Πέμπτη, 17 Δεκεμβρίου 2009

Η ΑΓΑΠΗ ΟΛΑ ΤΑ ΣΥΓΧΩΡΕΙ

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ


Κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό το βιβλίο "Η αγάπη όλα τα συγχωρεί". Συγγραφείς δυο εκπληκτικές γυναίκες της Λήμνου, οι αδελφές Μπουτλούκου, η Ευαγγελία και η Σωτηρία. Συνταξιούχες νοσοκόμες, από εκείνες τις ηρωικές μορφές, που γνωρίσαμε οι γιατροί της ηλικίας μου, στα πρώτα επαγγελματικά βήματά μας. Σας το συνιστώ και κάνω μια προσπάθεια να σας το παρουσιάσω.

Σωτηρία Μπουτλούκου – Σαββόγλου και Ευαγγελία Μπουτλούλκου – Βρεττάκη

Η αγάπη όλα τα συγχωρεί

ΕΚΔΟΣΕΙΣ: ΣΟΚΟΛΗ - ΚΟΥΛΕΔΑΚΗ

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Οι αδελφές Μπουτλούκου γράφουν μαζί αυτό το βιβλίο. Η Σωτηρία εμφανίζεται πρώτη φορά, ενώ της Ευαγγελίας είναι το τέταρτο βιβλίο. Είναι κυρίως απ’ ότι καταλαβαίνει ο αναγνώστης μια αυτοβιογραφία της Σωτηρίας, παρ’ ότι τα ονόματα των ηρώων είναι αλλαγμένα. Είναι η ιστορία ενός κοριτσιού της Λήμνου τα κατοχικά και μεταπολεμικά χρόνια, με εστίαση εκ πρώτης όψεως στον πρώτο, πλατωνικό, αλλά δυνατό έρωτά του. Λέω εκ πρώτης όψεως γιατί το βιβλίο έχει πολλές πτυχές και προσφέρεται για ακόμα περισσότερες «αναγνώσεις».
Παρακολουθούμε την πορεία – οδύσσεια της ηρωίδας, από το Κοντοπούλι και την αγκαλιά της φτωχής αλλά γεμάτης αγάπη οικογένειας ως παιδί, στην πλούσια οικογένεια του Μούδρου, ψυχοκόρη - υπηρέτρια επί Γερμανοκατοχής για να έχει τουλάχιστον ένα πιάτο φαγητό ως κοριτσάκι, για να φτάσει στο νοσοκομείο Λήμνου πρακτική νοσοκόμα, κοπέλα πια. Μετά, η ανέλιξή της με την εργατικότητα, την εξυπνάδα και το ήθος της σε «νοσοκόμα - αναισθησιολόγο» του νοσοκομείου, αφού όλοι κι όλοι οι γιατροί του νοσοκομείου ήταν τρεις, παθολόγος, χειρουργός, γυναικολόγος.
Με φόντο ένα συγκεκριμένο κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον της μεταπολεμικής Λήμνου εκτυλίσσεται, σε πρώτο πλάνο, το πρώτο ερωτικό σκίρτημα της ηρωίδας. Μια ερωτική ιστορία, που έπρεπε να είναι σε κάθε περίπτωση κρυφή, εννοείται ανολοκλήρωτη, στις συνειδήσεις όλων ένοχη ακόμα κι αν ήταν πλατωνική, κι ακόμα πιο ένοχη και αδιανόητη αν η κοπέλα ήταν φτωχή, χωρίς προίκα. Το ωραιότερο πράγμα από καταβολής κόσμου, ο έρωτας, ποινικοποιείται από μια κοινωνία οπισθοδρομική, καθυστερημένη, την κοινωνία της Λήμνου των μεταπολεμικών χρόνων, που ωστόσο ήταν ίδια και απαράλλαχτη με όλες τις επαρχιακές κοινωνίες εκείνης της εποχής. Αλλά και ο ήρωας της ιστορίας, ο ερωτευμένος νέος, που υποτίθεται αδιαφορούσε για προίκες και καθεστηκυίες αντιλήψεις, θύμα κι αυτός και δέσμιος του οικογενειακού και κοινωνικού περίγυρου, δεν διστάζει να μετατραπεί σε θύτη, ξεχνώντας εν μιά νυκτί τον αξιακό του κώδικα και προδίδοντας αναξιοπρεπέστατα όχι μια αλλά δυο φορές την αγαπημένη του, για ένα πιο υποσχόμενο από υλική άποψη μέλλον, που όμως αποδεικνύεται φενάκη, αφού βρίσκει τραγικό θάνατο στην Αυστραλία.
Το βιβλίο ρέει σε πολλές σχεδόν παράλληλες κοίτες που συρρέουν όμως και ενώνονται μέσα στο κεντρικό αυτοβιογραφικό - μυθιστορηματικό ποτάμι. Για παράδειγμα, αναπλάθεται με ακρίβεια και πειστικότητα αυτόπτη μάρτυρα η καθημερινότητα στη Λήμνο τη δεκαετία του 40 και του 50. Η άγρια, μη ανταποδοτική, εξαντλητική έως θανάτου αγροτική – βουκολική ζωή της παλιάς Λήμνου. Μιζέρια και πενία σε αδιανόητο μέγεθος. Σκάψιμο, θέρισμα, αλωνισμός, εργασίες βαριές, με τη συμμετοχή και την αρωγή εννοείται και των παιδιών.
Μια άλλη πτυχή του βιβλίου είναι η φρικιαστική περίοδος της Γερμανοκατοχής, η ανείπωτη φτώχεια του 41, η εργασία στους Γερμανούς ακόμα και παιδιών, μέσα στα χιόνια, σπάζοντας πέτρες με σφυριά για να φτιάξουν χαλίκι να πατώσουν τους δρόμους. Για λίγο αλεύρι, ή λίγη ζάχαρη. Ή για την ευκαιρία να πάρουν τα πατατόφλιδα από τα σκουπίδια των Γερμανών να τα βράσουν και να τα φάνε με αλάτι. Λεπτομέρειες ρημαγμένων ζωών, που σε αφήνουν άφωνο ζωντανεύουν μια εφιαλτική ατμόσφαιρα. Το ιδιότυπο «νοίκιασμα» του φούρνου της οικογένειας σε όποιον δεν είχε φούρνο και ήθελε να ψήσει τα ψωμιά του, με αντάλλαγμα για ψηστικά μια ροδόπιτα. Όταν τελείωνε το ψωμί, ο πατέρας το μοίραζε στα παιδιά όχι φέτα - φέτα αλλά μπουκιά - μπουκιά. Το κρύψιμο του σιταριού ή κριθαριού από όσους είχαν βέβαια, μέσα σε γούβες και κάτω από άχυρο για να μην τους το κλέψουν οι Γερμανοί. Το πλέξιμο των ρούχων τους από το λίγο βαμβάκι που καλλιεργούσαν, αφού ακολουθούσαν όλη τη διαδικασία επεξεργασίας του, οι ίδιοι, ξενυχτώντας για να προλάβουν, μη μείνουν γυμνοί. Κι άλλα πολλά.
Πλήθος καταστάσεων, που καταγράφονται με ξεχωριστή δύναμη και λεπτομέρεια για τις άγριες συνθήκες άσκησης της ιατρικής, αλλά και τη ζωή των νοσηλευτριών εντός του νοσοκομείου, έχουν τη σημασία πλέον ιστορικών ντοκουμέντων. Το πώς αναισθητοποιούσαν τους ασθενείς που χειρουργούσαν με αιθέρα και χλωροφόρμιο, το πώς έραβαν τα λιγοστά χειρουργικά γάντια όταν σκίζονταν, το πώς τους κοίμιζε τους ίδιους ο αιθέρας και έπρεπε μετά το χειρουργείο να πηγαίνουν στο βουνό να παίρνουν αέρα, το πώς ελλείψει χειρουργού μια διάτρηση στομάχου την ανέλαβε ο παθολόγος ο οποίος χειρούργησε τον άρρωστο με την καθοδήγηση της προϊσταμένης. Το μπεκ της αποστείρωσης. Η σόμπα με το κωκ που ζέσταινε και μερικές φορές δηλητηρίαζε τις σχεδόν εσώκλειστες νοσοκόμες. Νομίζει κανείς ότι παρακολουθεί μια ζωντανή παράσταση σε θέατρο του παραλόγου. Σκηνές ιδιαίτερα παραστατικές στημένες με οξυδέρκεια. Ηρωική ιατρική από ήρωες γιατρούς και ηρωίδες νοσοκόμες.
Οι αναφορές για την δεινή κατάσταση των εξορίστων, περιστατικά από τη ζωή τους στη Λήμνο, περιστατικά από τη νοσηλεία τους στο νοσοκομείο, η γνωριμία της ηρωίδας με το Γιάννη Ρίτσο, όταν ήταν άρρωστος στο νοσοκομείο, τα ποιήματα που της έδωσε να διαβάσει, η απόλυση πέντε νοσηλευτριών χριστουγεννιάτικα, σαν συνεργαζόμενες με τους κομουνιστές, μόνο και μόνο επειδή έκαμαν μερικά ψώνια μικροπραγμάτων απ’ την αγορά για τους εξόριστους αρρώστους, που τις είχαν παρακαλέσει να τους τα αγοράσουν. Η περίοδος που η Λήμνος ήταν τόπος εξορίας είναι μια ελλιπώς μελετημένη περίοδος και κάθε αναφορά έστω και αποσπασματική, προσθέτει ένα κομμάτι για να μορφοποιηθεί κάπως αυτό το σκοτεινό από κάθε άποψη παζλ.
Οι συγγραφείς εκπέμπουν ένα θαρραλέο και συγχρόνως έντιμο λόγο. Πέραν του κεντρικού μύθου, οποίος και λόγω του θέματος ασκεί μια γοητεία παράξενη και ελκυστική, όλο το βιβλίο είναι ένα δριμύ σχόλιο στις κάθε λογής δυναστικές εξουσίες, είτε είναι του κοινωνικού κατεστημένου, είτε του εργασιακού περιβάλλοντος, είτε του κρατικού μηχανισμού. Οι συγγραφείς γράφουν με το ένστικτο και τη λυτρωτική ανακούφιση του επιζήσαντος. Ιαθείσες από τις χαίνουσες πληγές, τα πολλαπλά ψυχικά τραύματα. Χωρίς μνησικακία. Αλλά με μνήμη. Η κάθε μια τους, ένας Οδυσσέας, που δεν ξεχνά τους χαμένους συντρόφους στο μακρύ ταξίδι του γυρισμού στην Ιθάκη, που για πολλούς ήταν ταξίδι χαμού. Με λογοτεχνική αθωότητα, γιατί δεν πρόλαβαν να «σπουδάσουν» τα λογοτεχνικά κόλπα. Μα πραγματικά δεν τους χρειάζονται καθόλου. Το έργο σε καθηλώνει με τη ζωντανή απεικόνιση των στιγμών, των προσώπων, του ψυχικού τους κόσμου. Ο ρεαλισμός του άλλοτε σε πιάνει απ’ το λαιμό και δεν μπορείς να αναπνεύσεις, άλλοτε λειτουργεί θαρρείς με μαγικούς κώδικες εν είδει αποκάλυψης του μη καταγεγραμμένου, του άγνωστου, αυτού που τα μυστικά του δεν είχαν ξεκλειδωθεί ποτέ ως τώρα. Ταυτόχρονα διάχυτη είναι η νοσταλγία της ζεστής οικογενειακής φωλιάς και των όποιων χαρμόσυνων γεγονότων του παιδικού τους βίου. Πράγματι αυτό γίνεται με μια ερευνητική ματιά που ταιριάζει σε νεανικά, σχεδόν παιδικά μάτια.
Το βιβλίο «Η αγάπη όλα τα συγχωρεί» είναι ένα λεπτοδουλεμένο έργο σαν εκείνα τα κρινένια εργόχειρα των γυναικών της Λήμνου μας. Η φωτισμένη εισαγωγή του Θόδωρου Μπελίτσου εισάγει τον αναγνώστη στο κλίμα του βιβλίου. Το ξετύλιγμα της αφήγησης γίνεται με μέθοδο και σε απόλυτα ελεγχόμενο ρυθμό. Ελκύει και εξάπτει τη φαντασία. Οι ήρωες δεν είναι τόσο ξένοι, όσο φαίνονται σε μερικούς σήμερα. Είναι δικοί μας, παππούδες, γονείς, γείτονες, παραχωριανοί. Μας κρυφοκοιτάζουν απ’ το παρελθόν τους. Βγάζουν ανυπόμονα το κεφάλι τους απ’ τις γωνίες και μας ρίχνουν γρήγορες ματιές. Και μεις έχουμε δυο δρόμους. Ή θα κάνουμε πως δεν τους βλέπουμε, ή θα τους αντιμετωπίσουμε. Με αδιαφορία; Με προσμονή; Με αγάπη; Με κατανόηση; Με συγνώμη; Με συγχώρεση; Καθείς κατά το νου και τα «έργατά» του. Και προπαντός κατά την καρδιά του. Τι πήρε και τι έδωσε.
Οι ήρωες του έργου δεν φοράνε όλοι τα κοστούμια έστω μιας περίτεχνης… απλότητας, όπως θα περίμενε κανείς, από γνήσιους Λημνιούς. Αυτό δεν οφείλεται σε αδυναμία των συγγραφέων, το αντίθετο μάλιστα. Η πιστή απεικόνισή τους μπορεί να μπερδέψει τον μη μεμυημένο στα βύθια της ανθρώπινης ψυχής. Και να μείνουν μυστήριο οι οβιδιακές μεταμορφώσεις τους. Πώς γίνεται να συνυπάρχουν η απύθμενη καλοσύνη με την ακατανόητη σκληρότητα; Γονείς τυραγνισμένοι, που αγαπούν τα παιδιά τους, να γίνονται ταυτόχρονα γονείς αφέντες που αποφασίζουν για τη ζωή τους κατά το δοκούν. Άνθρωποι που δίνουν την τελευταία τους δραχμή για να σωθεί κάποιος, να υπολογίζουν σε προίκες και περιουσίες και να ποδοπατούν αθώες υπάρξεις. Εξουσίες που φαίνεται κάποια στιγμή να έχουν ανθρώπινο πρόσωπο, την άλλη να φτάνουν στην πλήρη εκμηδένιση και καταστροφή του συνανθρώπου; Ποιος μπορεί να εξηγήσει, να δώσει μια κατανοητή και όχι πολύπλοκη ερμηνεία στην ανθρώπινη ατέλεια αλλά και στην ανθρώπινη μεγαλοσύνη;
Η ηρωίδα, που ήταν υποχρεωμένη ως γυναίκα να κρατεί όλες τις κρυφές και εύθραυστες ισορροπίες ενός τόπου αρχέγονου και μιας εποχής ανδροκρατούμενης, ποτέ δεν αποδέχτηκε τη μοίρα που της επιφύλασσε και τη θέση στην οποία την κατέτασσε η υπανάπτυκτη αν και «πρωτευουσιάνικη» κοινωνία του Κάστρου. Αυτή η γυναίκα πολυεργαλείο, από γυναίκα αγρότης, γυναίκα νοικοκυρά, γυναίκα νοσοκόμα, μετά από τις πολλαπλές διαψεύσεις υψώνει το ανάστημά της, ωριμάζει, και με τη μαχητικότητα γενναίου παλικαριού υπερβαίνει τη μοίρα της, περιφρονεί τις αδιατάραχτες ιεραρχήσεις, μετατρέπεται σε γυναίκα – νοσοκόμα - ιέρεια. Σαν τις ιέρειες των αρχαίων Ασκληπιείων. Η ζωή είναι προ των πυλών. Η ζωή που θέλει όμως αυτή. Όχι αυτή η ψεύτικη, που της επιφυλάσσουν οι άλλοι, αλλά αυτή που της ψιθυρίζει στο αυτί το ένστικτό της. Η ζωή της προσφοράς και του αυτοσεβασμού. Μπορεί μόνο η αυτοπεποίθηση και η πίστη σου να σου δώσει κουράγιο, όταν ζεις την «κόλαση» στον απάνω κόσμο; Να, που μπορεί. Αποκαθαίρεται από κάθε ανθρώπινη ματαιοδοξία, αφοσιώνεται στην αποστολή της, μαθαίνει καλύτερα τους ανθρώπους. Έχει μετρήσει κόκκο – κόκκο την άμμο από την κλεψύδρα του ανεκπλήρωτου και πολλαπλώς προδομένου έρωτα, γι’ αυτό πετά την κλεψύδρα. Και τότε ως εκ θαύματος έρχεται η δικαίωσή της από το πρόσωπο ενός πραγματικού άνδρα, αυτού που έγινε ο άνδρας της.
Μετά από χρόνια, διότι η ιδιότητα της ιέρειας δεν χάνεται, μαζί με την επίσης νοσοκόμα - ιέρεια αδελφή της, μας εισάγουν με αυτό το βιβλίο στο μυστηριακό, μυσταγωγικό, ιερό άδυτό τους. Μας αφυπνίζουν κοιμισμένες μνήμες. Και κοιμισμένα συναισθήματα. Και την προγονική Λημνιακή καλοσύνη. Μας μαθαίνουν να θυμόμαστε. Να μην είμαστε αμνήμονες. Μας θυμίζουν τη ρίζα μας. Την καταγωγική μας αρχή. Την πανάρχαια Λήμνο, μητέρα των δεινών μας, αλλά και της ευτυχίας μας και της υπερηφάνειάς μας. Και μας μαθαίνουν το κυριότερο: Να συγχωρούμε.

Δεν υπάρχουν σχόλια: