανά σε περικαλώ σα μπουρείς.
ΜΕΝΕΛΗΣ: Μπουρώ. Άκσε. Άξουνας του χι έναι σα να ρίχεν’ς ανάστρουφου μπάτσαρο στου χαρανί, δηλαδής του κιφάλ’. Άξουνας του ψι έναι απού παν ως κατ κι σύρζα κόψμου στ’ ξερή. Για να θμάσαι, χι για χαρανί, ψι για τ’ ξερή κι τ’ μαυρουπκαπεν’ζμένησ’. 
ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Δε θα τα πάμε καλά με φαίνεται με ούλα τούτα τα παλαβάτα που συτχαίν’ς. Για κάτσε κυρ Μενέλουμ. Να θμούμαι χι για χαρανί. Του νουγώ κι του καταλαβαίνου. Ψι για ξερή, ολούρμεν; Ή θα λέμε άξουνας του ξι, ή θα τ’ λέμε τ’ ξερή, ψερή.
ΜΕΝΕΛΗΣ: Μπρε αγόρεμ τζάμπναρε τι δε νουγάς; Μπουρώ μαθέ να λέγου ψι για ψουλή; Γω είμαι ευγενίδκος άθρωπος. Τι θελ’ς, να μας κοψ ου Ηλίας του άρθρου; Τι θα πει κι ου κυρ Κώστας; Ύστερα, γω δε λέγου παλιουκουβέντες. Είμαι σα γκειν’ τ’ νιομπαντρεμέν’, που όντας τς ήλεγε ου άντρας τς  να ουνουματίσ’ του εργαλείου τ’, κειν’ τον είπε: «Μάνα γω άντραμ, γω μαθέ στ’ ζουγή μ’ δεν είπα κώλους μνι κι αρχίδια, κι θα πω μαθέ ψουλή;»
ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Τώρα μάλ’στα, τον αφορεσμό τον έχουμ σίγουρο. Δηλαδής κυρ Μενέλουμ όντας λέμε ουριζόντιες περικουπές θα τς κόβνε του κεφάλ’ κι όντας λέμε κάθετες θα τς κόβνε με του ζμπάθγειου του αργαλείου; Κι καλά, όντας έναι γ’ναίκα τι θα τς κόβνε;
ΜΕΝΕΛΗΣ: Γιατί μαθέ οι γ’ναίκες δε νέχνε κεφάλ’;
ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Δε νέχνε όμους ξερή. Εξόν κι α βγάλουμ κι άλλουν άξουνα που θα λέγεται άξουνας του μι.
ΜΕΝΕΛΗΣ: Τότες θα τς κόβνε τ’ χλουρή. Άκσε. Όντας λέμε ουριζόντιες περικουπές θα κόβνε απ’ ουλ’ ένα κουμάτ απ’ του μιστό, σα να έναι μια σειρά απ’ αθρώπ κι τς κόβνε ας πούμε του κεφάλ’. Όντας λέμε κάθετες περικουπές, διαλέζνε καμπόσεν’ απ’ του σουρό κι τς κόβνε...
ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Τ’ ξερή.
ΜΕΝΕΛΗΣ: Έλα άσε τα χωρατά.
ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Έχω καμπόσες απουρίες. Άμα ας πούμε εχ’ς μια σειρά απού αθρώπ κι τραβάς του χατζάρ στου ύψους τ’ κεφαλιού ουριζουντίως, το νάνο θα τον κόψες το κεφάλ’, αλλά τον αψλό θα τον πετύχ’ς στ’ ξερή. Συμπέρασμα πουρίσματος πρώτου: Άμα θελ’ς να κόψες σων’ κι καλά τα κεφάλια, το χατζάρ πρεπ να δλεψ λουξά κι γι’ αυτό τς περικουπές πρεπ να τς λένε λουξές κι οχ’ ουριζόντιες. Συμπέρασμα πουρίσματος δεύτερου: Τ’ ξερή τ’ κοβς κι με τς ουριζόντιες περικουπές άμα έναι πεσμέν’, κι οχ’ μόνε στς κάθετες, . Συμπέρασμα πουρίσματος τρίτου: Τ’ ξερή δε τ’ γκοβς ούτε με κάθετ περικουπή εξόν κι έναι ουλόρτ. Συμπέρασμα πουρίσματος τέταρτο: Ούλα τούτα που μας είπες έναι για τα μπάζα κι του μπλόργου κι τα κάμνω περικουπή ουριζόντια, κάθετ κι λουξή. Συμπέρασμα πουρίσματος πέμτο κι καταθκόμ. Ούλες οι περικουπές έναι ίδιες.
ΜΕΝΕΛΗΣ: Σα ντα κόκκαλα τς Γιωργούλας;
ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Δηλαδής;
ΜΕΝΕΛΗΣ: Να, ου Ν’κόλας ου Κ. απ’ τν Ατσκή είχε αναθέσ' στου Γιώρεγ’ του Γιαννά ή Μπρούνζο κι στουν Θανάσ’ τουν Κολυφέτ ή Τάμη να ξεθάψνε τ' μάνατ' τ' Γιωργούλα που είχε πεθάν' εδώ και σαράντα χρόνια. Σαν πήγαν στο νεκροταφείο να τς δειξ το σημείο, να, σα δωνά με φαίνεται ότι έναι, τς ήλεγε, αλλά σε κουμμάτ άλλαζε γνωμ, οχ' δεν έναι δεκεί, σα κεινά έναι, κι ούλο τς άλλαζε τόπο. Τέλος τς λεγ' να εδώ έναι στα σίγουρα. Έφγεν εκειός, αρχινήσαν κειν’ να σκάβνε, ανοίξαν ένα λάκκαρο να μπούνε μέσα τρία βόδια κι πέντε ελέφαντες, πουθενά η Γιωργούλα. Είχε και μια ζέστα, μη λουγαργιάγ'ς τς πήγε ο ίδρως τζιτζίρ. Λεγ' ο Τάμης τέρμα του σκάψμο. Παγαίν' μες στου οστεουφυλάκιου κι αρμολογεί ένα σκελετό από σκόρπια κόκκαλα που είχε σουρό. Λεγ', να η Γιωργούλα. Τα πάνε μετά σεβαζμού πίστεως κι αγάπς στο Ν'κόλα τυλ'μένα σε ένα πανί. Τα ανοίγ' ο Ν'κόλας γεμάτος συγκίνησ'. Τα άν'ξε, τα ήγλεπε, τα ξαναήγλεπε κι ούλο ήλεγε, αχ βρε μάνα, αχ βρε μάνα. Καμιά βολά πιαν' τς δυο κοκκάλες που ήνταν τα πουδάρια, που μάλλον θα ανήκαν εν τη ζωή σε κανέ αψλό άντρα. «Για δγιε καλάμια η μάνα μ’, κειν’ ήνταν αψλή και δε τς φαίνταν». Ε, πήραν τα φραγκούδια φύγαν. Κι λεγ’ ου Μπρούντζος: «Νόμζεν ο καμένος ότι η μάνα τ’ ήνταν αψλή, δηλαδή άμα τον παγαίναμ δυο παράταιρα πουδάρια θα νόμζε ότι ήνταν κτση;». Δε βαριέσαι, ούλα τα κόκκαλα ίδια έναι, δε θα τα έκαμνε και σούπα.
ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Τώρα συνοηθήκαμ. Σ’ ευκαριστούμε κυρ Μενελή. Κάτσε να πιεις κι τ’ γαζουζούδα σ’.
***Αγαπητοί αναγνώστες ευτυχείτε. Και γράψτε τις περικοπές και τους περικοπτσάρχηδες στα κατινά σας. Οριζοντίως καθέτως και λοξώς.

 

 

 

 

 

Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2012

Σφυρζματιές

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Σήμερα ο Λημνιός πολιτικός αναλυτής κυρ Μενελής Λεμπέσαρος, στη σειρά των εκπομπών «Πολιτικές ορολογίες» θα μας αναλύσει  το ζήτημα της έκθεσης της τρόικας για την οικονομία. Η συζήτηση γίνεται με τον ανταποκριτή μας κυρ Γιώργαρο Πουρπουργιανό.
ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Κυρ Μενέλου σήμερα θέλου να μας πεις τι έναι τούτεν’ η έκθεσ’ τς τρόγ’κας που τ’ τρέμνε ουλ’ στ’ κυβέρενσ’. Τι έναι μαθέ, κανέ θεριό έναι, κι τς εχ’ πιασ’ ουλ’ πιαζμός κι τρεμουκούρκουλο;
ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Μέχερ τώρα τς παίζαμ το μπαπά. Ναι κι ναι κι τίπουτας δε γκάμναμ. Τς φουμαίρναμ κι τς λιμαίρναμ κι τς γεμίζαμ ψευτιές πουρδούκλικ’. Άκσε να σε πω κυρ Γιώργαρε. Του κάθα πράμα μπορεί να εχ’ δυο όψες σα ντο δίφραγκο. Εσύ μπορεί να νομίγ’ς ότι έναι ετσ’ και κειο νάναι αλλιώς. Παράδειγμα ο Νταρνταγάν’ς. Ο Νταρνταγάν’ς απ’ το Βάρος, τα παλιά τα χρόνια, ήθελε να καμ του χουζμέτ με το ζμπάθγειο στη γ’ναίκα τ’, αλλά τα παιδιά τς δε μπαγαίναν για νύπνο κι ούλο τς πενεβαίναν. Άντε τα λεγ’ να παίξομ ένα παιχνίδ. Εγώ θα κάμω γαδούρα τ’ μάνα σας και θα τ’ γκαβαλ’κέψω να πάμε στο παναγύρ. Να καβαλ’κέψ και το ένα σας το άλλο και να πάμε ουλ’ στο παναγύρ. Καβαλίκεψε το λοιπό το ένα το παιδέλ’ το άλλο πα στ’ γκατίνα και λέγαν και ντε ντε. Σκεπάσκε και κειος με τ’ γκουβέρτα έπεσε από παν απ’ τη γ’ναίκα τ’ και τς τον σφύρξεν. Ήλεγε και πότε - πότε «ντε μωρή, ντε μωρή», για να ξεγελά τα παιδέλια. Τν επαύριγιο ο δάσκαλος τα έβαλε έκθεσ’, πώς περάσαν τ’ χτεσνή μέρα. Το αγορούδ Νταρνταγανέλ’ έγραψε στν έκθεσ’: «Χτε ο μπαμπάζιμ καβαλίκεψε τ’ μάνα μ’, και γω τν αδερφή μ’ και πήγαμ στο παναγύρ». Κατάλαβες κυρ Γιώργαρε; Τέτοιες πληρουφουρίες τς δίναμ, τέτοιες εκθέσες μας κάμναν. Τώρα όμως μας πήραν χαμπάρ.
ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Μας δείξαν λεγ’ κίτριν’ κάρτα, όπως στ’ μπάλα. Σε κουμμάτ θα μας δείξνε κι τ’ γκόκκιν’.
ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Ναι για. Μόνε να θμάσαι ότε πριν τ’ γκάρτα έρχεται το σφύρμα.
ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Δηλαδής κυρ Μενελή πρώτα θα μας τον σφυρίξνε…του σκουπό, κι ύστερα θα μας δείξνε τ’ γκάρτα;
ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Τούτου γίνεται στ’ μπάλα. Στ’ πουλιτική πρώτα σε δείχνε τ’ γκάρτα κι απέκ’ σε τον σφυρίζνε…του σκουπό, που λες κι συ.
ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Τς έχουμ θμωσ’. Εκειός ου κτσος ου Σόιμπλες εχ’ γιν’ τούρκος με τα μας.
ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Τον σφυρίξαν οι διαβόλ’.
ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Τι κάμναν τόσο γκαιρό οι θκοι μας μαθέ;
ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Σφυρίζαν στον αγέρα.
ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Και τώρα τι κάμνε;
ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Του ίδιου. Κι άλλου ένα. Χουζμετιάζνε κι σφυρίζνε. 
ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Κι σα δε γκάμομ πάλε κυρ Μενέλουμ οτ λένε, τι θα κάμνε; Δε θα φοβθούνε;
ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Θα δρωσ’ ου κώλους τς κι θα ν’ αρχίσ’ να σφυρίζ.
ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Τι λάθους κάμαν κυρ Μενέλουμ οι θκοι μας;
ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Σφυρίζαν σα ντα τσοπανέρια.
ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Γω ήξερα ότε τα τσουπανέρια σφυρίζνε καλά.
ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Ε καμένε Γιώργαρε. Σα σφυρίζ κανές λεμές γνουστός έναι καλλιτέχεν’ς κι ας κάμεν’ σα ντο πουντιαζμένο κώλο, άμα σφυρίζ κανές φουκαράς έναι τσουπανέρ.
ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Τι γνωμ έχνε για τ’ πουλιτική μας;
ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Ότε σφυρίζαμ σα ντον αούτο.
ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Σα τς ξηγήσουμ τ’ γκατάστασ’ τι θα κάμνε;
ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Δεκεί που σφυρίζαν κι κατουρούσαν, τώρα θα σφυρίζνε κι θα χέζνε.
ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Θα μπουρούσαν πάντως να μας βουθήσνε μπλιο πουλύ. Γη Ευρώπ έναι μαθέ πλούσα κι δυνατή.
ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Ναι, έναι σφυριχτρομούνα κι νταυλουσφυρίχτεργια. Του πράμα τς κι σφυρίζ κι τραγδεί.
ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Λες κυρ Μενέλου να μας κλουτσουπατνάρνε;
ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Δε σφύρξεν ου καπετάνιος ακόμα, αλλά καλουμελέτα κι έρχεται.
ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Έναι μακριγιά του ξουπέταμά μας, λες;
ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Ένα σφύρζμα.
ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Γω με το μλιανό μ’ λέγου, ότε άμα τς κάμουμ κουμμάτ του δύσκουλου θα νέρτνε παρακαλεστκάτα.
ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Σα τ’ γ’ναίκαμ’;
ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Δηλαδής;
ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Να, τώρα μαθέ π’ μεγαλώσαμ ρχάλ’ζε  η γ’ναίκα μ’ σα ντ αλευρομηχανή τ’ Γκανάσο και δε μ’ άφνε να κλείσω ματ ουλ’ τ’ νύχτα. Πήκαμ να κ’μούμαστε σε ξεχωρστές κάμαρες. Άμα ήθελα τζιγκιτζόμ πήκαμ το σύνθημα να έναι ένα σφύρζμα. Όποτες ήθελα πάτουμνα μια σφυρματιά και ήρχενταν. Μια βραδιά π’ δεν είχα σφυρίξ έρχεται κστα - κστα κι με ρωτά: «Μπεκ’ σφύρξες άντραμ’ κι δεν το είχα ακστόντας;». Δεν σφύρξα τς λέγω αλλά μια πόκαμες το γκόπο κι ήρτες, κόπιασε να στουν σφυρίξω …του σκουπό.
ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Κι ύστερα;
ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Πίτερα. Τι κι ύστερα μπρε κυρ Γιώρεγ’. Δε νεχ’ ύστερα. Όποιους έναι καβάλα, διπλά κι τριπλά σφυρίζ. Κι όσες βουλές θελ’, να όπους η τρόγ’κα. Κατάλαβες; Γή να πατήσω μια σφυρματιά. Τ’ γαζουζούδα πάλε δε με τ’ γκέρασες.
ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Πάτ’σε μια σφυρζματιά κι έρχεται.
***Αγαπητοί αναγνώστες ευτυχείτε. Κι όσο μπορείτε, πατάτε και καμιά σφυρζματιά.

 

 

 

 

 

Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2012

Οι καταθέσεις στν Ελβετία κι ο γάδαρος τ' Καλαρχάκ'

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Σήμερα ο Λημνιός πολιτικός αναλυτής κυρ Μενελής Λεμπέσαρος συζητά με το συνεργάτη μας κυρ Γιώργαρο Πουρπουργιανό  για το θέμα των καταθέσεων στην Ελβετία, των Ελλήνων πατριωτών και νοικοκυραίων.
Γιώργαρος: Καλώς σ’ ορίζου κυρ Μενέλουμ.
Μενελής: Χαϊρολά αρκαντάσ’ κυρ Γιώργαρε.
Γιώργαρος: Τι σκέβεσαι για τς καταθέσες που έχνε στς τράπεζες τς Ελβετίας οι Έλλην’; Γιατί η κυβέρενσ’ δυομσ’ χρόνια τώρα του κωλουβαρεί κι δε τς φουρουλουγεί; Εδώ θα κόψνε τα μακάσα απ’ το σπιτ και θα στα πλήσνε. Ντόσεν’ κωλοσφυξούρα που έχνε για φραγκούδια, γιατί μαθέ δεν ανεθβάζνε τίπουτας;
Μενελής: Θα τς φουρουλουγήσ’ άμα μαλλιάσ το χέρι μ’. Αυτοίν’ στ’ γκυβέρνησ’ έναι μόνε για τα τσίτσαρα τα μακαρόνια. Αλλά κι πού να τρέχνε καμένε κι συ, αφούς γι’ αθρώπ κάμνε κουνουμία στα μιταφουρικά. Ξερς πόσα χειργιάζεται ένα αγερόπλανο ως τν Ελβετία;
Γιώργαρος: Γω ξέρω ότε ο κάδος βρήκε πάτο, αλλά κι με το καδέλ’ μύλος δε γυρίζ. Καπ πρεπ να βρούνε μαζεμένα φράγκα. Ντόσου δύσκολου έναι έλμπετ;
Μενελής: Δε νέναι κι σουστό. Έναι γαδουριά να λες στον κάθα ν’κουκύρ κάτσε να δγιω τι φράγκα εχ’ς μες στ’ μπουζνάρα σ’, γή στ’ ντράπεζα. Δε νέναι πρεπό, πώς του λένε.
Γιώργαρος: Τότες γιατί του λέγαν;
Μενελής: Άκσε γιατί του λέγαν. Του λέγαν. Λόγος πόρδος. Δεκεί θα κουλλήσουμ; Άλλος το μαγιασίλ’ τοχ’ από κατ κι άλλος στ’ γλώσσα τ’.
Γιώργαρος: Κι πού θα βρούνε φράγκα; Στ’ γκοπεργιά; Εδώ τσιτσιρίζντεν σα ντο κοτσλιτούδ πα στο μαγκάλ’.
Μενελής: Από παντού. Παράδγμα να βαζ η γ’ναίκα σ’ μπλιο λίγο σαμ στς σαμσάδες, να ανεκατών’ το γκαφέ με το αρβίθ, να βαγ’ς σκαρπίνια μόνε τς σκόλες κι τς καματερές να βαγ’ς τσερβούλια,  να καπνίγ’ς κολοκ’θιά με καβαλ’νούδα οικουλουγικιά μέσα αντίς του μπαλιοτζέγαρου, κι άλλα πουλλά. Τα φράγκα μπουρεί να τα ψάχεν’ς σ’ ούλου του γκόζμου κι κειάνα να έναι μες στου σπίτι σ’, σα ντο γάδαρο τ’ Καλαρχάκ’.
Γιώργαρος: Τι έναι πάλε τούτο;
Μενελής: Μια βολά ο Γιώργης ο  Νταμπάκ’ς κι ο Κουστής ο Πανέλας σν Ατσκή, πήγαν και κρύψαν το γάδαρο τ’ Καλαρχάκ’. Τον είχε στο χωράφ παλκωμένο και κειν’ πήγαν και τον ξεπαλκώσαν και τον πήγαν μες στον αχυρώνα. Τον δέσαν μέσα, κλείσαν τ’ μπόρτα και τ’ κλειδώσαν κιόλα. Παγ’ ο γέρος ο Καλαρχάκ’ς να μεταδέσ’ το γάδαρο, πουθενά ο γάδαρος. Σε λεγ’ θα νέκοψε. Έψαξε ούλο το χωριό κι ούλο το γκάμπο να τον βρει, ναι σιγά μην τον βρει. Ποδογάριασε ο φουκαράς, στο τέλος απελπίσκε. Ο Κουστής κι ο Γιωργής είχαν λωλαθεί στα γέλια. Καμιά φορά γύρσε το βραδ μπλανταμένος και ήλεγε στο γκόζμο, ότι χάθκε ο γάδαρος τ’ και τώρα δεν ήξερε τι να καμ. Ε, κάποτες πήγε και στον αχυρώνα για κάποια δλια, βλεπ μέσα το γάδαρο. Κόντεψε να τον ερτ κόλπος. Φοβήθκε ο άθρωπος μην έχασε τα καταστχά τ’. Κατάλαβες Γιώργαρε, ή κι συ συμφουνείς με ουλ’ τς κουμούναρ που τα βάλαν με τς καλοί ν΄κουκυροί κι τς αρχόντ πατριγιώτες.
Γιώργαρος: Πάντως γω τούτου δε ντο άκσα απ’ τς κουμούναρ. Αλήθεια γιατί δε ντο ανεθβάζνε ούτε οι μπουλσουβίκαρ ούτε οι συρζάδες;
Μενελής: Έχνε αλλ’ δλεια να δγιούνε. Πουλεμούνε του σύστημα απού μέσα.
Γιώργαρος: Δηλαδής;
Μενελής: Να σε πω. Ουλ’ τούτεν’ οι λέτσαρ κι γοι μαλέτσ’ με τα βουρλίδια κι τα σκλαρίκια στ’ αυτιά κι γοι αχώνευτες αλογομούρες ξλουγκράνες  που βγήκαν βουλευτάδες κι βουλευτίνες παίρνε ένα σκαζμό φράγκα οι ίδιοι κι γοι κουλαγούζοι τς. Τούτου του κάμνε για να πουλεμήσνε τ’ γκαταραμέν’, κι καλά, τ’ τρόγ’κα κι του ανεθματ’ζμένου, κι καλά, μνημόν’, αφούς τα φράγκα που τσεπών.νε έναι απ’ τα δάνεια. Ε, όσο μπλιο πουλλά τς παίρνε, ντόσο αδυνατίζνε τν Ευρώπ που μας κατατυραγνεί. Έναι με άλλα λόγια φραγκοφουνιάδες φραγκοήρωες που κάμνε κυρφό κι ζγομλό πόλεμο στο σύστημα.
Γιώργαρος: Ααααααα!!!!
Μενελής: Ναι για.
Γιώργαρους: Πάντους η κυβέρνησ’ τς παρακαλεί όσεν’ έχνε βγαλ’ τα φράγκα τς όξου κι παραόξου, να τα φέρνε πίσου.
Μενελής: Έναι καλή κυβέρνησ’. Ευγενίδσα. Με του σεις κι με του σας. Σας περικαλώ κυρ ν’κουκυροί, που βαστάτε του κερί κι του σπαρματσέτου, μήπους ευαρεστιέται η ευγενεία σας να μας φέρτε καμπόσες μπαγκανότες κι δεκάρες μες στου τζίτσου σας;
Γιώργαρος: Κι γιατί μες στου τζίτσου τς; Χαθήκαν οι ιπιταγές, τα ιμβάζματα, έστου τα πουρτουφόλια;
Μενελής: Ου τσίτσους έναι το μπλιο σίγουρο μέρος. Οι Λημνιοί τούτο του ξέραν απού παλιά, αφούς τούτο έναι ντόσου παλιό όσο έναι οι παλιοπολ’νοί  καβούρ.  Μια βολά ένας Σαρδιανός είχε πουνόδοντο κι κατέβκε με το γάδαρο στο Κάστρου στο δοντογιατρό το Νούλα. Μπριν ξεκ’νήσ’ έβαλε μες στ’ κωλότσεπ κάμποσα χαρτένια φράγκα. Τον έβγαλε το δοντ ου Νούλας, τι σε χρωστώ γιατρέ, τόσα. Βαζ το χερ μες στ’ κωλότσεπ να βγαλ’ τα φράγκα, πουθενά τα φράγκα. Με το ντάκα – ντούκα πα στο σαμάρ, κειάνα ξεσύραν και πέσαν. Τότες μονολογεί  ο Σαρδιανός: «Μπρε βάλτα μες στο τσίτσο σ’». Τι είπες, τον ρωτά ου Νούλας. «Τίπουτα γιατρέ, αλλά να ξερς ότι ου τσίτσος έναι η μπλιο σίγουρ κρυφτσάνα» λεγ’ ο Σαρδιανός. Πάντους κυρ Γιώργαρε δε νέναι σίγουρ όσεν’ έχνε τα φράγκα τς όξου. Θα τα φουρουλουγήσνε κάπουτες, μάλλον με ουρίζουντα εκατουνταετίας. 
Γιώργαρος: Δηλαδής, να μη βάζουμ τα φράγκα μας στν Ελβετία, αλλά να τα κρύβουμ μες στου τσίτσου μας;
Μενελής: Εχ’ς μαθέ φράγκα για τν Ελβετία;
Γιώργαρος: Λέγου, άμα είχα. Θεουρητικώς συτχαίνου. Πάντως σ’ ευκαριστούμε κι σήμερα κυρ Μενέλου που μας αν’ξες τα μάτια κι δε θα πάμε σα τς στραβοί ούλες τς καταθέσες μας στν Ελβετία. Σ’ ευκαριστούμε που πάντα μας συβουλεύς κι μας καθογ’δεύς.
Μενελής: Περικαλώ. Του καθογίδγιου βέβια του θελ’ κι ου δεσπότ’ς ακόμα. Μόνε που χειργιάζεται μπρουσουχή μη γκαι απ’ του πολύ του καθογίδγιου πάρουμ τα βνα. Ιλπίζου ότε εκείν’ που καθουγ’δεύου μην πούνε σα τν αλλουτεσνή νυφ «Κυρά μ’ και πεθερά μ’ όντας με συβούλευες κι με καθογήδευες, εγώ μέτερσα πα’ σντ γαδαριού μας τ’ ψουλή τριγιάντα αλογόμγιες». Αααααα, ουλόκληρου άρθρου δεν είχα πει ούτε ένα βρουμόλογο…
***Αγαπητοί αναγνώστες ευτυχείτε. Και προσοχή, μην καταθέσετε τα χρήματά σας στην Ελβετία. Τσίτσος και πάλι τσίτσος.
 
***Για του μη Λημνιούς: Τσίτσος = κόρφος.

  

 

Δευτέρα, 20 Αυγούστου 2012

Ισοδύναμα μέτρα ή σκέδιο φούστα – γκιλότα

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

 Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

 Συνεχίζουμε τον σχολιασμό της πολιτικής επικαιρότητας, με τον Λήμνιο πολιτικό επιστήμονα κυρ Μενελή Λεμπέσαρο. Στις ερωτήσεις ο ανταποκριτής μας κυρ Γιώργαρος Πουρπουργιανός.
Γιώργαρος: Κυρ Μενέλουμ καλώς ήρτες, πέρασε κι απ’ τα μντέργια μας, να πιεις κι μια γαζοζούδα σπιρταδέλα. Σήμερα θέλου να μας ξηγήγ’ς με απλές συτχιές, καμπόσες οικουνουμουπουλιτικές ουρουλουγίες π’ ακούμε τιλευταία.
Μενελής: Καλώς σε βρίσκω κυρ Γιώργαρε. Τ’ γαζόζα σα με τ’ τρατάρς θα τ’ πιω κι θα σε πω κι στν υγειά σ’.  Σ’ ακούγω.
Γιώργαρος: Τι είναι τα ισοδύναμα μέτρα που λεγ’ ότι θα βρει η κυβέρενσ’; Κινούργιο πράμα έναι;
Μενελής: Παλιό έναι. Του ανακαλύψαμ μεις οι Λημνιοί πουλύ παλιά. Αλλιώς ουνουμάζεται «τόσο απάν του μερτκό σ’, όσο ξύκ’κο έναι τ’ αλλνού» ή αλλιώς «σκέδιο φούστα - γκιλότα».
Γιώργαρος: Μας τα κάμεν’ς λιανά σε περικαλώ;
Μενελής: Να, κοβς απ’ τη μια κι μπρουσθέτ’ς στν αλλ’. Παράδειγμα: Είχε βαλ’ ένας καμιά δεκαριά αργάτες σν Ατσκή παλιά και τς έδουκε  είκουσ’ αυγά βραστά κι δυο βδουλέρες ψουμί για κουλατσό. Τον λεγ’ ου Αγουραστός ου Νταμπάκ’ς, που ήνταν φαγάς, αφεντικό τι να μας κάμνε μαθέ είκουσ’ αυγά, πέφτνε δυο στο γκαθένα. Αυτά είχα, μ’ αυτά θα πουρέψτε, τώρα άμα κάποιος δε θελ’ αυγά πάρε εσύ το μερτκό τ’, τον λεγ’ του αφεντικό. Πήρε το ντρουβά ου Αγουραστός κι παγαίνοντας για του χουράφ πόμνε σα πίσου κι κουπάν’σεν στα μστάκια ούλα τα αυγά κι τα δυο ψουμιά. Κατά τς δέκα κάτσαν να κάμνε κουλατσό, φαγί γιοκ. Ου Αγουραστός του λοιπόν είχε βρει τα ισουδύναμα μέτρα, που ήνταν το μερτκό απ’ τς αλλ’. Κατάλαβες;
Γιώργαρος: Αααααα! Κι του άλλου που είπες, του σκέδιου φούστα - γκιλότα; 
Μενελής: Ου σχουρεμένους ου Ορέστης είχε μαγαζί κατ εδώ στν Ατσκή κι πήγε μια γ’ναίκα απ’ του  Κατάλακκου να ψνισ’. Λεγ’ πόσο ας πούμε εχ’ του ύφασμα που θα πάρω να κάμω γκιλότες; Λεγ’ ου Ορέστης πέντε φράγκα παράδειγμα, ου πηχ’ς. Για φούστα, πόσο; Λεγ’ ου Ορέστης, οχτώ. Λεγ’ κειν’ οχ’ καμένε κυρ Ορέστ, ακριβά έναι, α με τα κατβάσεις λίγου. Λεγ’ κι ου Ορέστης εντάξ, α σε τα κατβάσω, άντε, τέσσερα κι εφτά. Ε, τς έδωκε τα μέτρα που ήθελε, και τς είπε πόσου έκαμνε του ένα ύφασμα και πόσου τ’ άλλου. Αφού τα σκέφτκεν μες στου μλιανό τς και κειν’ τον κάμεν’: «Τώρα μαθέ κυρ Ορέστ τι έκαμες; Μαθέ συ ανέβασες τ’ φούστα κι κατέβασες τ’ γκιλότα». Κατάλαβες κυρ Γιώρεγ’; Και τι γίνεται σαν ανεβαίν’ η φούστα κι κατβαίν’ η γκιλότα; Τι ακλουθά;
Γιώργαρος: Τι ακλουθά;
Μενελής: Ου κούκους με τ’ αυγά. Πάμε παρακάτ.
Γιώργαρος: Γιατί όμους ζουρίζεται ντόσου πουλύ ου κυβερνήτ’ς κι τα παρακυβερνητίδγια να βρούνε τούτα τα ισουδύναμα, φους μπριν τς ικλουγές ου κυβερνήτ’ς Σαμαράς ήλεγεν ότι είχε βρει δεκουχτώ δισεκατουμμύργια για ισουδύναμα μέτρα.
Μενελής: Μη με τον ξαναπείς κυβερνήτ, γιατί σε είπα ότι εδιέτς ήλεγεν ου μπαμπάζιμ τουν τζούτσλου τ’ με του ζμπάθγειου όντας ήθελε να χουζμετιάσ’ τ’ μάναμ. Πέτον κυρ Αντών’, εγώ θα καταλάβω. Άσε, μπριν τς ικλουγές ήλεγεν κι για τα δεκουχτώ πόιντς, που στα γκλέζκα θα πούνε «σημεία», ένα πράμα σα ρετσέτες, σαν κάνονες να του πούμε κι αλλιώς, που παν δεκεί, σ’ αυτάνα τα σημεία, ήθελε κι καλά να αγκμπήσ’ η πουλιτική τ’. Η γ’ναίκα μ΄που δε νουγά απού ξένες γλώσσες, άκγεν κειον του Μηταράκ’ που δις τν ώρα ήλεγεν για τα δεκουχτώ πόιντς τ’ Σαμαρά κι νόμζεν η χαζή ότι ου Σαμαράς τν εχ’ δεκαουχτώ ποντ με του ζμπάθγειου, κι ούλο με στραβόγλεπεν κι με ήλεγεν: «Πανδεκεί να αγκμπήσου κι γω, όχι μόνε η πουλιτική, αυτός μάλ’στα, δεκαουχτώ ποντ, οχ’ σα γκατ αλλ’ θεμ σχώρα με». Κατάλαβες κυρ Γιώργαρε τι πήγαμ να πάθουμ στα καλά καθούμενα;
Γιώργαρος: Και τι γίν’κεν με του ζήτμα τούτου κυρ Λεμπέσαρε; Κατάλαβε η γ’ναίκα σ’ εντέλει ότι άλλο τα πόιντς κι άλλο οι ποντ;
Μενελής: Τς το εξήγ’σα χίλιες βολές. Αλλά με είπεν: «Άκσε να σε πω Μενελή, δε ξέρου τι με λες, αλλά άμα δε γκαμς του κουλάγισ’, να παρς τίπουτας αβιταμίνες ή γιαγλουφάγια να δυναμώγ’ς κουμάτ κι να κερδαίγ’ς δυο τρεις ποντ τουλάχιστον, εγώ θα βρω ισουδύναμα μέτρα σε ποντ απ’ αλλού. Έξάλλου γω ακούγω που δις τν ώρα η τηλεόρασ’ λεγ’ για τούτεν’ τη ρμάδα τν επιμήκυνσ’».
Γιώργαρος: Ωχ μανάμ. Τι έπαθες κακουμοίρ κυρ Μενελή. Πουλύ σουβαρό πράμα τούτα τα ισουδύναμα μέτρα. Ας έναι δα. Σ’ ευκαριστούμε πουλύ για σήμερα.
Μενελής: Περικαλώ. Τ’ γαζόζα ακόμα τ’ μπαντέχω. Τι γίν’κεν, δε σε φέραν σήμερα γαζόζες οι δμάρδες τα Κουκληθρέλια; Γω πάντουτες στ’ διάθεση σ’.

***Αγαπητοί αναγνώστες ευτυχείτε, πλην με μέτρο και ισοδυνάμως.


Το χρονοντούλαπο τς ιστορίας κι ο ντουλάπς τ’ Κούβαρου

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Σήμερα θα συνεχίσουμε την ανάλυση του μετεκλογικού πολιτικού τοπίου, με τον Λήμνιο πολιτικό αναλυτή κ. Μενελή Λεμπέσαρο (ΜΛ), που απαντά στις ερωτήσεις του ανταποκριτού μας κ. Γιώργαρου Πουρπουργιανού (ΓΠ).
ΓΠ: Κυρ Μενελή κι ζμπατριγιώτ Λεμπέσαρε ποια έναι η βλη σ’ για τ’ γκυβερνώσα αριστιρά, που ήλεγεν ου Αλέξης; Τι φταίξμου προυέκυψεν κι δε τ’ δγείκαμ ούτε σα ξουδ ζουγραφστή;
ΜΛ: Ποιος Αλέξης; Ου Τσιπρέλους, ου Μητρόπουλος, γή ου Κούγιας;
ΓΠ: Έλα άσε τς χωρατάδες κυρ Μενέλου. Ου Τσίπρας ντε.
ΜΛ: Ήθελεν να πει ακυβερνώσα. Ξέχασε να βαλ’ ένα «α» στν αρχή. Ζγα του μπρόβλημα. Ύστιρα ου κόζμους ήνταν πουλύ ευκαριστημένους απ’ τα ιπιτεύγματα και τς Νουδής και τ’ Πασουκούδ γι’ αυτόνο τς ξανάβγαλε να σνεχίσνε τν ένδουξ πουρεία.
ΓΠ: Τιλικώς, δε μπήκεν η διξιά στου χρουνουντούλαπο τς ιστουρίγιας, που ήλεγεν π’ θα τ’ γκλεισ’ του Τσιπραλεξούδ. Γιατί μαθέ, δε χώργεν, ή αν’ξεν τ’ μπόρτα κι βγήκεν;
ΜΛ: Ου Τσιπρέλους σαν ντουν αλλουτεσνό τουν Αντριγιά είπεν ότε θα χωσ’ μες στου χρονουντούλαπο τς ιστορίγιας το Πασουκούδ κι τ’ Νουδή. Α σας πω μια ιστουρία. Τότενες που το ήλεγε του ίδιου κι ου Παπαντριγιάς, κάνταν μες στ’ μπλατέα τς Ατσκής ου Ν’κόλας ου Κούβαρος κι έπνε ρακί. Τι έναι μπρεσείς του χρονουντούλαπο, τς λεγ’. Ένας ντουλάπς, τουν απλουγιέται ένας. Θα τ’ χωσ’ μες του ντουλάπ τ’ διξιά, για να μη μπουρεί να βγει. Κι λεγ’ ου Κούβαρος: «Άτιμο πράμα ου ντουλάπς, δε νέναι να τον πστεύεσαι. Κι γω μια βουλά αγόρασα ένα κιλό ζμαρίδες, νιαρ νιαρ ου κάτους, τζγκουνεύκα να τον δώκω ένα ψαρούδ. Ε, έβαλα τα ψάρια μες στου ντουλάπ, πήγα ξέσασα τς αγελάδες, κι γύρσα μπριν του μεσμέρ να τγανίσου τς ζμαρίδες. Μόλις άν’ξα του ντουλάπ, πιτάχκεν από μέσα ου κάτους με φσκωμέν’ τη γκλιατ. Μαρίδες γιοκ, τς είχε φαγ’ ούλες, δε ξέρου πώς είχε τρυπώσ’ μέσα. Γι’ αυτό σας λέγου μη μπστεύεστε τς ντουλάπδες κι ας έναι κι χρονουντούλαπα».
ΓΠ: Άντε τώρα να πούμε κατ άλλου. Να πούμε για του γκυβερνήτ.
ΜΛ: Αστόπαθα γω κουβέντες.
ΓΠ: Γιατί κυρ Μενέλου, πρωτ βολά γλεπς κυβερνήτ;
ΜΛ: Όπους αγαπάς κυρ Γιώρεγ’, αλλά γω νόμζα π’ θα μλούσαμ σουβαρά.
ΓΠ: Πώς σε φαίνεται ου κυβερνήτ’ς που έχουμ του λοιπόν;
ΜΛ: Μαζί τον έχουμ; Γω νόμζα ότι ο καθείς εχ’ του θκοτ’.
ΓΠ: Τι λουγιά; Ουλ’ του ίδιου δε νέχουμ; Εμένα με φαίνεται καλός. Κι μακρύς έναι, κι αδύνατους κι όμορφους.
ΜΛ: Καλά, πού τουν είδες του θκομ το γκυβερνήτ μαθέ; Ύστιρα εμένα έναι κοντογεμάτους, οχ’ μακρύς κι λιανός.
ΓΠ: Ε, όπους τον γλεπ ου καθείς. Καλός έναι, όμορφους, φορεί κι τα γιαλούδια τ’. Το γκουβέρνου εχ’ βέβια τρία κιφάλια, αλλά δε μπουρεί κανείς να ταχ’ ούλα.
ΜΛ: Τι, έναι τρικέφαλους κι φουρεί κι γιαλιά; Θος φλαξ, τούτου έναι στχειο μαθέ δε νέναι τσούτσλους.
ΓΠ: Μπρε Μενέλο για στρώσε στ’ μπιάτσα. Γιατί πράμα μλας; Δε μλούμε για του μπορδυπουργό μας του γκυβερνήτ του Σαμαρά;
ΜΛ: Ε, π’ να μη σε καψ η φουτγιά. Μπρε δε λες το μπορδυπουργό Σαμαρά να καταλάβω; Κυβερνήτ κι κυβερνήτ. Κυβερνήτ ήλεγεν ου σχουρεμένους ου μπαμπάζιμ τ’ τζουτσλή τ’ με του ζμπάθγειου, άμα δεν ήθελεν να καταλάβουμ μεις τα πιδιά. «Άντε έλα να περιποιηθείς ή να προυσκνήγ’ς ή να ανεσπαστείς το γκυβερνήτ» ήλεγεν κρυπτουγραφικά στ’ μάνα μας σαν ήθελεν να τς καμ του χουζμέτ.
ΓΠ: Είπα κι γω. Πάντους δε νέπεσες κι πουλύ όξου. Τι κυβερνήτ’ς, τι τσούτσος. Κι γοι δυο τν ίδια δλεια κάμνε. Χουζμετγιάζνε. Τέλους πάντων. Σα θελ’ς τη γνώμημ ου κόζμους ψήφσεν του σουστό δρόμου. Τι λες κι συ;
ΜΛ: Όντας ήμνε κουρμί στου κατηχητικό μας λέγαν για του δρόμου τς αριτής κι για του δρόμου τς κακίγιας. Πού να τούξιρα ότε τώρα, του ίδιου θα μας του λέγαν τα κόμματα. Τούτου με θύμσεν μια πραγματκή ιστουρίγια που γίν’κεν μπριν πινήντα χρόνια σν Ατσκή. Ου σχουρεμένος ου Κώστας Χαλαμαντάρς, που τουν πνουμνιάζαν κι Τσούστο, ιπειδής τν είχεν μουγάλ’ τ’ κατ σερμαγιά, πήγινε μια Κυριακή προυί στου χουράφ με τ’ τσάπα στουν ώμου. Η σχουρεμέν’ η παπαδιά, πήγινε στν αγκλησά. Σναπαντθήκαν, καλ’μερστήκαν και τραβήξαν σε αντίθιτες κατευθύνσες. Η παπαδιά κουντουστάθκε κουμάτ, γύρσεν κι τουν λεγ’ δείχνουντας προς τν αγκλησά: «-Κώστα απού δωνά έναι ου δρόμους». Ου Τσούστους τς απάντ’σε: «-Παπαδιά, απού δωνά έναι ου θκος ου δρόμους, ου θκόζιμ έναι απού κεινά». Κατάλαβες κυρ Γιώργαρε; Δε νέχουμ ουλ’ τουν ίδιου δρόμου. Άσε που άμα έναι καλός ή κακός ου δρόμους φαίνεται στου τέλους. 

***Αγαπητοί αναγνώστες ευτυχείτε. Και με ρέγουλα στα ντουλάπια, στους δρόμους και στα τρίστρατα.

 



   








ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

 Γράφει ο  Σταύρος Τραγάρας

 Ζούμε στην εποχή των μηνυμάτων. Όλοι στέλνουν σε όλους μηνύματα. Μηνύματα κοινωνικά, πολιτικά, οικονομικά, αισθηματικά, κλπ. Από τα παιδάκια που στέλνουν μηνύματα σε φίλους τους με το κινητό, έως αρχηγούς κρατών που στέλνουν προειδοποιήσεις – μηνύματα σε λαούς, κοινωνικές ομάδες, κλπ. Για το μήνυμα των πρόσφατων εκλογών ειπώθηκαν πολλά. Το θέμα αυτό δε θα μπορούσε να μη μας απασχολήσει, αφού η λημνιακή κοινωνία ήταν από αρχαιοτάτων χρόνων άκρως επικοινωνιακή. Σας παρουσιάζουμε παρακάτω συνέντευξη που πήρε ο συνεργάτης μας κ. Γιώργαρος Πουρπουργιανός (ΓΠ) από τον Λήμνιο πολιτικό αναλυτή κ. Μενελή Λεμπέσαρο (ΜΛ).
ΓΠ: Αρκαντάσ’ κι ζμπατριγιώτ κυρ Μενελή, λέγου σήμερα να μλήξουμ για τα μηνύματα των εκλουγών.
ΜΛ: Σ’ ακούγω κυρ Γιώρεγ’.
ΓΠ: Πρώτα–πρώτα κι αρχή, νουμίγ’ς ότε οι πουλίτες στείλαν αντιμουν’μουν’κό μήν’μα στς πουλιτικοί;
ΜΛ: Τώρα, μήν’μα που μνύσαν οι πουλίτες και ήνταν κι αντίς στο μνημόν’ με φαίνεται παράξενου σαν ουντότητα που έλεγε κι ου μακαρίτ’ς ου Νταμπάκ’ς, αλλά τέλους πάντουν α σε απαντήσου. Αυτόνου το λοιπό το αντιμνημουνικό μήν’μα, το στείλαν γοι πουλίτες στς πρώτες εκλουγές, το Μαγ’. Τώρα σε τούτες τς εκλογές, τον Ιούν’,  γίν’κε το ανάποδο. Οι πουλιτικοί στείλαν μήν’μα στς πουλίτες. 
ΓΠ: Και πιο ήνταν αυτόνου του μήν’μα;
ΜΛ: Να, πήκαν οι πουλιτικοί στς πουλίτες: «Το μήν’μα που μας στείλτε του Μαγ’, σας λέμε να το κάμτε μασούρ κι να του βάλτε στο γκώλο σας με το ζμπάθγειο».
ΓΠ: Θος φλαξ κυρ Μενέλου, τι συτχιές έναι τούτες. Πρόσεξε κουμάτ μαθέ, μας διεβάζνε κι ευγενήδσες γ’ναίκες, αλλά κι ου κυρ Κώστας. Θα μας κοψ ου Ηλίας. Τέλους πάντουν, για πέμε τώρα, τι μήν’μα έστλεν η τρόγ’κα στ’ γκαινούργια κυβέρενσ’;
ΜΛ: Θαρκίδια.
ΓΠ: Άντε πάλε αρσίζκα κι ματσμάν’κα.
ΜΛ: Θαρκίδια σε είπα, οχ’ αρχίδια. «Θαρκίδια» στα Λεριανά θα πει «θα έρθει η ίδια». Να σε πω κι ένα διάλουγο για να το νογήσεις: «-Μωρή Στελιά τση τόπες;» «-Τση το μήνυσα» «-Και τι σούπε μωρή;» «-Θαρκίδια». Δηλαδή τς είπε η τρόγ’κα ότι θα νερτ η ίδια κι τότε θα τς φκιαξ ουλ’ τούτεν’ τς ψευτουτσουτσλάδες.
ΓΠ: Αααααα! Κι τι γνωμ εχ’ς για τ’ γκαινούργια κυβέρενσ’;
ΜΛ: Πάλε θαρκίδια. Τούτο το λένε οι Ατσκιώτες, που το πήραν απ’ τς Λεριανοί κι δε θα πει «θα νερτ η ίδια», αλλά θα πει κανουνικά «αρχίδια» με το ζμπάθγειο. Έναι μπλιο εξευγενιζμένο. Μαθέ του ίδιου έναι να πεις σε ένα «θα παρς θαρκίδια», απ’ το άλλου του τρισκατάρατου;
ΓΠ: Συμφουνείς ότι ου λαός είχε στειλ’ μήν’μα με του απουτέλεζμα, ότι ήθελε κυβέρενσ’ κι αμέσους κι οπουσδήπουτε; 
ΜΛ: Πάλε θα με λες ότι λέγω αρσίζκα άμα σε απαντήσω. Αλλά άντε. Μεις εδώ στ’ Λήμνος, κι του «αμέσως», κι το «οπουσδήπουτε» το λέμε «μνια κι μνια». Άμα πεις «μνια», ακούγεται «πουλλά αιδοία» με το ζμπάθγειο, αλλά γω ήθελα να πω «μία», «μια». Κάτσε να σε κάμω κι γραμματική με παράδγμα: Μνια και μνια. Αμέσως. «Ήρτε τρεχάτος και μνια και μνια έφγε». Μνια και μνια. Οπωσδήποτε. «Ότι θα πάμε, μνια και μνια θα πάμε, για πότε δε ξέρω».
ΓΠ: Με μπέρδεσες κυρ Μενελή. Κάτσε. Δεν εννουείς ότε η κυβέρεν’σ’ απουτελείται απού πουλλά «μνια» δηλαδής αιδοία;
ΜΛ: Δε ντούχα σκεφτεί, αλλά τώρα π’ το λες με βαγ’ς σε πειραζμό…
ΓΠ: Πουλλοί λένε κυρ Μενέλουμ, ότε καλύτερα κυβέρενσ’ συνεργασίας παρά τίπουτα. Πώς σε φαίνεται η κυβέρενσ’ συνεργασίας;
ΜΛ: Καλή, πουλύ καλή. Σα γάμος με τρεις. Έναι όπους λένε οι μπρουχουρεμέν’ «κινούργια ιμπειρία». Έναι σαν εκειό που λένε οι Λημνιοί: «Το ζμπεθερκάτου του μνι καλύτερου κι απ’ του νυφκάτου».
ΓΠ: Αααα, Μενελή το παράκαμες. Κι θα στο πω. Ου να με χαθείς γάδαρε.
ΜΛ: Α, με ψίλ’νες το όνομαμ γλέπω. Δε μπειράζ. Γιατί, όμως μπρε Γιώρεγ’; Εσύ εχ’ς τς νυφς σ’ το μνι καλύτερο απ’ τς ζμπεθέρας σ’;
ΓΠ:………
ΜΛ: Έλα, αστείο ήνταν. Πάντως ου γάμος κι μάλ’στα ου ξαναγκασκός μπουρεί να μπλεξ τα πράματα κι να μπερδέσ’ τς ζμπεθέρ. Δε ξερ μαθέ κανές ποιος έναι ου θκος υπουργός κι ποιος ου ξένους. Όπους του πράμα τς ζμπεθέρας.
ΓΠ: Δηλαδής;
ΜΛ: Θα σε πω μια στχουμυθία που είχαν δυο Λημνιοί ζμπέθερ, που είχαν πιει τα ρακούδια τς στο γκαφενέ: «-Άντε ζμπέθερε λέγω να παγαίνω σπιτ να ζαγαργιάσω» «-Ε, μπριν ζαγαργιάγ’ς μαθέ α πισκεφτείς και το πράμα τς ζμπεθέρας». «-Οχ’ τς ζμπεθέρας μαθέ, τς γ’ναίκαζεμ το πράμα α νεπισκεφτώ». «-Τούτο λέγω κι γω, τς θκιαζεμ τς ζμπεθέρας μαθέ, που έναι η γ’ναίκα σ’» «Α, κι γω νόμζα που ήλεγες τς θκιάζεμ τς ζμπεθέρας, που έναι η γ’ναίκα σ’».
ΓΠ: Α, του παραξνίσαμ του γυαλί. Θα μας μνύσνε.
ΜΛ: Δηλαδής θα μας κάμνε μήνυσ’ ή θα μας δώκνε μήν’μα;
ΓΠ: Θα μας κάμνε μήνυσ’ για τα πιπεράτα που λες.
ΜΛ: Σα μια γ’ναίκα σν Ατσκή, που δις τν ώρα ανεπλιένταν το γείτουνα τς, θα σε μνύσου κι θα σε μνύσου, μια για το γάδαρο που έκοψε, μια για τ’ γκατσίκα που τς έφαγε τα λουλούδια τς. Ουπότε κι κειος μια μέρα αγαναχτζμένους τς λεγ’: «Ε, άμα εσύ με μνύσεις κι γω α σε τσουτσλήσου».
***Αγαπητοί αναγνώστες ευτυχείτε. Και προσοχή στα μηνύματα.              








ΕΚΛΟΥΓΟΥΑΠΟΥΛΟΥΓΙΣΤΙΚΗ

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

 Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

 Συνέντευξη του Λημνιού πολιτικού αναλυτή κυρίου Μενελή Λεμπέσαρου (Μ.Λ.), στον ανταποκριτή μας Γιώργαρο Πουρπουργιανό (Γ.Π.), για τα αποτελέσματα των πρόσφατων εκλογών.

Γ.Π: Κυρ Μενέλο, πώς είδες τα απουτελέσματα των εκλογών;

Μ.Λ.: Με τα μάτια μ’ τα είδα κι τα είδα πουλύ όμουρφα κι πρέπουντα.

Γ.Π.: Πώς σε φαίνεται ο Σαμαράς; Έναι καλός για πρωθυπουργός;

Μ.Λ.: Αψλό παιδί, θεουρητικό έναι, κι άμα ικπιδεύνταν από μκρος για σαμαράς κουντά στου σχουρεμένου του Ν’κόλα του Κιουρουνάκ’ απ’ τν Ατσκή, θα νήνταν ταμάμ. Για πορδυπουργός θα σε γελάσου. Όμους θα νήνταν οτ’ πρεπ για τσιρκουλάνους, γιατί κι καλές κωλοτούμπες κάμεν’ κι έφκιαξε πουλύ όμουρφου μπουλούκ’ π’ του λένε κιντρουδιξιά παράταξ. Έχου στου μλιανόμ’ ένα ντελάλ’ σα ντο σχωρεμένο το Μπαντελή το Φούντο π’ να ντιλαλίζ έτσενάς: «Απόψε θα παιξ θέατρου στ’ Μαστρουβασίλ’ του γκαφενέ. Ήρτε στου χουργιό μας του ουνουμαστό μπουλούκ’ τ’ μπουλουξή Αντών’ τ’ Προυμαζώχτ με τς μπλιο ναμστοί μπεχλεβάν’δες κι ηθουπιοί. Του έργου ουνουμάζεται, ου κλεφτ’ς, ου φουνιάς, κι ου γιος τ’ σκουτουμένου. Οτ μπλιο κινούργιου εχ’ βγαλ’ η καλλιτεχνίγια κι γη χουρευτανίγια. Πρωτ κι καλύτερ η ντιζέζα κι μουρφόγ’ναικα Ντουρούδα Καμήλουβα  σε απουκαλυπτικές μπόζες που θα κιφλεντίσνε του γκάθε πκραμένου. Ου μουγάλους μπαλουκλώτσαρους Ανατουλάκ’ς ου λέκτουρας στου καλύτερου νούμερου ρητουρείας κι απαγγιλίας. Οι ηθουπιοί Πλευρουβελόπουλους, Μπουμπούκους, Μαυρουβουρίδης σε ένα νούμερου που ικτελείται μόνε με του δεξί χερ, θα σας αφήκνε άφουν’ κι άλαλ’ κι κουμάτ γραντ’ζμέν’. Τραγούδγια, φουτγιές, κουλουτούμπες, κουμένα κιφάλια, ου γύρους του θανάτου κι ου γύρους τ’ κυρ Βασίλ’ τ’ σουβλατζή, σκηνές απού Φρειδερίκ’ κι βασιλέα, ως τν ιπανάστασ’ τς εικουστής πρωτ’ς τ’ Γιώργαρ κι ιβρουπαϊκοί χουροί με μπόλκες αλλά κι τσάμκα. Στου τέλους ρίχνεται ζουντανός στου γκακανό ένας Πακιστανός. Του μπουλούκ’ θα διαθέσ’ κι μπόλ’κου άχερου για τα ζουντανά π’ θα έρτνε».

