Κυριακή, 28 Νοεμβρίου 2010

Η ΑΝΤΡΟΥΠΤΣΑΡΑ

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Η αντρουπτσάρα



Σιγά μην έναι αντρουπτσάρα. Για όποιον δε ξερ, έναι γαδαρουπτσάρα.

Δεν σας αρέσουν τα βωμολοχικά; Αισθάνεσθε αμηχανία ή συστολή όταν τα ακούτε; Μήπως τα βρίσκετε χυδαία; Ποιος όρισε και ξεχώρισε τις «κακές» από τις «καλές» λέξεις; Σε ποιον δεοντολογικό κώδικα – φετφά με ανεξίτηλα ιερά γράμματα είναι καταγεγραμμένη αυτή η διαίρεση; Αγαπητοί αναγνώστες μη ταρασσέσθω υμών η καρδία. Ο μόνος διαχωριστικός κώδικας είναι αυτός της απύθμενης υποκρισίας. Όλες οι λέξεις είναι ωραίες, ακόμα και οι άσχημες.
Τι είναι η αντρουπτσάρα; Εις το λημνιακό ιδίωμα θα μπορούσε να είναι η μεγάλη πέα του άνδρα (άντρας + πουτσάρα), αλλά όχι, είναι η…ντροπαλή. Την ιστορία που ακολουθεί μου την είπε ο Χρήστος Κολλερός.
Παραχουργιού ήνταν γοι Ρουπαν’δγιώτες, κι σα τ’ ζτήξαν, γοι γουνοί τς τν αρβωνιάσαν. Αφράτ, γιρουδεμέν’, ουλογέλαστ, έδχτε αν’χτόκαρδου άτουμου, άμα κειν’ τα φωτερά τς απ’ τ’ μπάτουσ’ δε ντα σήκουνε κι έδχτε μουγάλ’ σουβαρότ. Μήδε λόγια παραπανίσα, μήδε αστόχαστες κουβέντες κι δλιες. Τ’ μπρωτ μέρα που τ’ βάναν μες στ’ γαμπρού του σπίτ, με του που φέραν τς μπακλαβάδις κι χεροφίλ’σε τα πεθερκά τς, έκατσι σι μια μπάντα κι λαλιά δεν ήβγαλε απ’ του στόμα τς. Καμιά βουλά, ου πεθερός τς τ’ λεγ’, ν’φούδα μας μαθέ πε μας δα κι συ καμιά κουβεντούδα στρογγ’λή (είχε μαθέ στου νου τ’ του λημνιό χουρατό, «ούλο στρογγ’λές κουβέντες να λες»). Λεγ’ η νυφ: -Σα ντι κουβέντα θέλτε να σας πώ; -Να πε για τίποτα στρουγγ’λά καθήμενα, τς λεγ’ ου πεθερός μι νόημα, σάματις η νυφ ήνταν βουβάλ’ κι δε γκατάλαβε του πονόγ’ζμα. Κι κειν’ δε ντου χάλασι του χαντήρ, κι είπε ταβάς, ταβαδέλ’ χαρανί, διρμόν, πεκ’ μπερντέμ τ’ μπεριχύθκε ένα δγιάπλατου χασκόγελου, που έξυψεν του μούτσνου τς, αλλά γλήγουρα ξαναγίν’κεν σουβαρή.
Να δγεις, δεν αργήσαν να βλουγ’θούνε, αφούς σι λίγες μέρες γίν’κεν ου γάμους. Τ’ μπαράλλ’ ταχ’νάδα παγαίν’ στου σπιτ τς πεθεράς τς, να τ’ γκαμ βίζιτα κι δεκεί γλεπ ένα ζμαρ παιδέλια που παίζαν. Τότες απουρεμέν’ ρουτά ποιανού έναι ούλα τούτα τα κουρμιά. Τς ξαδέρφς τ’ άντρα σ’, τς απλογιέται η πεθερά τς. Μάνα γω, κάμεν’ η νυφ, κειν’ μαθέ δεν εχ’ μνι, αλλά ποκατνό γάβανου κι αχεντρώνα αλών’, που κάτσεν κι ξεφούρενσεν τόσο παιδγιογόν’. Γη πεθερά σαν άκσεν τν ασύτχια κι αντρουπτσάρα νυφ να λεγ’ τέτοια αξεδγιάντρουπα, μο κι είχε μπαντρευτεί, δαγκάθκεν κι γίν’κεν παπαρούλα κατακνίκατ, μαθέ σε λεγ’, ολούρμεν; Για δε τούτου, μόλις φάν’κεν ου άντρας τς, τουν λεγ’ αχ άντρα μ’ η νυφ μας έναι μια βρουμόγλουσσα, κι τουν αραδγιαζ μι του νι κι μι του σίγμα ούλες τς μπρούσκες συτχιές. Δε μπουρεί, θα λαθεύς τς κάμεν’ εκειός, άσε θα του δγιαπιστώσου ου ίδγιους. Κι μια κι δγυο παγαίν’ στου σαθήρ που έκαμνε δλια η νυφ κι τν αρουτά. Δε με λες ν’φούδα μας, φέρτε τίπουτας κουβέντα με τ’ μπεθερά σ’ για τα παιδέλια κι κακουλόγ’σες; Κι απαντά η νυφ: Ου θεός να μη ντο καμ, αχ πεθερέ μ’, α νείπα ιγώ κακό λόγο, να πεσ’ ένα αστροπελέκ’ πα στου τρίκουρφου σ΄, να σ’ ανοίξ ένα τρύπαρου σα ντου γκώλαρου σ’, κι ναχ’ κι ένα φτίλαρου σα ντου ψώλαρου σ’.

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

και αμα θελετε να λέτε στρογγυλές κουβέντες ΄τυρί τυρβόλ φεγγάρ αλών'
Το άκουσα στον Κάσπακα.Το έλεγε κάποιος που τον συμβούλεψαν να είναι σοβαρός και να λέει στρογγυλές κουβέντες!