Τρίτη, 27 Αυγούστου 2013

Νυχτερινή έφοδος

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

 
Στα σημερινά «πολιτικά σεμινάρια» ο Λήμνιος πολιτικός αναλυτής κυρ Μενελής Λεμπέσαρος σχολιάζει τις νυχτερινές εφόδους του υπουργού υγείας στα νοσοκομεία. Στις ερωτήσεις ο δημοσιογράφος κυρ Γιώργαρος Πουρπουργιανός.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Καλώς ήρτες κυρ Μενέλου. Τι γνωμ εχ’ς για του γκαινούργιου υπουργό τς υγείας τουν κυρ Άδουνη;

ΜΕΝΕΛΗΣ: Ματζουράνα στου πουτήρ, γάδαρους στου παναθύρ.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Α, αρχινήσαμ τς παροιμιές; Τι θα πει τούτου πάλε.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Θα πει λουλάτο πράμα κι παράξενο, αυτό θα πει.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Γιατί του λες; Κι δυναμερός έναι, κι νέους έναι, κι άφουβους έναι.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Σεβνταλής κι αγγριζμένους, σα πλαράς μπας κιφλεντ’ζμένους, στου μλιανό αγανουμπλεμένους. Κι ένα χρουνιάρκου γάδαρου που έχου, έναι κι τα τρίγια που είπες, αλλά δε ντουν έκαμα κι υπουργό.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Δεν αντρέπεσαι να λες τουν υπουργό γάδαρου;

ΜΕΝΕΛΗΣ:  Δέχα, εγώ δεν είπα κανένα ότι έναι γάδαρους, είτε έναι υπουργός, είτε έναι άθρουπους.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Είδες που κάμεν’ έφουδου νυχτιάτκα στα νουσουκουμεία;

ΜΕΝΕΛΗΣ: Γιατί μαθέ ιπιλουχίας έναι, γή τουν έπιασε πουνόκοιλους;

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Παγαίν’ να δγει άμα οι γιατροί έναι δεκεί ή τν έχνε κουπανήσ’.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Κι τι διαπίστουσε ου κυρ Άγ’δουνης;

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Δεκεί ήνταν, αλλά λεγ’ ότι θα συνεχίσ’ τς έφουδ. Κι δε ντουν λένε Άγ’δουνη, αλλά Άδουνη.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Άγ’δουνη τουν λένε, προυέρχεται απ’ του αγ’δόν’, γιατί ούλου κιλαγ’δά σα ντου αγ’δόν’, αγκαί ακούγιται σα μαυρουκούρναρους κι βαρταλαλεί κι αγγαρίζ σα γαδαρούκλικας. Α σε πω κι μια ιστουρία. Πήγε λεγ’ ου Άγ’δουνης να καμ έφουδο σε ένα νουσουκουμείου ένα βραδ. Απ’ τ’ φούρια που είχε έκαμε λάθους κι μπήκε μέσα σε μια αν’χτή πόρτα, αλλά τούτου ήνταν του σπιτ ενούς γιατρού, που ήνταν δίπλα στου νουσουκουμείου. Μπρουβάλ’ μια γ’ναίκα, που ήνταν η γ’ναίκα τ’ γιατρού, αλλά ου Άγ’δουνης νόμζεν ότι ήνταν υπάλληλους. «Εδώ έναι ο γιατρός;», ρουτά. «Οχ, φευγάτους έναι. Οχτώ φορές το μήνα λειπ», λεγ’ η γ’ναίκα. «Αυτό θα αλλάξ, θα τουν κάμου εγώ να μην ξαναφύγ’» λεγ’ ου Άγ’δουνης. «Μπράβο κύριε, να σχουρεθούν τα πεθαμένα σ’. Ουχτώ φουρές του μήνα εφημερεύ’ δίπλα στου νουσουκουμείου, κι πλερώνεται μόνε τς τέσσερς, αφού κειος ου ψχουβραζμένους ου υπουργός δε πλερών’, γιατί λένε ξιπιρνούνε του πλαφόν».  Κατάλαβες κυρ Γιώργαρε; Έφουδου πρεπ να καμ ου κυρ Άγ’δουνης στου υπουργείου, που κλεβ τα φράγκα απ’ τς αθρώπ που δλεύνε. 

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Λέγε οτ’ θελ’ς. Ου κυρ Άδουνης δε ντου βαζ κατ.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Έμαθε ου λουλός τ’ μπόρτα κι ου σκύλους του χασάπ.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Ου κυρ Άδουνης θα τς ταχτουποιήσ’

ΜΕΝΕΛΗΣ:  Ναι, θεέμ’ κάμε με λουλό να με φοβούντεν ουλ’.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Οτ’ κι να λες, ου κυρ Άδουνης θα ιπιμέν’.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Πήκαν το λουλό να χεσ’ κι  κειος έχεσε και τάφαγε.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Θα παγαίν’ στα άξαφνα κι δε θα τουν γνουρίζνε.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Οι λουλοί δε θέλνε κδούνια, γνωρίζντεν μοναχοί τς. «Γάδαρος εν ου γάδαρους, άμα φουρεί κι σέλα, γριγιά δεν ομουρφίζεται, δε γίνεται κουπέλα».

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Γω ξέρου ότι όντας παγαίν’ στου νουσουκουμείου τον καλοδέχ’ντεν.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Τον κερνούνε και γαζουζούδα, που εσύ δε με κερνάς;  Μπας κι τα κουτσουπίν.νε κι με τς γιατροί; Τώρα με ήρτε ραστ αλλ’ μια ιστουριούδα. Πήγε ένας λουχίας να καμ έφουδου σε μια σκουπιά. Αφού τν έκαμε, βγαζ το όπλο κι λεγ’ στου σκοπό που ήθελε να τουν καμ καψών, να κατουρήσ’ μες στου κράνους κι να τα πιει. Ου σκουπός φοβήθκε, κατούρσεν και ήπιε τ’ γκατουρλιά. Ε, σαν τελείουσε η κατουρλοποσά, σκων’ κι ου σκουπός του όπλου  κι τουν λεγ’ να καμ κι κειος του ίδιου. Ου λουχίας τι να καμ, είδε που γιάλ’ζεν του ματ τ’ σκουπού, κατούρσεν κι ήπιε κι κειος τα κάτουρα. Έλα - έλα ου καιρός, σναπαντηθήκαν όξου τυχαία. «Ε, τι κάμεν’ς;» λεγ’ ου πρώην φαντάρους. Ου λουχίας δε ντουν γνώρσεν. Κι τουν λεγ’ ου φαντάρους: «Βρε δε θμάσαι στου στρατό, μια βραδιά που τα πίναμ παρέα;».

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Κι τι θα πει τούτεν’ η κρυγιόμπλαστρ ιστουριούδα;

ΜΕΝΕΛΗΣ: Θα πει εκειό π’ λένε στ’ Λήμνους, ότι του ραβδί εχ’ δυο άκριγιες. Κι άμα πιάσεις συ τη μια, γω θα πιάσου τν αλλ’. Κι ότι άμα συ με αντιμετουπίγ’ς σα χορκό λεχδέλ’, κι γω θα κλάσου μες στα μούτρα σ’. Αυτό θα πει.

***Αγαπητοί αναγνώστες ευτυχείτε. Κι άμα πηγαίνοντας στο νοσοκομείο νύχτα, δείτε κανένα λοχία ή υποδεκανέα, μην το «δέσετε και σε καλό πανί». Μπορεί να είναι ο υπουργός υγείας με το συμπάθειο.

 

 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: