Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2012

Οριζόντιες περικοπές και τα κόκκαλα τς Γιωργούλας

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

 Σήμερα ο Λημνιός πολιτικός αναλυτής κυρ Μενέλος Λεμπέσαρος θα μας εξηγήσει   τη σημασία των οριζόντιων περικοπών σε μισθούς και συντάξεις.  Στις ερωτήσεις ο ανταποκριτής μας κυρ Γιώργαρος Πουρπουργιανός.
ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Καλώς όρσες κυρ Μενελή. Τι έναι τούτες οι ουριζόντιες περικουπές, που θερμοζεματίζεται κι καλά ο πορδυπουργός κυρ Αντών’ς που τς εφαρμόζ;
ΜΕΝΕΛΗΣ: Θα σε μλήξου κουμάτ επιστημουνικά κι μαθηματικά. Στς ουριζόντιες περικουπές το χατζάρ δλευ’ σάνασκι σε κοβ του κιφάλ’, δηλαδής κατά τουν άξουνα του χι. Στς κάθετες περικουπές δλευ’ από παν προς τα κατ σάνασκι σε κοβ με του ζμπάθγειου τ’ ξερή σ’, δηλαδής κατά τουν άξουνα του ψι. Κατάλαβες;
ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Τίπουτας δε γκατάλαβα. Κάμεμέτα λιανά σε περικαλώ σα μπουρείς.
ΜΕΝΕΛΗΣ: Μπουρώ. Άκσε. Άξουνας του χι έναι σα να ρίχεν’ς ανάστρουφου μπάτσαρο στου χαρανί, δηλαδής του κιφάλ’. Άξουνας του ψι έναι απού παν ως κατ κι σύρζα κόψμου στ’ ξερή. Για να θμάσαι, χι για χαρανί, ψι για τ’ ξερή κι τ’ μαυρουπκαπεν’ζμένησ’. 
ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Δε θα τα πάμε καλά με φαίνεται με ούλα τούτα τα παλαβάτα που συτχαίν’ς. Για κάτσε κυρ Μενέλουμ. Να θμούμαι χι για χαρανί. Του νουγώ κι του καταλαβαίνου. Ψι για ξερή, ολούρμεν; Ή θα λέμε άξουνας του ξι, ή θα τ’ λέμε τ’ ξερή, ψερή.
ΜΕΝΕΛΗΣ: Μπρε αγόρεμ τζάμπναρε τι δε νουγάς; Μπουρώ μαθέ να λέγου ψι για ψουλή; Γω είμαι ευγενίδκος άθρωπος. Τι θελ’ς, να μας κοψ ου Ηλίας του άρθρου; Τι θα πει κι ου κυρ Κώστας; Ύστερα, γω δε λέγου παλιουκουβέντες. Είμαι σα γκειν’ τ’ νιομπαντρεμέν’, που όντας τς ήλεγε ου άντρας τς  να ουνουματίσ’ του εργαλείου τ’, κειν’ τον είπε: «Μάνα γω άντραμ, γω μαθέ στ’ ζουγή μ’ δεν είπα κώλους μνι κι αρχίδια, κι θα πω μαθέ ψουλή;»
ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Τώρα μάλ’στα, τον αφορεσμό τον έχουμ σίγουρο. Δηλαδής κυρ Μενέλουμ όντας λέμε ουριζόντιες περικουπές θα τς κόβνε του κεφάλ’ κι όντας λέμε κάθετες θα τς κόβνε με του ζμπάθγειου του αργαλείου; Κι καλά, όντας έναι γ’ναίκα τι θα τς κόβνε;
ΜΕΝΕΛΗΣ: Γιατί μαθέ οι γ’ναίκες δε νέχνε κεφάλ’;
ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Δε νέχνε όμους ξερή. Εξόν κι α βγάλουμ κι άλλουν άξουνα που θα λέγεται άξουνας του μι.
ΜΕΝΕΛΗΣ: Τότες θα τς κόβνε τ’ χλουρή. Άκσε. Όντας λέμε ουριζόντιες περικουπές θα κόβνε απ’ ουλ’ ένα κουμάτ απ’ του μιστό, σα να έναι μια σειρά απ’ αθρώπ κι τς κόβνε ας πούμε του κεφάλ’. Όντας λέμε κάθετες περικουπές, διαλέζνε καμπόσεν’ απ’ του σουρό κι τς κόβνε...
ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Τ’ ξερή.
ΜΕΝΕΛΗΣ: Έλα άσε τα χωρατά.
ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Έχω καμπόσες απουρίες. Άμα ας πούμε εχ’ς μια σειρά απού αθρώπ κι τραβάς του χατζάρ στου ύψους τ’ κεφαλιού ουριζουντίως, το νάνο θα τον κόψες το κεφάλ’, αλλά τον αψλό θα τον πετύχ’ς στ’ ξερή. Συμπέρασμα πουρίσματος πρώτου: Άμα θελ’ς να κόψες σων’ κι καλά τα κεφάλια, το χατζάρ πρεπ να δλεψ λουξά κι γι’ αυτό τς περικουπές πρεπ να τς λένε λουξές κι οχ’ ουριζόντιες. Συμπέρασμα πουρίσματος δεύτερου: Τ’ ξερή τ’ κοβς κι με τς ουριζόντιες περικουπές άμα έναι πεσμέν’, κι οχ’ μόνε στς κάθετες, . Συμπέρασμα πουρίσματος τρίτου: Τ’ ξερή δε τ’ γκοβς ούτε με κάθετ περικουπή εξόν κι έναι ουλόρτ. Συμπέρασμα πουρίσματος τέταρτο: Ούλα τούτα που μας είπες έναι για τα μπάζα κι του μπλόργου κι τα κάμνω περικουπή ουριζόντια, κάθετ κι λουξή. Συμπέρασμα πουρίσματος πέμτο κι καταθκόμ. Ούλες οι περικουπές έναι ίδιες.
ΜΕΝΕΛΗΣ: Σα ντα κόκκαλα τς Γιωργούλας;
ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Δηλαδής;
ΜΕΝΕΛΗΣ: Να, ου Ν’κόλας ου Κ. απ’ τν Ατσκή είχε αναθέσ' στου Γιώρεγ’ του Γιαννά ή Μπρούνζο κι στουν Θανάσ’ τουν Κολυφέτ ή Τάμη να ξεθάψνε τ' μάνατ' τ' Γιωργούλα που είχε πεθάν' εδώ και σαράντα χρόνια. Σαν πήγαν στο νεκροταφείο να τς δειξ το σημείο, να, σα δωνά με φαίνεται ότι έναι, τς ήλεγε, αλλά σε κουμμάτ άλλαζε γνωμ, οχ' δεν έναι δεκεί, σα κεινά έναι, κι ούλο τς άλλαζε τόπο. Τέλος τς λεγ' να εδώ έναι στα σίγουρα. Έφγεν εκειός, αρχινήσαν κειν’ να σκάβνε, ανοίξαν ένα λάκκαρο να μπούνε μέσα τρία βόδια κι πέντε ελέφαντες, πουθενά η Γιωργούλα. Είχε και μια ζέστα, μη λουγαργιάγ'ς τς πήγε ο ίδρως τζιτζίρ. Λεγ' ο Τάμης τέρμα του σκάψμο. Παγαίν' μες στου οστεουφυλάκιου κι αρμολογεί ένα σκελετό από σκόρπια κόκκαλα που είχε σουρό. Λεγ', να η Γιωργούλα. Τα πάνε μετά σεβαζμού πίστεως κι αγάπς στο Ν'κόλα τυλ'μένα σε ένα πανί. Τα ανοίγ' ο Ν'κόλας γεμάτος συγκίνησ'. Τα άν'ξε, τα ήγλεπε, τα ξαναήγλεπε κι ούλο ήλεγε, αχ βρε μάνα, αχ βρε μάνα. Καμιά βολά πιαν' τς δυο κοκκάλες που ήνταν τα πουδάρια, που μάλλον θα ανήκαν εν τη ζωή σε κανέ αψλό άντρα. «Για δγιε καλάμια η μάνα μ’, κειν’ ήνταν αψλή και δε τς φαίνταν». Ε, πήραν τα φραγκούδια φύγαν. Κι λεγ’ ου Μπρούντζος: «Νόμζεν ο καμένος ότι η μάνα τ’ ήνταν αψλή, δηλαδή άμα τον παγαίναμ δυο παράταιρα πουδάρια θα νόμζε ότι ήνταν κτση;». Δε βαριέσαι, ούλα τα κόκκαλα ίδια έναι, δε θα τα έκαμνε και σούπα.
ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Τώρα συνοηθήκαμ. Σ’ ευκαριστούμε κυρ Μενελή. Κάτσε να πιεις κι τ’ γαζουζούδα σ’.
***Αγαπητοί αναγνώστες ευτυχείτε. Και γράψτε τις περικοπές και τους περικοπτσάρχηδες στα κατινά σας. Οριζοντίως καθέτως και λοξώς.

 

 

 

 

 

1 σχόλιο:

gvarvakis είπε...

Έριξα το γέλιο της ζωής μου!!!
Να είσαι καλά γιατρέ μου :))