Δευτέρα, 18 Οκτωβρίου 2010

Η βίζιτα τ’ πορδυπουργού στ’ Λήμνο (Νο 1)

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Η βίζιτα τ’ πορδυπουργού στ’ Λήμνο (Νο 1)



Η γλώσσα της κ. Διαμαντοπούλου

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Κατά την επίσκεψη του πρωθυπουργού και υπουργών στη Λήμνο πριν λίγες ημέρες, μεγάλη εντύπωση προκάλεσε η λεγόμενη ψηφιακή τάξη, που εγκαινίασαν στο λύκειο Μούδρου. Αυτή η τάξη θα λειτουργεί μόνο με κομπιούτερς, τα βιβλία θα πάνε στη βιβλιοθήκη σαν μουσειακά είδη, οι μαθητές και οι καθηγητές δεν θα μιλούνε, αλλά απλώς θα παίζουν με την…οθόνη τους. Όμως πουθενά δεν είδα να επισημανθεί στον τύπο, ότι η πρωτοβουλία αυτή της υπουργού Παιδείας κ. Διαμαντοπούλου είναι μια προσφορά στη Λήμνο με μεγάλες προοπτικές, αφού ο πραγματικός σκοπός της είναι να γίνει δεύτερη επίσημη γλώσσα του κράτους η Λημνιακή γλώσσα, όπως της είχαμε προτείνει στο παρελθόν, και όχι η Αγγλική, όπως αρχικά υποστήριζε εκείνη. Θα σας θυμίσω τι της είχαμε πει τότε:
Πρώτα πρώτα αφεντικίνα Άννα και κυρά θέλω να σε πω ότι πολύ σε μπεγεντώ, γιατί είσαι μαθέ και σα φεργάδα, και εχ’ς μογάλ’ αξίγια σκορδέλια στα μάτια μ’. Γιατί εχ’ και κατ άλλες που γενήκαν πολιτικές μαθέ επειδή τς έκαμε το χοσμέτ με το ζμπάθειο ο σχωρεμένος ο Αντριγιάς, που ήνταν ατζγκινλής και που Θιος σχωρέστον τρύπαν το ντοίχο. Εσύ μαθέ γίν’κιες πολιτικιά με τ’ γλώσσα σ’ κι οχ’ με το πράμα σ’. Γιατί όπως λεγ’ κι ο Γιώρεγ’ς ο Νταμπάκ’ς, γή με τ’ γλώσσα μπλουχωρεί κανείς, γή με το γκώλο τ’. Ε, μη ντα πολυλογούμε κιόλα, είσαι πολύ μαστόρσα σ’ ούλα τα κόλπα, κατά πώς λεγ’ κι παροιμία: «Ο καλύτερος μάστορας έναι ο κώλος τς αίγας που κάμεν’ κομπολόγια τς προβατσίλες».
Κατά δεύτερο, που λέτε σεις οι πολιτικές, θέλω να σε πω ότι καλά τα λες να αλλάξομ ντ γλώσσα, η κουβέντα σ’ εχ’ ασλή, γιατί ούλο τν ίδια τν ίδια τ’ σχαθήκαμ μπλια, όπως σχαθήκαμ και καμπόσεν’ απ’ το σναφ σας και πρεπ ή να τ’ ξεκαινουργώσομ ή να βρούμε μαθέ αλλ’. Καλή έναι τς Αγγλετέρας γη γλώσσα, δε λέγω, μεις οι Λημνιοί εξάλλου τ’ μσομλούμε κιόλα. Για να καταλάβς, τσούγκα λέμε εμείς ντ τσούγκα, τσούγκα κι γοι Αγγλ’, ενώ γοι Αθηναίγ’ οι χαφτ τ’ λένε τσίχλα σα να έναι μαθέ η τσούγκα κανέ πλι. Όμως να με ζμπαθά η χάρη σ’, η Λημνιά η συτχιά έναι καλύτερ απ’ τς Αγγλίας για δεύτερ γλώσσα, να μη σε πω και για πρωτ, αφού σε διν’ και νογάς με το πρώτο. Γι αυτό δος χαμπαρολόγ’ στς χοτζάδες τ γκουβέρνου, ότι μεις τ’ δίνομ τ συτχιά μας να τ’ μάθνε ουλ’ οι Έλλην’. Να τς πεις ότι μια και δεν έχομ και δλιες και δε μπορούμε να φέρομ τη μια άκριγια με τν αλλ’, και δωνά που είμαστε ξύνομ κλιες και κάμνομ μαχραμάδες, θα γίνομ ουλ’ οι Λημνιοί καθηγητάδες σντ γλώσσα να φεξ η μοίρα μας, γιατί μαθέ τι δλιες θα κάμομ, θα πάρομ το θσακ’; Και έννοια ποχ’ς κι εμάς δε θα πομείν’ απάν μας, εμείς ξέρομ ότι η χαρ θελ’ αντιχάρ κι ένα φόρτωμα στο μλαρ. Πέτεν’ εδώ μαθέ έχομ χαζίρκια γλώσσα, θα τρέχομ στς ξένες;
Υστερα μείς οι Λημνιοί ζούμε σα τς Άγγλοι. Οι γ’ναίκες μας, παράδειγμα, έναι φουμαντσούδες, απ’ το πρωί ως το βραδ καπνίζνε σα τς αραπίνες, όπως κάμνε και στν Αγγλία. Έναι και μοντέρνες, φορούνε μίνια, παγαίν,νε στς καφετέργιες ως τα ξημερώματα, δε γκάντεν μαθέ μες τα σπίτια σα τς κουρούνες και να κάμνε τα τουροπτούδια τς ντεμπέλας. Και μπορεί άμα μας μλούνε στα Αγγλικά να τστώνομ τ’ αυτιά μας σα ντο γάδαρο, αλλά δε μπορούνε να μας περάσνε και για τσοπανέρια, γιατί άμα αρχίσομ και μεις τα Λημνιά, θα νομίζνε ότι έναι αφγανέζκα. Να σε δώκω ένα δείγμα; «Σουρ μουρ και χλιαμ χλιουμ με τα ξεφουρνίγ’ς. Καγκιόζα γιαγιά κοτσλίτ με πέντε αυγά, ξεπλάδιανες μπλια. Διαβόλ διάβολε στρι. Μπατάλ’ ουσούλ’, ούζβαρ κρασί, βαλ μινέτ μη μπεσ’ κοντοστέλ’ πα στο χαλετό». Κατάλαβες τίποτα κυρά Άννα; Σιγά μη γκατάλαβες. Γι αυτό σε λέγω, έναι αλλ’ γλώσσα, άλλο το βήξμο, άλλο το κλάσμο που λεγ’ κι η παροιμιά. Σε στέρνομ και τούτο το τηλεγράφμα για να εχ’ς και σύ να κρατάς πράμα στα χέρια σ’ κι οχ’ μόνε τα σπαρματσέτα σα πιτρόπσα που είσαι.

Αφεντικίνα Άννα και κυρά
Δοποία στς πανουγότερ Ευρώπς, μεις Λημνιοί ούλα καλά τμονεμένα για γλώσσα. Τισλίμσε συ δλια, πέτεν’ τς τσιτσαρολαίμδες και τς τζιτζλόμδες, τς μπαντέχομ καλοκαίρ για πετνό με φλομάρια, κράσο καλαμπάκ’ και τσαλαβούτμα. Τζούλωσέτεν’ κοματούδ, κάμτεν’ να το παρλούνε το πράμα, αλλά με το γιαβάσκο μη τζοχαπιαστούνε και μας ταγίσνε καμιά μελεμενιά. Αμα μπιτίγ’ς πάτ’σε σφυρματγιά, μεις αλέστα, σφεντογονιέμαστε Βρυξέλλες και τα τελειώνομ. Πέτεν’ Λημνιοί, Αγγλ’ αντίκωμ, τζιγκινέδες τ’ κιαρατά, ζγιάζνε πεπέρ. Το διάφορο τεμσάρκο. Και ζντήρα, άμα το πράμα βγαλ’ κουκούλ’, α βγάλομ το άγαλμα τς Μαρούλας α βάλομ το θκο σ’.

2 σχόλια:

Ιωάννης Ψάρρας είπε...

Η Ιδέα
Ανάμεσα
Στην επίφυση και την παρεγκεφαλίδα
Ήταν
Η Θέληση ενός Σαλού Παιδιού
Που γνώριζε
Απειροστικό Λογισμό.

Από όπου και η Αγαθότης.

Ιωάννης Ψάρρας

Σταύρος Τραγάρας είπε...

Ποιητές, οι πλάστες του εναλλακτικού κόσμου.