Γ.Π.: Πού τα θμήθκες ούλα τούτα; Το Βενιζέλου πώς τον είδες;

Μ.Λ.: Τουν είδα μσο γιατί δε χώργιεν στ’ βλεψάμ’, αλλά καλός έναι, πουλυμίλ’ς κι μπαμπαλιάρς. Μόνε δεκεί στου Πασόκ τ’ μπάθαν σα ντο ψευτ το τζοπάν’ που φώναζε λύκος κάθε τόσο για να πειράζ τς χουργιανοί. Ώστουπ ήρτε ου λύκους αλλά δε ντον πίστευε μπλια κανές. Καλός ου Βενιζέλαρους αλλά ούλες τς πρεζόλες τς τρωγ’ ου ίδιους.

Γ.Π.: Μουγάλ’ άνουδου είχε ου ΣΥΡΖΑΣ, αλλά δε βγήκε πρώτους. Τι λες για τούτου;

Μ.Λ.: Εμ νιο πιδί έναι το Τσιπραλεξούδ, γι’ αυτό εχ’ τόσεν’ άνουδους κι σκουμάρα μετά συγχουρήσιους. Οτ’ μπόργεν όμως έκαμνε για να τον πεσ’, κάθα μέρα τ’ μπάλευε τ’ γκατάστασ’ κι με τα δυο χέρια. Δεν ήθελε να βγει πρώτου του μανέριμ. Σεις ατού, σων’ κι καλά. Ντιπ αγροίκ’σταρ είστε μαθέ; Σας φούμαιρνε κι σεις χαμπάρ γιοκ. Σας λιμάρζεν ένα παιδέλ’ κι ούλους ου σιν’σιλές απ’ τς σκλαρκάδες κι τς μαλέτσ’ με του βουρλίδ. Μπρουσπαθούσεν κάθα μέρα του πιδέλ’ να σας αλεκουντίσ’, έβαζε τα δυνατάτ να σας καμ να του σκαθείτε, σεις νούκου. Τι νουμίστε πως έναι κανουνικός κουμούναρους, που μπουρεί όπουτε θελ’ να ρίχεν’ τα πουσουστάτ’; Γοι κουκουέδες μόλις ανεβούνε κουμάτ, βάζνε τ’ Πινιό μες τ’ Λαμπρή κι κάμεν’ μια απεργία κι αμέσους τσουπ τρεχάτ πάνε στου πέντε τα εκατό. Τούτου δεν εχ’ αθρώπ π’ να ξέρνε ιπακριβώς τ’ δοσ’ τς μαλακίας που χρειγιάζεται για να πεσ’ η προυτίμησ’ τ’ κόζεμ. Γι’ αυτό σας λέγου, λεγ’μον’θείτε το μια σταλιά. Πώς αλλιώς να σας του ήλεγε. Δεν ήθελε να του ινουχλείτε. Τι θέλτε για να του νουγήστε; Να έκαμνε κι τα κακά τ’; Ιπιτέλους όμους τα κατάφερεν.

Γ.Π.: Ου κυρ Φωτ’ς;

Μ.Λ.: Ουραίους κύριους, καλός παπούς, να τουν ρίξεις δίπλα τ’ μια ντουζίνα πιδέλια να τα λεγ’ παραμύθια.

Γ.Π.: Πώς γλεπς τον Καμμένο, σαν πουλιτικό;

Μ.Λ.: Να σε πω. Για μσκαρ τον γλέπω, για μλαρ τον γλέπω, για πουλιτικό δε ντον γλέπω. Άσε που με φαίνεται ότι έχνε ξεμπουσκάρ κουμάτ τα μπουλόνια. Αλλά αρχουντάθρουπους, μπερκέτ’ς κι κουβαρντάς, οτ πρεπ για τ’ νταβέρνα.

Γ.Π.: Οι χρυσαυγουλάδες; Αντρουπή δε νέναι;

Μ.Λ.: Αντρουπή στα μούτρα σ’. Οι Χιτλεράδες έναι ουραία πιδιά, θρουφανά κι   σεβαστκά. Κουντά ιβδουμήντα χρόνια απού τότες που πέθανε ου Χίτλερς κι κειν’ ακόμα τουν πενθούνε κι φορούνε μαύρα. Δε μπορούνε να ξιπεράσνε το γκαμό τς για του Χίτλερ γι’ αυτόνο έναι ούλου θμουμένα.

Γ.Π.: Για τς κουκουέδες τι γνωμ εχ’ς;

Μ.Λ.: Τ’ γκαλύτερ. Καλά πιδιά, κι ας λένε οι κουτσουμπόλ’δες ότε τς αμουλάραν απ’ του Νταού Πεντέλ’ς. Τούτου δε νέναι σουστό. Οι μσοι ξεφύγαν απ’ του Δρουμουκαΐτειου. 

Γ.Π.: Σε φκαριστώ κυρ Μενελή.

Μ.Λ.: Η ευκαρίστησ’ θκημ κυρ Γιώρεγ’.

*** Αγαπητοί αναγνώστες κατά πως βλέπω τα πράγματα, το υλικό θα είναι ατελείωτο. Ευτυχείτε.
















Παρασκευή, 27 Απριλίου 2012

Άχτουνγκ άχτουνγκ


ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Γράφει ο  Σταύρος Τραγάρας



Ανταπόκριση του συνεργάτη μας Γιώργαρου Πουρπουργιανού:

Σας πληρουφουρώ ένα φιρμάν’ που ντιλαλίσαν τα ιθνικά τάγματα ασφαλείας πουλιτών, που πουστηρίζνε του ιθνικό γκουβέρνου τς συγκυβέρενγ’ς τ’  ΠΑΝΔΟΚ, για τα ιθνικά στρατόπιδα συγκέντρωγ’ς λαθρουμιταναστών.  

«Προυσουχή, προυσουχή, άχτουνγκ, άχτουνγκ , Έλλην’ κι ζμπατριγιώτες Λημνιοί. Μας ζώσαν γοι ουχτροί λαθρουμιτανάστες, ανθέλλην’ κι προυδότις τς ουλουγάλαν’ς πατρίδους μας κι τ’ ουλογάλανου κι γαλαζουαίματου ιθνικού μας έθνους. Το πράμα παραγίν’κε,  ξύν’σε  μπλια το γιαλί, μπεζέρσε ο κόζμος, εν’σάφ’. Σάιζε. Ουλ’ να ζντράμουμ του σιβαστό μινίστρου Μχαλ’ κι τουν άλλου σιβαστό μινίστρου Αντρέα. Πάρτε ουλ’ τφέκια, πιστόλες, ασφαλαγκουτούφεκα, γκράδες, μπρουστουγεμές, ζβανάδες, φκιάρια, στυλιάρια, μανέλες, περγιόνια κι καλάζνικουφ. Μην αφήκτε αρθούν’. Οπ γλέπτε αράπ, Πακιστανό, Αλβανό ή άλλου μόλεμα, ίσα στου κιφάλ’. Κάμτετεν’ του χαρανί λιλίτσα κι γουρνέλα να πίν.νε γοι όρεν’θες νερό. Φιχ ντιχ. Εδιέτς δε θα πομείν.νε πουλλοί για να τς πάμε στα στρατόπιδα συγκέντρωγ’ς. Τώρα τα λένε κέντρα φιλουξινίας. Θα νέχνε λεγ’ ένα υπάλληλο  Έλληνα να μπερετά ένα ξεν’κό λεχριταριό. Θα νέχνε κι πισίνα να κουλ’μπαρίζντεν σα ντα γουρτζέλια, σινεμά, τηλεόρασ’ κι καλά γιαγλουφάγια να ντερλικών.νε κι μπρούσκα κρασά να πλευριτών.νε. Εδιέτς που του πάνε θα γυρεύνε να τς βάλουμ κι πτανέρες να βγάζνε τα μάτια τς. Σβάρτσερ χουντ. Αρμ σβάινερ.

Ειντάξ, ουλ’ το νογούμε ότε ούλα τούτα έναι ψευτιές πορδούκλικ’, αλλά όπους κι ναχ’, μια καλουπέρασ’ θα τ’ νέχνε οι βρουμνιαροί. Ντάινε μούτερ ιστ χουντ. Απάνετς ζμπατριγιώτες κι χριστιανοί. Οχ’ θα τς αφήκουμ να τρώνε του ιθνικό φαγί μας κι να τς φλάγουμ κιόλα.  Όπους είπι κι ου κυρ Αντρέας, απουτιλούνε ουρουλουγιακή υγειουνουμική μπόμπα. Τι, θέλουμ να σκασ’; Ουλ’ έχνε αρρώστιες αγιάτριφτις απάνετς γιατί δε νέναι χριστιανοί κι δε τς ιβλόγ’σεν ου ιθνικός θιός μας. Χτικιό, λέπρα, ιβλουγιά, χουλέρα, ιλουνουσία, ψώρα, πανούκλα, βλινόρροια, σύφιλ’, σκουλαμέντου, μαλαφράντζα κι λουγιώ ντο λουγιώ κουλιάντζες κι οτ άλλου έφκιαξε ου σατανάς κι ου δγιάτανους, ούλα τούτα τς τρυγούνε κι τα φέραν να μας τα κουλλήσνε κάστλα κι ιξιπίτηδες. Άσε που βρουμούνε σα λέσα, οχ’ γιατί τς έφαγι η απυλ’σά, αλλά γιατί εδιέτς στλουμαχεί του καταραμένου αίμα τς. Ντου μπλόντες νεγκερσβάιν. Άρσχλοχ.

Ιπιτέλους τα ιθνικά μας κόμματα μουνιάσαν κι σε ένα ιθνικό ζήτμα. Οι σουσιαλ’στές που μέχιρ τώρα ήνταν αλέμ σοφά κι α δε ψοφά, τρουμάξαν να γίν.νε ιθνικουσουσιαλ’στές. Οι διξιοί που ως τα τώρα παίζαν τα σάκαλα, τ’ γκρυφτσάνα, τς  αμάδες, το γκουτσομπλούκο κι το τρίκο - τρίκο καβαλίκο ήρταν στα γνουστά ιθνικόφρουνα γράδα τς. Οι ακρουδιξιοί πατριγιώτες κι παλ’κάρια, μαζί με τς σναγουν’στές μιλανουχίτουνες, ες – ες, γκισταμπίτες, χίτες, τεταρταυγουστιανοί, χουντάδες, κουκλουφόρ, ρουφιάν’, καταδότες, καμέν’, ζγκαμέν’, χρυσαυγουλάδες, κουκλουξκλάν’δες, κι κάθε πατριουτικό λουλούδ κι αστέρ έναι μπρουσνέλες στον ιερό κι ιθνικό αγώνα τ’ καθαρίζματους κι αζβεστώματους  τ’ ιθνικού μας έθνους. Με προυτουπουρία του γκυρ Μχαλ’ κι του γκυρ Αντρέα, αλλά κι απού κουντά κι στα ζγομλά κι ύπουλα τα ζντρόφγια, εκειές τς κρυφαδερφές τς κουμούναρ που τς έφαγε η κάτα τ’ γλώσσα τς κι βουβαθήκαν για του φόβου μη χάσνε κανέ ψήφου. Σουρουσούγ’λα ουλ’ μαζί, ζντγιαν’ αζντγιανεροί κι αν’κουκύρευτ’ ν’κουκυροί που βαστούνε του κερί. Θα ξιπαστρέψουμ τα λερά κι τα γλιτζιρά σκλήκια, τς λεμπέσαρ κι τς μαυρουτγανιαζμέν’, που γυρίζνε μες στα σουκάκια σα τς γαβάρδες γαδάρ, αναπνένε τουν αγέρα μας κι καβαλ’κεύνε μετά συγχουρήσεους τς ελληνικές νιγηριανές πτάνες κι θα τς ξαπουστείλουμ στουν αγύρστου, με τ’ βουγήθγεια τ’ πανάγαθ θιού μας. Μόνε να σφιχτούμε τώρα που το πράμα έναι ζεστό, να κάμομ γλήγορα και να μη ντο πάμε σα τ’ παροιμιά που λεγ’: “Μπάντεχε μπάντεχε η αλεπού να πέσνε τ κριγιαριού τ’ αρχίδια να τα φαγ’, ψόφσε απ ντ πείνα”. Ράους, σνελ, σνελ. Ιμπρός για νέα ιθνική κουνόμα κι ιθνική ψηφουθηρία. 

Μόνε ήθιλα να παρακαλέσου σιβαστκά τς υπουργοί τ’ ιθνικού μας ΠΑΝΔΟΚ, κι τα ιθνικά κόμματα τ’ γκουβέρνου, να μη νέναι ντόσου δημουκράτες, κι να τς καλουσκαμνίζνε αυτοίν’ τς σκυλ’ στα φιλόξινα στρατόπιδα τς αγάπς, αλλά να βγάλνε ένα ρετζά που να λεγ’ ότε ιπιτρέπεται να τς καίγνε με φουτγιά, όπους έκαμνε ου μεγάλους ιθνάρχης μας Αδόλφους, γιατί μόνε τότε θα σταματήσ’ του μόλεμα τς ιθνικής μας πατρίδους κι τς ιθνικής μας θρησκείγιας. Ζήτου κι χάιλ ου κυρ Μχαλ’ς κι ου κυρ Αντρέας. Ζήτου κι χάιλ του ΠΑΝΔΟΚ κι του τρίτου Ράιχ». 




Πέμπτη, 19 Απριλίου 2012

Το κούρεμα και το ξούρζμα

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Μεγάλη συζήτηση για το κούρεμα του χρέους της Ελλάδας εδώ και μήνες. Ώσπου επιβλήθηκε αν και ονομάσθηκε «εθελοντικό». Η χρησιμοποίηση επιστημονικοφανών όρων όπως «απομείωση» ή «αναδιάρθρωση» από μόνη της αρκούσε να τρομάξει τον κόσμο, αφού είναι πάγια τακτική των κυβερνήσεων, όταν λαμβάνουν αλγεινά μέτρα. Το «κούρεμα», αλλά και το «ξύρισμα», συμβολικά πάντοτε σχετιζόταν με τη μείωση και απαξία της προσωπικότητας κάποιου. Η κόμη και η γενειάδα θεωρείται στοιχείο ευρωστίας και  ομορφιάς. Το κούρεμα και μάλιστα το φορσέ ήταν πάντα λίαν προσβλητικό. Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν πλούσια μαλλιά, που τα έκοβαν μόνο σε πένθος. Οι βυζαντινοί κούρευαν όσους διαπόμπευαν. Οι δυτικοί κούρευαν όσους εκτελούσαν. Τα παλικάρια του 21 κούρευαν και ξύριζαν με το μαχαίρι τους δειλούς και τους  μπαμπέσηδες, εφαρμόζοντας το λεγόμενο «Σουλιώτικο ξύρισμα». Ο Μπαϊρακτάρης, ξεφτίλιζε τους κουτσαβάκηδες κόβοντάς τους το τσουλούφι και το μουστάκι. Οι καταδικαζόμενοι με το νόμο περί τεντυμποϋσμού κουρεύονταν με την ψιλή και διαπομπεύονταν δημόσια. Μετά τη γερμανοκατοχή οι γυναίκες που σχετίστηκαν με γερμανούς κουρεύονταν. Στον στρατό το υποχρεωτικό κούρεμα ισοδυναμούσε με εξάλειψη της ατομικότητας. Η χούντα διά του διαβόητου Λαδά έκοβε τα μαλιά των χίπιδων. Ο Σαββόπουλος ήταν προφητικός με το δίσκο του «κούρεμα» από το 1989, στηλιτεύοντας την παρακμή του ελληνικού κράτους και των νεοελλήνων: «Κωλοέλληνες / μασκαρλίκια δες / στο άλφα της αξίας / της αρχής της μίας / λουτροκαμπινές. / Τιμωρός καιρός / πέντε αιώνες δύσης / εθνικής θα ζήσεις / από δω και μπρος / με αγγλικές αλφαβήτες / μαλλιαροί μου Ελλαδίτες / θλιβερές μου πορδές. / Πνεύμα αλήτικο / Ελλαδίτικο / σε μικρά Ασία, / Κύπρο,Λευκωσία / Βόρειο Ήπειρο. / Δεν ακούει κανείς / στο χειρότερο / του Ελληνισμού κομμάτι / στην Ελλάδα ζεις». Γενικά λοιπόν το «κούρεμα» δεν είναι «για καλό».

Το κουρείο ιδίως στην επαρχία είναι ο χώρος συνάντησης των ανδρών και πολλές φορές αντικαθιστά το καφενείο. Στο κουρείο λαμβάνουν χώρα πολύ σημαντικές συζητήσεις, όπως το μέλλον της χώρας, τα οικονομικά, το ποδόσφαιρο, ο ποπός της Μαριγούλας κλπ, δηλαδή όπως ακριβώς γίνεται και στη βουλή. Οι Λήμνιοι από παλιά είχαν σχέση με το κούρεμα, είτε κουρεύοντας τα  γιδοπρόβατά τους, είτε οι ίδιοι υφιστάμενοι το σφοδρό κούρεμα που επέβαλαν οι δύσκολες συγκυρίες. Η λημνιακή γλώσσα είναι γεμάτη από κουροζντήχια. Μετά το κούρεμα κατά κανόνα ακολουθεί η πατσούκλα στο ζβέρκο. Είμαστε σαν εκείνον που πήγε για μαλλί και βγήκε κουρεμένος. Πήγαμε να κόψουμ τς άκριγιες, ή να ψαλ’δίσουμ τ’ φράντζα κι μας κουρέψαν πρώτα με το κουροψάλ’δο κι ακολουθεί το γλι κι με τ’ ψλη τ’ μηχανή. Μας κουρέψαν σα ντα πλάρια, και θα μας κασαγίσνε κι το γδι μας. Μας έκαναν καράφλες, κουτλουμπέκ’ και κουρποκέφαλ’ γιατί αυτοί που μας κυβερνούσαν ήταν ξυζαρχίδ.δες, και έκαναν το μπαρμπέρ στ’ κασίδ το κεφάλ’. Τώρα θέλουν πάλι ψήφο, για να μας πάρουν και το σκαλπ, κατά το κοινώς λεγόμενο εδώ ο ντουνιάς καίγεται κι το μνι ξουρίζεται. Ο κόσμος λόγω αναδουλειάς κουρεύ’ τς αχελώνες κι τα παπίτκα τα αυγά. Εκεί που δεν μας άρεσε το αμερικάν’κο κούρεμα, μας ρίξαν κι ένα γερμανικό. Μας κουρεύουν με τα βρέτσελα κι τα κεντρίδια κι μας φωνάζνε κι σνελ. Τους δώσαμε αποτέτοιο το θέλνε κι ξουρζμένο. Όπως λέει και το λημνιακό λαϊκό άσμα: «Οι τρίχες με μποδίζανε / κι πήγα στο μπαρμπέρ / και κειος στ’ σαστμάρα τ’ μπέρδεσε / κιφάλ’ με κωλομέρ».                                                     

Αγαπητοί αναγνώστες κουρεμένοι και ακούρευτοι δείτε το σαν πανηγύρι. Μην φοβάστε, ταγίστε τους κουρείο και πείτε τους κατάμουτρα: «Θα με τα ξουρίγ’ς ανάτιρχα κι κόντρα». Ευτυχείτε.    






Τετάρτη, 7 Μαρτίου 2012

Γκαϊβενταρμπούκ


ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Ο υπεύθυνος επικοινωνίας της ΔΕΗ είπε ότι οι πρόσφατες αυξήσεις στο ρεύμα ισοδυναμούν με δυο καφέδες ή δυο πακέτα τσιγάρα το μήνα. Αυτή η απλή κατανοητή επιχειρηματολογία, ευθυγραμμισμένη με το «λαϊκότροπον ήθος» των σύγχρονων τσακιτζήδων και λαϊκών ηρώων συνδικαλιστών της ΔΕΗ, που εισήγαγαν οι διάφοροι Ριζοφωτόπουλοι, έβαλε τα πράγματα στη θέση τους. Μόνο που ίσως έπρεπε να χρησιμοποιήσει και την προσφώνηση «ρε φτωχομπινέδες» και να καταλήξει με το «να ούμε». Η αναφορά στον καφέ και στα τσιγάρα του κ. υπευθύνου, για να περιγράψει αύξηση τιμών, μπορεί να μην είναι τυχαία, αλλά να έχει τη συμβολική σημασία της. Επιτρέψτε μου μερικές σημειολογικές επισημάνσεις.
Αν σας ρωτήσουν π.χ. τι συμβαίνει μεταξύ ενός καφέ και ενός τσιγάρου, πού θα πάει ο νους σας; Στο σεξ βέβαια, δραστηριότητα στην οποία οι Έλληνες υποβάλλονται τον τελευταίο καιρό εκόντες - άκοντες και μάλιστα με οργιαστικό τρόπο. Μη ξεχνούμε επίσης ότι το τσιγάρο συνδέεται συνειρμικά με το τασάκι, που μπορεί να έχει διττή σημασία. Όπως λέει ο Ηλίας Πετρόπουλος στο βιβλίο «Ο τούρκικος καφές εν Ελλάδι»: [Η λέξη τασάκι είναι υποκοριστικό της λέξης τάσι (τουρκικό tas). Παλιότερα ακούγαμε την υβριστικήν έκφραση «στα τασάκια μου» (στ’ αρχίδια μου)…από την τούρκικη λέξη tasak (όρχεις). Εξάλλου ας μην ξεχνάμε το δημοτικό τραγούδι (…είναι τα τασάκια μου / και τα καμπανέλια μου / που ξυπνώ τις παπαδιές / κι όλες τις καλογριές…)]. Πλην του τσιγάρου, άλλοι τρόποι να πάρει κάποιος τον καπνό του είναι ο ναργιλές, το στριφτό, το ταμπάκο, το πούρο, η κοινή πίπα, η πίπα με λουλά, το  τσιμπούκι, κλπ.
Ο καφές επίσης ως προοίμιον ερωτικού καλέσματος μπορεί να έχει ποικίλες παραλλαγές. Από τον τούρκικο ή οθωμανικό, τον μετονομασθέντα μετά σε ελληνικό, που πάει ασορτί με τη λέξη χαράτσι, έως τον γαλλικής ονοματολογίας και ελληνικής κατοχύρωσης φραπέ (φραπές με καλαμάκι, φραπεδιόλα  φράπα, φραπεδούμπα, φραπόγαλο, πομπίνο φραπέ) και έως τους ευρωπαϊκούς καπουτσίνο, εσπρέσο, ή τις νεότερες εξελίξεις τους φρέντο, φρεντουτσίνο, φραπουτσίνο, φραπουτσίνο φρέντο, φραπουτσίνο κάλντο, εσπρέσο φρέντο, μοκατσίνο, κλπ.  Ως προς τον τρόπο και τα μέσα παρασκευής επίσης υπάρχει μεγάλη ποικιλία, από το παραδοσιακό καβουρντιστήρι, τον καφόμυλο, το τουρκικό γεντέκι του ταμπή (yentek) και το μαγκάλι, έως τις σύγχρονες εσπρεσιέρες, φραπεδιέρες ή φραπεδάιζερ ή φραπογαλιέρες, καπουτσινιέρες, και έως τις απλοϊκές ελληνικότατες πατέντες πλαστικό σέικερ και μαλαχτοποτηροκούταλο. Τα μέρη που μπορεί επίσης κάποιος να πάρει τον καφέ του είναι πολλά και διάφορα, από τον τούρκικο καφενέ, το ελληνικό καφενείον και καφωδείον, έως τους χώρους εργασίας (οικοδομικός καφές), ταξιδιών (βαπορίσος καφές), προσευχής (μοναστηριακός ή αγιορείτικος ή καλογερικός καφές) και έως τα πιο εξελιγμένα καφεστιατόρια, καφεουζερί, καφεζαχαροπλαστεία, καφέ-σαντάν, καφέ-αμάν, καφεμπάρ, κλπ. Μη λησμονούμε και τα διάφορα χαμαιτυπεία, κοινώς κωλόμπαρα (Από το όνομα ενός εκ των πρωθυπουργών της Ελλάδας, του κ. Μπαρόζο, που προέρχεται από την αγγλική λέξη μπαρ και την αρχαιοελληνική όζω=βρωμοκοπώ), επονομαζόμενα στη slang ή αργκό διάλεκτο και φραπενεία.
Ο συνδυασμός καφέ και τσιγάρου άρρηκτος στη συνείδηση του Έλληνα αποτυπώνεται και στις σύγχρονες φράσεις «Καφεδάκι, τσιγαράκι», «καφεδάκι, τσιγαράκι, τουαλέτα, φύγαμε» «ξύπνημα, περίπτερο, καφενείο» και το «καφές και πίπα», που παραπέμπει στην υποβαθμισμένη θεραπαινίδα και αποδίδει επακριβώς τη σχέση κράτους - πολίτη σήμερα, με την έννοια του εύκολου και δεδομένου πελάτη. Επιπροσθέτως η λέξη χαρμάνι ως έννοια ενυπάρχει και στον καφέ και στον καπνό και από αυτήν την άποψη δικαιολογείται και το ξεχαρμάνιασμα των κυβερνώντων επί των υπηκόων τους. Ο τρόπος λοιπόν με τον οποίο οι Έλληνες θα πληρώσουν τον καφενταρμπούκο τους  στην φραπεδοδημοκρατία μας κοινώς καφενείον η Ελλάς ή φραπεδομάγαζο, ή Φραπεδιστάν, αφήνεται στην διάθεσή τους από τους ιθύνοντες φραπεδόμαγκες, φραπεδάρχηδες, όπως πρέπει άλλωστε σε μια πραγματική σύγχρονη δημοκρατία με το συμπάθειο.
Οι Λήμνιοι, για να έρθουμε και στα καθ’ ημάς, φημισμένοι καφεπότες και φουμαριτζήδες, κατανοούν πλήρως τη σύνδεση των διαφόρων φοροχαρατσιών με όρους γκαϊβεδονταρμπουκίασης. Πληθώρα σχετικών εκφράσεων κοσμεί το λεξιλόγιό τους, όπως:  «Κάφεδος κι τζίγαρος μεγάλα μπνεδλίκια», «μαύερσε το μάτιμ για τσιγάρο σα ντο γκαφέ», «τζιγάρος καφές τισλίμ μπιτί», «καπνίζ τζιγάρο σα ντο ζμπρίλο κι ρφα το γκαφέ σα ρφήχτεργια τ’ Αγιαρμόλα», «καφές σα τζιγαρόσουπα», «καπνίζ τσαβντάρ για τζιγάρο κι πιν’ ζμοφάσλο για καφέ», «ατσιγαριά ακαφεδιά και σεκλέτ», «το ξάβορο θελ’ τσιγάρο κι γη κατβασά χήρα κι καφέ», «μσο φράγκο τσιγάρα Ματσάγγο χύμα κι βερεσέ καφέ στο γκαφενέ», «τον φούντωσε ο καφές  κι τον μελάγ΄νεψε ο τζίγος», «καπνίζ ζίγρα κι πιν’ αρβύθ», «γιούρντ’σε για ντ μπαράγκα κι για το γκαφενέ», «δε σνίκασε καφεδονταρμπουκοτζίγαρο», «πορδοκθαροκάφεδος – πορδοκοκναροτζίγαρος», «φουμαίρεν’ το τζίγο ρετσπέρκα κι ρφα το γκαφέ αγαδλίδκα», «μπήκε φορούμ καινούργιος ρετζάς στο τζίγο αλλά μεις έχουμ τα κοκναρόφλα κι τς βνιες», «καφεδοψήστεργια κι φουμαντσού», «στλώσαν τα βζγκούνια κι ανάψαν τα αποκατνά». Σταματώ εδώ γιατί θα χρειαστώ τρεις εφημερίδες, όχι μισή σελίδα. Μόνο ένα τραγουδάκι λημνιό, που δείχνει την σοφή άποψη για τη ζωή από τους συμπατριώτες:  «Καφεδέλ’ στο τσεζβεδέλ’ /  παραφτέρωσ’ με το μελ’ /  ένα τζέγαρο βαρβάτο / και το μνούδισ' μες στο πιάτο».
Αγαπητοί αναγνώστες ας ρουφήξουμε καμιά τζούρα κι ας πιούμε τον καφέ της παρηγοριάς. Συνηθισμένα τα βουνά απ’ τα χιόνια. Στο τέλος – τέλος κι αρβύθια έχουμ για αρβυθογκαϊβέ, κι κοκναρόφλα για τζίγο. Ευτυχείτε.                                                                                                                  

 Λεξιλόγιο – επεξηγήσεις:                                                                                                          Γκαϊβενταρμπούκ: Καφές συν τσιγάρο. Λέξη δικής μου έμπνευσης. Νταρμπούκος: Τουρκ. Ο αρειμάνειος, ο χασισοπότης, ο τραμπούκος. Στα Λημνιακά το τσιγάρο και το χασίς.                                                                                                                                     
Φραπές: Ο στιγμιαίος κρύος καφές, ο αυνανισμός, η ασκούμενη πολιτική στην Ελλάδα.                                                                                                                                  
 Φραπές με καλαμάκι: Η πεολειχία στη διάλεκτο των θαμώνων στρηπκλάμπ – μασατζίδικων.                                                                                                                                                       
Πομπίνο- φραπέ: Πεολειχία στην αργκό. Από τα γαλλικά bonbon (ζαχαρωτό) ή pompon (κροσός, φούντα) συνειρμικώς εκ του τριχωτού του εφηβαίου (Ηλ. Πετρόπουλος). Ή το ιταλικό pompa, ή αγγλικό  pump (τρόμπα).                                                                                              
Γεντέκι: Δοχείο με βρυσάκι των παλιών καφενείων, που είχε ζεστό νερό για την παρασκευή του καφέ και βρισκόταν πάνω από ένα τζακάκι με κάρβουνα.                                                                                            
Ταμπής: Αυτός που είχε την ευθύνη - προετοιμασία του τζακιού – γεντεκιού.                                                      
 Οικοδομικός καφές: Στιγμιαίος καφές που γίνεται πρόχειρα στην οικοδομή με δυο πλαστικά ποτήρια, αδειάζοντας το ένα στο άλλο.                                                                        
Μοναστηριακός καφές: Καφές με ούζο μέσα.                                                                                                        
Τισλίμ μπιτί: Τουρκ. Τέλος, θάνατος.                                                                                                                          
Τσαβντάρ: Τουρκ. Η σίκαλη.                                                                                                    
Κατβασά: Λημνιαστί, ο σεξουαλικός οίστρος.                                                                                                                     
Μελαγ’νεύω: Λημν. Ηρεμώ.                                                                                              
Σνικάζω: Λημν. Χορταίνω.                                                                                                             
Ρετσπέρκα: Τουρκ. και Λημν. Με τον τρόπο του ρετσπέρ, δηλ. του ζωέμπορα παραλή και μάγκα.                                                                                                                         
 Ρετζάς: Τουρκ. και Λημν. Φόρος.                                                                                                                                                
Βζγκουν’: Το πνευμόνι.                                                                                    
Παραφτέρωσ’: Μεγάλη φέτα ψωμί.