Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2009

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΛΗΜΝΟΥ (Γ) - Παναγιώτης Χαρκότσικας ή Κουκουές

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΛΗΜΝΟΥ (Γ)

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Παναγιώτης Χαρκότσικας ή Κουκουές


Με λύπησε πολύ ο θάνατος ενός καλού γείτονα, στο πατρικό μου σπίτι στη Λήμνο, του Παναγιώτη Χαρκότσικα ή Κουκουέ. Τα καλύτερα μνημόσυνα γίνονται με καλή παρέα και ουζάκι. Έτσι είπαμε μερικές ιστορίες για τον Παναγιώτη.
Ο Παναγιώτης συστηνόταν συνήθως ως κουκουές και όχι ως Χαρκότσικας. Κάποτε, τα δύσκολα χρόνια, του είχε στείλει από την Αμερική ένας συγγενής του ένα κόκκινο μάλλινο πουλόβερ και ο Παναγιώτης το φορούσε όλο καμάρι. Ο νωματάρχης της Ατσικής, ας μην πούμε το όνομά του αφού είναι και πεθαμένος τώρα, του είπε να μην το ξαναβάλει, επειδή ο Παναγιώτης ήταν αριστερός και υποτίθεται αυτό συμβόλιζε κάτι. Ο Παναγιώτης δεν το έβγαλε και κυκλοφορούσε μ’ αυτό κάθε μέρα. Μια Κυριακή που έκανε βόλτα στον Καρπασινόδρομο με τη γυναίκα του ο νωματάρχης, η οποία ήταν πολύ νεότερή του, ωραία και έβαφε κατακόκκινα τα χείλη της, συνάντησαν τον Παναγιώτη. «-Γιατί δεν έβγαλες το πουλόβερ που σου είπα;» του είπε ο νωματάρχης». «-Γιατί να το βγάλω;» είπε ο Παναγιώτης. «-Έτσι, δεν μου αρέσει το κόκκινο χρώμα» «-Τότε καπετάνιο να πεις στη γ’ναίκα σ’ να μη βαφ κόκκ’να τα χείλια τς. Τότε θα το βγάλω κι εγώ».
Τα μετεμφυλιακά χρόνια για να γλυτώσει το ξύλο, που έπεφτε συχνότατα από την αστυνομία σκέφτηκε να γίνει παπάς. Σου λέει, τι διάλο, τους παπάδες δεν τους δέρνουν. Πήγε στο δεσπότη και του είπε την επιθυμία του. Ο δεσπότης τον ρώτησε το όνομά του, από ποιο χωριό είναι, αν ξέρει γράμματα, αν έχει καλή φωνή, κι αν είναι καλός χριστιανός. Ο Παναγιώτης σε όλα είπε ναι. Ο δεσπότης του είπε να έρθει σε λίγες μέρες να πάρει την απάντηση. Πήγε σε καμιά βδομάδα ο Παναγιώτης και ρώτησε πια είναι η απάντηση του δεσπότη. Ο δεσπότης του έριξε όλο θυμό μια κλωτσιά και του λέει, να η απάντησή μου. «-Γιατί δεσπότημ με κλωτσάς;» του λέει ο Παναγιώτης. «Γιατί βρε δε μου είπες ότι είσαι κουμουνιστής;» απάντησε ο δεσπότης. «-Γιατί μαθέ με ρώτ’σες, και δε στο είπα; Σε οτ’ με ρώτ’σες σε απάντ’σα. Εγώ δε ντο έχω κρυφό». «-Φύγε από δω γιατί θα φας κι άλλη κλωτσιά» του λέει ο δεσπότης. Και ο Παναγιώτης του απάντησε: «Εγώ δεσπότημ ήρτα να γίνω παπάς για να γλυτώσω το ξύλο. Αν έναι να με δέρεν’ς εσύ, φέγνω. Άσε που τέτοια κλωτσούκλα μόνε οι Γερμανοί ρίχταν, οι χωροφυλάκ’ κλωτσούνε πιο μαλακά».
Ο Σάββας ο Κριαρής έχει ένα χωράφι δίπλα στην καφετέρια «Λεμονιά» και απέναντι από το σπίτι του Παναγιώτη. Το είχε σπείρει σιτάρι και κατά την άνοιξη, έβλεπε τον Παναγιώτη κάθε πρωί να περπατά μέσα στο χωράφι. «Μα τι κάνεις βρε γείτονα κάθε πρωί μέσα στο χωράφι;» του είπε μια μέρα. «Βγάζω το μεροκάματο μ’» είπε ο Παναγιώτης. «Δηλαδή;» λέει ο Σάββας. «Να, ήλεγα να μη στο πω, αλλά μαθέ θκο σ’ χωράφ έναι, δικαιούσαι και συ βιδάνιο απ’ τα γαμσάτκα. Έρχεντεν τ’ νύχτα από δίπλα απ’ τ’ γκαφετέρια ζευγαράκια και βγάζνε τα μάτια τς μες στο σταρ. Ε, όπως ψάχνεντεν να βρούνε τα προφυλακτικά, ή όπως κατβάζνε τα παντελόνια, τς πέφτνε και φράγκα. Να για δγιε, κοντά σε μια κ’λίστεργια βρήκα ένα πεντοχίλιαρο».
Άλλη μια φορά, όταν ήταν πολύ νέος, ερχόταν απ’ το Κατάλακκο και ψώνιζε στο μπακάλικο του συχωρεμένου Κ.Β. ο οποίος ήταν του «Λαϊκού Κόμματος». Ο Παναγιώτης είχε ζευγάρι, δούλευε, χρειαζόταν πολλά πράγματα και ήταν καλός πελάτης. Ο Κ.Β τον ήξερε ως Παναγιώτη Χαρκότσικα και όχι με το παρατσούκλι του, που τότε δεν ήταν κουκουές, αλλά «περδίκος» επειδή το βάδισμά του ήταν γρήγορο σαν την πέρδικα. Ήξερε όμως ότι υπήρχε ένας περδίκος από το Κατάλακκο, αριστερός. Πλησίαζαν εκλογές και κατέβηκε ο Παναγιώτης να ψωνίσει. Ο Κ.Β. που τον είχε για δεξιό, αφού ήταν πελάτης που άφηνε πολλά λεφτά, του λέει: «Πώς πάνε τα πράματα Παναγιώτη στο Κατάλακκο; Αυτός ο ελεεινός ο περδίκος θα μας κάνει ζημιά;» «-Τον ξέρς κυρ Κώστα τον περδίκο;» «-Ούτε τον ξέρω ούτε θέλω να τον μάθω». «-Εγώ είμαι». Και ο Κ.Β. απάντησε: «Ε, άμα είσαι εσύ αλλάζ το πράμα, να έρχεσαι να ψωνίγ’ς Παναγιώτ, κι ας μη μας ψηφίζεις».
Κατά τον αλωνισμό, όλοι φρόντιζαν να παίρνουν γρήγορα τα τσουβάλια με το σιτάρι από το χωράφι, γιατί αν νυχτιάζονταν και δεν τα μάζευαν, το πρωί μπορεί να είχαν κάνει φτερά. Ο Παναγιώτης δεν νοιαζόταν και τα άφηνε μέσα στο χωράφι και μια και δυο νύχτες. Όταν τον ρώτησαν πώς και δεν φοβάται μην του τα κλέψουν είπε: «-Αμ έναι η μπογιά». «-Δηλαδή;», τον ρώτησαν. Και απαντά ο Παναγιώτης: «Κάθα τέτοια εποχή αγοράζω ένα κουτούδ κόκκιν’ μπογιά και γράφω πα στα τσβάλια ΚΚΕ. Ποιος να τα πλησιάσ; Σκέβεται ότι άμα τον πιάσνε, ή θα πει ότι έναι κουμουνιστής, ή ότι έναι κλεφτ’ς. Γι’ αυτό δε ντα πειράζνε».
Το παρακάτω κείμενο, αυθεντική διήγηση του Παναγιώτη, το είχα δημοσιεύσει το 2002 στην εφημερίδα «Η φωνή της Ατσικής». Απολαύστε γνήσια Λημνιακή γλώσσα και γνήσιο Λημνιακό πνεύμα.

ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΜΟΥ ΕΔΩΣΑΝ….ΛΗΜΝΙΑΚΗ

Το μούχλιο ψωμί κάμεν’ μστάκια

Διηγείται ο εκ Καταλάκκου Παναγιώτης Χαρκότσικας ή Κουκουές

(Στην αυλή του πατρικού μου σπιτιού, πίνοντας καφεδάκι)
Μμμμ, καλό το καφεδέλ’. Κυρά Ευτυχία, δγιε μπορεί να είμαι έγκυος, γι’ αυτό δωμ ένα σύκο να πω και τ’ χρον, το σκαρούδ παγαίν’ με το καφεδέλ’. Τα χρόνια π’ σώσαμ πρεπ να μην αντρέπεται ο άθρωπος πρεπ να το γλιαρέβ το κάθε πράμα, να μη τς το λένε μαθέ. Μόνε φοβούμαι μη λ’μπίσω μαθέ σα ντο στραβοκούρναρο και σας ξανάρτω. Τι, άμα θέλω να πω κι ένα τραγούδ; Θέλω τζάνουμ γιατί να μη θέλω, τραγούδ έναι δεν έναι γκιζντάν’. Ακούτε:

«Άντε σαν τα μάρμαρα της Πόλης
αμάν αμάν
άντε πούναι στην Αγιά Σοφιά
έτσι τάχεις περμπλεμένα
αμάν αμάν
άντε μάτια φρύδια και μαλλιά.
Αντε αποφάσισα να γίνω
αμάν αμάν
άντε στην Πόλη μουντεντές
νάρχονται να προσκυνούνε
αμάν αμάν
Τουρκοπούλες και Ρωμιές.

Κι άλλο ένα.

«Καρόφαλο Καταλακκ΄νό
σαν ανοιξιάτικο ζουμπούλ’
πρώτα σ’αγάπομνε κρυφά
τώρα το μάθαν ουλ’.

Θε μου του Καταλάκκου τα βουνά
Θε μου χαμήλωσέ τα
να διω τα μάτια π’ αγαπώ
και πάλε αψήλωσέ τα».

Εγώ λέγω με το μλιανό μ, ότι όσεν’ τραγδούνε έναι ξεγυρζμέν’ αθρώπ. Σήμερα οι γι’ αθρώπ έναι άσυρτ, δε ντραγδούνε εύκολα, για ν αρχίσνε θέλνε γερό γαργάλ’μα. Μπορεί μαθέ να τς πούνε και γεβεντ’ζμέν’. Μπορεί ν ακούσεις: « Μπρε σνάντ’ζμα κειος ο γεβεντζμένος» (γέλια). Άστεν’ κι ας λένε. Οποιος τραγδεί έναι αϊνατζής. «Για δγιέτε τον αϊνατζή, πα’ στο καρόφαλλο πατεί» (τραγουδώντας). Ας έναι δα…
Πήγα και πήρα που λέτε κομάτ ψωμί απ ντ μπλατέα, λίγο τρώμε, αλλά χρειγιάζεται. Λέγω γέρος γέρος, αλλά πήγα κι ήρτα σα ντο πλι. Απανέκαθε ήμνα γλήγορος στα ποδάρια, όπως ούλο μας το σόγ’. Εχω κι ένα αδερφό στς Σαρδές π’ τον παρανομοιάζνε πέρτκο ή περδίκο, γιατί παλιά τς Παναγιάς σαλτέρναν και κειος έκαμνε μεγάλ’ σαλταριά όπως ντ πέρτκα. Απ’ κειον με βγάλαν και μένα περδίκο. Ετς και γω πδω σα ντο μπαλιοπέτερνα κι ας σκ’λογέρασα κιόλα. Τώρα φορούμε και πατούμενα, παλιά ήνταν αξπολ’ταρία, τα ποδάρια μας είχαν πετσώσ’ από κατ αφού πορπατούσαμ πα στς αστιβές. Πήγα που λέτε και πήρα άσπρο ψωμί γιατί η κλια γίν’κε τζιτζλόμκια. Παλιά τρώγαμ κατ κθαρένια παξμάδια απ κεια που τα τρώγαν οι γαδάρ κι αγγαρίζαν και δε μας κόλλιε ψόφος. Ή κατ μούχλιες σκίζες που τς βάζαμ πρώτα πα στα κεραμίδια να ξεραθούνε κι είχαν απάν τόσεν’ μούχλα σα ντ γκερασολέν’. Τς βρέχαμ και τς κοπανούσαμ, άμα είχαμ και σαλαμούρα, ταμάμ. Παλιά τρώγαμ τέσσερς βολές τ’ μέρα και πάλε χωνεύαμ, σήμερα τρώμε τρεις βολές και φσκώνομ σα ντα νταβούλια. Το ψωμί το λέγαμ δράξμο. Τρώγαμ που λέτε το ταχ’νό κολατσό, το μεσμέρ στο σταλό ξανατρώγαμ, στο ξεσταλό ξανατρώγαμ και το βράδ ξανατρώγαμ. Τέσσερς δε μας κάμνε; Τρώγαμ και σαρδέλα τούτο το γκαιρό, μη ντα ρωτάς τι σαρδέλα τρώγαμ, τώρα οι αθρώπ δε θέλνε να ντ δγιούνε. Αλλά τραβούσαμ κθαρ μες απ τς αντραγίδες που πήγαινε καπνός. Τη δλεια που κάμναμ άμα ντ πούμε σε τούτεν’ τς τωρνοί, οχ’ να ντ γκάμνε, μόνε να τς ντ πούμε, θα τα γεμόσνε τα βρακιά τς. Τώρα οι αθρώπ δε δλεύνε, έναι μασκαράδες. Αθρώπ που έναι σα ντα μλάρια και σε λεγ’ πονώ η καρδιάμ και πονώ ο κώλοζεμ και να συντάξεις ψέφτκιες και κειος κι η γ’ναίκα τ. Και τ’ μπληρών’νε οι αλλ’ τ’ νυφ. Αυτό έναι το κουμπί. Γαμιέται με το συμπάθειο η παπαδιά και τα πλερών’ η χώρα. Ας έναι δα…
Λέγαμ για το ψωμί. Μια βολά ζύμωνε η μάνα μ. Μανά, λέγω, πείνασα. Με λεγ’ πήδα. Μανά τς ξαναλέγω, πνω. Μπάντεξε με λεγ’ αγορούδεμ σε κομάτ θα κάμω κλικ’ να φας. Τς λέγω, δε βαστώ, πνω. Να, με λεγ’, μες στο ντουλάπ εχ’ ψωμί, φάγε. Μπρε μάνα μαθέ, τς λέγω, έναι μούχλιο. Άμα έναι μούχλιο αγορούδεμ θα καμς και μστάκια, να το φας. Έφαγα καμπόσεν’ μούχλα, ήπια και Καταλακκ’νό νερό, έχω μστάκια; Πιάνω με το χέρεμ, τίποτα. Ωχ ψευτιά. Πάγω πα στο φούρνο που ήνταν η μάνα μ, λέγω ψέμματα με είπες. Τι λες αγόρεμ, για δγιε τι όμορφα μστάκια που έκαμες. Πάγω και γω να δγιω στο γκατρέφτ, ανεβαίνω πα στο γκαναπέ για να φτάσω, η μάνα μ’ είχε δεκεί τα ψωμιά για ν ανεβούνε, χώντεν τα ποδάρια μ’ μέσα, τα τσαλαπάτ’σα. Αφού άναψε η μάνα μ’ το φούρνο έρχεται να παρ τα ψωμιά, τι να δγει. Α βρε πρωτοδαίμονα τι μ έκαμες, παίρεν το φουρνοκόνταρο και με καθίζ στο ρεντίδ. Και συ να μη με ήλεγες ψευτιές π’ θα βγάλω μστάκια τς λέγω. Α!!.





Παναγιώτης Χαρκότσικας ή κουκουές ή περδίκος.
Ένας καλός άνθρωπος. Ένας θυμόσοφος, που ανεμίζει τις παντιέρες του, κατακόκκινες σαν το αίμα του. Με χιούμορ που σπάει κόκκαλα, με καλοσύνη αγίου, με απλότητα παιδιού. Που τραγουδά για την Αγιασοφιά, αλλά και για το αγαπημένο του χωριό, το Κατάλακκο. Έχε γεια Παναγιώτη.

Δεν υπάρχουν σχόλια: