Κυριακή, 26 Σεπτεμβρίου 2010

ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΩΑΝΝΗ ΨΑΡΡΑ

Τι μυστήριο πράγμα είναι τελικά το διαδίκτυο. Τι εκπλήξεις που σου παρουσιάζει ξαφνικά. Όπως αυτήν την πολύ ευχάριστη που είχα χθες όταν ανακάλυψα τυχαία το μπλογκ του φίλου και συντοπίτη Λημνιού ποιητή Ιωάννη Ψάρρα. Ιωάννης Ψάρρας, ένας ωραίος άνθρωπος, ένας μεγάλος ποιητής. Και το υπέροχο μπλογκ του:ioannispsarras.blogspot.com
Πιο κάτω παραθέτω μια βιβλιοπαρουσίαση που είχα γράψει παλαιότερα.



ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

Βιβλίο που παρουσιάζεται: «Γηγενές πυρ» του Ιωάννη Ψάρρα

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας


Ο Ιωάννης Ψάρρας γεννήθηκε το 1955 στη Νέα Κούταλη της Λήμνου από γονείς προσφυγικής καταγωγής. Το «γηγενές πυρ» (ΣΥΝΘΕΣΙΣ – ΕΚΔΟΣΕΙΣ 2000) είναι η δεύτερη ποιητική συλλογή του, αφού έχει εκδώσει το 1983 άλλη μια ποιητική συλλογή με τίτλο «Σώματα». Το «γηγενές πυρ» αποτελείται από ποιήματα που αναφέρονται στη Λήμνο, στην Κούταλη, στην προσφυγιά. Οι ρίζες της ποίησής του είναι ευδιάκριτες και σταθερές. Το βιβλίο του είναι ένας ύμνος για τη Λήμνο και για τους Λημνιούς.
Από το πρώτο κιόλας ποίημα καταλαβαίνει ο αναγνώστης ότι πρόκειται για ένα πολύ σοβαρό και σημαντικό έργο. Ο λόγος του Ι.Ψ. είναι βατός και κατανοητός αν και πυκνός, συνειδητά λιτός αν και μπορείς συχνά να ξεχωρίσεις τις λέξεις – διαμάντια που ο ποιητής έχει συλλέξει μετά από εγκατάδυση χρόνων στα πλουσιότατα ορυχεία της αρχαίας και εκκλησιαστικής γλώσσας, αφού είναι φανερό ότι πρόκειται για ένα λόγιο συγγραφέα με επίμονες γλωσσολογικές αναζητήσεις. Η δημιουργία καινούργιων λέξεων (Μύρινον όρος) μου έφερε στο νου αυτό που είχε πει ο Νίκος Καρούζος ότι αν κάποιος δημιουργήσει μια καινούργια λέξη, και μόνο γι’ αυτό δικαιώνεται η ύπαρξή του επί της γης (αυτός είχε δημιουργήσει τη λέξη «ηλιοσύνη»).
Καμμιά έμμονη αναζήτηση ιδεολογικού μηνύματος δεν χρειάζεται στην ποίηση του Ι.Ψ. Μηνύματα πολλά αναβλύζουν σαν αρτεσιανά φρέατα, χωρίς καν ο ίδιος να το επιδιώκει. Απλώς ο ποιητής είναι προικισμένος εκ θεού να μπορεί μέσω του ποιητικού λόγου του να «αναγνώσει» ότι είναι η Λήμνος: Φως, φωτιά, πέτρες, θάλασσα, ταπεινοί λόφοι, σιωπή, καλοσυνάτοι άνθρωποι. Ο Ι.Ψ. δεν καταγγέλει, δεν αντιστέκεται κραυγαλέα σε κανένα εισβολέα, δεν επαναστατεί. Κάνει αυτό που έκανε η Λήμνος αιώνες τώρα, δηλαδή αφομοιώνει με αγάπη.
«Όλοι οι χωλοί, οι ξεγραμμένοι, οι ελπίζοντες
Ήφαιστος, Φιλοκτήτης, Κομμουνιστές, Φαντάρια, Εμείς
διά της βίας στην αρχή
προσκυνητές στο τέλος»

Μετουσιώνει ακόμα και τις ιδιάζουσες και φορτωμένες πικρές μνήμες του διωγμού σε περισυλλογή και αγάπη.
« Προς τα δω ήρταμε κι εμείς
με καϊκια κι εικονίσματα
γιατί πατρίδα δεν είχαμε πια
και πιάσαμε το βούτημα και τα σφουγγάρια
σα νάπρεπε εμείς να πληρώσουμε
το παλιό χρέος
του οπλίτη στον Γολγοθά».
(Ρόδον το αμάραντον)

Ο ποιητής έχει στιγμές εκπληκτικά βαθιάς επίγνωσης των πραγμάτων και στιγμές θα λέγαμε προφητικής έξαρσης.
«Κάποτε θ’ ανακαλυφθεί ένας ναός
οι αρχαιολόγοι θα μείνουν έκθαμβοι
η θάλασσα
που είχε κρατήσει το μυστικό καλά
θα επιτρέψει στην ανθρώπινη όραση
να εμπλουτισθεί».

Ανακαλύπτει και αποκαλύπτει με την ποίησή του την «κρυφή φωνή των μικρών πραγμάτων», γιατί την ακούει. Συνομιλεί με μια σπασμένη πέτρα, με ένα αρχαίο μάρμαρο, με ένα αρχαίο πνεύμα. Έχει την ικανότητα ο ποιητής να βρίσκει το αληθινό κάτω από τους ψιθύρους της αντίληψης.
«Το κομματάκι μάρμαρο που βρήκα
χαϊδεύοντας το λυπημένο χώμα
είχε σκαλισμένο ένα τραγί.
Το ρίγος ήταν απόλυτο».

Παρ’ όλο που οι «κυτταρικές» του μνήμες του διωγμού και της προσφυγιάς είναι έντονες, δεν γράφει μόνο σαν ένας πρόσφυγας. Αλλά ούτε και σαν γηγενής Λημνιός που θεραπεύει πάππου προς πάππου το χώμα. Είναι ένα τελειοποιημένο «υβρίδιο» ενός εξελιγμένου ανθρώπου που έχει συγκεράσει με τρόπο άφθαστο μέσα στο πυρηνικό είναι του, το αέρινο του πνεύματος της Ιωνίας, το σταθερό και χωμάτινο της Λήμνου, την ταξιδιάρικη φύση του Οδυσσέα, το πύρινο της Ηφαστειακής προγονικής ρίζας που μπολιάστηκε άριστα σ’αυτόν, το πανανθρώπινο της ουμανιστικής του παιδείας και το καλοσυνάτο και αγαθό της χριστιανικής παράδοσης. Ο Ι.Ψ. καταργεί το χρόνο. Τη μια τον βλέπεις μισόγυμνο ιδρωμένο μουτζούρη να χτυπά ένα πυρωμένο σίδερο στο αμόνι του Μόσυχλου δίπλα στον Ήφαιστο, την άλλη θαλασσινό ταξιδευτή με την πίκρα της νοσταλγίας της πατρίδας, άλλοτε χτυπημένο βουτηχτή να ξεδιπλώνει τις χιλιόπικρες αναμνήσεις του κι άλλοτε ταπεινό γεωργό να πίνει το ουζάκι του στα ήσυχα καφενεδάκια της Λήμνου. Ο ποιητής έχει επίγνωση, αλλά με απέραντη ταπεινοφροσύνη, και της γερής ρίζας της ράτσας του και της υψηλής αποστολής του, αλλά και της πανανθρώπινης μοίρας. Χωρίς να ζητά τίποτα. Χωρίς να θέλει να επιβάλει τίποτα σε κανένα. Με ένα ιδιότυπο ρόλο. Με ένα ιδιαίτερο υπούργημα. Είναι ο Λημνιός που διδάσκει τα της Λήμνου, τουτέστιν ομορφιά, καταλλαγή, αγάπη.
«Τι κι αν ήρθαν τόσοι και τόσοι
Σίντιες μείναμε και παιδιά του Ηφαίστου
το σίδερο της όψης μας το φτιάξαμε καρδιά
και με το ίδιο χώμα αρμολογούμε τις μάντρες».
(Πύρινες πέτρες)

Ο Ι.Ψ. προσεγγίζει με σεβασμό τους ταπεινούςανθρώπους και τις άγιες ασχολίες τους. Ενδιαφέρεται περισσότερο για τους ίδιους τους ανθρώπους παρά με τις ιδεολογίες τους. Δεν τον ενδιαφέρει τόσο η ιστορία, αν και είναι γνώστης της, παρά μόνο σαν αφορμή για να ψηλαφήσει τη μυθολογία των απλών ανθρώπων.
«Λίγες δραστηριότητες
αυτές με τον αργό βηματισμό
να πηγαίνω για ψωμί σταρένιο
για μελίπαστο
και σταφυλάκι το Σεπτέμβρη
μια βόλτα το πρωί για καλημέρα…».

Με την ποιητική του ιδιοφυϊα δημιουργεί ή μάλλον αναδεικνύει τον προσωπικό του «τρόπο», που είναι ο τρόπος της Λήμνου και των Λημνιών. Σαν φάρο φωτεινό που καταυγάζει λιτότητα και ανθρωπιά. Πρότυπο προτύπων. Μακριά από την δήθεν «ανακάλυψη» της Λήμνου τελευταίως από τις τουριστικές, νεοβαρβαρικές, βλακώδεις, νεοπλουτίστικες ορδές των παμφάγων «μοντέρνων» νεοανθρώπων. Αν και ο ποιητής δεν ανησυχεί για τα τελευταία, γιατί γνωρίζει τις μαγικές και θαυματουργές αφομοιωτικές ικανότητες της μάνας Λήμνου.
«Και μου στήσανε
ολόκληρη ξενοδοχειακή μονάδα
οι αφελείς.
Νομίζανε πως οι Κάβειροι είχαν φύγει».

Η συναισθηματική εμπλοκή του ποιητή με τον τόπο που τον γέννησε, η συγκινησιακή του φόρτιση και ο απόηχός τους στον ψυχισμό του περνά αβίαστα στον αναγνώστη, ο οποίος γίνεται συμμέτοχος εκών άκων σε ένα κλίμα ονειρικό, ιερουργικό και ενορμητικό, από ένα ιερέα ταπεινό, που θυσιάζει στα ιερά των Καβείρων, αλλά πάει και λειτουργιές στον Άγιο Σώζο. Η λιτότητα, η άπλα του τοπίου, το μαλακό χώμα, οι ήσυχοι ρυθμοί, το πάφλασμα των κυμάτων, όλα μπροστά στα μάτια μας, βοηθούν να ακουστούν οι εσωτερικοί κραδασμοί μέσω της ποίησης του Ι.Ψ. Το μέρος γίνεται ένα τεράστιο ηχείο που πολλαπλασιάζει την κρυμένη βουβή ένταση της γυναίκας του σφουγγαρά, τις λαχανιασμένες ανάσες των δουλευτών της γης, τα τραγούδια των ψαράδων, τα ερωτικά σκιρτήματα, το χτύπημα της καμπάναςτου εσπερινού.
«Οι λόφοι συνετοί
το μειδίασμα του δειλινού
γλυκό τριαντάφυλλο στην καρδιά.
Βάδισμα νωχελικό στην άκρη της θάλασσας.
Οι ήχοι είναι της σιωπής».
(Λήμνια καλά)

Η ποίηση του Ι.Ψ. έχει προσωπικό στίγμα και είναι αρκετά πρωτότυπη. Αντλεί από το μακρυνό παρελθόν εποχές, ψάχνει στην επιφάνεια των αρχαίων μαρμάρων τα σημάδια της ακμής των προγόνων, ταξιδεύει στους μύθους και παραμένει επίμονα στον εσωτερικό τους χρόνο, περιορίζοντας όταν πρέπει, κατά το δυνατόν, τη σύγχρονη εξωτερική «μόλυνσή» τους, ενώ βγαίνει από το χρόνο αυτόν τον παλαιϊκό, για να εισδύσει σε χρόνους τωρινούς, μόνο όταν καταλαβαίνει ότι τα πρόσωπα και τα τοπία είναι αυτά που δεν θα απαξιώσουν το ταξίδι του. Ανακυκλώνει εποχές και μορφές και ο ίδιος στέκεται στωικός παρατηρητής, ήσυχος, με επίγνωση ότι υπάρχει διεύθυνση των πάντων, παρατηρώντας τις ανθρωπολογικές συνέπειες και προεκτάσεις, αφήνοντας τα πρόσωπα και τα τοπία, τις μορφές και τα ερείπια να μιλήσουν την σαγηνευτική και εκστασιακή ακατάληπτη για τους πολλούς γλώσσα τους. Ιχνηλατεί το παρελθόν αργά και μεθοδικά. Ξεφλουδίζει σαν αρχαιολόγος τα μυστικά στρώματα της αρχαίας ζωής, για να την επανασυνδέσει όταν θέλει με την αμεσότητα των οικείων προσώπων, των οικείων πραγμάτων.
Τα ποιήματά του έχουν υποβληθεί σε εξαντλητική βάσανο (χρόνια και χρόνια τα δούλευε). Ο λυρισμός ξεχειλίζει από την αμεσότητα των συναισθημάτων, την ειλικρίνεια, την εξομολογητική διάθεση. Και ενώ τα ποιήματα είναι πύρινα σαν την Ηφαιστιακή φλόγα, δίνεται η εντύπωση ότι ο ποιητής έχει την σιγαλότητα ενός σοφού. Μερικές φορές με την πυκνότητα του στίχου, τείνει στο απόλυτο σημείο σιγής, αυτό που θα ήταν παράδοξο μεν, αλλά ιδεατό για ένα μεγάλο ποιητή. Μου θυμίζει τον ζωγράφο Χουάν Μιρό, που όταν γέρασε, ώριμος πια ζωγραφικά, ζωγράφιζε τραβώντας μια οριζόντια γραμμή. Ο Ι.Ψ. είναι αναμφίβολα ένας μάγος, μόνο που δεν ξέρω σε ποιούς πιάνουν τα μάγια του, και πόσοι από τους τυφλωμένους νεοέλληνες και δυστυχώς και νεολημνιούς τα εμπιστεύονται αυτά τα μάγια. Όμως ο Ι.Ψ. δεν ασπάζεται την απαισιοδοξία μας. Και καλά κάνει.
«Τελείωσε ο αιώνας της πίκρας και της φυγής.
Θα ξαναρχίσει πάλι η καλλιέργεια του βαμβακιού
και θα ξαπλώνουμε τα μεσημέρια ανάμεσα στους ήλιους.
Θα γεννηθούν κορίτσια με κατατομές σειρήνων
και τα στρατόπεδα θα γίνουν θερινά σινεμά.
Όλες οι εκκλησιές θα έχουν ιερείς και οι μάντρες
θα γίνουν θεραπευτήρια για τους κουρασμένους.
Αυτή η γη η θηλυκιά ταπεινά θα δεχθεί
τους παλινοστούντες».
(Περίοδος λευκή ή μετά την ιώδη).

Η Λήμνος δεν έχει βγάλει πολλούς ανθρώπους των γραμμάτων, συγγραφείς, ποιητές. Τώρα τελευταία, δειλά δειλά, όλο και παρουσιάζονται. Η αξία τους θα φανεί στο μέλλον. Όμως από τώρα μπορούμε να πούμε ότι έχει βγάλει ένα μεγάλο ποιητή. Τον Ιωάννη Ψάρρα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: