Σάββατο, 26 Φεβρουαρίου 2011

Σημαίες και μπαντιέρες

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας




Πριν λίγο καιρό που βρέθηκα στη Λήμνο, είδα έξω από το Δημαρχείο να κυματίζουν τέσσερις σημαίες. Η Ελληνική, της Ενωμένης Ευρώπης, η Κυπριακή και η Ιταλική. Θεώρησα λογικό γεγονός την έπαρση των τριών πρώτων, αν και η Κύπρος είναι ανεξάρτητο κράτος, δεν μπορούσα να εξηγήσω όμως την Ιταλική σημαία. Ρώτησα κάποιους ανθρώπους, πήρα διάφορες απαντήσεις, οι περισσότεροι δεν ήξεραν όπως κι εγώ, τελικά ένας νεαρός μου είπε ότι αυτό γίνεται επειδή ο Δήμος Μύρινας είχε αδελφοποιηθεί με την πόλη Λένο της Ιταλίας και με την πόλη Λύση της Κύπρου. Μερικές απαντήσεις, που είχα πάρει μέχρι τότε, ήταν τόσο ενδιαφέρουσες και ξεκαρδιστικές, δείχνουν το φοβερό χιούμορ των Λημνιών, και νομίζω αξίζει να σας τις αναφέρω.
* Δε ντο είχα προσέξ. Δε ντο ξέρω.
* Αμ είμαστε ξενομανείς οι Λημνιοί, για το ξένο δίνομ και κώλο.
* Πάλε καλά π’ δε βάλαν και τ’ Γερμανική.
* Αμ έχομ καλές σκέσεις με τν Ιταλία απανέκαθε.
* Είσαι βέβαιος μπρε γκμπάρε ότι έναι ιταλική, μαθέ; Νόμζα ότι έναι η σημαία απ’ το Σεργίτσ’.
* Δε μπα να βάλνε και ντ Τούρκικ’.
* Αυτοίν’ για τον παρά και τ’ Τουρκική σημαία έναι ικανοί να βάλνε.
* Η Ιταλική έναι; Κι εγώ ήγλεπα τς τσιμεντούρες που στρώσαν στο λιμάν’ και νόμζα ότι ήνταν η σημαία απ’ τα τσιμέντα ΤΙΤΑΝ.
* Αμ έναι ένα πανί με το Μπερλουσκόν’. Μόνο που εκειός καβαλ’κεύ’ τς πτάνες ενώ οι θκοι μας θα καβαλ’κέψνε εμάς.
* Έναι για να παίρνε άδεια οι υπαλλήλ’ από πολλές σημαίες, οχ’ μόνε από μια.
* Αμ μπρε αγόρεμ δε θα νείχαν αλλ’. Τούτεν’ είχαν τούτεν’ βάλαν. Οτ εχ’ ο καθείς.
* Τι μας νοιαζ εμάς; Οι σημαιούδες δε γεμίζνε τ’ γκλια.
* Τώρα όπως γινήκαμ μαύρες σημαίες πρεπ να κρεμάσομ, γή να κρεμαστούμε εμείς.
* Δε ξέρω το λόγο π’ θα μπροβάλνε. Ψάξε όμως για παρά..
* Αμ για τα ζήτω και τς μπαντιερούδες είμαστε αλέστα. Δε θμάσαι κι αλλότε στ’ χούντα, ούλα τα ραχόνια είχαν γεμίσ’ σημαίες και ζήτω. Και ψμένες όρεν’θες.
* Στο Δημαρχείο; Δε ξερς τ’ γκουβέντα που λεγ’ μνι με σημαία;
* Τα σώβρακα τς έπρεπε να κρεμάσνε τέτοιεν’ κωλ’ που έναι.
* Πού βρίσκεται το Λένο, που έναι αδερφή με το Κάστρο; Εγώ μπρε πατριώτ δε ξέρω πού βρίσκεται η θκια μ’ η αδερφή η…Ελένω…
* Ιταλική με λεγ’!!! Μπρε κειν’ θα φκιάξνε και θα σκώσνε θκια τς μπαντιέρα.
* Θκα τς τα κοντάρια, θκες τς κι γοι σημαίες.

Αυτό το τελευταίο μου θύμισε μια ιστορία πραγματική που έγινε στην Ατσική τη δεκαετία του 50. Άσχημα χρόνια, φτώχεια και των γονέων. Η μάνα έστιβε το μυαλό της πώς να φκιάξει ρουχαλάκια να ντύσει τα παιδιά της. Βρήκε λοιπόν μέσα στο μπαούλο μια ξεχασμένη Ελληνική σημαία. Την έκοψε προσεκτικά, έπιαναν και τα χέρια της, και έφτιαξε με τη σημαία ένα άσπρο πουκαμισάκι και ένα μπλε παντελονάκι στο αγοράκι της, το οποίο ζει, είναι τώρα γύρω στα εξήντα. Την Κυριακή του έβαλε τη καινούργια φορεσιά και πήγαν να επισκεφθούν την αδελφή της. Αυτή έκανε χαρές στο παιδάκι και του παίνεσε τα καινούργια ρούχα. «Μπρε, μπρε, μπρε, για δγιε ένα όμορφο παιδέλ’ και τι όμορφα ρχούδια, τι όμορφο άσπρο πκαμσούδ, αστράφτ, θα με το δωκ’ς να το βάλω κι εγώ;» . Και απαντά ο μικρός: «Γιατί να στο δώκω; Θκια σ’ ήνταν η σημαία;».

Τετάρτη, 23 Φεβρουαρίου 2011

Άρτκες και άρκδες

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας



Ανθισμένος άρτκας

Άρτκες και άρκδες

Η συζήτηση περί της πολιτικής επικαιρότητος σε ένα καφενείο της Ατσικής. «Τούτεν’ έναι ντιπ άρτκες» είπε ένας συμπατριώτης. Άρτκες. Δηλαδή ελαφροί, κούφιοι, ψεύτικοι, φελοί, σαν το ξύλο του φυτού «άρτηκας», ή «νάρθηκας», ή στα Λημνιακά «άρτκας». Ένα φυτό άγριο που φυτρώνει σε μεγάλους αριθμούς στη Λήμνο, κυρίως μεταξύ Αγίου Δημητρίου και Κορνού, δίπλα στο δρόμο. Μου έκανε εντύπωση η ασυνήθιστη φράση και η συσχέτιση που έκανε ο αγαθός Λημνιός, του φυτού με τους πολιτικούς μας. Εμβαθύνοντας όμως λίγο, σκέφτηκα ενδιαφέρουσες και πολλές συσχετίσεις, τις οποίες επιτρέψτε μου να μοιραστώ μαζί σας.
*Ο άρτκας φαντάζει ένα πολύ όμορφο φυτό στην άνθησή του, ενώ στην παρακμή του γίνεται ένα ξερό άσχημο και ψεύτικο κουφόξυλο.
*Είναι ένα ξεχωριστό είδος από την αρχαιότητα ως τα σήμερα.
*Δίνει πολύ γύρη και νέκταρ και τον επισκέπτονται πολλά έντομα, τα οποία φεύγοντας μοιάζουν αλευρωμένα και… χρυσά.
*Δεν ξεπατώνεται με τίποτα, εκεί που είναι ξερό, βλασταίνει πάλι από τη ρίζα στις ίδιες θέσεις.
*Γύρω από τις ρίζες του φυτρώνουν και παρασιτούν διάφορα είδη μανιταριών, οι αρτκίτες, ή «αγκαθίτες τ’ κουφάρτκα».
*Το επιστημονικό του όνομα είναι «φερούλα η κοινή», που μοιάζει πολύ με το «φέρτα ούλα» και με το «πόρνη».
*Από τον κόσμο θεωρείται ένα άχρηστο φυτό, που κάνει μόνο για βουλώματα σε νταμιτζάνες.
*Το φυτό είναι στενά συνδεδεμένο με τη μυθολογία.
*Μέσα στους κούφιους βλαστούς του έχει μία ψίχα, η οποία καίγεται σαν φυτίλι, αφήνοντας απείραχτο τον εξωτερικό φλοιό, γι’ αυτό χρησιμοποιήθηκε για να μεταφέρει και να βάζει φωτιά.
*Φέρει επάνω του το στοιχείο της προσφοράς και ταυτόχρονα της προδοσίας, αφού σύμφωνα με τη μυθολογία ο Προμηθέας έκλεψε τη φωτιά από τους θεούς και τη χάρισε στους ανθρώπους, μεταφέροντας την μέσα στην ψίχα ενός βλαστού από άρτκα.
*Σε πολλά μέρη παίζει και το ρόλο του φαρμάκου, που θεραπεύει πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν, αλλά και πολλές φορές χρησιμεύει ως επανορθωτικός ή αν θέλετε αναμορφωτικός γύψος.
*Η σιχαμερή μυρωδιά του ονομάζεται και «σκατά του διαβόλου» (devil’s dung).
*Το φυτό ήταν αφιερωμένο στο θεό Διόνυσο, το θεό του μεθυσιού και της κραιπάλης.
Στη Λημνιακή γλώσσα έχει σημαντική θέση. «Άρτκας» λέγεται το οτιδήποτε ψεύτικο. Άρτκας λέγεται π.χ. ο ψευτονταής, εν αντιθέσει με τον «άρκδα», δηλαδή τον πολύ δυνατό σαν αρκούδα, τον αξιόπιστο.
Αρτκογάμς: Ο κατά φαντασίαν εραστής, εν αντιθέσει προς τον «αρκδογάμ» τον εύρωστο σεξουαλικώς.
Ψωλή άρτκας: Χοντρή, αλλά ελαφριά, κούφια και ανενεργής. «Ο Γιώρε’ς εχ’ μια μαρκούτσα σα βγαλμένο χερ, αλλά τι να ντ γκαμ’ς, ντιπ άρτκας».
Αρτκόψωλας: Ο την έχων ως «άρτκα».
Αρτκομούνα: Η το έχουσα ζυμώδες, και οσμηρόν.
Διαβόλ άρτκα: Βρισιά. Δηλαδή φελέ, άχρηστε.
Άρτκας στον άνεμο: Ο χωρίς δύναμη, λεφτά, κλπ.
Άλλο άρτκας, άλλο άρκδας. Άλλο βέβαια.
Κοβ’ με το ζβαναδέλ’ τον άρτκα: Ο τεμπέλης, αυτός που δεν έχει να ασχοληθεί με κάτι σοβαρό.
Ψωμί άρτκας: Άνοστο και φουσκαλιασμένο.
Βουλών’ με τον άρτκα ντ νταμελ’τζάνα: Συνουσιάζεται, «γαμεί». Επανασύνδεση με τα προηγούμενα και συσχετίσεων συνέχεια. Η πιο εντυπωσιακή συσχέτιση άρτκα και πολιτικών είναι ότι το άχρηστο αυτό φυτό σε πολλές χώρες χρησιμοποιείται ως αφροδισιακό, ενισχυτικό της στυτικής λειτουργίας στον άνδρα, αλλά και της γενετήσιας επιθυμίας στη γυναίκα. Στη Μέση Aνατολή μάλιστα αποκαλείται και «βιάγκρα του Λιβάνου». Έτσι εξηγείται και η οργιαστική σεξουαλική σχέση πολιτικών – κοινωνίας, η οποία τελευταίως έχει λάβει ανεξέλεγκτες διαστάσεις και στη χώρα μας. Κάτι πάντως που το γνώριζε η δημώδης Λημνιακή σοφία, όπως αποκαλύπτει και το άσμα: «Φαγούρζεν το αποκατνό σ’ / και ξύνεσνε στον άρτκα / κι σ’ ήρτε άναψ άπαξπα / σα γάδαρο και άρκδα».
Αγαπητοί αναγνώστες «αρτκοπερπατείτε και αρκδομπιμπλώνετε».


Λημνιός άρτκας στην άνθηση. Μεταξύ Αγιοδημήτρη και Κορνού.

















Άρτκας που κοντεύει να ξεραθεί.



Ξερός άρτκας.

Τρίτη, 15 Φεβρουαρίου 2011

Πκρο το λεμπνάρ


Μουλιασμένα "λεμπνάρια"

Πριν λίγες μέρες ο εκ Προπουλίου φίλος μου Κώστας Μπιτσάκης με ρώτησε αν είχα υπ’ όψη μου κάτι σπόρους που τους έλεγαν «λεμπνάρια». Του είχε δωρίσει κανά δυο χούφτες ένας συμπατριώτης από το Ρωμανού, που τους παρήγαγε ο ίδιος. Ο Κώστας δεν τους γνώριζε. Μου προκάλεσε μεγάλη έκπληξη, το γεγονός ότι ακόμα καλλιεργείται έστω και σε μικρή έκταση αυτό το είδος οσπρίου στη Λήμνο, κάτι που είχα να το ακούσω από παιδί. Ένα όσπριο, σαν στρογγυλό μικρό κουκκί, που το έτρωγαν οι Λήμνιοι σαν βρεχτοκούκκι τις Αποκριές και κυρίως την Καθαρή Δευτέρα, αφού το μούλιαζαν για μέρες σε νερό, επειδή είναι πικρό, για να ξεπικρίσει και να μαλακώσει. Το «λεμπνάρ» στα Λημνιακά, είναι το λούπινο, όσπριο γνωστό από την αρχαιότητα. Στην Κρήτη λέγεται «λουμπίνος» σε άλλα δε μέρη της Ελλάδας όπως στην Αμοργό «λίμπουνας», στη Μάνη «λίπινας», κλπ.

Ανθισμένη "λεμπναριά"



Λουβιά "λεμπναριού"

Προσωπικά δεν είχα δει ποτέ πώς είναι το φυτό του «λεμπναριού», είχα φάει όμως την Καθαρή Δευτέρα αρκετές φορές ωμά μουλιασμένα λεμπνάρια, αφού ο συχωρεμένος ο πατέρας μου ήταν λάτρης τους και τα αγόραζε τις Αποκριές από τα μπακάλικα, που τα πουλούσαν εκείνες τις ημέρες έτοιμα ξεπικρισμένα και μουλιασμένα. Του άρεσαν να τα τρώει σαν μεζέ με το ουζάκι.
Σταχυολόγησα από το διαδίκτυο μερικά και σας παραθέτω τα πιο βασικά.
Η ονομασία του προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό «λέπω», που θα πει ξεφλουδίζω.
Η καλλιέργεια λευκού λούπινου ήταν καλά γνωστή στους αρχαίους Έλληνες και Ρωμαίους και αναφέρεται από πρώιμους συγγραφείς όπως ο ποιητής Βιργίλιος (70-10 πΧ) και ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος (23-79 μΧ). Τα λούπινα καλλιεργούταν για μια ποικιλία χρήσεων μεταξύ των οποίων η βελτίωση των συστατικών του εδάφους, η βοσκή, η κατανάλωση από τους ανθρώπους καθώς και οι θεραπευτικές χρήσεις.
Ο Διοσκουρίδης, θεμελιωτής της φαρμακολογίας, ξεχώριζε δύο είδη λούπινου, ένα γλυκό και ένα πικρό, που είχαν και τα δύο θρεπτικές ιδιότητες.
Ο Ζήνων από το Κίτιο, που ήταν ο θεμελιωτής της Στωικής Σχολής σύγκρινε τον εαυτό του με ένα λούπινο που ξεπικραίνει όταν μουσκεύει σε υγρό, όπως και ο ίδιος γινόταν πιο ευγενικός όταν έπινε κρασί.
Τα λούπινα ήταν και η ειδική τροφή των επισκεπτών του Νεκρομαντείου στον Αχέροντα, σαν προετοιμασία για την επικοινωνία τους με τους νεκρούς. Ορισμένα αλκαλοειδή, που περιέχουν τα λούπινα, προκαλούν έκσταση και ελάττωση των αισθήσεων, όπως το ήθελαν οι μάντεις, για να επιτύχουν την επικοινωνία με τις ψυχές των πεθαμένων.
Οι σπόροι του λούπινου χρησιμοποιήθηκαν σαν νομίσματα από τους αρχαίους Ρωμαίους ηθοποιούς στα θεατρικά έργα και από εκεί προήλθε η ονομασία "nummus lupinus" - ψεύτικο κέρμα.
Σε μερικά μέρη όπως στη Μάνη, μετά τον αλωνισμό, σε καζάνια πλάι στη θάλασσα έβραζαν τα λούπινα τα έβαζαν σε λιναρένιες σακκούλες και επί οκτώ ημέρες παρέμεναν οι σακούλες με τα λούπινα στη θάλασσα, ώστε να ξεπικρίσουν. Στη συνέχεια τα άπλωναν στη γη να ξεραθούν με τη βοήθεια του ήλιου και τα αποθήκευαν.
Τα λούπινα περιέχουν μία πικρή ουσία, τη λουπιδινίνη, η οποία σε μεγάλες ποσότητες είναι δηλητηριώδης και μπορεί και να επιφέρει και θάνατο. Αυτό συμβαίνει μόνο σε περιπτώσεις, που τα σπέρματα καταναλώνονται ωμά. Τα ξηρά λούπινα μετά από λίγες ώρες σε αλατισμένο νερό, χάνουν την τοξικότητα τους και μπορούν να καταναλώθουν σαν όσπρια. Τα σπέρματα, επίσης εξ’ αιτίας της λουπιδινίνης προκαλούν στα βόσκοντα ζώα τη λουπίνωση, που εκδηλώνεται με συμπτώματα διάρροιας, γενικής κατάπτωσης και ικτέρου.
Ο καρπός του είναι ίσης αξίας με τη σόγια και κατάλληλος για τροφή των χοίρων και των πτηνών. Το λούπινο αξιοποιεί μη αρδευόμενα και φτωχά εδάφη.
Σήμερα, υπάρχουν μόνο λίγες επιχειρήσεις στην Ευρώπη που παράγουν πρωτεϊνούχα
συστατικά λούπινου για τροφική χρήση. Τα διαθέσιμα προϊόντα είναι καβουρντισμένο και μη-καβουρντισμένο αλεύρι λούπινου, θρύμματα λούπινου, κόκκοι λούπινου, ίνες λούπινου και συμπυκνωμένα διαλύματα πρωτεΐνης λούπινου από μη αποβουτυρωμένους σπόρους. Τα διαθέσιμα τρόφιμα προϊόντα στην αγορά είναι σνακ λούπινου, ζυμαρικά λούπινου, ψωμί και κουλουράκια λούπινου, καφές λούπινου και μερικά στιγμιαία γεύματα χορτοφάγων.
Υπήρξαν ωστόσο στο παρελθόν περιπτώσεις που τα λούπινα προβλήθηκαν πολύ. Π.χ. το 1917, σ' ένα βοτανικό συμπόσιο σχετικό με τα λούπινα, που έγινε στο Αμβούργο, ένας Γερμανός καθηγητής, ο Dr. Thoms, περιέγραψε τις πολυσχιδείς χρήσεις, που θα μπορούσαν να έχουν τα λούπινα. Σ' ένα τραπέζι λοιπόν, που καλύφθηκε με τραπεζομάντιλο από ίνες λούπινων, προσφέρθηκε μια σούπα από λούπινα και μετά τη σούπα, μπριζόλα λούπινου, ψημένη σε λάδι λούπινου και καρυκευμένη με εκχύλισμα λούπινου. Έπειτα σέρβιραν ψωμί με περιεκτικότητα 20 τα εκατό σε λούπινο, μαργαρίνη λούπινου και τυρί από λούπινο L. albumen και τέλος το λικέρ λούπινου και ο καφές φυσικά από λούπινα. Έπλυναν τα χέρια τους με σαπούνι επίσης από λούπινο, ενώ φύλλα χαρτιού από ίνες λούπινου και φάκελοι με κόλλα λούπινου ήταν διαθέσιμα για να γράφουν τις σημειώσεις τους.


Αυτό το ξεχασμένο όσπριο έχει αφήσει τα «χνάρια» του στη Λημνιακή γλώσσα. Παραθέτω μερικούς ιδιωματισμούς σχετικούς με το «λεμπνάρ». Αυτά δεν θα τα βρείτε σε κανένα διαδίκτυο, αλλά μόνο σ’ αυτή τη σελίδα, αφού επί χρόνια αναπαύονταν στο Λημνιακό…κεφάλι μου.
Πκρο το λεμπνάρ. Δύσκολη η κατάσταση.
Τόφαγε το λεμπνάρ; Το έφαγε το πέος; Συνουσιάσθηκε;
Λεμπνάρχιδος, ή λεμπναρχίδς. Μικραρχίδης.
Λεμπναροψώλ’ς. Αυτός που η πόσθη του πέους του δεν έχει τραβηχθεί αλλά καλύπτει όλη τη βάλανο. Λόγω ομοιότητας του «ομφαλού» του μουλιασμένου λούπινου, που μοιάζει με την ακροποσθία.
Τ’ λεμπνάριασε; Τη «συνουσίασε;», τη «γάμησε;»
Λεμπνιάρς, ή λεμπναρούδιας, ή λεμπναρδέλιας. Ο πικρόχολος.
Λέμπναρος. Ο άξεστος.
Έναι μεγάλ’ λεμπνάρα (ή έναι μεγάλ’ λουμπίνα). Ο πονηρός, ο αλεπουδιάρης.
Θα στο τναξ το λεμπνάρ. Θα σε δείρει. Ποιο κοινή η φράση «θα στο τναξ το σαμ».
Έναι μόνε για τα λεμπνάρια τα πκρα. Ο άχρηστος.
Έναι μόνε για τα βρεχτολέμπναρα τα ξεπαπδιζμένα. Ο άχρηστος, αυτός που είναι μόνο για να τρώει τα μουλιασμένα τα λούπινα και μάλιστα ξεφλουδισμένα (ξεπαπδιζμένα).
Έναι μόνε για τα γιαλοβρεχτολέμπναρα τ’ Αγιαρμολαδίτκα. Παλιά οι Ατσικιώτες τα μούλιαζαν στη θάλασσα του Αγιαρμόλα, για να είναι και αλατισμένα.
Έναι μόνε για τα λεμπναροκούκκια τα ξεφλιδζμένα. Για τον άχρηστο, που τα θέλει και ξεφλουδισμένα.
Λεμπναρομούνα. Πικρομούνα. Η μοχθηρή γυναίκα.
Το φούσκωσε το λεμπνάρ. Την άφησε έγκυο.
Λεμπναροφάς. Αυτός που του αρέσουν τα λεμπνάρια. Ο λουπινοφάγος.

Τρίτη, 8 Φεβρουαρίου 2011

Ασφάλαγκες και ασφαλαγκοτούφεκα

Ασφάλαγκες και ασφαλαγκοτούφεκα



Το Σαβατοκύριακο που μας πέρασε ήμουν στη Λήμνο. Σχολιάζοντας την πολιτική επικαιρότητα ένας…παλαιάς κοπής Λημνιός είπε: «Τούτεν’ έναι σα τς ασφάλαγκες. Κρυμμέν’ στν ασφαλαγκιά τς, μόνε κφών.νε και κάμνε ζημιές. Ούτε βλέπνε, ούτε ακούνε. Οι κανονικοί ασφάλαγκες τουλάστο ακούνε». Λημνιοί, με το αθάνατο πνεύμα τους. Και παιδικές μνήμες που αναδύθηκαν. Επιτρέψτε μου να τις μοιραστώ μαζί σας.
Τι είναι ο ασφάλαγκας; Ο τυφλοπόντικας, επιστημονικά ασπάλαξ ο κοινός. Το τρωκτικό που ευδοκιμεί στη Λήμνο και ζει κάτω από το χώμα. Ακολουθεί μια σχετική ασφαλαγκοπληροφόρηση για τους μη μυημένους ασφαλαγκικώς. Λέγεται με κακία και για το μισότυφλο άνθρωπο. «Άγ’ντε στο διάτανο στραβούλιακα παλιοασφάλαγκα». Επίσης για κάποιον που σκάβει ή ασχολείται με άλλες γεωργικές δουλειές ακατάπαυστα. «Για διε τον τον ασφάλαγκα το Μχαλ’ ουλ’ τ’ μέρα δε γκάτσε στο γκώλο τ’». Επίσης για κάποιον που συνουσιάζεται - γαμεί υπερβολικά, όπως ο ασφάλαγκας σκάβει συνεχώς. «Ουλ’ τ’ νύχτα τ’ ζοβγαρίζ’ τ’ Λενιά σα ντον ασφάλαγκα». Υπάρχει και η έκφραση «Ασφαλαγκούδια με τς πατάτες», ειρωνικά για φαγητό, αφού βέβαια ο ασφάλαγκας δεν τρώγεται. Ο ασφάλαγκας ανοίγει τρύπες μέσα στο χώμα όπου και ζεί. Σπανίως βγαίνει από το χώμα, ακόμα και τη νύχτα. Το χώμα από τις λαβυρινθώδεις τρύπες το βγάζει σε διάφορα σημεία δημιουργώντας ένα στρογγυλό σωρό από χώμα, την ασφαλαγκιά. Και βέβαια έτσι που σκάβει και ψάχνει για ρίζες και βολβούς κάνει τεράστια ζημιά στις καλλιέργειες.
Όταν ήμουν παιδί θυμάμαι ότι επικυρήσσονταν οι ασφάλαγκες από το υπουργείο γεωργίας και ανάλογα τον αριθμό των ποδιών των σκοτωμένων ασφαλάγκων που μάζευε κάποιος, έπαιρνε και την αμοιβή του. Το να σκοτώσει κανείς μεγάλο ασφάλαγκα δεν είναι και τόσο εύκολο γιατί ακόμα κι αν σκάψει κανείς τις τρύπες του, αυτές είναι τόσο πολυδαίδαλες, που ξεφεύγει. Μόνο όταν τον πετύχεις την ώρα που βγάζει το χώμα έξω, αφού καθαρίσεις καλά την περιοχή και κάνεις ένα πλάτωμα πάνω από την τρύπα που βέβαια πρέπει να την αποκαλύψεις προηγουμένως και τον περιμένεις υπομονετικά με μια τσάπα στο χέρι, μπορεί να τον εξοντώσεις, αφού αυτός κατά κανόνα μετά από κάμποση ώρα ξαναέρχεται βγάζοντας καινούργιο χώμα. Και επειδή βέβαια κανείς δεν τον βλέπει, αφού είναι πίσω από το χώμα που φαίνεται να βγαίνει έξω, η τσάπα πρέπει να χτυπήσει εκεί που υπολογίζει κανείς ότι βρίσκεται το σώμα του ζώου. Ως νεαρός βάρβαρος, έχω σκοτώσει πολλούς ασφάλαγκες, με αυτόν τον τρόπο, συνήθως στην εποχή που ποτίζαμε τα μπαμπάκια. Τώρα που το σκέφτομαι ανατριχιάζω με τη σκληρότητα που είχαμε ως παιδιά. Αλλος τρόπος είναι να «στήσει» κάποιος μέσα στην τρύπα το ασφαλαγκοτούφεκο, ένα ειδικό όπλο που φτιαχνόταν στα χωριά από τους κατσίβελους (σιδεράδες). Αυτό είναι ένα κανονικό πυροβόλο όπλο, εμπροσθογεμές, που στη σκανδάλη του είναι οξυγονοκολλημένη μια μεταλλική ράβδος, που πάει παράλληλα με την κάνη αλλά την ξεπερνά σε μήκος. Έτσι ο ασφάλαγκας φέρνοντας χώμα για να κλείσει το άνοιγμα όπου έχει στηθεί το όπλο σπρώχνει τη μεταλλική ράβδο και πυροδοτεί το όπλο δεχόμενος τα σκάγια κατά πρόσωπο. Αλλά αρκετά για την εξόντωση των ενηλίκων ασφαλάγκων.
Αφού λοιπόν ήταν δύσκολη λία οι μεγάλοι, κυνηγούσαν τα μικρά, τα οποία τα εύρισκαν μέσα στις φωλιές τους. Οι φωλιές είναι κάτω από κάποιους σωρούς από το χώμα που εξορύσσει ο ασφάλαγκας, αλλά έχουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά για να αναγνωρίζονται, συνήθως είναι οι πιο μεγάλοι σωροί. Σκάβοντας λοιπόν τις φωλιές πετύχαιναν δεκάδες «ασφαλαγκούδια» και έβγαζαν κάποια χρήματα. Αυτό γινόταν το χειμώνα. Μια φορά ο αδερφός μου ο Αργύρης πέτυχε μια ολόκληρη «ασφαλαγκένια αποθήκη» με πατάτες, τις οποίες είχαν μεταφέρει οι ασφάλαγκες από ένα χωράφι που ήταν λίγο πιο μακριά. Τις κουβάλησε στο σπίτι και ήταν πάνω από μισό σακκί. Φανταστήτε τη χαρά μας όταν μας τις τηγάνιζε η καημένη η μάνα μου, εκείνα τα δύσκολα και φτωχά χρόνια της δεκαετίας του 50. Υπάρχουν και πολλές ιδιωματικές εκφράσεις στη Λήμνο, που…περιέχουν τον «ασφάλαγκα»:
Κφων’ σα ντον ασφάλαγκα. Συνουσιάζεται…γενναίως.
Α βγαλ’ τν ασφαλαγκοπιστόλα!!!. Δηλαδή αν βγάλει την πέα έξω…Τρόμος και φόβος.
Στην’ τ’ ασφαλαγκοτούφεκο. Ετοιμάζει την πέα του για σεξ.
Κφων’ ο ασφάλαγκας. «Γαμεί».
Ξεχοβολεύ’ ασφαλαγκιές. Ανυπόληπτη εργασία.
Έναι μόνε για τα ασφαλαγκούδια τα τσίτσαρα. Άχρηστος, τεμπέλης.
Ποτίζ’ τς ασφαλαγκιές. Μη ανταποδοτική εργασία.
Ασφαλαγκιά. Και το αιδοίο.
Ασφάλαγκας. Και το πέος.
Ψωλή ασφάλαγκας. Θροφανή και…τυφλή. Και επειδή σκάβει, ανοίγει τρύπες και «κουφώνει» όπως τον τυφλοπόντικα. Έχουμε όμως και ψωλή ασφαλαγκοτούφεκο. Μάλλον επειδή…πυροβολεί.



Λημνιός ασφάλαγκας.


Λημνιός ασφάλαγκας ...εν κινδύνω.


Αυτός ο ασφάλαγκας δεν είναι...Λημνιός. Της Λήμνου είναι γκρίζοι, όχι μαύροι.


Διήγηση Γιώργη Ντινενή – Νταμπάκη

Είχε δυο αξαγωγές


Γιώργης Νταμπάκ’ς: Ήνταν μια χήρα και ήθελε να καμ πάπλωμα. Φώναξε τον παπλωματά το μπαρμπα Γιώργη τον……… Πάνε μες στ’ γκάμαρα, απλών’ το μπαμπάκ’, πιαν’ στοίβαζε, ήρτε και κειν’ και κάτσε καρσί μεριά. Μαύρα ρούχα, άσπρα μπούτια, τον σκώνεται. Λεγ’, μπαρμπα Γιώργη να σε κάμω ένα καφέ; Λεγ’ ο μπαρμπα Γιώργης κάτσε όπως κάθεσαι. Η αποτέτοια τ’ σκωμέν’, τούρκος. Τώρα τι να καμ τ’ βαζ μες στ’ τζέπη τ’ απ’ τ’ φόδρα που ήνταν τρύπια. Αλλά καθώς ήβγαλε το χέρι τ’ απ’ τ’ τζεπ για να δλεψ’, η τσεπ και κειν’ ξεχαρβαλωμέν’ και ξετον’ζμέν’, βλεπ και ξεμπροβάλ’ ένα ασφαλαγκούδ, βγήκε η ψωλή απ’ όξω απ’ τη τζεπ. Σε λεγ’ θα τν είδε η χήρα, ε, να μη ντο παραξευτιλήσομ κιόλα, λεγ’ ας γυρίσω απ’ τν αλλ’ τ’ μπάντα, γυρίζ και τ’ βαζ στν αλλ’ τ’ τζεπ. Αλλά και οι δυο τσέπες είχαν τα ίδια χάλια, μπροβάλ’ κι από δεκεί το ασφαλαγκούδ. Η χήρα λωλάθκεν. Λεγ’ μαστρο Γιώργη, τι λογιά μαθέ, δυο αξαγωγές εχ’ς; Λεγ’ ο μαστρο Γιώργης ναι δυο, μια μκρομέγαλ’ για τς φτωχές και μια μογάλ’ για τς πλούσιες. Τον λεγ’ εκείν’, για τς χήρες; Λεγ’ για τς χήρες κάμνε και οι δυο. Και τον λεγ’ η χήρα, ε, ας μην είμαστε και πλεονέχτες αθρώπ κυρ Γιώργη και μάστορα, καλή έναι και μόνε η μεγάλ’ (γέλια).

Χωρίς λόγια

Πέμπτη, 3 Φεβρουαρίου 2011

Κοπρίτες και ζώα

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ



Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Κοπρίτες και ζώα


Μεγάλη αναταραχή προκαλούν οι κατά καιρούς ελευθερόστομες δηλώσεις του αντιπροέδρου της κυβέρνησης, κ. Πάγκαλου. Στις πιο τελευταίες αποκάλεσε κοπρίτες, ζώα και φοιτητές του κώλου διάφορες ομάδες πολιτών. Εμείς πάντως συμφωνούμε με το ελεύθερο πνεύμα και στόμα του κ. αντιπροέδρου, αφού αυτά γίνονται σε μια προσπάθεια αναμόρφωσης της σάπιας κοινωνίας. Ούτε επιτρέπεται να συγκρίνουν μερικοί κακόβουλοι την εθνική σοσιαλιστική αναμορφωτική κυβέρνησή μας με άλλες παλαιότερες αναμορφωτικές όπως την κυβέρνηση Μεταξά και Παπαδόπουλου, οι οποίες ήταν δικτατορίες, ενώ η σημερινή είναι δημοκρατία, με το συμπάθειο. Για να βοηθήσουμε, προσφέρουμε το πλουσιότατο βωμολοχικό λημνιακό λεξιλόγιό μας. Ιδού ένα δείγμα σύγχρονου τολμηρού πολιτικού διαλόγου:
ΠΟΛΙΤΗΣ: Κοπρίταρος είσαι και φαίνεσαι, δαιμόν βούβαλε, φαλαινοντουλούφναρε, ιρινόκερε, αρκδοκούραδε, βρωμοδρότσλαρε, βοδονταμλά, γαδαροκαβάλ’ναρε, να πάρε πέντε κιαρατά γούρτζελε.
ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ: Στα φωτερά σας και πάρτε και δέκα. Α, δε σας αρέζνε τα ίσα διαβόλ αγγιοκάθκα, λωλοπερτσίνες, ντεμπελχανάδες, σκατούδια τς Αλεφαντνούδας, κουραδέλια τς Μέκκας. Όντας ήρχεστε και κλαμουρίζτε σα τς πτάνες να σας διορίσομ ήνταν καλά; Αχρηστίλες. Θέλτε δημόσιο και καθσό. Η δλίδα η κανονική ήνταν κιχ κακά.
ΠΟΛΙΤΗΣ: Τι λες βρε τσλόγερε, ζμαροκούραδε, βοδοβούνιαθρε, κούλ’καρε, ζγκούραδε, που θελ’ς ένα παχνί άχερα στ’ γκαθσά σ’; Απ’ τ’ παππού σ’ κι απ’ τ’ μπαμπά σ’ τ’ γκανιά μας τάγ’ζες; Εμείς σε χαλάσαμ; Γή ήθελες να σας ψηφίζουμ κι να κάθεστε να τραβάτε δαν’κά και να κλέφτετε, πράσιν’ και μπλε κλεφταράδες, απατεώναρ, και να κάμνετε και τς αθρώπ, κεντί ζαγάρια κεντί.
ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ: Άλλα κει, υποκρίταρ, που πριν από μας χέζτε μες τ’ σούδα κι βρωμούσαν τα χνώτα σας απ’ τν αφαγιά, κι τρώγτε το ταχίν’ και χέζτε πυρήνα, γιαλαμάδες ζντούγιαν’ που είχαν απ’ το τζίρο φσκωσ’ οι αχ’λάρες σας, και γυρίζτε με τα κάρκαλα και τα μπαλωμένα. Τώρα ούλο εμείς κατουρούμε μες στο πγαδ, τα στραβά τα ψωμιά η πνακωτή τα φταιβ, εσείς είστε Παναγ’δέλες. Όντας μας ακλουθούστε και ξεσνορίζεστε ποιος θα μας πρωτοφλήσ’ το γκώλο ήνταν καλά; Όντας σας δίναμ τς συντάξες απ’ τα σαράντα ήνταν καλά; Όντας τραβούστε τα δάνεια και φκιάχνετε τς σπτάρες ήνταν καλά; Τώρα θα πίντε τ’ γκατουρλιά σας και θα λέτε κι εις υγείαν.
ΠΟΛΙΤΗΣ:
Και συ να φας μια μελεμενιά τσλάρα. Βρε μσκαρόβοδο, σα γλείψαμ και μεις κομάτ κατσίλα θα μας το ν’δάτε ως να πεθάνομ; Πρωτ πρωτ εσείς δε διορίζτε τς συγγενήδες σας και τς γκόμενές σας μες στ’ βουλή και στν Ολυμπιακή, και στο υπουργείο οικονομικών, γαμώ τα υπουργεία σας; Γιατί, μας πήκτε ποτές ότι ούλα τούτα τα αρχοντάτα που κάμνετε ήνταν απ’ τα δαν’κά; Τς αυλής μας τα κρυφά, τς όρεν’θάς μας η κοτσλιά; Δε μας λέγτε για τν ισχυρή Ελλάδα; Δε γκάμνετε τς Ολυμπιακοί αγώνες σάνασκι είμαστε ο Καναδάς κι γη Ιαπωνία; Δε γκάμνετε τς αγορές τ’ Αιώνα μόνε και μόνε για να ληστέψτε το κράτος; Δε γκάμνετε τς πλάτες στα φιλαράκια σας να μας φάνε τα φράγκα στο χρηματιστήριο και να τα μοιραστείτε; Δε δώστε ούλα τα Ολυμπιακά ακίνητα για να πάρτε το μπαπιόλακκα με τα βούρλα στο Βατοπέδ, αξεδγιάντροπ γαδάρ; Και τώρα ακόμα, ούλα τα θκα σας απείραχτα. Κι είστε τσουρεκιαζμέν’ πα στα καλά, και δε λεγ’ ένας για δείγμα να ξεκουμπστεί, αφιλότιμ κοπροβελήδες.
ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ: Το γκώλο σας θα χτυπήστε κατ. Θα σας χέσομ το μουχαμετλίκ’ σας. Θα τρώτε τα σκατά σας και θα νομίζτε ότε έναι γιαρμάς. Θα καπνίζτε τα σκ’λουκούραδα κι θα νομίζτε ότε έναι πούρα Αβάνας. Δε θα χέζτε για να μη μπνάστε. Και πάλε θα νέρχεστε να μας προσπέφτετε και να διακονεύτε. Και πάλε θα μας ψηφίζτε, κρυφομπνέδες.
ΠΟΛΙΤΗΣ: Καλά βρε τρούβαδε, εσύ κατουρείς τ’ μπόρτα μ’ κι εγώ χέζω τ’ γωνιά σ’. Πίσω ταχ’ το γουρτζέλ’. Τώρα σας φλάγνε σαράντα μπραβ, σε λίγο θα σας φλαγ’ ένα σύνταγμα. Γερμανογαμ.μέν’.
Αγαπητοί αναγνώστες, μια ιδέα πολιτικού διαλόγου ρίξαμε. Αν δεν την υιοθετείτε δεν πειράζει. Εξ άλλου δημοκρατία έχουμε. Με το συμπάθειο.

ΖΗΤΩ ΤΟ ΠΑΣΟΚ ΚΑΙ Η ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ



Ζήτω το ΠΑΣΟΚ.
Ζήτω και η Νέα Δημοκρατία.

Ποίηση

Ποίηση


Το τρίτο πρόβατο από αριστερά, αυτοπροσώπως Σταύρος Τραγάρας

Από το «Αντιλεξικό νεοελληνικής χρηστομάθειας» του Δημοσθένη Κούρτοβικ

Η νεότερη Ελλάδα έχει πολύ σημαντική ποιητική παράδοση. Γι’ αυτό οι επίδοξοι λογοτέχνες μας, αλλά και οι κριτικοί και οι φιλόλογοι, αισθάνονται κατά κανόνα ότι έχουν περισσότερες πιθανότητες να θεωρηθούν και οι ίδιοι πολύ σημαντικοί αν ασχοληθούν με την ποίηση παρά με την πεζογραφία. Το αποτέλεσμα είναι ότι η ελληνική ποίηση εμφανίζεται σπουδαιότερη απ’ όσο πραγματικά είναι.

Η νεοελληνική γλώσσα έχει αναδείξει ένα ποιητή που μπόρεσε να μιλήσει σ’ ένα παγκόσμιο κοινό κι επηρέασε όχι λίγους ποιητές άλλων γλωσσών: τον Καβάφη. Επίσης έχει γεννήσει δυο τρεις ποιητές που ίσως κάποτε θεωρηθούν μεγάλοι, με οποιαδήποτε κριτήρια. Τέλος, έχει βγάλει μια πλειάδα ποιητών που κατόρθωσαν να εξυψώσουν σε ποιητικό όραμα αυτό που λέμε Ελλάδα. Στη σκιά όλων αυτών κινείται ένα αμέτρητο πλήθος άλλων, που φαντάζονται ότι καταυγάζονται από τη λάμψη τους.

Αν υπάρχει μια απόδειξη ότι είμαστε ποιητικός λαός, δεν είναι η πολλή ποίηση που γράφεται στην Ελλάδα (οι περισσότεροι άνθρωποι στον κόσμο έχουν συνθέσει τουλάχιστον τρία – τέσσερα ποιήματα στη ζωή τους), αλλά η τάση μας να χαρακτηρίζουμε ποιητικό οτιδήποτε μας αρέσει: από ένα μυθιστόρημα ως μια μαγειρική συνταγή.

Στο Σεφέρη οφείλεται η σοφή παρατήρηση ότι οι τρεις μεγαλύτεροι ποιητές μας (Σολωμός, Κάλβος, Καβάφης) δεν ήξεραν ελληνικά. Δεν πρόκειται για παράδοξη σύμπτωση. Η υψηλή ποίηση προϋποθέτει την ανορθόδοξη, ας μη διστάσουμε να πούμε: την ασεβή χρήση της γλώσσας, την υποταγή της στην ορμή του μεγαλόπνευστου ποιητή. Και σε μια τέτοια πράξη προχωρεί ευκολότερα κάποιος που βλέπει μια γλώσσα σαν καινούργιο σπίτι του παρά όποιος την αντιμετωπίζει σαν διατηρητέο μνημείο.

Η επισήμανση του Σεφέρη δεν προβλημάτισε όσο έπρεπε. Ο λεξιθηρικός ακαδημαϊσμός που χαρακτηρίζει όλο και περισσότερο την ποίησή μας τα τελευταία χρόνια φανερώνει μια μουσειακή θεώρηση της γλώσσας. Για την κατανόηση πολλών νέων ποιητών μας, η ευαισθησία είναι λιγότερο απαραίτητη από το λεξικό Liddell – Scott.

Ποίηση είναι η αναπάντεχη χρήση της γλώσσας, όπως είπε ο Borges. Αλλά κάθε αναπάντεχη χρήση της γλώσσας δεν είναι ποίηση, όπως φαίνεται να νομίζουν πολλοί εκπρόσωποι της νεότερης ποίησής μας.

Οι νέοι ποιητές μας τονίζουν με κάθε ευκαιρία ότι δεν εμπνέονται από κάποιο κοινό όραμα, ότι οι αναζητήσεις τους είναι ανόμοιες και ακολουθούν καθένας το δικό του δρόμο. Αυτή η άποψη φαίνεται όλο και πιο αλλόκοτη, γιατί όσο περνούν τα χρόνια η ποίησή τους γίνεται όλο και πιο ομοιόμορφη. Με πολύ λίγες εξαιρέσεις, είναι ήδη σχεδόν αδύνατο, να διακρίνουμε προσωπικότητα στις ποιητικές φωνές που ακούγονται.