Δευτέρα, 20 Αυγούστου 2012

Το χρονοντούλαπο τς ιστορίας κι ο ντουλάπς τ’ Κούβαρου

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Σήμερα θα συνεχίσουμε την ανάλυση του μετεκλογικού πολιτικού τοπίου, με τον Λήμνιο πολιτικό αναλυτή κ. Μενελή Λεμπέσαρο (ΜΛ), που απαντά στις ερωτήσεις του ανταποκριτού μας κ. Γιώργαρου Πουρπουργιανού (ΓΠ).
ΓΠ: Κυρ Μενελή κι ζμπατριγιώτ Λεμπέσαρε ποια έναι η βλη σ’ για τ’ γκυβερνώσα αριστιρά, που ήλεγεν ου Αλέξης; Τι φταίξμου προυέκυψεν κι δε τ’ δγείκαμ ούτε σα ξουδ ζουγραφστή;
ΜΛ: Ποιος Αλέξης; Ου Τσιπρέλους, ου Μητρόπουλος, γή ου Κούγιας;
ΓΠ: Έλα άσε τς χωρατάδες κυρ Μενέλου. Ου Τσίπρας ντε.
ΜΛ: Ήθελεν να πει ακυβερνώσα. Ξέχασε να βαλ’ ένα «α» στν αρχή. Ζγα του μπρόβλημα. Ύστιρα ου κόζμους ήνταν πουλύ ευκαριστημένους απ’ τα ιπιτεύγματα και τς Νουδής και τ’ Πασουκούδ γι’ αυτόνο τς ξανάβγαλε να σνεχίσνε τν ένδουξ πουρεία.
ΓΠ: Τιλικώς, δε μπήκεν η διξιά στου χρουνουντούλαπο τς ιστουρίγιας, που ήλεγεν π’ θα τ’ γκλεισ’ του Τσιπραλεξούδ. Γιατί μαθέ, δε χώργεν, ή αν’ξεν τ’ μπόρτα κι βγήκεν;
ΜΛ: Ου Τσιπρέλους σαν ντουν αλλουτεσνό τουν Αντριγιά είπεν ότε θα χωσ’ μες στου χρονουντούλαπο τς ιστορίγιας το Πασουκούδ κι τ’ Νουδή. Α σας πω μια ιστουρία. Τότενες που το ήλεγε του ίδιου κι ου Παπαντριγιάς, κάνταν μες στ’ μπλατέα τς Ατσκής ου Ν’κόλας ου Κούβαρος κι έπνε ρακί. Τι έναι μπρεσείς του χρονουντούλαπο, τς λεγ’. Ένας ντουλάπς, τουν απλουγιέται ένας. Θα τ’ χωσ’ μες του ντουλάπ τ’ διξιά, για να μη μπουρεί να βγει. Κι λεγ’ ου Κούβαρος: «Άτιμο πράμα ου ντουλάπς, δε νέναι να τον πστεύεσαι. Κι γω μια βουλά αγόρασα ένα κιλό ζμαρίδες, νιαρ νιαρ ου κάτους, τζγκουνεύκα να τον δώκω ένα ψαρούδ. Ε, έβαλα τα ψάρια μες στου ντουλάπ, πήγα ξέσασα τς αγελάδες, κι γύρσα μπριν του μεσμέρ να τγανίσου τς ζμαρίδες. Μόλις άν’ξα του ντουλάπ, πιτάχκεν από μέσα ου κάτους με φσκωμέν’ τη γκλιατ. Μαρίδες γιοκ, τς είχε φαγ’ ούλες, δε ξέρου πώς είχε τρυπώσ’ μέσα. Γι’ αυτό σας λέγου μη μπστεύεστε τς ντουλάπδες κι ας έναι κι χρονουντούλαπα».
ΓΠ: Άντε τώρα να πούμε κατ άλλου. Να πούμε για του γκυβερνήτ.
ΜΛ: Αστόπαθα γω κουβέντες.
ΓΠ: Γιατί κυρ Μενέλου, πρωτ βολά γλεπς κυβερνήτ;
ΜΛ: Όπους αγαπάς κυρ Γιώρεγ’, αλλά γω νόμζα π’ θα μλούσαμ σουβαρά.
ΓΠ: Πώς σε φαίνεται ου κυβερνήτ’ς που έχουμ του λοιπόν;
ΜΛ: Μαζί τον έχουμ; Γω νόμζα ότι ο καθείς εχ’ του θκοτ’.
ΓΠ: Τι λουγιά; Ουλ’ του ίδιου δε νέχουμ; Εμένα με φαίνεται καλός. Κι μακρύς έναι, κι αδύνατους κι όμορφους.
ΜΛ: Καλά, πού τουν είδες του θκομ το γκυβερνήτ μαθέ; Ύστιρα εμένα έναι κοντογεμάτους, οχ’ μακρύς κι λιανός.
ΓΠ: Ε, όπους τον γλεπ ου καθείς. Καλός έναι, όμορφους, φορεί κι τα γιαλούδια τ’. Το γκουβέρνου εχ’ βέβια τρία κιφάλια, αλλά δε μπουρεί κανείς να ταχ’ ούλα.
ΜΛ: Τι, έναι τρικέφαλους κι φουρεί κι γιαλιά; Θος φλαξ, τούτου έναι στχειο μαθέ δε νέναι τσούτσλους.
ΓΠ: Μπρε Μενέλο για στρώσε στ’ μπιάτσα. Γιατί πράμα μλας; Δε μλούμε για του μπορδυπουργό μας του γκυβερνήτ του Σαμαρά;
ΜΛ: Ε, π’ να μη σε καψ η φουτγιά. Μπρε δε λες το μπορδυπουργό Σαμαρά να καταλάβω; Κυβερνήτ κι κυβερνήτ. Κυβερνήτ ήλεγεν ου σχουρεμένους ου μπαμπάζιμ τ’ τζουτσλή τ’ με του ζμπάθγειου, άμα δεν ήθελεν να καταλάβουμ μεις τα πιδιά. «Άντε έλα να περιποιηθείς ή να προυσκνήγ’ς ή να ανεσπαστείς το γκυβερνήτ» ήλεγεν κρυπτουγραφικά στ’ μάνα μας σαν ήθελεν να τς καμ του χουζμέτ.
ΓΠ: Είπα κι γω. Πάντους δε νέπεσες κι πουλύ όξου. Τι κυβερνήτ’ς, τι τσούτσος. Κι γοι δυο τν ίδια δλεια κάμνε. Χουζμετγιάζνε. Τέλους πάντων. Σα θελ’ς τη γνώμημ ου κόζμους ψήφσεν του σουστό δρόμου. Τι λες κι συ;
ΜΛ: Όντας ήμνε κουρμί στου κατηχητικό μας λέγαν για του δρόμου τς αριτής κι για του δρόμου τς κακίγιας. Πού να τούξιρα ότε τώρα, του ίδιου θα μας του λέγαν τα κόμματα. Τούτου με θύμσεν μια πραγματκή ιστουρίγια που γίν’κεν μπριν πινήντα χρόνια σν Ατσκή. Ου σχουρεμένος ου Κώστας Χαλαμαντάρς, που τουν πνουμνιάζαν κι Τσούστο, ιπειδής τν είχεν μουγάλ’ τ’ κατ σερμαγιά, πήγινε μια Κυριακή προυί στου χουράφ με τ’ τσάπα στουν ώμου. Η σχουρεμέν’ η παπαδιά, πήγινε στν αγκλησά. Σναπαντθήκαν, καλ’μερστήκαν και τραβήξαν σε αντίθιτες κατευθύνσες. Η παπαδιά κουντουστάθκε κουμάτ, γύρσεν κι τουν λεγ’ δείχνουντας προς τν αγκλησά: «-Κώστα απού δωνά έναι ου δρόμους». Ου Τσούστους τς απάντ’σε: «-Παπαδιά, απού δωνά έναι ου θκος ου δρόμους, ου θκόζιμ έναι απού κεινά». Κατάλαβες κυρ Γιώργαρε; Δε νέχουμ ουλ’ τουν ίδιου δρόμου. Άσε που άμα έναι καλός ή κακός ου δρόμους φαίνεται στου τέλους. 

***Αγαπητοί αναγνώστες ευτυχείτε. Και με ρέγουλα στα ντουλάπια, στους δρόμους και στα τρίστρατα.

 



   








Δεν υπάρχουν σχόλια: