Τετάρτη, 2 Δεκεμβρίου 2009

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΛΗΜΝΟΥ (Ε) - Γιώργος Τραγάρας ή Τζίκος

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΛΗΜΝΟΥ (Ε)

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Γιώργος Τραγάρας ή Τζίκος


Ναι, έφυγε κι αυτός. Μακρινός ξάδερφος. Γεννημένος στα 1930. Άντρακλας. Παλικάρι και πρωτοθεριστής. Τώρα οι θεριστές δεν χρειάζονται. Αντικαταστάθηκαν απ’ τις θεριζοαλωνιστικές μηχανές, τις κομπίνες. Το καλοκαίρι τον είχα δει στο καφενείο. Ταλαιπωρημένος από την αρρώστεια. Ήπιαμε καφέ. Τον ρώτησα πώς πάει.
«-Ετοιμάζομαι για βορνά», μου είπε, εννοώντας το νεκροταφείο. «-Εσύ, Γιώργη, ο πρωτοθεριστής;» του είπα. «Ο άλλος απάν εχ’ πιο μεγάλ’ κοσά. Αλλά για κάθε πράμα έρχεται η ώρα, δεν παραπονιέμαι» μου είπε. Ώρα καλή Γιώργη.

Παρακάτω παραθέτω αυθεντική διήγηση του Γιώργη.

Σταύρος Τραγάρας: Ήσουν ξακουστός θεριστής απ’ ότι ακούγω Γιώργη, ε;
Γιώργος Τραγάρας (Τζίκος): Ούλες τς δλιες τς κάμναμ. Γιατί, δε σκάβαμ; Δεν ανοίγαμ πγάδια; Θερστής καλύτερος όμως ήνταν ο μπαμπάς σ’ ο Κώστας. Εγώ ήρχομνα καταπόδ. Άμα θερίζαμ εγώ κι ο μπαμπάς, δε θέλαν να έρτνε αλλ’ αργάτες μαζί μας, γιατί κουράζνταν. Από δεκεί μας λέγαν βοδοτραγάρδες. Ή δυο βόδια δλεύαν ή εμείς, το ίδιο ήνταν. Όντας θέρζεν ο μπαμπάς σ’ γιατρέ, νόμζες ότι χόρευε. Είχε και μια παλαμαργιούκλα που τν είχε απ’ το Δοξάτο, που ήνταν διπλάσια απ’ τς άλλες, για να χωρεί πιο πολύ σταρ η αγκαλιά τ’. Μια φορά θερίζαμ στο Θέμιστο, στ’ Κ.Α. τα χωράφια. Είχε μια λάβρα μη ντα λογαργιάγ’ς, ήβλεπες να κάμνε τα μάτια σ’ καψίδες. Οι φανέλες μας γίνταν μούσκεμα απ’ τον ίδρο, τς βγάζαμ τς στραγγίζαμ, τς ρίχταμ πα στα δεμάτια και σε πέντε λεφτά στεγνώναν. Το μεσμέρ μας ήφερε ο αφεντικός φαγί. Ήνταν φασούλες φρέσκιες με καβουρμά. Φαίνεται ότι είχαν περάσ’ μυρμήγκ’ στ’ λίγδα, και δε τς δγήκαν, και το φαγί ήνταν μόνε μυρμήγκ’. Τς κάμναμ σαπέρα με το πηρόν’ και τρώγαμ, τι να κάμομ. Ξαπλώσαμ το μεσμέρ για να ξεκουραστούμε κομάτ, κοντά σε ένα ργιακούδ, έφερνε όμως μπουγάζ. Όντας σκωθήκαμ είμαστε άρρωστ’ ουλ’, είχαμ σύγκρυγια. Το βραδ μας είχαν καλό φαγί, αλλά κανείς δε μπόργιε να φαγ’ μπουκιά.
Μια αλλ’ φορά σκάβαμ με το μπαμπά σ’ ένα αμπέλ’. Το μεροκάματο ήνταν ένα ψωμί και μια βδούλα, να τα φάμε, κι από ένα πνακ’ κθαρ ο ένας. Αφού δλέψαμ ήλιο με ήλιο για να τελειώσομ, είχαμ φαγ’ και τα ψωμιά, με λεγ’ ο μπαμπάς σ’. «-Μπρε Γιώρεγ’ κατάλαβες τώρα τι κάμαμ; Σκάβαμ ουλ’ τ’ μέρα για να φάμε δυο ψωμιά. Το κθαρ τι να το κάμομ, μπλάστερ στ’ γκατίνα μας; Δε γκάθομάστε στον ήσκιο καλύτερα να μας λειψ και η ταλαιπώργια ουλ’ τ’ μέρα;».


Δρεπάνια (κοσές) και παλαμαριές, σύνεργα του θερισμού.




Η πατόζα του συνεταιρισμού Ατσικής στον αλωνισμό. Τη φωτογραφία μου την έδωσε ο Βαγγέλης Μουστάκας, ο οποίος εικονίζεται να ακουμπά στο "χωνί".

1 σχόλιο:

Doxatinos είπε...

Είχε και μια παλαμαργιούκλα που τν είχε απ’ το Δοξάτο, που ήνταν διπλάσια απ’ τς άλλες, για να χωρεί πιο πολύ σταρ η αγκαλιά τ’

Σας παρακαλώ πολύ, εάν μπορείτε και έχετε χρόνο όπως με ενημερώσετε για το τί ακριβώς είναι η παλαμαργιούκλα. Είμαι από το Δοξάτο..

Με εκτίμηση,
Βασίλης Ζάχαρης

e-mail: vzaxaris@gmail.com