Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2009

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΛΗΜΝΟΥ (Β) - Κώστας Κελλάρης

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Αρχές Νοεμβρίου βρέθηκα για λίγες μέρες στο χωριό μου την Ατσική. Αυτό βρήκα ότι χρειάζεται να γίνεται μερικές φορές το χρόνο για αναβάπτισμα ψυχικό. Καθόμαστε στο καφενείο του Σάββα και το ουζάκι και η κουβέντα βοηθούσε να πάει η ψυχή στη θέση της. Αρκετή η παρέα, μεταξύ αυτών και ο Θόδωρος Μαυράκης, που ήταν καταστενοχωρημένος γιατί ο αδερφός του ο Στέργιος, 68 χρόνων, είχε πάθει εγκεφαλικό ενώ κυνηγούσε, πριν τρεις μέρες, είχε δε μεταφερθεί στην Εντατική στην Αθήνα. Οικογένεια αριστερών λεβεντανθρώπων, με διωγμούς, κατατρεγμούς, εξορίες, τα δύσκολα χρόνια. Πιάσαμε τις παλιές ιστορίες, το ούζο πάντα ηρεμεί το μυαλό και λύνει τη γλώσσα και ο Θόδωρος μας διηγήθηκε αρκετές ιστορίες, για το θείο του Κώστα Κελλάρη, αδερφό της μάνας του, που ήταν αρειμάνιος τύπος, πολύ παλικάρι.
Μια φορά, τέτοια εποχή, που ρακοβγάζανε, την ώρα που άνοιξε το καζάνι στο αποστακτήριο (λακαριό), γλίστρησε και το πόδι του βούτηξε όλο μέσα στο βραστό μούστο. Έβγαλε τη γαλότζα που φορούσε και είδε το πόδι του να έχει γίνει όλο μια κόκκινη φουσκάλα, ένα έγκαυμα τρομερό. Όλοι κατατρόμαξαν, η γυναίκα του πάτησε τα κλάματα και του έλεγε να πάνε στο νοσοκομείο. Ο Kώστας ατάραχος ξανάβαλε τη γαλότζα και γύρισε προς τη γυναίκα του και είπε: "-Άσε τα κλέματα κι έχομ δλια να κάμομ, δεν τρως κόλλ’βα απ’ τούτο το πράμα, και μην παίρεν’ς θάρρος».
Μια άλλη φορά εργάζονταν ως οικοδόμοι, πατώνοντας με καλντερίμι το δρόμο στα Σβέρδια. Σε ένα τοίχο υπήρχε μια μασγαλότρυπα, μέσα στην οποία είχαν κάνει φωλιά πλήθος γαδαροσφήγκαρων, από αυτούς τους κόκκινους, που το τσίμπημά τους μπορεί να σε στείλει στο νοσοκομείο. Σημειωτέον ότι στα Σβέρδια αυτούς τους λένε μπάμπουρες, ενώ στην Ατσική μπάμπουρες λέμε αυτά τα μαύρα σκαθάρια που βγαίνουν τη νύχτα και είναι άκακα. Λοιπόν ο Κώστας ήθελε να χαλάσει τη φωλιά τους και να τους σκοτώσει ενώ οι άλλοι του έλεγαν ότι είναι τρελός, αφού αυτό είναι πολύ επικίνδυνο. Αυτός πήρε μια σκάλα, ανέβηκε ως το ύψος της τρύπας και όσοι σφήγκαροι είχαν βγεί έξω γύρω – γύρω απ’ την τρύπα και περπατούσαν πάνω στον τοίχο, βρήκαν το θάνατο απ’ τη χερούκλα του Κώστα που τους έλιωσε πάνω στο ντουβάρι. Μετά έχωσε το χέρι του μέσα στην τρύπα και με μια περιστροφική κίνηση έλιωσε και τους υπόλοιπους που ήταν μέσα. Όλο το συνεργείο είχε πιάσει τα ανάπλαγα και δεν πλησίαζε, ακόμα κι όταν τους είπε ότι τους σκότωσε όλους και δεν υπάρχει κίνδυνος και μάλιστα χωρίς να τον τσιμπήσει κανένας.
«-Άντε βρε κατουρλάδες κοντοζγώστε, τι φοβάστε τς μπαμπούρ, αυτοίν’ έναι μια σταλιά και σεις είστε κοτζάμ μορλάδες», τους είπε.
Μια φορά που κυνηγούσαν με κάποιον συγχωριανό, πετάχτηκε μπροστά τους ένας λαγός, ο συγχωριανός πυροβόλησε, ο λαγός τραυματίστηκε κάπως αλλά κουτσαίνοντας έτρεχε να φύγει. Ο άλλος πήγε να τον ξαναπυροβολήσει, αλλά ο Κώστας του έπιασε το χέρι και του είπε: «-Άστον, μη χαρνάς χαρτούτσα, θα τον πιάσω στο τρέξμο».
Τα παλιά χρόνια, τα ρούχα ήταν υφαντά και χειροποίητα. Του έφτιαξε λοιπόν η γυναίκα του ένα παντελόνι από ύφασμα που είχε φτιάξει στον αργαλειό (Λημνιακά, λάκκο). Από λάθος, ξέχασε το βελόνι καρφωμένο σε κάποιο σημείο του μπατζακιού. Ο Κώστας στο πανηγύρι έβαλε το καινούργιο το παντελόνι και το βράδυ στο χορό (ήταν δεινός χορευτής), αισθάνθηκε το τσίμπημα του βελονιού, αλλά πάνω στην έξαψη του γλεντιού δεν έδωσε σημασία. Μετά οχτώ μήνες, κάτι τον ενοχλούσε στους όρχεις του. Ξύνοντάς τους, ανακάλυψε το βελόνι, που πρόβαλε από το δέρμα. Ατάραχος το τράβηξε και είπε: «Α, ήξερες ότι σε είχα γραμμένο στ’ αρχίδια μ’, γι’ αυτό τα επισκέφκιες, ε;».
Άλλη ιστορία. Την περίοδο των Χριστουγέννων, που έσφαζαν τα γουρούνια, είχε μαζευτεί η παρέα του στο σπίτι του, πέντε – έξι άτομα για να τον βοηθήσουν στο σφάξιμο του δικού του γουρουνιού. Αυτός ήταν σε άλλο σπίτι, όπου είχε σφάξει άλλο γουρούνι και τον περίμεναν από στιγμή σε στιγμή, πίνοντας ρακί. Αυτός όταν τελείωσε στο άλλο σπίτι, ερχόμενος στο δικό του, βρήκε το γουρούνι να κοιμάται, ένα τέρας εκατόν πενήντα οκάδες. Με μια κίνηση αστραπή του πήρε το κεφάλι, εκεί που θα χρειάζονταν πολλοί άντρες για να το ακινητοποιήσουν. Μπήκε μέσα με το κεφάλι του χοίρου, που το κρατούσε από το αυτί και είπε. «-Ε, τι κάθεστε και πίντε, έχομ δλια να δγιούμε, να ξεσάσομ το γουρτζέλ’ που έσφαξα».
Κάποτε με άλλους δυο είχαν κλέψει από ένα πλούσιο της εποχής εκείνης, χρυσές λίρες. Σημειωτέον ότι η κλεψιά τα παλιά χρόνια στη Λήμνο ήταν ένδειξη θάρρους και παλικαριάς. Μάλιστα αν γινόταν κάποια προξενιά, ο μέλλων γαμπρός για να θεωρείται αξιόλογος έπρεπε να είναι κλέφτης. Η παροιμιώδης φράση «Καλό παιδί, δε λέγω, αλλά δεν ακούστκεν ακόμα» σημαίνει ότι ναι μεν ο γαμπρός ήταν καλός, αλλά αφού δεν είχε βγάλει τη φήμη κλέφτη ακόμα, είχαν τις επιφυλάξεις τους. Είχαν κλέψει λοιπόν λίρες, αλλά κουβέντα στην κουβέντα, το πράγμα μαθεύτηκε, τους άρπαξε και τους τρεις η αστυνομία και άρχισε ο ξυλοδαρμός. Οι άλλοι δυο μετά από κάμποσα μπερντάχια, ομολόγησαν. Αυτός τίποτα. Τον λιάνισαν, αυτός τίποτα. Του λέει ο νωματάρχης: «-Δεν είναι κρίμα κι άδικο να τρως τόσο ξύλο τζάμπα και βερεσέ; Αφού τα ξέρουμε όλα. Μαρτύρησε να τελειώνουμε». «-Όχι δεν μαρτυρώ», είπε ο Κώστας. Του λέει ο νωματάρχης: «Τότε θα σε χτυπούμε συνέχεια, μέχρι να μαρτυρήσεις». Του λέει ο Κώστας: «-Λάθος καπετάνιο, θα με χτυπάτε μέχρι να κουραστείτε ή μέχρι να με σκοτώστε, οχ’ μέχρι να μαρτυρήσω, γιατί εγώ δε θα μαρτυρήσω ποτές».




Η πλατεία της Ατσικής Λήμνου

Δεν υπάρχουν σχόλια: