Τρίτη, 27 Αυγούστου 2013

«Λήμνος: 1912 – 2012. Εκατό χρόνια ελευθερίας και προόδου» Συγγραφέας: Αριστείδης Τσοτρούδης

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

 

Ο Λήμνιος συγγραφέας Αριστείδης Τσοτρούδης με το τέταρτο βιβλίο του μας καταπλήσσει ξανά, χωρίς όμως τώρα πλέον να μας εκπλήσσει. Πιστός στη θεματογραφία του, τη νεότερη ιστορία της Λήμνου, παρουσιάζει κατά χρονολογική τάξη τα κυριότερα γεγονότα που απασχόλησαν τη Λημνιακή κοινή γνώμη όπως αυτά αποτυπώθηκαν στον τοπικό τύπο. Αυτή τη φορά δε μιλούν διά ζώσης οι  άνθρωποι που συνάντησε και κατέθεσαν τις μαρτυρίες τους, όπως σε προηγούμενα βιβλία του, αλλά οι εφημερίδες της Λήμνου, από την απελευθέρωσή της το 1912 έως το 1963 περίπου.  Όλα τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα που έζησε η Ελλάδα στον πολυτάραχο εικοστό αιώνα περνούν μπροστά από τα μάτια μας, αλλά όπως τα βίωσαν οι συμπατριώτες μας Λήμνιοι. Η απελευθέρωση της Λήμνου, η διαχρονική λατρεία των Λημνιών προς το Βενιζέλο, τον Κουντουριώτη και το σύμβολο της ελευθερίας το θωρηκτό Αβέρωφ, ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος, οι Ρώσοι πρόσφυγες στη Λήμνο και η δυστυχία που βίωσαν, οι επιδημίες της ισπανικής γρίπης, εξανθηματικού τύφου, διφθερίτιδος, οι πρόσφυγες της Μικρασιατικής καταστροφής στη Λήμνο, το τάγμα Λήμνου, τα μεταναστευτικά κύματα προς το εξωτερικό,  ο εληνοϊταλικός πόλεμος, η κατοχή.

Μαζί τα τοπικά συμβάντα, οι πάσης φύσεως κοινωνικές, πολιτικές, στρατιωτικές, κλπ δράσεις των Λημνίων προγόνων μας. Πληθώρα γεγονότων που απασχόλησαν τις τοπικές κοινωνίες των χωριών: Έρανοι για ενίσχυση προσφύγων, ένας γάμος που τον διέλυσε προσωρινά μια νεροποντή, μια πλημμύρα που έπνιξε ζώα και καλλιέργειες, τα πρώτα  τροχαία ατυχήματα ακόμα και με κάρα, οι δυσκολίες για έκδοση πιστοποιητικών θανάτου, ένας δαιμόνιος αρχικλέφτης δεκαεφτά ετών στην Ατσική που έκλεψε ακόμα και τη στολή του καπετάνιου στο καράβι που τον μετέφερε, η συγκινητική συνδρομή των ξενιτεμένων Λημνιών μέσω των οργανώσεών τους… Μικρά κατά κανόνα δημοσιογραφικά κείμενα, μικρές ιστορίες, κρίκοι ενός παζλ, γιγαντιαίου και ως προς τη σημασία του και ως προς το μυθικό του φορτίο. Πλήθος προσώπων, «επίσημων» και «ανεπίσημων», πλήθος γνωστών ονομάτων, που το καθένα άφησε το στίγμα του, μεγάλο ή μικρό, στην τοπική ιστορία. Πρόσωπα, ψηφίδες ενός συναρπαστικού μικρού σύμπαντος. Ψηφίδες αναγνωστικής παραμυθίας, ελέω Τσοτρούδη. Πρόσωπα, που κατά πάσαν πιθανότητα, δεν κοινώνησαν εν ζωή την τεράστια ουσία της παρουσίας τους. Τα ονόματα γνωστά, οι πρωταγωνιστές απόντες πια.

Όλα αλλάζουν με το χρόνο, το μόνο σταθερό η τρωτότητα της ύπαρξης. Μένει η μνήμη. Και οι φωτογραφίες. Και τα έργα του μόχθου του ανθρώπου, είτε παρηκμασμένα και γερασμένα, είτε ακόμα αγέρωχα παρά την ηλικία τους. Τα σχολεία, οι εκκλησίες, τα ηρώα, το νοσοκομείο, το γυμνάσιο, το μουσείο, οι δρόμοι, τα υδραγωγεία, οι γεωτρήσεις, τα κοινοτικά έργα, τα λιμάνια, ο ηλεκτροφωτισμός, τα πρώτα τηλέφωνα, οι συνεταιρισμοί, η φιλαρμονική, το ταχυδρομείο, τα πρώτα αυτοκίνητα, τα πρώτα τρακτέρ, τα πηγάδια, οι αναδασώσεις, η βαμβακοκαλλιέργεια, η πατόζα… Η πατόζα. Τι να λέει άραγε σε κάποιον  της νέας γενιάς; Σε κάποιον που δεν είδε τον πατέρα του να θερίζει, που δεν έκοψε το δάχτυλό του παριστάνοντας το θεριστή ως παιδί, που δεν κουβάλησε δεμάτια με το γαϊδουράκι, που δεν είδε τις θυμωνιές, που δεν έζησε την κοσμογονία του αλωνισμού, που δεν μύρισε τη μυρωδιά του άχυρου, ή που αυτό δεν μπήκε μέσα στα μάτια του κατά το σάκκιασμα; Τι να λέει η παράθεση των τόνων της γεωργικής παραγωγής του μπαμπακιού, του σταριού, των σταφυλιών των οσπρίων κλπ, σε κάποιον που δεν έζησε την αγωνία των γονιών του, όταν κατά το Δεκέμβριο είχε τελειώσει το σιτάρι και δεν είχαν αλεύρι να ζυμώσει η μάνα του για το ψωμί της εβδομάδας; Ένα μυστικό αόρατο νήμα θαρρείς συνδέει σχεδόν κάθε αναφορά με τον αναγνώστη, ιδίως αυτόν που έχει κάποια ηλικία, ένα νήμα που πυροδοτεί συνειρμούς και ξυπνά μνήμες. Μνήμες που σε αποθέτουν με τρυφερότητα στην κοσμογονική πολυσημία της παιδικής  ηλικίας, ή μνήμες που γίνονται ορμητικό ποτάμι, που σε παρασύρει και σε ξεβράζει σε θυσιαστικούς πλην σωτήριους ψυχικά εσωτερικούς διαύλους.

Θα ήθελα να ξέρω αν το αγκίστρι με το λαχταριστό δόλωμα που με τη μαεστρία δεινού ψαρά μας έριξε ο Τσοτρούδης, που τσιμπήσαμε όλοι εμείς που ζήσαμε και την παλιά «αγροτική» περίοδο της Λήμνου, θα ήθελα να ξέρω αν πιάνει και στους νεότερους. Ελπίζω ότι πιάνει, αν και δεν το πιστεύω. Το βιβλίο  το φαντάζομαι σαν ένα χρυσωρυχείο, πλην με πεσμένες τις καμάρες του. Άλλοι είναι εγκλωβισμένοι μέσα για πάντα κι άλλοι που είναι έξω, δεν μπορούν να εισδύσουν.

Η χρήση του πολυτονικού σε όλο το βιβλίο, ακολουθώντας τα δημοσιογραφικά κείμενα, τα οποία όπως είναι αναμενόμενο είναι γραμμένα σε καθαρεύουσα προσδίδει στο έργο μια πατίνα με αχλύ παλαιική. Στη χρονική άλυσσο της ιστορίας, η γλώσσα έχει τους δικούς της δείκτες και τους δικούς της σταθμούς. Γλώσσα που μερικές φορές ο παράφορος τόνος της διαποτίζει όλο το κείμενο. Κείμενα συχνά υψηλού επιπέδου, με λογοτεχνική ποιότητα, με το θείο δώρο του ύφους, από  γραφιάδες που δεν είχαν σαν επάγγελμα τη δημοσιογραφία, που ήξεραν όμως «καλά γράμματα», πραγματικούς εραστές της τέχνης όπως σημαίνει η λέξη ερασιτέχνης κι όχι «καμποτίνος», όπως κατάντησε συχνά να σημαίνει σήμερα.

Εκατοντάδες ασπρόμαυρες φωτογραφίες πλουμίζουν το βιβλίο. Παλιές ασπρόμαυρες φωτογραφίες,  εικόνες ανθρώπων, τοπίων, καταστάσεων. Μια θαυματουργική μίξη φωτός και σκότους. Σαν την αέναη πάλη σκότους και φωτός, θανάτου και ζωής. Σαν να μας επισκέπτεται το φως. Η μνήμη παίρνει φως κι όλα καταλήγουν να είναι μύθοι του πραγματικού. Φωτογραφίες που αργάστηκαν απ’ το χρόνο και έγιναν ώριμες για τη μυθολογική τους δράση και την ποιητική τους αποστολή. Φωτογραφίες με την ιστορικότητά τους, που αναπαριστούν κάτι παραπάνω από αυτό που λένε ότι αναπαριστούν. Ασπρόμαυρες φωτογραφίες με τα υπέροχα μυστικά τους.

Όταν στις μέρες μας είναι δύσκολο να βάλεις ακόμα και μια πέτρα πάνω στην άλλη, προκαλεί κατάπληξη η δημιουργία  τόσων έργων μεγάλης κλιμακας, για τα δεδομένα της εποχής και την ανείπωτη πενία αυτών των τυραννισμένων ανθρώπων.  Αυτά τα έργα δεν συντελέστηκαν εν μια νυκτί, ούτε στάλθηκαν εξ ουρανού, αλλά στήθηκαν με υπερπροσπάθεια, επίπονη εργασία και γαλαντομία. Μέσα σε «τοπία» συχνά ολικής καταστροφής και ολέθρου αναδύονται στιγμές ανθρωπιάς, αυτοθυσίας, αλληλεγγύης και ζηλευτής συλλογικότητας.  

Ο συγγραφέας συνειδητά δεν περιλαμβάνει στο βιβλίο σκοτεινές ιστορικές περιόδους όπως τον εμφύλιο και τα διχαστικά μετεμφυλιοπολεμικά έτη, τη δικτατορία των συνταγματαρχών, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, το κυνηγητό των ηττημένων από τους νικητές, τις μισαλλόδοξες κραυγές που αποτυπώνονταν και στον τύπο, τις «δηλώσεις εθνικοφροσύνης» που γέμιζαν τα φύλλα των τοπικών εφημερίδων, που επιβάλλονταν εκβιαστικά από «νωματάρχες αυτοκράτορες» και διαβάζονταν από τον παπά στην εκκλησία. Δεν θέλει να ξύσει πληγές, δεν θέλει να στενοχωρήσει ανθρώπους. Θεωρεί ότι είναι νωρίς ακόμα για να αγγίξει κανείς τέτοια θέματα. Η έμφυτη καλοκαγαθία και ευγένεια που διακρίνει τον Τσοτρούδη, αυτόν τον πνευματικό μοναχικό διανοητή με την αθωότητα και καρδιά μικρού παιδιού, δεν του επέτρεψε να παρουσιάσει αυτό το υλικό, παρ’ όλο που το είχε στη διάθεσή του, όπως είμαι σε θέση να γνωρίζω. Ίσως να έχει δίκιο. Ίσως κάποιος ιστορικός ερευνητής στο μέλλον να το κάνει.

Στην εποχή που μεσουρανεί το εθνικό μας χάλι, στην εποχή της έσχατης κατάντιας, όχι τόσο οικονομικής αν κι έτσι θεωρείται, όσο πνευματικής και ηθικής, ας κάνει ο καθένας μας το καλύτερο που μπορεί να κάνει, μήπως και ξεκολλήσουμε. Ο Τσοτρούδης το κάνει. Και το κάνει καλά. Ποιεί έργο μέγα. Μνημονεύει τους αμνημόνευτους. Ποιος θα τους ανέσυρε απ’ τη λήθη; Ποιος θα τους άναβε το χρωστούμενο κερί; Ποιος ήταν διαθέσιμος να κάνει το σιτάρι κόλλυβα; Ποιος ο εκλεκτός; Αυτός που τους σκεφτόταν και τους καταλάβαινε. Αυτός που είναι ταγμένος για τα πέραν της καθημερινής βιωτής. Ο ξωπαρμένος και παράταιρος με τη σημερινή πεζότητα και ευτέλεια.

Η Λήμνος έχει τον ιστορικό της. Στα χνάρια του άλλου μεγάλου, Θεόδωρου Μπελίτσου.

Αριστείδη Τσοτρούδη σε ευχαριστούμε από βάθους καρδίας γι’ αυτή τη μυσταγωγική μέθεξη. Χωρίς άλλα λόγια: Άξιος.   

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: