Παρασκευή, 27 Απριλίου 2012

Άχτουνγκ άχτουνγκ


ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Γράφει ο  Σταύρος Τραγάρας



Ανταπόκριση του συνεργάτη μας Γιώργαρου Πουρπουργιανού:

Σας πληρουφουρώ ένα φιρμάν’ που ντιλαλίσαν τα ιθνικά τάγματα ασφαλείας πουλιτών, που πουστηρίζνε του ιθνικό γκουβέρνου τς συγκυβέρενγ’ς τ’  ΠΑΝΔΟΚ, για τα ιθνικά στρατόπιδα συγκέντρωγ’ς λαθρουμιταναστών.  

«Προυσουχή, προυσουχή, άχτουνγκ, άχτουνγκ , Έλλην’ κι ζμπατριγιώτες Λημνιοί. Μας ζώσαν γοι ουχτροί λαθρουμιτανάστες, ανθέλλην’ κι προυδότις τς ουλουγάλαν’ς πατρίδους μας κι τ’ ουλογάλανου κι γαλαζουαίματου ιθνικού μας έθνους. Το πράμα παραγίν’κε,  ξύν’σε  μπλια το γιαλί, μπεζέρσε ο κόζμος, εν’σάφ’. Σάιζε. Ουλ’ να ζντράμουμ του σιβαστό μινίστρου Μχαλ’ κι τουν άλλου σιβαστό μινίστρου Αντρέα. Πάρτε ουλ’ τφέκια, πιστόλες, ασφαλαγκουτούφεκα, γκράδες, μπρουστουγεμές, ζβανάδες, φκιάρια, στυλιάρια, μανέλες, περγιόνια κι καλάζνικουφ. Μην αφήκτε αρθούν’. Οπ γλέπτε αράπ, Πακιστανό, Αλβανό ή άλλου μόλεμα, ίσα στου κιφάλ’. Κάμτετεν’ του χαρανί λιλίτσα κι γουρνέλα να πίν.νε γοι όρεν’θες νερό. Φιχ ντιχ. Εδιέτς δε θα πομείν.νε πουλλοί για να τς πάμε στα στρατόπιδα συγκέντρωγ’ς. Τώρα τα λένε κέντρα φιλουξινίας. Θα νέχνε λεγ’ ένα υπάλληλο  Έλληνα να μπερετά ένα ξεν’κό λεχριταριό. Θα νέχνε κι πισίνα να κουλ’μπαρίζντεν σα ντα γουρτζέλια, σινεμά, τηλεόρασ’ κι καλά γιαγλουφάγια να ντερλικών.νε κι μπρούσκα κρασά να πλευριτών.νε. Εδιέτς που του πάνε θα γυρεύνε να τς βάλουμ κι πτανέρες να βγάζνε τα μάτια τς. Σβάρτσερ χουντ. Αρμ σβάινερ.

Ειντάξ, ουλ’ το νογούμε ότε ούλα τούτα έναι ψευτιές πορδούκλικ’, αλλά όπους κι ναχ’, μια καλουπέρασ’ θα τ’ νέχνε οι βρουμνιαροί. Ντάινε μούτερ ιστ χουντ. Απάνετς ζμπατριγιώτες κι χριστιανοί. Οχ’ θα τς αφήκουμ να τρώνε του ιθνικό φαγί μας κι να τς φλάγουμ κιόλα.  Όπους είπι κι ου κυρ Αντρέας, απουτιλούνε ουρουλουγιακή υγειουνουμική μπόμπα. Τι, θέλουμ να σκασ’; Ουλ’ έχνε αρρώστιες αγιάτριφτις απάνετς γιατί δε νέναι χριστιανοί κι δε τς ιβλόγ’σεν ου ιθνικός θιός μας. Χτικιό, λέπρα, ιβλουγιά, χουλέρα, ιλουνουσία, ψώρα, πανούκλα, βλινόρροια, σύφιλ’, σκουλαμέντου, μαλαφράντζα κι λουγιώ ντο λουγιώ κουλιάντζες κι οτ άλλου έφκιαξε ου σατανάς κι ου δγιάτανους, ούλα τούτα τς τρυγούνε κι τα φέραν να μας τα κουλλήσνε κάστλα κι ιξιπίτηδες. Άσε που βρουμούνε σα λέσα, οχ’ γιατί τς έφαγι η απυλ’σά, αλλά γιατί εδιέτς στλουμαχεί του καταραμένου αίμα τς. Ντου μπλόντες νεγκερσβάιν. Άρσχλοχ.

Ιπιτέλους τα ιθνικά μας κόμματα μουνιάσαν κι σε ένα ιθνικό ζήτμα. Οι σουσιαλ’στές που μέχιρ τώρα ήνταν αλέμ σοφά κι α δε ψοφά, τρουμάξαν να γίν.νε ιθνικουσουσιαλ’στές. Οι διξιοί που ως τα τώρα παίζαν τα σάκαλα, τ’ γκρυφτσάνα, τς  αμάδες, το γκουτσομπλούκο κι το τρίκο - τρίκο καβαλίκο ήρταν στα γνουστά ιθνικόφρουνα γράδα τς. Οι ακρουδιξιοί πατριγιώτες κι παλ’κάρια, μαζί με τς σναγουν’στές μιλανουχίτουνες, ες – ες, γκισταμπίτες, χίτες, τεταρταυγουστιανοί, χουντάδες, κουκλουφόρ, ρουφιάν’, καταδότες, καμέν’, ζγκαμέν’, χρυσαυγουλάδες, κουκλουξκλάν’δες, κι κάθε πατριουτικό λουλούδ κι αστέρ έναι μπρουσνέλες στον ιερό κι ιθνικό αγώνα τ’ καθαρίζματους κι αζβεστώματους  τ’ ιθνικού μας έθνους. Με προυτουπουρία του γκυρ Μχαλ’ κι του γκυρ Αντρέα, αλλά κι απού κουντά κι στα ζγομλά κι ύπουλα τα ζντρόφγια, εκειές τς κρυφαδερφές τς κουμούναρ που τς έφαγε η κάτα τ’ γλώσσα τς κι βουβαθήκαν για του φόβου μη χάσνε κανέ ψήφου. Σουρουσούγ’λα ουλ’ μαζί, ζντγιαν’ αζντγιανεροί κι αν’κουκύρευτ’ ν’κουκυροί που βαστούνε του κερί. Θα ξιπαστρέψουμ τα λερά κι τα γλιτζιρά σκλήκια, τς λεμπέσαρ κι τς μαυρουτγανιαζμέν’, που γυρίζνε μες στα σουκάκια σα τς γαβάρδες γαδάρ, αναπνένε τουν αγέρα μας κι καβαλ’κεύνε μετά συγχουρήσεους τς ελληνικές νιγηριανές πτάνες κι θα τς ξαπουστείλουμ στουν αγύρστου, με τ’ βουγήθγεια τ’ πανάγαθ θιού μας. Μόνε να σφιχτούμε τώρα που το πράμα έναι ζεστό, να κάμομ γλήγορα και να μη ντο πάμε σα τ’ παροιμιά που λεγ’: “Μπάντεχε μπάντεχε η αλεπού να πέσνε τ κριγιαριού τ’ αρχίδια να τα φαγ’, ψόφσε απ ντ πείνα”. Ράους, σνελ, σνελ. Ιμπρός για νέα ιθνική κουνόμα κι ιθνική ψηφουθηρία. 

Μόνε ήθιλα να παρακαλέσου σιβαστκά τς υπουργοί τ’ ιθνικού μας ΠΑΝΔΟΚ, κι τα ιθνικά κόμματα τ’ γκουβέρνου, να μη νέναι ντόσου δημουκράτες, κι να τς καλουσκαμνίζνε αυτοίν’ τς σκυλ’ στα φιλόξινα στρατόπιδα τς αγάπς, αλλά να βγάλνε ένα ρετζά που να λεγ’ ότε ιπιτρέπεται να τς καίγνε με φουτγιά, όπους έκαμνε ου μεγάλους ιθνάρχης μας Αδόλφους, γιατί μόνε τότε θα σταματήσ’ του μόλεμα τς ιθνικής μας πατρίδους κι τς ιθνικής μας θρησκείγιας. Ζήτου κι χάιλ ου κυρ Μχαλ’ς κι ου κυρ Αντρέας. Ζήτου κι χάιλ του ΠΑΝΔΟΚ κι του τρίτου Ράιχ». 




Πέμπτη, 19 Απριλίου 2012

Το κούρεμα και το ξούρζμα

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Μεγάλη συζήτηση για το κούρεμα του χρέους της Ελλάδας εδώ και μήνες. Ώσπου επιβλήθηκε αν και ονομάσθηκε «εθελοντικό». Η χρησιμοποίηση επιστημονικοφανών όρων όπως «απομείωση» ή «αναδιάρθρωση» από μόνη της αρκούσε να τρομάξει τον κόσμο, αφού είναι πάγια τακτική των κυβερνήσεων, όταν λαμβάνουν αλγεινά μέτρα. Το «κούρεμα», αλλά και το «ξύρισμα», συμβολικά πάντοτε σχετιζόταν με τη μείωση και απαξία της προσωπικότητας κάποιου. Η κόμη και η γενειάδα θεωρείται στοιχείο ευρωστίας και  ομορφιάς. Το κούρεμα και μάλιστα το φορσέ ήταν πάντα λίαν προσβλητικό. Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν πλούσια μαλλιά, που τα έκοβαν μόνο σε πένθος. Οι βυζαντινοί κούρευαν όσους διαπόμπευαν. Οι δυτικοί κούρευαν όσους εκτελούσαν. Τα παλικάρια του 21 κούρευαν και ξύριζαν με το μαχαίρι τους δειλούς και τους  μπαμπέσηδες, εφαρμόζοντας το λεγόμενο «Σουλιώτικο ξύρισμα». Ο Μπαϊρακτάρης, ξεφτίλιζε τους κουτσαβάκηδες κόβοντάς τους το τσουλούφι και το μουστάκι. Οι καταδικαζόμενοι με το νόμο περί τεντυμποϋσμού κουρεύονταν με την ψιλή και διαπομπεύονταν δημόσια. Μετά τη γερμανοκατοχή οι γυναίκες που σχετίστηκαν με γερμανούς κουρεύονταν. Στον στρατό το υποχρεωτικό κούρεμα ισοδυναμούσε με εξάλειψη της ατομικότητας. Η χούντα διά του διαβόητου Λαδά έκοβε τα μαλιά των χίπιδων. Ο Σαββόπουλος ήταν προφητικός με το δίσκο του «κούρεμα» από το 1989, στηλιτεύοντας την παρακμή του ελληνικού κράτους και των νεοελλήνων: «Κωλοέλληνες / μασκαρλίκια δες / στο άλφα της αξίας / της αρχής της μίας / λουτροκαμπινές. / Τιμωρός καιρός / πέντε αιώνες δύσης / εθνικής θα ζήσεις / από δω και μπρος / με αγγλικές αλφαβήτες / μαλλιαροί μου Ελλαδίτες / θλιβερές μου πορδές. / Πνεύμα αλήτικο / Ελλαδίτικο / σε μικρά Ασία, / Κύπρο,Λευκωσία / Βόρειο Ήπειρο. / Δεν ακούει κανείς / στο χειρότερο / του Ελληνισμού κομμάτι / στην Ελλάδα ζεις». Γενικά λοιπόν το «κούρεμα» δεν είναι «για καλό».

Το κουρείο ιδίως στην επαρχία είναι ο χώρος συνάντησης των ανδρών και πολλές φορές αντικαθιστά το καφενείο. Στο κουρείο λαμβάνουν χώρα πολύ σημαντικές συζητήσεις, όπως το μέλλον της χώρας, τα οικονομικά, το ποδόσφαιρο, ο ποπός της Μαριγούλας κλπ, δηλαδή όπως ακριβώς γίνεται και στη βουλή. Οι Λήμνιοι από παλιά είχαν σχέση με το κούρεμα, είτε κουρεύοντας τα  γιδοπρόβατά τους, είτε οι ίδιοι υφιστάμενοι το σφοδρό κούρεμα που επέβαλαν οι δύσκολες συγκυρίες. Η λημνιακή γλώσσα είναι γεμάτη από κουροζντήχια. Μετά το κούρεμα κατά κανόνα ακολουθεί η πατσούκλα στο ζβέρκο. Είμαστε σαν εκείνον που πήγε για μαλλί και βγήκε κουρεμένος. Πήγαμε να κόψουμ τς άκριγιες, ή να ψαλ’δίσουμ τ’ φράντζα κι μας κουρέψαν πρώτα με το κουροψάλ’δο κι ακολουθεί το γλι κι με τ’ ψλη τ’ μηχανή. Μας κουρέψαν σα ντα πλάρια, και θα μας κασαγίσνε κι το γδι μας. Μας έκαναν καράφλες, κουτλουμπέκ’ και κουρποκέφαλ’ γιατί αυτοί που μας κυβερνούσαν ήταν ξυζαρχίδ.δες, και έκαναν το μπαρμπέρ στ’ κασίδ το κεφάλ’. Τώρα θέλουν πάλι ψήφο, για να μας πάρουν και το σκαλπ, κατά το κοινώς λεγόμενο εδώ ο ντουνιάς καίγεται κι το μνι ξουρίζεται. Ο κόσμος λόγω αναδουλειάς κουρεύ’ τς αχελώνες κι τα παπίτκα τα αυγά. Εκεί που δεν μας άρεσε το αμερικάν’κο κούρεμα, μας ρίξαν κι ένα γερμανικό. Μας κουρεύουν με τα βρέτσελα κι τα κεντρίδια κι μας φωνάζνε κι σνελ. Τους δώσαμε αποτέτοιο το θέλνε κι ξουρζμένο. Όπως λέει και το λημνιακό λαϊκό άσμα: «Οι τρίχες με μποδίζανε / κι πήγα στο μπαρμπέρ / και κειος στ’ σαστμάρα τ’ μπέρδεσε / κιφάλ’ με κωλομέρ».                                                     

Αγαπητοί αναγνώστες κουρεμένοι και ακούρευτοι δείτε το σαν πανηγύρι. Μην φοβάστε, ταγίστε τους κουρείο και πείτε τους κατάμουτρα: «Θα με τα ξουρίγ’ς ανάτιρχα κι κόντρα». Ευτυχείτε.