Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2009

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΛΗΜΝΟΥ (Α)

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΛΗΜΝΟΥ (Α)

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας


Βρέθηκα πριν λίγες μέρες στο χωριό μου την Ατσική της Λήμνου. Να δω λίγο την γηραιά μάνα μου, να αναπνεύσω τον αέρα της Λήμνου, να δω παλιούς φίλους, να καθαρίσει το μυαλό μου. Καθώς γύριζα τον κάμπο με το αυτοκίνητο, είδα ένα χωράφι με υπολείμματα μποστανιού με κάτι γλυκοκολοκύθες μέσα. Ο ιδιοκτήτης ήταν μέσα, μου είπε ότι αυτά τα κολοκύθια ήταν κακής ποιότητας και δεν μαζεύτηκαν, ετοιμαζόταν δε να οργώσει το χωράφι. Είδα στην άκρη κάτι μικρά κολοκυθάκια, αυτά που στην Αθήνα τα λένε διακοσμητικά. Δεν ήξερα ότι βάζουν και στη Λήμνο τέτοια, παλιά όταν ήμουν παιδί, δεν βάζαμε. «Αυτά έναι για στόλ’ζμα. Τα βάζω για ομορφιά» μου είπε. Τον ρώτησα αν μπορώ να αγοράσω μερικά. Γέλασε και μου είπε: «Πάρε όσα θελ’ς χάρζμα, δε ντα πλω». «Μα πώς;» του είπα. «Άλλα πράματα μόνο πλιέντεν, κι άλλα πράματα μόνε χαρίζντεν» μου είπε ο σοφός αγρότης. Πήρα μερικά και τον ευχαρίστησα, είναι αυτά που φαίνονται στην φωτογραφία.
Το βράδυ στο καφενείο πίναμε τα ουζάκια μας και βλέπαμε στην τηλεόραση ποδοσφαιρικό αγώνα. Η παρέα βοσκοί, αγρότες, ψαράδες. Αφού είπαμε διάφορα και ήπιαμε αρκετά, τους κέρασα τα πιοτά, έτσι κι αλλιώς δυο τρεις φορές το χρόνο πάω στο χωριό μου. Ψιλομεθυσμένοι καληνυχτιστήκαμε και κινήσαμε να φύγουμε. «Μπάντεξε λίγο» μου είπε ο βοσκός «Αραφάτ» (Γιώργος Καλατζής). Ήρθε σε λίγο και μου έφερε δώρο μερικά ξερά τυριά. «Τούτα δε μπορείς να τα βρεις στο μαγαζί, έναι μερακλήδκα για μερακλήδες», μου είπε.
Την άλλη μέρα στην πλατεία ήρθε ένας από ένα διπλανό χωριό και πουλούσε ψάρια, που είχε βγάλει ο ίδιος με το παραγάδι. Ήταν δυο τρεις σαργοί και ένα μεγάλο λαυράκι πάνω από τέσσερα κιλά. Ολόφρεσκα, οι πετονιές κρέμονταν κομμένες από το στόμα τους. Πλησίασα κι εγώ και παρακολουθούσα. Κάποιος αγόρασε τους σαργούς μετά από παζάρια, για το λαυράκι όμως υπήρχε απροθυμία, οικονομική στενότητα βλέπετε. «Πάρτε το με πενήντα ευρώ, επειδή έναι τέτοια εποχή, κανονικά το καλοκαίρ κάμεν’ εκατό» είπε ο ψαράς. «Αν θέλεις σαράντα», απάντησε ο υποψήφιος πελάτης. «Όχι, σαράντα δεν το δίνω», ξανάπε ο ψαράς. Δεν συμφώνησαν. Αποφάσισα να το αγοράσω εγώ. Μου το έβαλε σε μια σακούλα τεράστια και του έδωσα εξήντα ευρώ. «Πενήντα πήκαμ» μου λέει. «Εντάξει είναι» είπα. «Τότε δεν καν’ πενήντα, αλλά σαράντα, δώσε με σαράντα ευρώ». «Μα σου έδωσα εξήντα» του ξαναείπα. «Ναι αλλά εγώ τώρα το δίνω μόνε με σαράντα, αυτή έναι η τιμή τ’». Ο πελάτης που έκανε παζάρια προηγουμένως, του λέει: «Μα και γω σαράντα σου έδινα». «Εσένα δε στο δίνω τώρα ακόμα και να με δωκ’ς και εκατό και διακόσα». Το πήρα, αφού με τα χίλια ζόρια δέχτηκε πενήντα.
Ναι, υπάρχουν ακόμα τέτοιοι άνθρωποι, μη σας φαίνεται παράξενο. Μέσα στην γενική ευτέλεια, την κουτοπονηριά, τη μιζέρια, την καπατσοσύνη και την κακοποιία των μεγαλουπόλεων, ξεχωρίζουν οι οάσεις της λεβεντιάς των χωριών. Γι’ αυτό τους αγαπώ.





Λημνιά κολοκύθια "πεσωστίκια για στόλ'ζμα" (υπολείμματα για διακοσμητικά)

3 σχόλια:

Eva F. είπε...

Καλή σου ημέρα και καλώς σε βρήκα!
Θα τα πούμε ξανά ελπίζω...
Το θέμα σου υπέροχο από μιά βιαστική ματιά που έριξα...
Πρέπει να φύγω για δουλειά....

Το blog της Θεσσαλονικιας. είπε...

Καλησπερα σας...Σας βρηκα τυχαια και ειπα ¨Ενας γιατρος παντα χρειαζεται...Και ενα κολοκυθι για μια ωραια κολοκυθοπιττα...Καλο βραδυ...

Σταύρος Τραγάρας είπε...

Καλημέρα Eva F, έστω και με ενάμισυ μήνα καθυστέρηση. Ευχαριστώ. Να είσαι καλά να δουλεύεις. Καλή χρονιά να έχουμε.

Αγαπητή Θεσσαλονικιά καλησπέρα. Απαντώ με καθυστέρηση, συγνώμη, έχω αυτό το χούι. Ο γιατρός αχρείαστος νάναι, ακόμα κι αν ...χρειάζεται. Ένα κολοκύθι πράγματι είναι απαραίτητο. Στην πατρίδα μου τη Λήμνο τα κολοκύθια τα ταξινομούνε σε τρεις κατηγορίες. Τα "χιώτικα", που είναι είναι αυτά τα συνήθη πράσινα κολοκυθάκια. Τα "γλυκοκολόκυθα", που είναι μεγάλα κιτρινοπορτοκαλιά στο χρώμα. Τα καλύτερα είναι αυτά που είναι κάπως στρογγυλά, με ένα ευρύ λαιμό. Με αυτά κάνουν τις ωραίες κολοκυθόπιτες. Οι καλύτερες όλων είναι οι Λημνιές κολοκυθόπιτες. Υπ' όψιν ότι σας μιλά ένας φαγάς. Ίσως πέραν της τέχνης, αυτό να οφείλεται και στην ποιότητα του κολοκυθιού, που είναι πολύ γλυκό και δεν έχει καμιά σχέση με αυτά που αγοράζουμε εδώ στην Αθήνα. Με το γλυκοκολόκυθο έφτιαχναν παλιότερα και ένα φαγητό το λεγόμενο "ριτσέλι", που είναι ψητό κολοκύθι στο φούρνο, σε κομμάτια, που από πάνω έριχναν πετιμέζι. Δε μου άρεσε καθόλου όταν ήμουν παιδί, ήταν μια αηδία. Στην τρίτη κατηγορία είναι τα "πετροκολόκυθα", που μοιάζουν με τα γλυκοκολόκυθα, είναι όμως πιο στρογγυλά και κάπως πιο άγλυκα. Αυτά τα έβαζαν όπως ήταν ολόκληρα μέσα στο φούρνο, με τις ώρες, αφού ξεφούρνιζαν τα ψωμιά. Με την πύρα που διατηρούσε ο φούρνος αυτά ψήνονταν. Δεν σερβίρονταν σε πιάτο, αλλά τα έτρωγαν με κουτάλι, απ' ευθείας από το κολοκύθι. Δεν μου άρεσαν ιδιαίτερα. Την κολοκυθόσουπα δεν την ξέραμε. Όταν πρωτοδοκίμασα κολοκυθόσουπα στην Ευρώπη, ιδιαίτερα στην Αυστρία, τρελάθηκα. Σκέφτηκα ότι παλιά είχαμε τόσα ωραία κολοκύθια και δεν ήξεραν οι γονείς μας να κάνουν αυτή τη φοβερή σούπα.
Σας ζάλισα; Μάλλον σας ...κούφανα. Ξέρετε ότι το πολύ το κολοκύθι λένε ότι κουφαίνει τον άνθρωπο.
Καλή χρονιά.