Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2011

Του ιφέδρου κι του μουνίμου

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ


Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας


Τον τελευταίο καιρό ακούμε για την «εργασιακή εφεδρεία» στο δημόσιο, στα πλαίσια μείωσης των κρατικών δαπανών, που σημαίνει την απόλυση αριθμού δημοσίων υπαλλήλων, αφού τους αποζημιώσουν για ένα έτος με κάποιο ποσόν. Προχθές άκουσα στην τηλεόραση να αποκαλούν «εφέδρους», τους προς απόλυση υπαλλήλους. Μπήκα στον κόπο να ψάξω λίγο τα ετυμολογικά αυτών των λέξεων και επιτρέψτε μου μια μικρή ανάλυση από λημνιακής και πολιτικής σκοπιάς. Έφεδρος, από τις λέξεις επί + έδρα. Αυτός που βρίσκεται σε αναμονή για να κληθεί σε περίπτωση επιστράτευσης, αυτός που αντικαθιστά κάποιον, αυτός που δεν βρίσκεται στην πρώτη γραμμή δράσης. Έδρα μπορεί να είναι το βάθρο, η βάση κάποιου, το γήπεδο μιας ομάδας, το αξίωμα όπως του βουλευτή του καθηγητή, κλπ. Σημαίνει όμως και τον πρωκτό, κοινώς κώλο.
Οι πολιτικοί μας ως καλοί άνθρωποι, γέμισαν το δημόσιο στα πλαίσια ευσπλαχνίας, με δικούς τους ανθρώπους, πέραν κάθε αξιοκρατίας, κατά το λημνιακόν «κουμματικοί κουπρόσκ’λαρ». Αυτοί οι επί-εδροι - έφεδροι δεν κάθισαν ωστόσο στον δικό μας κώλο, αλλά στο δικό τους. Η τρόικα θεωρεί ότι κάθισαν στο σβέρκο των υπολοίπων και διαμηνύει στους πολιτικούς «να κόψνε το ζβέρκο τς κι να τς διώξνε» αλλιώς οι τροϊκάνοι «θα τς κόψνε το γκώλο», συγνώμην, την έδρα ήθελα να πω. Η εργασιακή έδρα που κατείχαν οι υπάλληλοι μάλλον τους ήρθε φτηνά, γιατί ενώ «έδιναν και κώλο» για να την πάρουν, τελικά έδωσαν μόνο τη ψήφο τους. Στους πολιτικούς ήρθε τζάμπα, γιατί τα ρουσφέτια τα έκαναν με «δαν’κά κι ως φαίνεται αγύρστα». Κι ενώ τώρα οι άμοιροι υπάλληλοι μένουν άνεργοι και τσιτσιρίζονται, των πολιτικών η…έδρα δεν ιδρώνει και πολύ, αφού ισχύει το γνωστόν λημνιακόν «εκατό ξλιες σε ξένο κώλο». Κανονικά τώρα τους απολυόμενους πρέπει να τους λένε ύφεδρους και όχι έφεδρους, γιατί ενώ μέχρι τώρα ήταν επί του κώλου, ξαφνικά τοποθετήθηκαν υπό τον κώλο, τουτέστιν μέσα στα σκατά, έγιναν δε από ευνοημένοι, «υπάλληλοι του κώλου». Μπορούμε να πούμε ότι η βουλευτική έδρα – κώλος, στηριζόταν από τις έδρες – κώλους των ψηφοφόρων, δια να επαληθευθεί το λημνιακό ρητό «κώλο δίνω, κώλο διν’ς / συ κερνάς μα κι συ πιν’ς».
Άλλη αρχαία έννοια του εφεδρεύω είναι το επωάζω, δηλαδή κλωσσώ τα αυγά. Αυτό ταιριάζει και με τη σημερινή κατάσταση, αφού πολλοί από τους εφεδρεύοντες κλωσσούσαν τα αυγά τους, δηλαδή τους όρχεις τους. Ένα αρχαίο παιδικό παιχνίδι ήταν ο εφεδρισμός, κατά το οποίο ένα παιδί σημάδευε με πέτρα, μια άλλη πέτρα σε απόσταση κι αν δεν την πετύχαινε, φόρτωνε το παιδί που την πέτυχε στα νώτα του, στην έδρα του δηλαδή και το πήγαινε καβαλέρα από τη θέση βολής στη θέση του στόχου. Η πολιτική όπως ασκείται μοιάζει με τον παιδικό εφεδρισμό, με μια διαφορά, ο αστοχών πολιτικός δε φορτώνεται τον συμπαίχτη. Αυτό βέβαια μπορεί να αλλάξει ανά πάσα ώρα και στιγμή, γιατί κατά μία διαβολική σύμπτωση η λέξη έδρα, π.χ. βουλευτική έδρα, έχει την ίδια ρίζα με τη λέξη εδώλιο, π.χ. εδώλιο του κατηγορουμένου και η λέξη καθέδρα την ίδια ρίζα με τη λέξη έδαφος.
Στη γυμναστική θυμάμαι την εδραία θέση (ο γυμναζόμενος καθιστός, με το σώμα σε ορθία γωνία). Αυτή η εδραία θέση, η σταθερή, η ακλόνητη, στις μέρες μας τείνει να μετατραπεί σε γονατοαγκωνιαία, ή λημνιαστί τουρλοκωλιαστή, μακριγιά πο μας.
Κατά το λεξικό του Σουΐδα, ο Θουκυδίδης αποκαλούσε τον κώλο «μονήν». «Έδραν. Την μονήν είρηκεν Θουκυδίδης, καλούσιν και το μέρος του σώματος, ως ημείς έδραν».
Αυτό βρίσκει πλήρη αντιστοιχία στις μέρες μας: «Το μαναστήρ νάναι καλά, ειδεμή από καλογέρ…». Ταυτόσημο είναι και το του γνωστού ανεκδότου: «Κωλ’ υπάρχνε, φράγκα δεν υπάρχνε». Σοβαρά τώρα. Αγαπητοί φίλοι που δεν σας έλαχε ο κλήρος της…εφεδρείας, συμπονέστε τους φουκαράδες, που θα μείνουν άνεργοι. Μια θέση δουλειάς τη δικαιούται ο κάθε άνθρωπος. Άφήστε που μπορεί να ίσχύσει για τον οποιοδήποτε το παρακάτω λημνιό ρητό: «άμα καίγεται ο κώλος τ’ γείτονα, μπάντεχε κι το θκο σ΄».
Και μια ιστοριούλα για το τέλος. Αμέσως μετά τη γερμανική κατοχή, στην Καρδίτσα παρήλαυνε ο εφεδρικός ΕΛΑΣ. Ένας που παρακολουθούσε την παρέλαση χειροκροτούσε και φώναζε στεντορείως, «ζήτου του ιφέδρου, ζήτου του ιφέδρου». Μια γυναίκα προφανώς πλακατζού, του είπε: «μπρε γκμπάρε, οχ’ ζήτου μόνε του ιφέδρου, ζήτου κι μουνίμου του μαύρου». Ευτυχείτε και μόνιμοι και έφεδροι.

Δεν υπάρχουν σχόλια: