Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2009

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΛΗΜΝΟΥ (ΣΤ') - Γιάννης Κωμάκης

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΛΗΜΝΟΥ (ΣΤ΄)

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Γιάννης Κωμάκης (Σβερδιανός)

Ο Γιάννης κατάγεται από τα Σβέρδια, τώρα Δάφνη. Είναι γνήσιος παλαιός Λημνιός. Όταν έβγαζα τη «Φωνή της Ατσικής» έγραφε τη στήλη «Ο Σβερδιανός». Μου έστειλε πριν λίγες μέρες ένα κουτί με συσκευασία δώρου, που μέσα είχε ένα ξύλινο εργαλείο που είχε φτιάξει ο ίδιος (είναι αυτό που εικονίζεται στη φωτογραφία και στα Λημνιακά λέγεται «μντι») ένα χαρτί με ένα κείμενο, που υποτίθεται ότι το γράφει…το μντι (κι αυτό φαίνεται στη φωτογραφία) και ένα φοντάν (αυτό το έφαγα). Όλα αυτά για πλάκα, γιατί τον είχα ρωτήσει πριν από καιρό να μου πει τι ήταν το μντι, που το είχα ακούσει, αλλά ακριβώς δεν ήξερα.

Το μντι


Επεξηγήσεις Λημνιάς συτχιάς (δικό μου υλικό)
Μντι (το). Εργαλείο τυροκομικής, που αποτελούνταν από ένα πλατύ ξύλο περί τους δεκαπέντε με είκοσι πόντους πάνω στο οποίο εφάρμοζε ένα πιο μακρύ ξύλο που χρησίμευε σαν «χέρι». Το «μντι» το χρησιμοποιούσαν για να ανακατεύουν τον "τσίρο" (τυρόγαλο) όταν τον έβραζαν για να φτιάξουν "κορφή" (ανθότυρο). Στην πραγματικότητα δεν ανακάτευαν απλώς, αλλά έξυναν τον πάτο του καζανιού, ανακατεύοντας, για να μην κολλήσει ο τσίρος στον πάτο.
Άντε διαβόλ μ’ντι. Περιφρονητική φράση, για κάποιον που είναι ασήμαντος, ανάξιος λόγου. (Πολύ συχνή φράση στο Προπούλι. Πληροφορία από Κυριάκο Χλαχλά)
Μντούδιας. Αδιαφόρετος, αδύνατος. (Συνηθίζεται πολύ στις Σαρδές. Πληροφορία από Παναγιώτη Λαντούρη)
Άλλο το μντι, άλλο το μλι, άλλο το μνι. Άλλο βέβαια. Το μντι μόλις σας εξήγησα. Το μνι ελπίζω να ξέρετε. Το μλι είναι ένα τμήμα του στομάχου του μικρού βυζανιάρικου ακόμα αρνιού, κατσικιού, ή μοσχαριού, λεγόμενο στα Λημνιακά και "μπιτζίκ'", που το χρησιμοποιούσαν ως πυτιά, για να πήζουν το γάλα.



Το μντι ομιλεί και λέει (Μετάφραση, για μη Λημνιούς):

"Ο κιαχαγιάς περήφανος
κορφή σα θελ' να βγαλ'
μέσα στον τσίρο το βραστό
μ' αρέζ' για να με βαλ'"

Την άλλη τη φορά γύρευες πληροφορίες απ' το Σβερδιανό για μένα, γιατί δε με γνώριζες. Τώρα που με λογιάγ'ς (βλέπεις), τι λες, κατάλαβες τι είμαι; Θέλω μαθέ να βρεις τι λογιά (πώς) με λένε και τι δουλειά κάνω. Ένα σου λέω μόνο. Μου αρέσει όταν βράζει ο τσίρος (το τυρόγαλο)να είμαι μέσα στον τέντζερη και να τον ξύνω. Άμα το βρεις κερδίζεις ένα πουτάν (φοντάν), που έχω εδωνά (μέσα στο κουτί). Το όνομά μου αρχίζει από "Μ". Δεν με λένε Μχαλ' (Μιχάλη), ούτε μ... (μνι= μουνί)


Το παρακάτω κείμενο δημοσιεύθηκε στη "Φωνή της Ατσικής" το 2002

Ήνταν δρόγκιμα

Γράφει ο Γιάννης Κωμάκης

Όπως και κάθε μέρα ετσ' κι ένα προυί ου Μπαρμπαγιώργης ου κιαχαγιάς σκώθκιεν, άρμεξεν τα πρόβατα, έπξεν του γάλα, έβγαλεν του φραξίδ απ του μπόντλα και βγήκαν τα πρόβατα όξω. Πήγε ύστερα σντ κανιά, πήρε μια σκίζα ψωμί, πήρε κι ένα κουμάτ σαλαμούρα, πήρε κι του ραβδέλιτ και πήγε με τα πρόβατα. Τα βόσκ’σεν και του σταλό τα στάλ’σεν κατ απ τ' σκια. Πήγε πα στ' μάντρα, έκαμε το γάλα, έφαγε τα σμάνουρα, δόκιεν κι του τσίρου στου χοιρόλομου κι ξάπλουσε στου σκλι για να ξικουραστεί κουμάτ κι να τουν παρ κι κάνα χερ.
Όμως πριν ερτ ο ξεσταλός κειάνα τα ρμάδια ξισταλίσαν μουναχά τς γιατί ήνταν δρόγκιμα κι δεν έκαμνε ζέστα. Άκσιν ου Μπαρμπαγιώργης τα κδούνια κι σκώθκιεν απάν κι τάδεν που βόσκαν. Δεν είχε τι άλλο να καμ, τα πήρε και κειος κι έκαμε σα κατ. Ο μήνας ήνταν άξτος, δεν είχε ζημιές να καμ, μόνε κατ τρικουκιές είχε σπαρμένα φασούλια, πήγε κι κάτσεν κατ δικεί. Μες του κοπάδ είχε και κατ παλιές, δυο όμως ξιχουρίζαν, η μια ήνταν περτκάτ κεραυλή κι γη αλλ’ μαυρουψέλα, οι καμένες δεν είχαν δόντια να βουσκίσνε, γιατί ήνταν σνουμήλ’κιες μι τ' μανάκα μ' κι γυρεύαν χλουρασά. Πού τς έχανες πού τς εύρισκες κα στα φασούλια. Για να μη κάθεται σκουλαστκός, ο Μπαρμπαγιώργης έκουψε βούρλα κι έφκιανε τυρβόλια. Δεκεί που έμπλεκε τα τυρβόλια, να κι ο Ν’κόλας. Είχε κι κειος καρσί δικεί μια μαντρούδα, είχεν πιντέξ προυβατούδια, κανεδυό καραρζμέν’ κι καμιά δεκαριά ορνιθέλες, πρόσφολα όμως δεν έπαιρνε γιατί τς τα τρώγαν οι κουρούνες.
Κάτσιν κι τα λέγαν. Δε πέρασεν πουλλή ώρα κι πα στ' μντρα τ' Ν΄κόλα ξιμύτ’σεν η γ’ναίκα τ' μι μια όρνιθα στν αγκαλιά τς. Σα δε μάζευε πρόσφολα, κατέβαινε κάθε προυϊ, προσφόλαν τς όρνιθες, κι όποια του είχεν του αυγό τν έπαιρνεν στου χουριό, γένναν, κι τ' απόγιμα ντ κατέβαζε στ' μάντρα. Σα τν είδεν ου Ν’κόλας σκώθκιεν να φύγ’. Τότε τον λεγ’ ου Μπαρμπαγιώργης, έλα του βραδ απ' του σπιτ να πγιούμε κανά ρακί, ιντάξ λεγ’ ου Ν’κόλας. Πήγεν κατ στ' μάντρα ου Ν’κόλας έκαμε κατ κτσουδούλια, κι σαν τιλειώσαν τουν λεγ’ η γ’ναίκα τ' Νικουλή, θα φύγου κι του βραδ να μην αργήσεις να ερτς θα μπαντέχου να φάμε. Καλά λεγ’ ου Ν’κόλας. Ου Μπαρμπαγιώργης μάζεψε γιαβάς γιαβάς τα πρόβατα, πήγεν τα πότ’σεν κι ύστερα στ' μάντρα. Έκαμε κι οτ' άλλες δλειες είχεν κι ύστερα τφεκ’ για το χουργιό. Σμούχρα σμούχρα έφγιεν κι Ν’κόλας κι πήγεν στ' Μπαρμπαγιώργη του σπιτ, οτ' είχεν παγ’ κι κειος. Η κυρα Φτερπ, ώρα τς καλή, η γ’ναίκα τ' Μπαρμπαγιώργη τς κέρασεν ένα ρακί. Το ένα γίνκιε δγιο τα δγιο τρίγια. Ήρτε η ώρα να φάνε κι η κυρά Φτερπ ετοίμαζε του τραπέζ. Τότες σαν ήνταν κι κουμάτ σκατουπιρήφανουςμ ο Ν’κόλας, σκώθκιεν να φυγ’. «Κάτσε μαθέ Ν’κόλα να φάμε που έχουμ κι τγαν’τές σμαρίδες» τουν λεγ’ η κυρα Φτερπ. «Θα φύγου, γιατί σμαρίδες έχουμ κι μεις στου σπιτ κι θα μπαντέχ’ η γ’ναίκα μ» λεγ’ ου Ν’κόλας. Το σκέφτνταν όμως να κατς, ώσοπ απ' όξω ακούσκιε μια φωνή: «Κυρά Φτερπ, κυρά Φτερπ» «Ου Ου» απλογήθκιεν η κυρά Φτερπ από μέσα. «Μέσα έναι ο Ν’κολής;» «Μέσα έναι, μέσα». Άν’ξε η πόρτα, μπήκε η γ’ναίκα τ’ Ν’κόλα και τον λεγ’: «Άντε μαρέ λωλέ, σήκω, σε μπαντέχω τόσεν’ ώρα κι θα κρυγιώσνε οι φασούλες».
Ο Σβερδιανός



* δρόγκιμα = Καιρός προς βροχή
* μπόντλας = Η πόρτα του πέργιορα της μάντρας
* κανιά = Μια ειδική τάβλα που ήταν κρεμασμένη στο ταβάνι και πάνω της τοποθετούσαν τα ψωμιά
* σμάνουρα = Το τυρόγαλο με κομμάτια πηγμένου γάλακτος μέσα
* χοιρόλομος = Το γουρούνι. Εκ του χοιρόλαιμος, η τραχηλική αδενίτιδα των χοίρων.
* σκλι = Πεζούλι ειδικά φτιαγμένο, στη ρίζα του τοίχου, μάντρας, σπιτιού, κλπ, για να κάθονται να ξεκουράζονται.

Γιάννης Κωμάκης δεξιά και Μόσχος Κωμάκης αριστερά.

Δεν υπάρχουν σχόλια: