Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2012

Σαπλίκ’ από γκαβό κι χοζμέτ από κτσο

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ


Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Άκουσα στην τηλεόραση ένα οικονομικό αναλυτή να λέει ότι «η οικονομία μας είναι ανάπηρη». Ένας υπουργός το εξειδίκευσε λέγοντας ότι «η οικονομία μας είναι κουτσή». Πριν βιαστείτε να λυπηθείτε τη δόλια την οικονομία μας και να θεωρήσετε ότι χρειάζεται…ορθοπαιδική παρέμβαση, επιτρέψτε μου μια μικρή ανάλυση της λέξης «κουτσή», από κοινωνιολογικής και πολιτικής απόψεως.
Οι Λημνιοί έχουν σε μεγάλη εκτίμηση τους κουτσούς, μιας και ο δικός μας θεός Ήφαιστος ήταν κι αυτός κουτσός. Και μην ξεχνούμε ότι είχε για γυναίκα την θεά της ομορφιάς Αφροδίτη. Η κουτσαμάρα στη λημνιακή διάλεκτο έχει διαβαθμίσεις: Κτση, κτσέλα, κτσούδα, κτσούρα, κτσάνα, κουτσούνα, κτσαν’δέλα, κτσάβλα ή κτσος, κτσάβελ’ς, κτσέλος, κούτσαβλος. Οι κουτσοί και οι κουτσές ανέκαθεν φημίζονταν για τις ικανότητές τους γενικώς, αλλά κυρίως είχαν φήμη στο σεξουαλικό τομέα. Είναι γνωστές οι λημνιακές φράσεις «ε, π’ να σε καμ τη δλεια κτσος ραφτ’ς», ή «σαπλίκ’ από γκαβό κι χοζμέτ από κτσο», ή «κτσάβλα - πτσάβλα».
Και μπορεί λόγω της οικονομικής ύφεσης να περιοριστήκαμε σε κτσουδούλια κι σε κτσοχόζμετα, να κυνηγούμε κτσομεροκαματούδια, να είναι κτσος ο μιστός, να κλείσαν ούλα τα κτσομάγαζα, να τραβούμε τα κτσόμαλλά μας, να σηκώνουμε βαρύ φορτιό κι όχι κτσογόμαρο, να κτσοπίνουμ τς πίκρες μας, να κτσοπορεύομ μες στα κτσόσπτα μας, να κτσοπερνούμε τον γκαιρό, να περπατούμε σα κτσοπόδαρ απ’ τ’ νταλντίδα μας, να δηλώνουμε ουλ’ κτσοχέρδες, να χτυπούμε τ’ κτσοκεφάλα μας, να σκεφτόμαστε πώς μας κατήντησαν τα κτσοφρόκαλα οι κτσοκανάτες κι τα κτσαρδέλια, να λέμε αγάντα να βγει η κτσοχρονιά, αλλά δόξα τω Θεώ δεν τρώμε κτσάχερο, και ο κτσοκέφαλος δε κτσαβλίζ αλλά έναι κουτσνάρ κι πουτσνάρ κι ολόρτο κατάρτ, και οι Λημνιές είναι γερές σαν κτσούρες κι κουτσούνες κι όμορφες σα κτσούδες ψεύτ’σες. Μπορεί να μας κάνανε να παγαίνουμ κούτσα – κούτσα, αλλά δε θα κτσαθεί κι ο νους μας. Μπορεί να μας έκαναν τις κουτσουκέλες, ή να τις κάναμε κι εμείς, να μην ακούσαμε τους παλιούς που έλεγαν το καλό το αργαστήρ, θέλει κτσο το νοικοκύρ, μπορεί να μας είχαν για τα γκαρσόνια της Ευρώπης, αλλά δε θα μας βάλουν και την ταμπέλα «ζητείται κουτσός για δουλειές του…ποδαριού». Σηκώστε ψηλά το κεφάλι, δεν είναι καλύτεροι από μας, και παλιότερα τα περάσαμε αυτά και δε φοβηθήκαμε, κι ας τους απαντήσουμε λημνιακά ότι δεν είμαστε ουλ’ κτσούρια, ούτε θα πάμε ουλ’ κτσοι στραβοί στον Αγιομπαντελέμονα, κι ότι δε κτσαίνεται ο γάδαρος από τέτοιο πράμα. Θα τους έλεγα και το «εμείς κούτσα - κούτσα, κι εσείς κλάστε μας…κατιτίς» αλλά όχι, δεν το λέγω.
Συμπέρασμα πορίσματος λοιπόν, και κουτσός να είναι κάποιος δεν πειράζει, γιατί μπορεί να έχει άλλα χαρίσματα, άσε που κάποιον μπορεί να τον νομίζουν κουτσό, αλλά κουτσός να μην είναι. Εδώ μια πραγματική αστεία ιστοριούλα. Ήρθε μια μέρα ένας ασθενής στα επείγοντα του νοσοκομείου που εργάζομαι και ζητούσε ένα γιατρό που δεν θυμόταν το όνομά του, «κάπως γεμάτο, με μουστάκι, κουτσό». Κάπως γεμάτο με μουστάκι έχουμε, του είπαν, αλλά δεν είναι κουτσός. Όχι, όχι, είπε αυτός, ο γιατρός που θέλω είναι κουτσός. Εκείνη την ώρα πήγαινα κι εγώ προς τα επείγοντα. Σημειωτέον ότι λόγω ενός ατυχήματος με μηχανάκι σε μικρή ηλικία, όταν κουραστώ πολύ, ή αλλάξει ο καιρός, με πονά το πόδι και κουτσαίνω λίγο. Αυτό γίνεται όμως σπάνια. Μόλις με είδε ο άρρωστος είπε: «Νάτος ο γιατρός, να, δεν βλέπετε ότι κουτσαίνει; Τόσα χρόνια που τον βλέπω, κουτσό τον ξέρω».
Αγαπητοί αναγνώστες κουτσοευτυχείτε όσο κουτσομπορείτε.

Λεξιλόγιο - επεξηγήσεις:
Σαπλίκ’ από γκαβό κι χοζμέτ από κτσο: Να φοβάσαι ξύλο από μισότυφλο και…σεξ από κουτσό. Και ο λόγος είναι ότι ο γκαβός δεν βλέπει καλά και μπορεί να σου δώσει καμιά με κανένα ραβδί στο κεφάλι και να σε ξεκάνει, ενώ ο κουτσός προσπαθώντας να δώσει κατάλληλη θέση στο πόδι του, κάνει τη σύζευξη πιο…επιτυχή. Το ίδιο ισχύει και για την κουτσή.
Χοζμέτ: Τουρκ. Η εργασία, αλλά και το σεξ.
Κτσοκέφαλος: Ο…πέος (με το ζμπάθειο), λόγω σχήματος κεφαλής.
Νταλντίδα: Η ζάλη, η σύγχυση.
Κτσοφρόκαλα, κτσοκανάτες, κτσαρδέλια: Οι τιποτένοι, οι μηδαμινοί.
Κουτσνάρ. Και πουτσνάρ: Η δημόσια κρήνη. Και η υδρορροή.
Κουτσούνα: 1) Η όμορφη γυναίκα. 2) Ο καρπός του καλαμποκιού, λημνιαστί κοκνάρα. Ολόκληρος ο καρπός, όχι τα σπόρια. Ο καρπός αυτός επιστημονικά (Γεωπονική, Φαρμακολογία του 19ου αι.) λέγεται και…καυλός. 3) Η κούκλα. 4) Η φιγούρα του καραγκιόζη. «Οι φιγούρες είναι καμωμένες απὸ δέρμα, ή χαρτόνι, ή καπλαμά. Οι καραγκιοζοπαίχτες τις λένε απλὰ φιγούρες. Κάποιος χωριάτης, ενενήντα χρονώ, τις απεκάλεσε κουτσούνια ( ίσως η λέξη προέρχεται απὸ την λέξη κούτζα που σημαίνει κούκλα ή ψωμάκι σε σχήμα κούκλας). Η μαρτυρία αυτὴ είναι του καραγκιοζοπαίχτη Π.Μιχόπουλου, που θυμάται ότι η συνάντησή του με τον γέρο έγινε στην Παραμυθιὰ της Ηπείρου, το 1933. Στα κλωστήρια κούτσες λέγανε τις κούκλες του νήματος. Ο Ανδρέας Λασκαράτος χρησιμοποιεί την λέξη κουτσούνα (=κούκλα) στο Ιδοὺ ο άνθρωπος ( 1886)». Ηλίας Πετρόπουλος: «Υπόκοσμος και καραγκόζης».
Κτσούδα: Η κούκλα, η όμορφη σαν κούκλα γυναίκα. Κτσούδες ψεύτ’σες:
Οι όμορφες κούκλες του εμπορίου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: