Δευτέρα, 26 Αυγούστου 2013

Ακραία μέτρα κι γη άκριγια τς ακρότητας


ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Σήμερα ο Λημνιός πολιτικός αναλυτής κυρ Μενελής Λεμπέσαρος στην εκπομπή «πολιτικά σεμινάρια» θα μας εξηγήσει το ζήτημα των οικονομικών μέτρων που έλαβε η κυβέρνηση για τη σωτηρία της πατρίδας. Στις ερωτήσεις ο ανταποκριτής μας κυρ Γιώργαρος Πουρπουργιανός.

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ:  Κυρ Μενέλου σήμερα θέλου να μας ξιδιαλύν’ς τι έναι τούτα τα οικουνουμικά μέτρα, που θα παρ ου πορδυπουργός κυρ Αντών’ς κι του γκουβέρνου. Του ζήτμα έναι κουμάτ μπερδεμένου κι να μας του ξιμπερδέγ’ς.

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Δε με του διν’ς ξιμπερδεμένου να στου μπερδέσου, καλύτερα;

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Α, ορεξούδα εχ’ς γλέπω. Έλα σ’ ακούμε.

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Τι δε γκατάλαβες απ’ τα μέτρα μπρε κυρ Γιώρεγ’; Γλεπς ένα ταυρί που μγιάστκεν κι σε μουνταίρεν’  κι είσαι στς δυο οργιές μακριγιά. Δε ξερς τι θα παθς; Αλλά άντε, να σε πω. Όντας λέμε, παράδγμα, ότε μια γ’ναίκα παίρεν’ τα μέτρα σε ένα άντρα, τούτο θα πει ότε τουν γραδιάζ, κι τουν κοβ από χουζμέτ μεριά, τι λουγιά θα νέναι, πόσου θα πουμείν’ φκαριστημέν’ κι τα λοιπά κι τα λοιπά.

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Θος φλαξ. Τουν μετρά του αργαλείου με τ’ μεζούρα μαθέ;

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Δε χειργιάζεται. Με του ματ. Η γιαγιά μ’ η Βωτώ ήλεγε ότε η ξερή π’ θα με φραν’ απ’ του καλαμοβράκ’ φαίνεται.

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Γω σε ρώτ’σα για τα οικουνουμικά μέτρα, οχ’ για του μέτερμα τς ανουμουλόγητς.

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Να σε πω άλλου παράδγμα. Να, έναι σα ντα μέτρα που σε παίρεν’ ου μαραγκός για τ’ γκάσα σ’. 

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Φτου, φτου, φτου, κυρ Μενελή. Δάγκασε τ’ γλώσσα σ’. Μάνα γω κουβέντες. Κατάλαβα. Και τι έναι για νάχουμ καλό ρώτμα τα ακραία μέτρα; Πουλλά μέτρα λεγ’ έναι ακραία. Κι μη μ’ αρχινίγ’ς πάλε με τ’ ξερή κι τ’ χλουρή. Μίλ’ξε αθρουπνά κι ιπιστημουνικά. Να λες τ’ ξερή όπους τν ήλεγε μια δασκάλα σν Ατσκή. Τν ήλεγε φυσ’ κι τν ήλεγε κι ακρότης. 

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Τα μέτρα έναι η πείνα κι τα ακραία μέτρα η ψοφόπνα.

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Κι γιατί τα  λένε ακραία;

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Γιατί σε τ’ βάζνε απ’ τη μια άκριγια ως τν αλλ’, τν απαυτήν’…με του ζμπάθγειου τν ακρότης, που λες κι συ.

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Έναι καλά τούτα τα μέτρα;

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Δε νέχνε ούτε μεσ’ ούτε άκριγια.

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Με τούτα τα μέτρα όμους, λεγ’ ου πορδυπουργός κυρ Αντών’ς, θα νέχουμ τ’ θεσ’ μας στν Ευρώπ.

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Ναι, στν άκιργια - άκιργια.

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Κι γιατί τα παίρνε;

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Δε βρισκ’ς άκιργια.

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Θα ν’ ανοίξνε δλιες;

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Δλιούδα μόνε στν ακριγιούδα.

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Κι ου κόζμους τι κάμεν’;

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Δε μπουρεί να κουλλήσ’ τη μια άκιργια με τν αλλ’.

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Ναι αλλά τα ακραία μέτρα λεγ’ τα δγιατάζ η τρόγ’κα.

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Εμ, ακριγιανός μσαφίρς, του κακόσ’ θελ’.

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Τι κάμεν’ δηλαδής η τρόγ’κα;

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Το κάθα πράμα του πιαν’ απ’ τν άκριγια.

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Κι έναι η τρόγ’κα ανώτερ απ’ του πορδυπουργό; Μπουρεί να τον δγιατάζ μαθέ;

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Ου κώλους δγιατάζ κι βασιλέ ακόμα.

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Κι τι τουν λεγ’ δηλαδής;

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Κάτσε στν άκριγια.

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Τι δγιάτανο πορδυπουργός έναι μαθέ που κάθεται στν άκιργια κι δε μπαιν’ μπρουστά;

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Άκιργια - άκιργια βαρκάρημ να σε πούνε καπετάνιο.

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Κι γιατί μας του πάνε λάου - λάου τρίγια χρόνια τώρα κι δε μας βάζαν τν ακρότης, συγγνώμην τα μέτρα ήθελα να πω, απ’ τν αρχή;

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Του πάνε σα ντο λημνιό του τραγδέλ’. Άκσε: «Τν ακριγιούδα α σε βάλω / μόνε για να ξεγλιαρέψεις / τν άκριγια τν ακριγιανή. / Κι άμα θελ’ς για να χουρτάγ’ς / στν αλλ’ την άκριγια α φτάσω / πόναι πισ’ απ’ τ’ μεστμενή».

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Σάχλες μπούχλες. Γω ξέρου ότε ο πορδυπουργός κυρ Αντών’ς όπους κι ου άλλους ου κυρ Γιουργάκ’ς, δε ξέραν. Δε ξέραν, πώς του λένε.

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Σα ντο Κμουσινιώ. Τώρα όμους θα τα πω ιπιστημουνικά κι ευγενίδκα μην έχουμ ντράβαλα. Ήνταν παλιά στο Πουρπούλ μια μσουχαζέλα η Κμουσινιούδα κι ένας γείτουνας ου Αθανάγ’ς τν ήγλεπε όπους ου κάτους τα ψάρια. Τ’ λεγ’, α σε δώκου μση οκά θρυψίν’ να σε εισχουρήσου τν ακρότημ’. Λεγ’ του Κμουσινιώ εντάξ αλλά θέλου μια οκά, οχ’ μση. Λεγ’ ου Αθανάγ’ς, οχ’, μια οκά έναι πουλλή, σα θελ’ς μση. Εντάξ λεγ’ του Κμουσινιώ, αλλά κι συ θα με εισχουρήγ’ς μόνε τη μση ακρότης. Γίν’κε του χουζμέτ, αλλά ου Αθανής εισχώρσεν ουλ’ τν ακρότης, κι οχ’ μόνε τη μση. Ε, τον λεγ’ του Κμουσινιώ, τι πήκαμ; Τη μση πήκαμ, συ τν εισχώρσες μποτούν’κια κι ουλάκερ. Κι λεγ’ ου Αθανάγ’ς: Γω νόμζα τη μση, αλλά απ’ τ’ μεσ’ κι σα μένα.

***Αγαπητοί αναγνώστες ακριγιοευτυχείτε. Και προσεχτικά, άκριγια - άκριγια και τοίχο - τοίχο.  

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: