Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2012

Οι καταθέσεις στν Ελβετία κι ο γάδαρος τ' Καλαρχάκ'

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Σήμερα ο Λημνιός πολιτικός αναλυτής κυρ Μενελής Λεμπέσαρος συζητά με το συνεργάτη μας κυρ Γιώργαρο Πουρπουργιανό  για το θέμα των καταθέσεων στην Ελβετία, των Ελλήνων πατριωτών και νοικοκυραίων.
Γιώργαρος: Καλώς σ’ ορίζου κυρ Μενέλουμ.
Μενελής: Χαϊρολά αρκαντάσ’ κυρ Γιώργαρε.
Γιώργαρος: Τι σκέβεσαι για τς καταθέσες που έχνε στς τράπεζες τς Ελβετίας οι Έλλην’; Γιατί η κυβέρενσ’ δυομσ’ χρόνια τώρα του κωλουβαρεί κι δε τς φουρουλουγεί; Εδώ θα κόψνε τα μακάσα απ’ το σπιτ και θα στα πλήσνε. Ντόσεν’ κωλοσφυξούρα που έχνε για φραγκούδια, γιατί μαθέ δεν ανεθβάζνε τίπουτας;
Μενελής: Θα τς φουρουλουγήσ’ άμα μαλλιάσ το χέρι μ’. Αυτοίν’ στ’ γκυβέρνησ’ έναι μόνε για τα τσίτσαρα τα μακαρόνια. Αλλά κι πού να τρέχνε καμένε κι συ, αφούς γι’ αθρώπ κάμνε κουνουμία στα μιταφουρικά. Ξερς πόσα χειργιάζεται ένα αγερόπλανο ως τν Ελβετία;
Γιώργαρος: Γω ξέρω ότε ο κάδος βρήκε πάτο, αλλά κι με το καδέλ’ μύλος δε γυρίζ. Καπ πρεπ να βρούνε μαζεμένα φράγκα. Ντόσου δύσκολου έναι έλμπετ;
Μενελής: Δε νέναι κι σουστό. Έναι γαδουριά να λες στον κάθα ν’κουκύρ κάτσε να δγιω τι φράγκα εχ’ς μες στ’ μπουζνάρα σ’, γή στ’ ντράπεζα. Δε νέναι πρεπό, πώς του λένε.
Γιώργαρος: Τότες γιατί του λέγαν;
Μενελής: Άκσε γιατί του λέγαν. Του λέγαν. Λόγος πόρδος. Δεκεί θα κουλλήσουμ; Άλλος το μαγιασίλ’ τοχ’ από κατ κι άλλος στ’ γλώσσα τ’.
Γιώργαρος: Κι πού θα βρούνε φράγκα; Στ’ γκοπεργιά; Εδώ τσιτσιρίζντεν σα ντο κοτσλιτούδ πα στο μαγκάλ’.
Μενελής: Από παντού. Παράδγμα να βαζ η γ’ναίκα σ’ μπλιο λίγο σαμ στς σαμσάδες, να ανεκατών’ το γκαφέ με το αρβίθ, να βαγ’ς σκαρπίνια μόνε τς σκόλες κι τς καματερές να βαγ’ς τσερβούλια,  να καπνίγ’ς κολοκ’θιά με καβαλ’νούδα οικουλουγικιά μέσα αντίς του μπαλιοτζέγαρου, κι άλλα πουλλά. Τα φράγκα μπουρεί να τα ψάχεν’ς σ’ ούλου του γκόζμου κι κειάνα να έναι μες στου σπίτι σ’, σα ντο γάδαρο τ’ Καλαρχάκ’.
Γιώργαρος: Τι έναι πάλε τούτο;
Μενελής: Μια βολά ο Γιώργης ο  Νταμπάκ’ς κι ο Κουστής ο Πανέλας σν Ατσκή, πήγαν και κρύψαν το γάδαρο τ’ Καλαρχάκ’. Τον είχε στο χωράφ παλκωμένο και κειν’ πήγαν και τον ξεπαλκώσαν και τον πήγαν μες στον αχυρώνα. Τον δέσαν μέσα, κλείσαν τ’ μπόρτα και τ’ κλειδώσαν κιόλα. Παγ’ ο γέρος ο Καλαρχάκ’ς να μεταδέσ’ το γάδαρο, πουθενά ο γάδαρος. Σε λεγ’ θα νέκοψε. Έψαξε ούλο το χωριό κι ούλο το γκάμπο να τον βρει, ναι σιγά μην τον βρει. Ποδογάριασε ο φουκαράς, στο τέλος απελπίσκε. Ο Κουστής κι ο Γιωργής είχαν λωλαθεί στα γέλια. Καμιά φορά γύρσε το βραδ μπλανταμένος και ήλεγε στο γκόζμο, ότι χάθκε ο γάδαρος τ’ και τώρα δεν ήξερε τι να καμ. Ε, κάποτες πήγε και στον αχυρώνα για κάποια δλια, βλεπ μέσα το γάδαρο. Κόντεψε να τον ερτ κόλπος. Φοβήθκε ο άθρωπος μην έχασε τα καταστχά τ’. Κατάλαβες Γιώργαρε, ή κι συ συμφουνείς με ουλ’ τς κουμούναρ που τα βάλαν με τς καλοί ν΄κουκυροί κι τς αρχόντ πατριγιώτες.
Γιώργαρος: Πάντως γω τούτου δε ντο άκσα απ’ τς κουμούναρ. Αλήθεια γιατί δε ντο ανεθβάζνε ούτε οι μπουλσουβίκαρ ούτε οι συρζάδες;
Μενελής: Έχνε αλλ’ δλεια να δγιούνε. Πουλεμούνε του σύστημα απού μέσα.
Γιώργαρος: Δηλαδής;
Μενελής: Να σε πω. Ουλ’ τούτεν’ οι λέτσαρ κι γοι μαλέτσ’ με τα βουρλίδια κι τα σκλαρίκια στ’ αυτιά κι γοι αχώνευτες αλογομούρες ξλουγκράνες  που βγήκαν βουλευτάδες κι βουλευτίνες παίρνε ένα σκαζμό φράγκα οι ίδιοι κι γοι κουλαγούζοι τς. Τούτου του κάμνε για να πουλεμήσνε τ’ γκαταραμέν’, κι καλά, τ’ τρόγ’κα κι του ανεθματ’ζμένου, κι καλά, μνημόν’, αφούς τα φράγκα που τσεπών.νε έναι απ’ τα δάνεια. Ε, όσο μπλιο πουλλά τς παίρνε, ντόσο αδυνατίζνε τν Ευρώπ που μας κατατυραγνεί. Έναι με άλλα λόγια φραγκοφουνιάδες φραγκοήρωες που κάμνε κυρφό κι ζγομλό πόλεμο στο σύστημα.
Γιώργαρος: Ααααααα!!!!
Μενελής: Ναι για.
Γιώργαρους: Πάντους η κυβέρνησ’ τς παρακαλεί όσεν’ έχνε βγαλ’ τα φράγκα τς όξου κι παραόξου, να τα φέρνε πίσου.
Μενελής: Έναι καλή κυβέρνησ’. Ευγενίδσα. Με του σεις κι με του σας. Σας περικαλώ κυρ ν’κουκυροί, που βαστάτε του κερί κι του σπαρματσέτου, μήπους ευαρεστιέται η ευγενεία σας να μας φέρτε καμπόσες μπαγκανότες κι δεκάρες μες στου τζίτσου σας;
Γιώργαρος: Κι γιατί μες στου τζίτσου τς; Χαθήκαν οι ιπιταγές, τα ιμβάζματα, έστου τα πουρτουφόλια;
Μενελής: Ου τσίτσους έναι το μπλιο σίγουρο μέρος. Οι Λημνιοί τούτο του ξέραν απού παλιά, αφούς τούτο έναι ντόσου παλιό όσο έναι οι παλιοπολ’νοί  καβούρ.  Μια βολά ένας Σαρδιανός είχε πουνόδοντο κι κατέβκε με το γάδαρο στο Κάστρου στο δοντογιατρό το Νούλα. Μπριν ξεκ’νήσ’ έβαλε μες στ’ κωλότσεπ κάμποσα χαρτένια φράγκα. Τον έβγαλε το δοντ ου Νούλας, τι σε χρωστώ γιατρέ, τόσα. Βαζ το χερ μες στ’ κωλότσεπ να βγαλ’ τα φράγκα, πουθενά τα φράγκα. Με το ντάκα – ντούκα πα στο σαμάρ, κειάνα ξεσύραν και πέσαν. Τότες μονολογεί  ο Σαρδιανός: «Μπρε βάλτα μες στο τσίτσο σ’». Τι είπες, τον ρωτά ου Νούλας. «Τίπουτα γιατρέ, αλλά να ξερς ότι ου τσίτσος έναι η μπλιο σίγουρ κρυφτσάνα» λεγ’ ο Σαρδιανός. Πάντους κυρ Γιώργαρε δε νέναι σίγουρ όσεν’ έχνε τα φράγκα τς όξου. Θα τα φουρουλουγήσνε κάπουτες, μάλλον με ουρίζουντα εκατουνταετίας. 
Γιώργαρος: Δηλαδής, να μη βάζουμ τα φράγκα μας στν Ελβετία, αλλά να τα κρύβουμ μες στου τσίτσου μας;
Μενελής: Εχ’ς μαθέ φράγκα για τν Ελβετία;
Γιώργαρος: Λέγου, άμα είχα. Θεουρητικώς συτχαίνου. Πάντως σ’ ευκαριστούμε κι σήμερα κυρ Μενέλου που μας αν’ξες τα μάτια κι δε θα πάμε σα τς στραβοί ούλες τς καταθέσες μας στν Ελβετία. Σ’ ευκαριστούμε που πάντα μας συβουλεύς κι μας καθογ’δεύς.
Μενελής: Περικαλώ. Του καθογίδγιου βέβια του θελ’ κι ου δεσπότ’ς ακόμα. Μόνε που χειργιάζεται μπρουσουχή μη γκαι απ’ του πολύ του καθογίδγιου πάρουμ τα βνα. Ιλπίζου ότε εκείν’ που καθουγ’δεύου μην πούνε σα τν αλλουτεσνή νυφ «Κυρά μ’ και πεθερά μ’ όντας με συβούλευες κι με καθογήδευες, εγώ μέτερσα πα’ σντ γαδαριού μας τ’ ψουλή τριγιάντα αλογόμγιες». Αααααα, ουλόκληρου άρθρου δεν είχα πει ούτε ένα βρουμόλογο…
***Αγαπητοί αναγνώστες ευτυχείτε. Και προσοχή, μην καταθέσετε τα χρήματά σας στην Ελβετία. Τσίτσος και πάλι τσίτσος.
 
***Για του μη Λημνιούς: Τσίτσος = κόρφος.

  

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: