Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2009

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΛΗΜΝΟΥ (Ζ) - Κώστας Βέργος

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΛΗΜΝΟΥ (Ζ)

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Κώστας Βέργος

Ατσικιώτης εκ Δάφνης. Θυμόσοφος, πανέξυπνος, καλοκάγαθος, καλαμπουρτζής, εργατικός. Στιχοπλόκος. Άρχοντας και πηγή χαράς σε κάθε παρέα. Γνήσιος παλαιός Λημνιός, που κατέχει εις βάθος τη Λημνιακή γλώσσα.

Ο Κώστας απαγγέλλει:

Ατσκιώτκα και Λημνιά


Κοντούλα και μικρούλα από τον Κοντιά
τρέλανες εμένα και όλα τα παιδιά

Είδα και το Κατάλακο που μοιάζει με Παρίσ'
και όποιος πάει και το δγεί δε θα ξαναπατήσ'

Ατσ'κή Καρπάσ' και Βάρος, Λύχνα Ρωμανού
και μια απ’ τα Πορπούλια μας έκλεψε το νου.

Κασπακ’νές και Σβερδιανές
έχνε μάτια σαν ελιές

Αστροπελέκι και φωτιά να πέσει μες στο Βάρος
να κάψει μια Βαρίτισσα γιατί δεν έχω θάρρος

Κι όποιος πει κακό για μας
να βγει το μάτι τ’ σα λουκμάς.


Ο Κώστας διηγείται

Μπάνιο στα Θέρμα

Ο Κώστας μας επισκέφθηκε το καλοκαίρι, στο πατρικό μου σπίτι, στη Λήμνο και πάντα φιλότιμος, ήρθε με τα δώρα του, καλαμπόκια, φασολάκια, σταφύλια.

-Ευχαριστούμε βρε Κώστα, αλλά δεν ήταν ανάγκη.
-Εμ άμα ήνταν ανάγκ’ θα τρέχαμ στο αναγκαίο. Μωρέ θα σας έφερνα και πατάτες, αλλά δε γινήκαν, αν και σεις έχ’τε παιδέλια δε τς έχ’τε ανάγκ’.
-Ε και τι σχέση έχουν, Κώστα, τα παιδιά με τις πατάτες;.
-Τι σχεσ' έχνε; Πώς μαθέ, τα παιδιά γίντεν απ’ τς πατάτες, δε ντο ξέρτε; Ακούστε μια ιστορία. Ήνταν μια δασκάλα και έβαλε ερώτησ' στα παιδέλια πώς γίντεν τα παιδιά. Να ρωτήσνε και καλά τς γονιούδες τς και να ντ πούνε. Ρωτήσαν τα παιδέλια τς μάνες τς, αλλ’ τα είπε ότι τα στέρεν’ ο πελαργός, αλλ’ ότι τα φέρεν’ ο αγέρας, αλλ’ ότι τα στέρεν’ ο θεός, αλλ’ ότι τα αγοράζνε στο Κάστρο. Ένα παιδέλ’ ρώτ'σε τ' μάνα τ' όντας εκείν’ καθάρζε πατάτες. Να απ' τς πατάτες γίντεν, το λεγ’ εκείν’ για να το ξεφορτωθεί. Βαζ και κειο μια πατάτα μες στ' τζέπη τ' και παγ’ στο σκολειό. Ρωτά η δασκάλα πώς γίντεν τα παιδιά, ήλεγε το ένα ετσ' ήλεγε το άλλο αλλιώς όπως τα είχαν καθογ’δέψ οι μανάδες τς. Το παιδέλ’ με ντ πατάτα είχε το ένα χερ μες στ' τζέπα τ' και το άλλο το σήκωνε συνέχεια κι ήλεγε κυρία κυρία, για να πει τ' σωστή απάντησ' που τα άλλα μαθέ δε τ' ξέραν. Ε και σε μια στιγμή το λεγ’ η δασκάλα, άντε εσύ π' σκων’ς συνέχεια το χέρι σ', πε μας. Το παιδέλ’ σίγουρο, λεγ’ συνωμοτικά στ' δασκάλα, αφού έπαιζε με το χέριτ ντ πατάτα μες τ' τζέπα: -Κυρία, να τ' βγάλω; -Τι λες παιδί μου, τον λεγ’ η δασκάλα κατακόκκιν’. -Κυρία να τ βγάλω να τη δγεις; -Τι λες βρε γαϊδούρι, μην τολμήσεις. Το παιδέλ’ απορεμένο τς λέγ’: -Γιατί κυρία δε θελ’ς να τ' δγεις, άμα τ' ντρως σ' αρέζ, τώρα δε θελ’ς να τ' δγεις;. (γέλια τρανταχτά).

Ε πώς τα πάτε, παγαίντε και στα μπάνια; Κάποτε όντας ήμνα παιδί δεκαέξ χρονώ έκαμνα και γω μπάνια, αλλά όχ’, στ θάλασσα αλλά στα Θέρμα.
-Και γιατί στα Θέρμα, άρρωστος ήσουν Κώστα;.
-Οχ’ δεν ήμνα άρρωστος, αλλά ήμνα τσοπανέρ στα Σβέρδια σε μια Αιγύπτια κυρά. Εμείς κάμναμ μπάνιο σε δυο μεγάλες γουρνάρες, η μια ήνταν και μαρμάριν’ αλλά η κυρά δεν ήθελε να κάμ μπάνιο δεκεί μέσα και με είπε να ετοιμάσω το γαδουρέλ’ να πάμε στα Θέρμα. Καβαλίκεψε εκείν’ πα στο γάδαρο, εγώ τον τράβομνε κι απ τ' μάντρα στο Κοντοβράκ’ κινήσαμ για τα Θέρμα. Ήνταν που λέτε εποχή που βατεύνταν τα πρόβατα. Τότε οπ να γύρζες έβλεπες κοπάδια. Στο Κοντοβράκ’ ήνταν ώσαμε σαράντα κοπάδια. Τα κριγιάργια πρώτα μυρίζαν τς προβατίνες από πίσω κι ύστερα κλαδώναν απάν.
-Τι κάνουν τα πρόβατα Κωστή; με λεγ’ η κυρά.
-Αλλάζντεν κυρά, τς λέγω.
-Και τι θα πει αλλάζντεν Κωστή;.
-Να το κριγιάρ κάμεν’ τη δλεια στς προβατίνες για να κάμνε αρνούδια, κυρά, τς ξαναλέγω.
-Και δε με λές Κωστή, γιατί τα κριάρια μυρίζουν τα οπίσθια των προβατίνων; με λεγ’.
-Να, για να καταλάβνε άμα θέλνε οι προβατίνες να τς καβαλ’κέψ’ το κριγιάρ.
-Και πώς γίνεται αυτό Κωστή;
-Δε ξέρω κυρά, αλλλά γίνεται.
-Για έλα Κωστή να με μυρίσεις κι εσύ, να δεις άμα θέλω. Έλα έλα μην ντρέπεσαι, με κάμεν’. Εγώ ο καμένος αντρέπομνα, ήμνα μαθέ και κούταβος, αν και καταλάβαινα πού το πήγαινε το πράμα, αλλά πήγα σα κοντά κι έκαμα που τ' μύρσα και τς λέγω:
-Δε θελ’ς κυρά, δε θελ’ς.
Πιο σακάτ έβλεπε πάλε το σουγλί που έπεφτε στα πρόβατα και με έβαλε να τ' ξαναμυρίσω, τούτο το πράμα γίν’κιε κανεδυό τρεις φορές. Εγώ ούλο τς ήλεγα π' δε θελ’. Εκείν’ χασκογελούσε, εγώ ήμνε σε δίλημμα, να κάμω τ' κουτουράδα, να μη ντ γκάμω, οπότε με το ξαναλέγ’ άλλη μια φορά να τ' ξαναμυρίσω. Τότες και γω αγαναχτισμένος τς λέγω: -Θέλ’ς κυρά, τώρα θέλ’ς.
Και γυρίζ που λέτε και με λέγ’ η κυρά: -Αχ καημένε Κωστή, και πιο μπροστά ήθελα, αλλά εσύ με φαίνεσαι ήσουν σναχωμένος και δε μύριζες καλά (γέλια ξεκαρδιστικά).
-Συγγνώμην για την αδιακρισία Κώστα, μετά τι έγινε;.
-Ε μετά τι ήθελες να γιν’, πήγαμ στα Θέρμα και κάμαμ μπάνιο, γι’ αυτό μαθέ δε μπαγαίναμ;» (γέλια τρανταχτά).

Ο Κώστας Βέργος

Δεν υπάρχουν σχόλια: