Τρίτη, 27 Αυγούστου 2013

Κινητικότητα και επανεκκίνηση της οικονομίας

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Σήμερα  στα «πολιτικά σεμινάρια» ο Λήμνιος πολιτικός αναλυτής κυρ Μενελής Λεμπέσαρος θα αναλύσει το θέμα της επανεκκίνησης της οικονομίας. Στις ερωτήσεις ο δημοσιογράφος κυρ Γιώργαρος Πουρπουργιανός.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Χαϊρολά, κυρ Μενέλου. Πάρε τ’ γαζουζούδα σ’ κι άρχισε.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Σιγά. Τι είμαι κανές Παλιουπουλ’νός μπρε κυρ Γιώργαρε; Να παράδες, δομ μνι; Θος φλαξ. Μπάντεξε κουμάτ να ξεμπλαντάξου.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Ε, καλά, ξεμπλάνταξε πρώτα, δε σε έπιασα κι απ’ του λαιμό. Το θέμα μας έναι η επανεκκίνησ’ στν οικουνουμία που λεγ’ ότι πέτυχε ου κυρ Αντών’ς ου πορδυπουργός. Τι θα πει κυρ Μενέλου, επανεκκίνησ’;

ΜΕΝΕΛΗΣ: Θα πει ένα πράμα σταματμένου να του βαλ’ς πάλε να δλευ’. Σα μπου λέμε να βαλ’ς να ξαναδλέψ μια γερίσα τσουτσλή.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Σους Χστος. Κι έβαλε πάλε μπρουστά ου κυρ Αντών’ς, μια πεζμέν’ γερίσα ξερή;

ΜΕΝΕΛΗΣ: Κι καλά. Δήθεν. Άμα του κινητό ουραίου γιωσ’, άντε να του ξεγιώγ’ς.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Γω ξέρου ότι ου πορδυπουργός είπε οτ’ εχ’ σκωσ’ τα μανίκια.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Μια βολά σν Ατσκή, τότες που είχαν μόνε δυο βρύσες σε ούλου του χουριό, μάζεψε ου πρόεδρους τουν κόζμου να δγιούνε τι θα κάμνε. Απουφασίσαν να κάμνε ένα κινούργιου πγαδ. Ήλεγε ου ένας, ήλεγε ου άλλους, σε πιο μέρους να γιν’,  πόσου μουγάλου κι βαθύ θα νέναι, πόσεν’ θα δλέψνε, κι τέτοιες κλαμάρες. Ου Αντών’ς ου Καρασταμάτ’ς, που τουν λέγαν κι Αντουνιό, δε μίλαν. Μίλ’ξε κι συ Αντών’ που είσαι κι πγαδάς, να μας πεις τη γνώμη σ’, τουν λένε. Εγώ δεκεί θα νείμαι, μόνε πείτε με πού να πάγου, λεγ’ ου Αντών’ς. Ε, φύγαν φκαριστημέν’ που απουφασίσαν να βάλνε ουλ’ ένα χερ, να πιούνε μαθέ νερό. Του προυί  πήρε ου Αντών’ς του γκαζμά κι του φκιαρ κι άρχισε να σκαβ οπ’ τουν πήκαν. Κατά του μεσμέρ φανήκαν οι πρωτ, με κουλαριστά ρούχα κι κάμναν τουν επιστάτ. Αφήκαν του Αντουνιό μοναχό τ’ να τς φκιαξ του πγαδ. Τι με λες του λοιπόν για τα σκουμένα μανίκια τ’ πουρδυπουργού; Συ θα σκάψεις του πγαδ, μουναχός σ’.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Κι τότε γιατί μας τα λεγ’ κυρ Μενέλου;

ΜΕΝΕΛΗΣ: Πήκαμ, κι καλά. Κνει κι κειος τουν ελεμέ τ’.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Κι πώς τουν χαραχτηρίγ’ς τουν κυρ Αντών’;

ΜΕΝΕΛΗΣ: Κνάμενου, σνάμενου.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Κι του λαό;

ΜΕΝΕΛΗΣ: Κνάμενου, σερνάμενου.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Ιγώ τουν βρίσκου απουφασιζμένου.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Ναι, κνιέντεν τα ουραδάτα φίδια, κνιέντεν κι τα κολοβά.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Κι του γκουβέρνου πώς του γλεπς;

ΜΕΝΕΛΗΣ: Ίσα που κνει τα πουδαρέλια τ’.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Δεν έναι σταθιρό;

ΜΕΝΕΛΗΣ: Κούνια λέσα μπαιν’ η βάρκα μέσα.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Ποιοιν’ δε νέναι ευκαριστημέν’;

ΜΕΝΕΛΗΣ: Ούλα τα κνάμενα, τα σερνάμενα κι τα πετούμενα.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Γω γλέπου τν οικουνουμία να κνιέται, κι συ λέγε οτ’ θελ’ς.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Να  προυσέξ του πουλύ κούν’μα, γιατί θα γιν’ κουνήστρα κι κουν’μέν’.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Υπάρχ’ σκέδιο. Μόνε απ’ του σκέδιου τ’ κυρ Βενιζέλαρ θα γίν.νε, σε λεγ’,  ιφτακόσες χ’λιάδες θέσες εργασίας.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Α τουν καμένου. Μπρε συ, τουν κυρ Βγαγγέλ’ τουν είχε παρ κουμάτ ου νύπνους σαν ήνταν παραφαγουμένους κι είχε κι ζέστα. Ήγλεπε ου άθρουπους ένα όνειρου, ότι κι καλά τοιμάζνταν να φαγ’ ιφτακόσοιν’ κιφτέδες, τόσου έναι του καράριτ, κι ξαφνικά τουν ξυπνήσαν κι τουν ρουτήσαν πόσες χ’λιάδεςς θέσες εργασίας θα φκιαξ. Ε, όπους ήνταν μσουξυπεν’τός κι σκέβνταν ακόμα τς κιφτέδες, είπεν ιφτακόσες. Μη του δεν’ς κι συ σε καλό πανί.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Κι γιατί μας τα λένε τούτα; Απ’ του κιφάλιτς τα λένε;

ΜΕΝΕΛΗΣ: Απ’ του κιφάλ’, αλλά οχ’ απ’ του θκο τς του κιφάλ’, αλλά απ’ του κιφάλ’ του αργαλείου τς. Ήνταν στα Ζβέρδια ου Δημητρής ου Γούρτζελους κι διηγένταν κι ήλεγε: «Απ’ του ξημέρουμα με γκιώνταν, Δημητρό άντε να πας. Και ξανά πάλε, Δημητρό άντε να πάμε στν Ατσκή. Ε, αφού με τούπεν κάμπουσες φουρές, κατάλαβα οτ’ είχε δίκιου, φόρτουσα κι γω δυο ντενεκέδες σταρ στο γάδαρο και πήγα στν Ατσκή, στ’ χήρα». Σαν τουν ρουτήσαν, ποιος σε τούλεγε Δημητρό, η γ’ναίκα σ’ σε τούλεγε; Λεγ’ ου Δημητρής: «Οχ’ μπρε παιδί, ο τσούτσουζιμ με του ήλεγε, με το ζμπάθγειου, κι είδα πως είχε δίκιου».

***Αγαπητοί αναγνώστες ευτυχείτε. Και προσοχή στου κούνημα, γιατί μπορεί να σας περάσουν για κουνιαλήδες και κνήστεργιες.

 


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η ομιλία του πορδυπουργού

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Στα σημερινά πολιτικά σεμινάρια ο Λήμνιος πολιτικός σχολιαστής κυρ Μενελής Λεμπέσαρος αναλύει την ομιλία του πρωθυπουργού στο συνέδριο της ΝΔ. Στις ερωτήσεις ο δημοσιογράφος κυρ Γιώργαρος Πουρπουργιανός.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Κυρ Μενέλου θέλουμ να μας καμς λιανά κι να μας ξεδιαλύν’ς ούλα όσα είπε ου πορδυπουργός κυρ Αντών’ς στου συνέδριου. Να μας ξηγήγ’ς για να καταλάβ ου κόζμους τι θα μπαντέχ’.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Φέρε τ’ γαζουζούδα να ζγουπίνου κι να δρουσίζουμαι γιατί έχου γαλιαγρίσ’ απ’ τ’ ζέστα. Σε έχου τοιμάσ’ ένα γραφτό απού εψές που με είπες του θέμα, με ουλ’ τν ανάλυσ’ στα Λημνιά, κι θα στου διεβάσου. Δώσε προυσουχή κι τσίτουσε τς αυτάρες σ’. Σε γράφτου τι εννουεί ου πορδυπουργός κι τι κρύβεται μέσα στου μλιανό τ’ σε κάθε παπαριά, με του ζμπάθγειου, σε κάθε συτχιά που λεγ’: 

«Συμμαχητές κι συμμαχήτριες». Για διε κατ συμμαχητές γερουμπαμπαλήδες, κατουρλάδες, που γυαλίζ του μάτι τς για χωσά κι για μίζα, κι κατ συμμαχήτριγιες ξερουκουκκάλες ξανθουβαμμένες σα ντα στχεια, με τα μπλε τα σκλαρίκια, τζότζες  σα κατσίκες βέκαρ που κνούνε τς σημαιούδες, σα τσατσές απού μπουρδέλου πουλυτελείας. Μωρέ ξέρω τι κμάσα είσαστε, αλλά πρεπ κι γω κάπου να στηρχτώ.

«Δημιουργούμε τη Νέα Ελλάδα». Του χάψαν. Τέτοιου τσαπτσάρζμα κι χειρουκρότμα δε ντου μπάντεχα. Ναι, ναι, παίξτε κι άλλα κουρταλάκια, βοδομούσκαρα. Νομίζτε ότι η Νέα Ελλάδα έναι σα ντο Νέο Πανθρακικό κι το Νέο Πανιώνιο. Σιγά μη φωνάξτε κι γκολ. Καλά έκαμα κι δεν είπα δημιουργούμε τ’ Νέα Δημοκρατία, ας μη ξύνουμαι πα στ’ γκατσώνα τ’ τσοπάν’, γιατί κι η μαλακία εχ’ κι κειν’ τα όρια τς.

«Προσπαθούμε να πιάσουμε πρωτογενή πλεονάσματα, να ανακουφίσουμε τον κόσμο και να βγούμε από τα μνημόνια». Μπαντέξτε τα…πλεουνάζματα, θα έρτνε στο νύπνο σας. Μπλιο εύκολου έναι να πιάσουμ του γκώλου σας κι γι’ αυτό σας τουν πιάνουμ. Δεν του περίμενα ότι εχ’ πέρασ’ ακόμα του αντιμνημόνιου, ας του κουρντίσου ακόμα λίγου.

«Η αντίθεση μνημόνιο και αντιμνημόνιο ξεπεράστηκε οριστικά και τώρα παλεύουμε να βγούμε από τα μνημόνια». Λες να τα πστεύνε ούλα τούτα κι γι’ αυτό χειροκροτούνε; Μπα, δε νομίζου. Ξέρνε ότι κι γω τς λιμαίρνω, αλλά σε λεγ’ όσου άδειου κι αν έναι του καζάν’, κατ θα γλείψουμ κι μεις. Τούτεν’ έναι σα ντον Ιούδα, κι του Χριστό καταδίν.νε, οχ’ εμένα. Κάτσε να τς ρίξου κι του δόλουμα. 

«Βάζουμε τη χώρα στον παγκόσμιο ενεργειακό χάρτη, την καθιστούμε πόλο επενδύσεων δημιουργώντας χιλιάδες θέσεις εργασίας». Κι α δε γίνουμ ενεργειακός κόμβους, μην ταράζεστε, θα σας βάλουμ να αγοράστε συσκευές κλανιέρες – τεπόζιτα να κλάντε μέσα κι να μαζεύτε του αέριου κι να του χρησιμοποιείτε για καύσιμου, να μυρίζτε κι κουμμάτ να νταλντίζτε για να νουμίζτε ότι είστε ιπιχειρηματίες αεριάδες κι πετρελαιάδες. Ας ρίξου τώρα κι μια μπομπούδα για τ’ γαλάζα, τ’ σακς κι τ’ μαυρουμπλέ νεουλαία μας, που φουνάζ σα ντου παπαγάλου κι σκων’ τα πανώ. 

«Θα δημιουργήσουμε υγιείς θέσεις εργασίας». Υγιέστατες. Θα τρέχ’τε σα ντα λουλά κι παρλιακά απού δλια σε δλια κι θα μοστράρτε τα κωλόχαρτα που λέτε πτυχία, θα τρώτε πόρτα, κι θα παρακαλείτε γονατ’στοί να βρείτε μια δλια στ’ γκαφετέρια για τρακόσα ευρώ το μήνα. Πάντους είτε βρείτε μια δλίδα ίσα – ίσα για ένα καφέ κι μια τυρόπτα, είτε δε βρείτε, γερουσύν’ θα έχ’τε, αφού απ’ τ’ ψοφόπνα ούτε αλείμματα κι λιπ θα πιάστε, ούτε χουληστερίν’ θα απουκτήστε.

«Οφείλω να αναγνωρίσω τη συμβολή του ΠΑΣΟΚ και της ΔΗΜΑΡ  στο έργο του τελευταίου χρόνου». Δε γλέπου κι πουλλά κουρταλάκια. Νουμίζνε ότι βρίσκεντεν στου 89. Ε, δε θα αφήκου να με χαλάσνε τ’ ζμπεθεριά οι καυλουμέν’ κι αναμέν’ σα κειον του βρουμου - Βουρίδη. Του ΠΑΣΟΚ δε μπόρεσε να του ξεδουντιάσ’ ούτε ου βουρκόλακας ου Μητσουτάκ’ς, ούτε οι Κυρκουφλωράκ’δες, ούτε ου Έβερτ, ούτε ου Καραμαλής. Τώρα που με ήρτε σα ντο στραβοκούρναρου τούτους ου καλός άθρουπους ου φίλουζιμ ου Βγαγγέλ’ς ου Βενιζέλαρους κι του διάλ’σεν, εγώ δε θα πω μια καλή κουβέντα; Πρωτ φουρά πάντους γλέπου άθρουπου να μην ντουν αφήν’ να σκεφτεί του πουλύ μλιανό τ’. Απόρεσα κι με κειν’ τ’ γριγιά τν αλεπού τουν κυρ Φωτ. Πώς τουν τύλ’ξα τόσου εύκουλα, άθρουπο ξύπνιο κι έμπειρο, ακόμα δε μπουρώ να καταλάβου. Καλός ήνταν κι ου ένας χρόνους που τουν έστερνα να με φέρεν’ τσιγάρα απ’ του περίπτερου, ώστουπ να με παρ χαμπάρ. Αλάβερσιν. Ας πω κι κατιτίς για τουν Κωστάκ’ που μπαντέχ’ όπους ου γάτους του ψαρ.

«Από τις εξελίξεις δικαιώθηκε και ο Κώστας Καραμανλής που είχε ζητήσει μέτρα από το 2009». Μπράβου χειρουκρότμα!! Για δγιε τουν του βόδαρου τι λουγιά καμπαρντίζεται. Ρουδουκόκκ’νους φούσκαρους, εχ’ γιν’ σα ντου ζντγιάν’κου γάδαρου, θα ντερλίκουσε πριν ερτ ώσαμε πέντε πριζόλες κι θα πλευρίτουσε ώσαμε ένα νταντάν’ ουίσκι. Μούτσνο γαδουρνό, ζουή χαριτουμέν’. Σα δεν αντρέπεται ου μλαράς, θα τουν κουπάν’ζα εγώ μια κλωτσούκλα, αλλά έλα που έναι δημουφιλής ου αχρηστίλας. Τι φουνάζνε; Ελλά – Ελλάς Αντώνης Σαμαράς; Τούτεν’ έναι τα θκα μ’ τα τσανάκια. Ναι, ναι, τσιρίξτε κι άλλου γλείφτες. Σα δε ντου ξέρου ότι τούτου ήνταν κι τελείουσεν. Πρωτ τούτεν’ θα με σταυρώσνε. Τώρα γλεπς δε μπουρώ να τς διουρίζου κατά χ’λιάδες. Δε βαριέσαι, θα πάγου να κάμου παρέα στουν παλιόφιλου μ’ του Γιουργάκ’ απού τότες που κυνηγούσαμ γκόμενες κι τρώγαμ τα φράγκα τ’ μπαμπά μας, που διδάσκ’ οικουνουμικά στν Αμερική. Αυτοίν’ οι Αμερικάν’ του ουμουλουγώ, έναι πουλύ χωρατατζήδες. Τώρα τι να τς πω; Να τς πω ότι είμαι ο Χριστός; Άσε έναι πουλύ τραβμένου. Άντε θα τς πω ότι συνουμιλώ με του Βούδα.  

«Θα βάλω τέλος στα κακώς κείμενα, ακόμα κι αν κατέβει ο Βούδας και μου πει να μην το κάνω». Θεός φυλάξ, χειροκροτούνε. Βρε τούτεν’ δε τρώγ’ντεν ούτε με το λαδ ούτε με το ξυδ. Τίπουτας, τν αλλ’ φορά θα τς πω ότι είμαι ο Χριστός.

***Αγαπητοί αναγνώστες ευτυχείτε. Κι αν μέσα στην παραζάλη σας και στη θολούρα σας δείτε τον κυρ Αντώνη να περπατά πάνω στα κύματα, κάντε κανένα σταυρό, πού ξέρεις, μπορεί να είναι ο Χριστός.

 

 

 

 

 

Οι εταίροι και οι εταίρες

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Στη σημερινή σειρά των πολιτικών σεμιναρίων, ο Λήμνιος πολιτικός σχολιαστής κυρ Μενελής Λεμπέσαρος αναλύει τη σχέση της Ελλάδας με τους δανειστές και εταίρους μας. Στις ερωτήσεις ο δημοσιογράφος κυρ Γιώργαρος Πουρπουργιανός.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Καλώς όρσες κυρ Μενέλου. Να κι η γαζουζούδα σ’, να μη με πρηγ’ς κι με τ’ ψάχεν’ς. Του θέμα μας έναι οι εταίρ μας στν Ευρώπ, που μας γυρεύνε του ένα ύστερα απ’ του άλλου. Τι θα πει κυρ Μενέλου, εταίρος;

ΜΕΝΕΛΗΣ: Εταίρος έναι το ασερεν’κό τς εταίρας. Κι εταίρα θα πει πτάνα πουλυτελείας. Οι Ευρουπαίοι εταίρ έναι οι νταβατζήδες κι εμείς οι πτάνες.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Θος φλαξ. Τι κουβέντες αρσίζκες μαθέ έναι τούτες; Δέχα κυρ Μενελή. Θέλου να του εμβαθύν’ς κουμάτ του ζήτμα. Θέλου ανάλυσ’ σ’ αυτή… τν εταιρική  σκεσ’. Κι είμαστε εμείς πτάνες πουλυτελείας;

ΜΕΝΕΛΗΣ: Πουλυτελείας δε θα του ήλεγα. Τότες θα ήλεγα κολγκέρλ και  συνουδός. Για τν ακρίβεια μπουρείς να πεις ότι είμαστε καλντεριμτζού, χαμούρα, βιζιτού, τ’ δρόμου, φακλανιαζμέν’, καραπτανάρα, πτανομστουρεμέν’, δηλουμέν’, πρόστυχ’, πτανοθήκα, πομπεμέν’, κούρβα, δημόσια, φτωχοπτανί, ρεπατζού κι τα ρέστα γαζουζούδες. Θα σε πω μια ιστουρία που κολλά ραστ γκιλντί. Ήνταν μια πτανέρα, μουρφούλα, κι είχε ένα πουρναδείο σε μια γ’τονιά. Είχε δλίδα, οχ’ μογάλα πράματα, αλλά δε πνούσε κιόλα. Κράταν τς τιμές χαμλά κι μπαίναν κι φαντάρ, μπαίναν κι γερ, ζέμπαινε κι κανές νιος κι παραλής. Είχε στ’ περιοχή κι ένα νταβατζή που είχε φαγουθεί να παρ στου κουλτούκιτ’ τ’ πτανέρα. Πρώτα έψησε τ’ τσατσά κι η τσατσά με τ’ σειρά τς τ’ πτάνα. Ότι συ μαθέ είσαι για μουγάλα πράματα, κι δε πρεπ να λιων’ς με τς βρουμουφαντάρ κι με τς πουρδόγερ, κι ότι πρεπ να ανοίξουμ ένα οίκο πουλυτελείας. Ανακαινουργώσαν του λοιπόν του πουρναδείου, κι να χαλιά, να ελαιουχρουματισμοί, να τζαμαρίες, να έπιπλα, να βρύσες, μπάνια, φουτιζμοί, να κινούργια ρούχα κι η τσατσά κι η πτάνα, ούλα με δαν’κά απ’ του νταβατζή. Ανεβάσαν κι τς τιμές, μπαντέχαν για πελάτες παραλήδες, τίποτα, νέκρα, δε πάτγεν κανείς. Ου νταβατζής ήθελε τα δαν’κά κι ζόρζεν τ’ τσατσά κι τ’ πτανέρα, η τσατσά πίεζε και κειν’ τ’ πτανέρα. Τ’ λέγαν να δλευ’ μέρα νύχτα, να δέχεται ούλα τα αρρουστμένα χούγια, κι ύστερα τ’ ζορίζαν να πλησ’ κατ’ χουραφούδια που είχε στου χουριό, κι στου τέλους έβαλε υπουθήκ’ του πουρναδείου για να παρ τα φράγκα τ’ ου νταβάς. Για τα μσκαρόβοδα θα τα κάμου μπλιο λιανά. Νταβάς έναι οι εταίρ, που λες κι συ, τσατσά έναι η κυβέρεν’σ’, κι πτανέρα ου λαός, εσύ κι εγώ.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Μήπους γίν’κεν του ανάπουδου; Μπας κι πήγεν η πτανέρα να βρει του νταβά μέσω τς τσατσάς; Λέγου δηλαδή.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Κι εδιέτσ’ να γίν’κεν του απουτέλεζμα έναι ένα κι του αυτό.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Λέγου αντίς να τς διαβουλουστείλουμ τς εταίρ, μπας κι πρεπ να τς καλουγλέπουμ.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Πάλε ιστουριούδα, επιμουρφουτική. Ήνταν μια γ’ναίκα κι μια μέρα που γύρσεν ου άντρας τς μπλιο νουρίς στου σπιτ, τν έπιασε καβάλα με του χασάπ. Άρχισε να βριζ κι να ανεπλιέται, θα σας σκουτώσου, θα σας πνίξου κι τα λοιπά. Τουν λεγ’ η γ’ναίκα, τι ήθελες να κάμω; Φράγκα δε φέρεν’ς. Ποιος νουμίγ’ς ότι πλερών’ για τα ψούνια μας, για τα ρούχα μας, για του φροντιστήριου των παιδιών; Ου χασάπς. Κι τότες ου άντρας λεγ’: «Σκέπασε μουρή τουν καλό τούτουν τουν άθρουπου μη παθ καμιά πούντα κι αρρουστήσ’».

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Κι του συμπέραζμα κυρ Μενέλου; Δηλαδής δε μπορούμε να ζήσουμ χωρς τα δαν’κά;

ΜΕΝΕΛΗΣ: Του συμπέραζμα κυρ Γιώργαρε έναι ότι ετσ’ μάθαμ, κι δύσκουλα να ξεμάθουμ. Γιατί όπους ήλεγε κι η γιαγιά μ’ η Βωτώ, του μαθμένου να μην τουν πεις γλιαρ. Η έρεμ η γλιαριά πτανιάζ. 

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Γω γλέπου ότι η κυβέρεν’σ’ λεγ’ ότι πέτυχε.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Πτάν’κα καμώματα.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Έναι φκαριστημέν’, τς γλέπω μες στ’ γκαλή χαρά.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Πτάν’κα χασκόγελα.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Λένε ότι ου λαός καταλαβαίν’ κι πείθεται.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Στ’ πτάνα δεν περνούνε πτανιές.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Η κυβέρεν’σ’ λεγ’ ότι σταναχουριέται πουλύ γι’ αυτά που τραβά ου κόζμους.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Ναι, πατεί τα κλέματα σα τ’ πτάνα.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Η κυβέρεν’σ’ όμους έναι κινούργια κι κάμεν’ μια κινούργια προυσπάθεια.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Ου θιος να σε φλαγ’ απού κινούργιου άρχουντα κι απού παλιά πτάνα.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Εχ’ όμους μέσα νέοι αθρώπ, τουν Μητσουτάκ’, τουν Άδουνη…

ΜΕΝΕΛΗΣ: Δε βαριέσαι, απ’ την ίδια μήτρα βγήκαν. Λεγ’ μια παροιμιά, πτάνας δυχατέρα πάρε, πτάνας γιο μην παρς.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Λέγε οτ’ θελ’ς. Γω ξέρου ότι ου πορδυπουργός κυρ Αντών’ς σταναχουριέται κι πουνεί. Αλλά λεγ’ χουρίς να σπάσεις αυγά δε κάμεν’ς σφουγγάτου.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Ήνταν μπριν χρόνια στν Ατσκή ένας γέρους Νοτιουαφρικάνους ου κυρ Κώστας. Κάνταν μες στ’ πλατέα με τα κουντουβράκια τ’ κι τ’ γκάσκα τ’ που ήνταν σαν ιπτάμενους δίσκους κι μίλαν για τς αφρικάν’ που είχαν ξεσκουθεί. Δώκαν, ήλεγε, στς αραπάδες δικιώματα. Εμείς τς φκιάχναμ καλά. Τς ξεβρακώναμ, ανοίγαμ τα πουδάρια τς, κι καθώς κρέμνταν τα…αυγά τς, με του ζμπάθγειου τα καλαμπαλίκια τς, πέρναμ δυο τούβλα, κι τσακ, τς τα σπούσαμ. Τουν λεγ’ ένας που άκγεν, πω, πω, πω, φαντάζομαι πόνο, ε; Οχ’, λεγ’ ου κυρ Κώστας. Δεν είχε καθόλ πόνο, γιατί προυσέχαμ κι δε χτυπούσαμ τα δαχτύλια μας. Κατάλαβες κυρ Γιώργαρε; Ξένος πόνος. Ου κυρ Αντών’ς άμα θελ’ να σπασ’ αυγά, να σπασ’ τα θκα τ’, κι να μην προυσέχ’ μη χτυπήσ’ τα δαχτύλια τ’.

***Αγαπητοί αναγνώστες ευτυχείτε. Αν τα πράματα δεν πάνε καλά, έχετε μια τελευταία ευκαιρία για μια νέα καριέρα, εφ’ όσον περνά η μπογιά σας ακόμα. Αν δεν περνά, νηστεία και προσευχή. Μια εξάλλου υποκατηγορία της «πτάνας», είναι η «πταναγιούσα».

 

 

 

 

Νυχτερινή έφοδος

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

 
Στα σημερινά «πολιτικά σεμινάρια» ο Λήμνιος πολιτικός αναλυτής κυρ Μενελής Λεμπέσαρος σχολιάζει τις νυχτερινές εφόδους του υπουργού υγείας στα νοσοκομεία. Στις ερωτήσεις ο δημοσιογράφος κυρ Γιώργαρος Πουρπουργιανός.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Καλώς ήρτες κυρ Μενέλου. Τι γνωμ εχ’ς για του γκαινούργιου υπουργό τς υγείας τουν κυρ Άδουνη;

ΜΕΝΕΛΗΣ: Ματζουράνα στου πουτήρ, γάδαρους στου παναθύρ.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Α, αρχινήσαμ τς παροιμιές; Τι θα πει τούτου πάλε.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Θα πει λουλάτο πράμα κι παράξενο, αυτό θα πει.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Γιατί του λες; Κι δυναμερός έναι, κι νέους έναι, κι άφουβους έναι.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Σεβνταλής κι αγγριζμένους, σα πλαράς μπας κιφλεντ’ζμένους, στου μλιανό αγανουμπλεμένους. Κι ένα χρουνιάρκου γάδαρου που έχου, έναι κι τα τρίγια που είπες, αλλά δε ντουν έκαμα κι υπουργό.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Δεν αντρέπεσαι να λες τουν υπουργό γάδαρου;

ΜΕΝΕΛΗΣ:  Δέχα, εγώ δεν είπα κανένα ότι έναι γάδαρους, είτε έναι υπουργός, είτε έναι άθρουπους.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Είδες που κάμεν’ έφουδου νυχτιάτκα στα νουσουκουμεία;

ΜΕΝΕΛΗΣ: Γιατί μαθέ ιπιλουχίας έναι, γή τουν έπιασε πουνόκοιλους;

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Παγαίν’ να δγει άμα οι γιατροί έναι δεκεί ή τν έχνε κουπανήσ’.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Κι τι διαπίστουσε ου κυρ Άγ’δουνης;

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Δεκεί ήνταν, αλλά λεγ’ ότι θα συνεχίσ’ τς έφουδ. Κι δε ντουν λένε Άγ’δουνη, αλλά Άδουνη.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Άγ’δουνη τουν λένε, προυέρχεται απ’ του αγ’δόν’, γιατί ούλου κιλαγ’δά σα ντου αγ’δόν’, αγκαί ακούγιται σα μαυρουκούρναρους κι βαρταλαλεί κι αγγαρίζ σα γαδαρούκλικας. Α σε πω κι μια ιστουρία. Πήγε λεγ’ ου Άγ’δουνης να καμ έφουδο σε ένα νουσουκουμείου ένα βραδ. Απ’ τ’ φούρια που είχε έκαμε λάθους κι μπήκε μέσα σε μια αν’χτή πόρτα, αλλά τούτου ήνταν του σπιτ ενούς γιατρού, που ήνταν δίπλα στου νουσουκουμείου. Μπρουβάλ’ μια γ’ναίκα, που ήνταν η γ’ναίκα τ’ γιατρού, αλλά ου Άγ’δουνης νόμζεν ότι ήνταν υπάλληλους. «Εδώ έναι ο γιατρός;», ρουτά. «Οχ, φευγάτους έναι. Οχτώ φορές το μήνα λειπ», λεγ’ η γ’ναίκα. «Αυτό θα αλλάξ, θα τουν κάμου εγώ να μην ξαναφύγ’» λεγ’ ου Άγ’δουνης. «Μπράβο κύριε, να σχουρεθούν τα πεθαμένα σ’. Ουχτώ φουρές του μήνα εφημερεύ’ δίπλα στου νουσουκουμείου, κι πλερώνεται μόνε τς τέσσερς, αφού κειος ου ψχουβραζμένους ου υπουργός δε πλερών’, γιατί λένε ξιπιρνούνε του πλαφόν».  Κατάλαβες κυρ Γιώργαρε; Έφουδου πρεπ να καμ ου κυρ Άγ’δουνης στου υπουργείου, που κλεβ τα φράγκα απ’ τς αθρώπ που δλεύνε. 

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Λέγε οτ’ θελ’ς. Ου κυρ Άδουνης δε ντου βαζ κατ.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Έμαθε ου λουλός τ’ μπόρτα κι ου σκύλους του χασάπ.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Ου κυρ Άδουνης θα τς ταχτουποιήσ’

ΜΕΝΕΛΗΣ:  Ναι, θεέμ’ κάμε με λουλό να με φοβούντεν ουλ’.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Οτ’ κι να λες, ου κυρ Άδουνης θα ιπιμέν’.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Πήκαν το λουλό να χεσ’ κι  κειος έχεσε και τάφαγε.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Θα παγαίν’ στα άξαφνα κι δε θα τουν γνουρίζνε.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Οι λουλοί δε θέλνε κδούνια, γνωρίζντεν μοναχοί τς. «Γάδαρος εν ου γάδαρους, άμα φουρεί κι σέλα, γριγιά δεν ομουρφίζεται, δε γίνεται κουπέλα».

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Γω ξέρου ότι όντας παγαίν’ στου νουσουκουμείου τον καλοδέχ’ντεν.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Τον κερνούνε και γαζουζούδα, που εσύ δε με κερνάς;  Μπας κι τα κουτσουπίν.νε κι με τς γιατροί; Τώρα με ήρτε ραστ αλλ’ μια ιστουριούδα. Πήγε ένας λουχίας να καμ έφουδου σε μια σκουπιά. Αφού τν έκαμε, βγαζ το όπλο κι λεγ’ στου σκοπό που ήθελε να τουν καμ καψών, να κατουρήσ’ μες στου κράνους κι να τα πιει. Ου σκουπός φοβήθκε, κατούρσεν και ήπιε τ’ γκατουρλιά. Ε, σαν τελείουσε η κατουρλοποσά, σκων’ κι ου σκουπός του όπλου  κι τουν λεγ’ να καμ κι κειος του ίδιου. Ου λουχίας τι να καμ, είδε που γιάλ’ζεν του ματ τ’ σκουπού, κατούρσεν κι ήπιε κι κειος τα κάτουρα. Έλα - έλα ου καιρός, σναπαντηθήκαν όξου τυχαία. «Ε, τι κάμεν’ς;» λεγ’ ου πρώην φαντάρους. Ου λουχίας δε ντουν γνώρσεν. Κι τουν λεγ’ ου φαντάρους: «Βρε δε θμάσαι στου στρατό, μια βραδιά που τα πίναμ παρέα;».

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Κι τι θα πει τούτεν’ η κρυγιόμπλαστρ ιστουριούδα;

ΜΕΝΕΛΗΣ: Θα πει εκειό π’ λένε στ’ Λήμνους, ότι του ραβδί εχ’ δυο άκριγιες. Κι άμα πιάσεις συ τη μια, γω θα πιάσου τν αλλ’. Κι ότι άμα συ με αντιμετουπίγ’ς σα χορκό λεχδέλ’, κι γω θα κλάσου μες στα μούτρα σ’. Αυτό θα πει.

***Αγαπητοί αναγνώστες ευτυχείτε. Κι άμα πηγαίνοντας στο νοσοκομείο νύχτα, δείτε κανένα λοχία ή υποδεκανέα, μην το «δέσετε και σε καλό πανί». Μπορεί να είναι ο υπουργός υγείας με το συμπάθειο.

 

 

 

 

Φον παρογ’δόσκατος

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Σήμερα στα «πολιτικά σεμινάρια» ο Λήμνιος πολιτικός αναλυτής κυρ Μενελής Λεμπέσαρος, σχολιάζει στον ανταποκριτή μας δημοσιογράφο κυρ Γιώργαρο Πουρπουργιανό το θέμα των «μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος», που προωθεί η κυβέρνηση.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Καλώς του γκυρ Μενέλου. Για πε μας, τι γνωμ εχ’ς για του γουίστλμπλόουινγκ;

ΜΕΝΕΛΗΣ: Ξεν’κό ακούγεται, αλλά δε ντο έχω γεματίσ’ τούτου του φαγί, γι’ αυτό δε μπουρώ να πω.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Δε νέναι φαγί μπρε κυρ Μενέλου. Θος φλαξ μαθέ.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Τι έναι, πιοτί; Σα τ’ γαζουζούδα ας πούμε, που δε γλέπω να με τν εχ’ς τρατάρ ακόμα;

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Δώσε προσοχή και τσίτωσε τ’ αυτιά σ’. Η κυβέρεν’σ’ θα καμ νόμο, που θα διν’ αγέρα κι θάρτα σε όποιουν υπάλληλο τσουτσουρίζ παρανουμίες που γίντεν στη δλια τ’. Παράδγμα, να καρφών’ όποιουν λαδώνεται, ή παίρεν’ κομίσιον. Τούτου γίνεται κι στο εξουτερικό κι λέγεται στα γκλέζκα, γουίστλμπλόουινγκ.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Σους Χστος. Θα ξιστραμπλίξεις τη γλώσσα σ’. Άκσε ουστμπλό…, ουστμπλόργος…πώς διάτανο του είπες. Μεις στν Ατσκή κειον που τα πεσών’ τον λέμε σκατορουφιάνο.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Ναι, τραγούδγιε. Αφού λεγ’ η κυβέρεν’σ’ ότι σε όποιουν ξισκιπάζ τς λαδιάρδες θα διν’ μπόνους, δηλαδή φραγκούδια ζεστά σα ντουν ήλιου, άσε που θα τουν προυβιβάζ κι θα τουν γκάμεν’ κι ανώτερου κι θα τουν αυξάν’ κι του μιστό τ’. Τι λες γι’ αυτό κυρ Μενέλουμ’;

ΜΕΝΕΛΗΣ: Λέγω ότι αφού μας κάμαν κλέφτες, ψεύτες, παγαπόντδες, κι του λοιπό κύκλωμα τς ανέμς, πάνε να μας κάμνε κι χαφιεδόμουτρα και ισκαριώτδες, μη πομείνομ πίσω απ’ κειν’.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Με φαίνεται ότι κι συ θα νείσαι τίπουτα διαφθαρμένος, για να λες τέτοια. Μήπους λαδώνεσαι και συ;

ΜΕΝΕΛΗΣ: Γω καμένους του ομουλουγώ, λαδώνουμαι, αλλά κανείς δε με λαδών’. Παλιά με δίναν κανέ μπουρμπουάρ, αλλά τώρα δεν έχνε κι με το κόψαν κι τούτου. Ου νόμους τούτους πρεπ να ονουμάζεται νόμους κατά του μπουρμπουάρ κι οχ’ κατά τς διαφτουράς, που λες κι συ σα μούσκαρος που είσαι. Γιώργαρε κανείς δε λαδών’ τουν άλλουν άμα παγαίν’ με του σταυρό στου νώμου. Τις ξερ τι δγιαβολιές έχνε καμ κι θέλνε να τς καλύψνε, ή τι ρουσφέτια γυρεύνε. Του μπουρμπουάρ σε ένα άθρουπου που σε ξυμπερετά χωρς να του δικαιούσαι, το διν’ ου ευγενίδκους κι σουστός. Αλλιώς λέγεται μπενταρούλας κι τουρκόγυφτος. Τς μουγάλες κλεψές κι χωσές δε τς παίρνε χαμπάρ οι παραμκροί υπαλλήλ’.  

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Έναι Ιβρουπαϊκή επιταγή. Τέρμα του ρουσφέτ κι του λάδουμα.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Τς Ιβρουπαϊκές επιταγές με τα δισεκατουμμύργια τς φάγαν αλλ’. Για τούτες τς επιταγές δεν ακούγω τίπουτας.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Η κυβέρεν’σ’ θα ν’ αλλάξ ουλ’ τ’ διαφταρμέν’ κοινουνία.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Του μόνου σίγουρο έναι ότι θα μας αλλάξ. Όπους ου τράγους τ’ γκατσίκα. Κι θα αυξήσ’ κι τ’ ταρίφα απ’ του μπουρμπουάρ.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Πρεπ ουλ’ να συντράμουμ για να προχωρέσ’ τούτου του πράμα.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Γω αλέστα είμαι, χαζίρκους κι έτοιμους. Κι σα μπου μεις οι Λημνιοί έχουμ κι πείρα απού ρουφιάν’, έχου να προυτείνου κι του όνουμα που θα νεχ’ η θεσ’ που θα παίρεν, ου κάθα υπάλληλος, ανάλουγα τα καρφώματα π’ θα κάμεν’. Να, άκσε, διάλεξε κι πάρε: Προυδότ’ς, χαφιές, σπιούνος, καταδότ’ς, κουκλοφόρος, γκεσταμπίτ’ς, πληρουφουριουδότς, καρφί, κάρφαρος, γιούδας, ισκαριώτ’ς,  καπλαντοβελόνας, προυκατζής, ταβανόπρουκας, μυστικός, εφιάλτ’ς, πηλιογούγ’ς,  κατάσκοπος, καρφουτής, τσάτσος, μαρτυριάρς, μαντατούρς, δοσίλογος, ασφαλίτ’ς, γκαγκεμπίτ’ς,  γερμανοτσουλιάς, ταγματασφαλίτ’ς, ρουφανόβγαλμα, ρουφιανοσπορίκ’, σκατορουφιάνος, ταξιτζής, κωλόμπατσος, ρούνα, μπισκότας, χουντάς, παπαδόπουλος, χιτλιράς, πιριπτεράς, θυρουρός, κουραμπιές, κουκουβίνος, συκουφάντ’ς, σουσουρατζής, μαυραγουρίτ’ς, πεμπτοφαλαγγίτ’ς, κουϊσλίνγκαρος, συνεργάτ’ς, γερμανογαμ.μένος, νενέκος, κωλογάντζας, κυπατζής, γλειφτ’ς, πεσουτής, πράκτουρας, σφυριχτρούδιας, ψευτουμάρτυρας. Κι όποιους φταν’ στου ανώτατου αξίωμα να λέγεται φον παρογ’δόσκατος, για να έναι κι τς μόδας.

 ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Γω ξέρου ότι θα λειτουργήσ’ καλύτερα του κράτους. 

ΜΕΝΕΛΗΣ: Αμ δε θα λειτουργήσ’. Η ρουφιανιά έναι σα τ’ πείνα κι του αντίθετου τς ντρούμπας. Η πείνα δε θεραπεύεται με το να τριβς τη γκλια σ’, ενώ η άναψ θεραπεύεται με το να τριβς του αργαλείου σ’. Η κυβέρεν’σ’ τριβ του αργαλείου τς, αλλά μόνο εκείν’ ουφελείται μπρος ώρας.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ:  Τι κουβέντες έναι τούτες;  Δε τς δέχεται ούτε ου θεός.

ΜΕΝΕΛΗΣ:  Τς δέχεται όμους ο Χριστός. Α σε πω κι ένα θρησκευτικό. Όντας τελείουσε ου Μυστικός Δείπνους, γυρίζ ου Χριστός κι λεγ’ στουν Αντρέα, καλά φάγαμ, καλά πγήκαμ, φράγκα να πλερώσουμ, έχουμ; Δεν είχε ου Αντρέας, δεν είχε ου Πέτρους, δεν είχε ο ένας, δεν είχε ου άλλους. Φτάσαν τελευταία στον Ιούδα. Ψάχνεται, τίπουτας. Γιοκ παράς. Τον λένε εσύ που είσαι έξυπνους Ιούδα, μήπους εχ’ς καμιά ιδέα, για το πού θα βρούμε φράγκα; Και τς λεγ’ ο Ιούδας, τώρα που του σκέβουμαι, έχω μια ιδέα.
***Αγαπητοί αναγνώστες ευτυχείτε. Κι αν κάποιοι καλογλείφονται για μπόνους και αυξήσεις με την κατάδοση, ας μην κάνουν όνειρα. Γιατί πολλοί τη ρουφιανιά αγάπησαν, το ρουφιάνο κανείς.

Γκράδες και τσιφτέδες στο ναό της Δημοκρατίας

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Στο σημερινό άρθρο των «πολιτικών σεμιναρίων», ο Λήμνιος πολιτικός σχολιαστής κυρ Μενελής Λεμπέσαρος, συζητά με τον ανταποκριτή μας δημοσιογράφο κυρ Γιώργαρο Πουρπουργιανό, το θέμα της οπλοφορίας των βουλευτών μέσα στη Βουλή.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Κυρ Μενέλου πρεπ, ή δεν πρεπ, να ουπλουφουρούνε οι βουλευτές μες στ’ Βουλή;

ΜΕΝΕΛΟΣ: Πρεπ.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Τι, εδιέτς ξερό μαθέ; Πλούμσε το κομάτ.

ΜΕΝΕΛΟΣ: Σα δε θελ’ς να έναι ξερό, φέρε μια γαζουζούδα να βρέξου του γκάρεγκλα μ’ κι θα στα λέγου ουγρά κι μουζγούλια. Άντε μπακαλούμ. Άκσε να δγεις. Για να έχνε όπλα θα πει ότι τα χειργιάζντεν. Μπουρεί να θέλνε να πάνε στου κυνήγ’ να μας ξικνελιάσνε που γέμσεν η Λήμνους κνέλια, γή να σκουτώσνε τς κουρούνες που μας ρμάξαν τα μπουστάνια, γή στου τέλους να θέλνε να στήσνε τίπουτας ασφαλαγκουτούφικα για τς έρεμ τς ασφάλαγκες. 

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Μπρέσυ κυρ Μενέλου, σύνελθε, τι έναι μαθέ οι βουλευτές, αντραγάτες έναι για να κυνηγούνε τς κουρούνες; Οι βουλευτές έναι για να μας ικπρουσουπούνε.

ΜΕΝΕΛΟΣ: Τώρα μάλ’στα, βάλαμ αντραγάτ στ’ αρχίδια μας.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Μην αναιδειάγ’ς. Οι βουλευτές πασκίζνε για τα θκα μας τα ζητήματα.

ΜΕΝΕΛΟΣ: Τούτου λέγου κι γω. Αντραγατίζνε σε ξένα αμπέλια.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Μη βριγ’ς. Οι βουλευτές δλεύνε σα τς σκυλ’.

ΜΕΝΕΛΟΣ: Έναι τούτου π’ λένε στ’ Λήμνος: Αντραγάτ’ς, κουρουφύλακας, παπάς, βουλευτής, ντεμπέλαρ. 

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Με φαίνεται ότι είσι αντικοινουβουλευτικό τουμάρ. Δε μπουρείς να κακουφουργιέσαι του γκάθα τίμιου άθρουπου.

ΜΕΝΕΛΟΣ: Η παροιμία του λεγ’, δε ντου λέγου γω. Κι εχ’ κι άλλες παροιμιές που λένε, «αντραγάτ’ς κι κλέφταρους», ή «αντραγατεύ’ κι ατζγκινλεύ’», ή «αντραγάτ’ς για να σε μνυσ’, εξόν κι πιασ’ του μνι σ’».

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Είσαι εκτός θέματος κι σε βάζου κλούρα. Γω σε μλω για τς βουλευτές κι συ με λες για τς αντραγάτες.

ΜΕΝΕΛΟΣ: Εσύ είσαι εκτός θέματος κι τγανίγ’ς τα βερτσώνια κι τα κάμεν’ς καβουρμά. Ένας άθρουπους που εχ’ όπλου, κι τουν καλουπλερών’ του κράτους, κι δε νέναι ούτε μπασκίνας ούτε στρατιουτικός, κι νοιάζεται για τς υπουθέσες μας που λες κι συ, τι έναι; Τι θα παίξουμ τ’ κουλουκ’θιά ιδώ; Αντραγάτ’ς έναι. Ήνταν παλιά πα στα Ζβέρδια δυο αντραγάτες, πουλύ θρουφανοί, να τς σκιγ’ς με του νυχ’ κι κάθα μήνα βάζαν τς ραφ στουλές, παίρναν κι τα τφέκια τς κι κατβαίναν στου Κάστρου για να πάρνε του μιστό τς μες στου φάκιλου. Ου σχουρεμένους ου Κώστας ου Βέργος, σα τς ήγλεπεν ήλεγε: «Τι δγιάτανου, βιταμίνες τς βαζ ου αγρουνόμους μες στου φάκιλου, μαζί με τα φράγκα κι έναι σα ντα μλάρια;» Γι’ αυτό σε λέγου, μπας κι κάμεν’ς λάθους κι μπιρδεύς τς βουλευτές με τς αντραγάτες.

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Άντε να του αρχινίσουμ απ’ τν αρχή, σα ντου νηπιαγουγείου. Δέχα. Σε λεγ’, οι βουλευτές έναι οι προυστάτες τς Δημουκρατίας. Η Βουλή έναι ου ναός, η αγκλησά σα να λέμε τς Δημουκρατίας. Ε, άμα έχνε όπλα μες στν αγκλησά τς Δημουκρατίας, έναι προυσβουλή. Αυτό έναι του ζήτμα κι σε αυτό να απουφανθείς, κι μη με ανακατεύς τς αντραγάτες.

ΜΕΝΕΛΟΣ: Απουφαίνουμαι κι σκάσε. Αλλά πε με πρώτα, αυτήν’ η κυρά Δημουκρατία, τι έναι μπαντρεμέν’, ή λεύτερ; Εχ’άντρα;

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Τι ακούμε σήμερα!!! Ούτε μπαντρεμέν’ έναι, ούτε λεύτερ, ούτε άντρα εχ’.

ΜΕΝΕΛΟΣ: Γω ξέρου ότι μια κουπελούδα που δεν εχ’ άντρα, κι ξιμουναχιάζεται με τόσεν’ μαντράχαλ’, που έναι μάλ’στα κι κουμπουράδες,  κι έναι κι προυστάτες τς, εχ’ ασλή του πράμα. Μπας κι έναι καμιά πτανέρα, κι ου ναός που λες κι συ έναι τίπουτα κανέ πορναδείου, κι αυτοίν’ έναι τίπουτας νταβατζήδες;

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Οχ’. Σε μλω για τ’ Βουλή τν ελληνικιά. Τιλεία κι παύλα.

ΜΕΝΕΛΟΣ: Καλά, συνουηθήκαμ, μλας για Βουλή. Μήπους, λέγου μήπους κι μη θμων’ς, δε νέναι η θκια μας η Βουλή, αλλά μλας για καμιά ξεν’ Βουλή, παράδγμα, τ’ Σουντάν, τς Νιτζερίας, τ’ Ιράκ, γή τ’ Αφγανιστάν, που δεκεί τα χειργιάζντεν τα όπλα;

ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Σε λέγου για τη θκια μας τ’ Βουλή. Οι βουλευτές ζμπαίν.νε μέσα με πιστόλια κι ινώ κι ου πρόεδρους, κι οι βουλευτές κι ουλ’ συφουνούνε ότι δε πρεπ να μπαίν.νε, δε μπουρούνε να βρούνε κουλάγ’, πώς να γίνεται ου έλεγχους στ’ μπόρτα, αφού οι βουλευτές έναι παν απού κάθα έλεγχο. Πουλλοί λένε ότι του ζήτμα προυέκυψε για τς χιτλιράδες χρυσαυγουλάδες, που μουστράρνε πιδεικτικά τα πιρίστρουφα. Κατάλαβες; Νόγ’σες;

ΜΕΝΕΛΟΣ: Κι κατάλαβα κι νόγ’σα. Άμα δε μπουρούνε να λύσνε τούτου του θέμα, μπάντεχε να σε λύσνε τα μπλιο σουβαρά. Άμα όμους έναι για τς χιτλιράδες, δε πρεπ να τς τα πάρνε. Τούτα έναι καλά παλ’καρούδια, κι τα όπλα τα είχαν απ’ τ’ μπρουηγούμεν’ δλια τς, σαν κουλομπαροπουρτιέρδες, μπραβ, νταβατζήδες, μαχαιρουβγάλτες, κουτσαβάκ’δες, νταγήδες, τουκουγλυφουεισπράχτουρες,   σουματεμπόρ, προυαγουγοί, μαστρουποί, χασικλουτζουγαδόρ, παρακρατικοί, προυβουκάτουρες, μπατσουχάφιεδα, γουρίλες, σφιχτεράδες, ζβαρτσαράδες,  μπουντάδες, μαγ’μουνουντούλαπα, μπλιλντερουμαλάκες, γκανγκστεράδες, μπασκλασουασφαλίτες, ντεμπελουπρήσκαρ, φουσκουτουκούλιαρ, μουσκλουκουπρατζήδες, ντουμπανόμλιαν’, κι άλλα πουλλά αξιουπρεπή κι ελληνουπρεπή ιπαγγέλματα. Έναι κρίμας, να τς αφαιρέσνε τα σύνεργα τση δλιας τς.

Τς επίλοιπ απ’ τς άλλες φατρίγιες, συγνώμην, τα κόμματα ήθιλα να πω, πάλε δε πρεπ να τς απαγουρέψνε τα τφεκουπίστουλα, γιατί έναι μαθέ σα ντα πιδέλια, τα θέλνε να παίζνε τουν άντρα, κι καλά. Μόνε πρεπ να τς δώκνε κι μια ζων’ με θήκες να τα κρεμνούνε στ’ μέση τς, σα τς καουμπόγ’δες στου σαλούν. Άντε πουλλά πήκαμ, σε αφήνου.

***Αγαπητοί αναγνώστες ευτυχείτε. Κι άμα δείτε μπροστά σας κανένα πιστολά βουλευτή, σκεφτείτε τη Λημνιά παροιμία: «Θκο σ’ ντερτ, θκο μ’ κασαβέτ;». Και προπάντων μη φοβηθείτε. Είναι σαν τα παιδιά, τελείως ακίνδυνοι.

 

 

 

 

 

 

Φύλλα πορείας

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Στο σημερινό άρθρο της σειράς «πολιτικά σεμινάρια», ο Λήμνιος πολιτικός σχολιαστής κυρ Μενελής Λεμπέσαρος, αναλύει το θέμα της πολιτικής επιστράτευσης των καθηγητών μέσης εκπαίδευσης. Στις ερωτήσεις ο ανταποκριτής μας δημοσιογράφος κυρ Γιώργαρος Πουρπουργιανός.

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Βρε καλώς το γκυρ Μενελή. Χαΐρολά; Τι τα τσαλεστεύς κι τα ζγουλεργιάγ’ς μαθέ; Να, να ,να, τι γλέπου; Φαντάρος ντύθκες κι είσαι μες στα χακιά; Κι αρβύλες γλέπω, κι μπελαμάνα, κι μπερέ; Τι διάτανο, σε καλέσαν στα νέα όπλα;

ΜΕΝΕΛΗΣ: Θα σε πω για τα χακιά. Αλλά γιατί με εχ’ς γαζουζούδα μες στο πλαστικό το μπουκαλούδ απ’ κεια τα μκρα, που βγάζνε στα μνημόσνα; Οικουνομία κι στ’ γαζόζα μπρε τζιγγινέ;

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Ακλουθώ του πνέμα τς κυβέρεν’σης. Τι να τ’ γκαμ’ς κι τ’ μπλιότερ; Θα νταλακιάσ’ η κλια σ’. Γιατί φουρείς όμους τα στρατιουτικά;

ΜΕΝΕΛΗΣ: Έναι τς μόδας. Δεν άκσες που ου πορδυπουργός κυρ Αντών’ς πιστράτεψε λεγ’ τς καθηγητές κι τς έδουκε κι φύλλα πουρείας; Του πήρε λεγ’ απάνε τ’ του ζήτμα κι απαγόρεψε να κάμνε απεργία. Δεν άκσες πάλε ότι ένας συνταξιούχος συνταγματάρχης δλευ’ σε ένα σουβλατζίδκο κι παγαίν’ στς πελάτες σουβλάκια με το μοσακό;

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Κι συ τι είσαι μαθέ, καθηγητής, γή συνταγματάρχης;     

ΜΕΝΕΛΗΣ: Οχ’ μπρε κι συ μαθέ, στ’ πιτσαρία τ’ «Τροπικάνα» τ’ Γιανν’ τ’ Κατσών’ δλεύω τα βράδια, ντιλιβεράς, αφού εσύ δε με διν’ς ούτε μεταλλίκ’ για τς αναλύσεις που σε κάμνω. Ου πελάτ’ς όμους άμα δγει τα στρατιουτικά, ούλου κι κατ θα δωκ’ παραπάν σε μπουρμπουάρ απού σέβας, αφού σε λεγ’ τούτους ή κανές καθηγητής θα νέναι, ή κανές συνταγματάρχης.

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Πάντους ου πορδυπουργός τς κανόν’σεν καλά τς καθηγητές. Τς έκαμε κι χεστήκαν απάνετς.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Απάνετς, κάτετς, τα σκατά με του ζμπάθγειου, σε κειον γυρίσαν. Ήνταν λεγ’ δυο φαντάρ κι τς κάλεσεν ου δοικητής στου σπίτι τ’, ένα βραδ, για μια δλεια που είχαν. Σα φέγναν, τουν έναν τουν ήρτε σουρντί – μπουρντί, κι έκατσε μες στουν κήπου τ’ δοικητή κι τα έκουψε. Σκουπίσκεν με μια χαρτουπετσέτα που είχε, κι πρόσεξε μην πατήσ’ τα σκατουμελεμεν’δέλια. Γλεπ απού δωνά, γλεπ απού κεινά, δε τα ήγλεπε, σάνασκι ήνταν αόρατα. Έσκυψε, έψαξε κι με τα χέρια μες στα χουρτάρια, πουθενά τα ακατουνόμαστα. Ε, γυρίσαν στου στρατόπεδου, αλλά κειον δε ντουν κόλλαν νύπνους. Απουφάσ.σεν να παγ’ τν αλλ’ μέρα με του φως, να δγει κι να λυσ’ του σκατουμυστήριου. Μπαιν’ μες στουν κήπου, γλεπ, ξαναγλέπ, πουθενά τα σκατά. Κειν’ τν ώρα βγήκεν η γ’ναίκα τ’ δοικητή κι τουν λεγ’ αγριγεμέν’ τι γυρεύ’ μες στου ξένου σπιτ. Να, λεγ’ ου φαντάρους, πέταξα ένα τσιγάρο, κι ύστερα σκέφτκα ότι μπουρεί να δώκου φουτιά, γι’ αυτό μπήκα να του ψάξου να του σβήσου. Μπράβο σ’, τουν λεγ’ η δοικητίνα, είσαι καλό πιδί, οχ’ σα κάποιουν που χτε του βραδ έκαμε μετά συγχουρήσεους τν ανάγκη τ’ πα στν αχελώνα, κι κειν’ με ήφερε κουτζάμ σκατουτούρτα μες στου σπιτ. 

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Άφκες γλέπου τς ιστουριούδες κι έπιασες τα ανέκδουτα.      Ας γιλάσου φανταρίστκα. Άντε τώρα να πάνε να βρούνε ουγδόντα χ’λιάδες αχελώνες, όσεν’ έναι κι οι καθηγητές, να τσλιστούνε απάνετς κι να τς αμουλάρνε στου Μαξίμου. Γω ξέρου ότι ου πορδυπουργός, φαντάρ δεν είχεν κι φαντάρ βρήκε.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Άντε τότες να σε πω κι μια πραγματική ιστουριούδα. Ήνταν στν Ατσκή παλιά μια λουξή γ’ναίκα, που έντνε τς κατσίκες που είχε με ρχούδια που τα έραβε η ίδια, γιατί νόμζεν ότι εδιέτς ντμένες κι δε θα κρυγιώναν, κι δε θα τς κλέβαν οι κλέφτες. Στη μια κατσίκα είχε βαλ’ μια φούστα θκια τς, κι στν αλλ’ μια στρατιουτική στουλή παλιά τ’ γιου τς. Είχε κι ένα γείτουνα τουν Κουσταντή, που η κόρη τ’ τα έφκιανε με ένα φαντάρο, κι ου μπαμπάς ούλου τ’ παραφύλαγε για να προυλάβ του κακό. Μια μέρα που η λουξή είχε τς κατσίκες δεμένες στου γκάμπου, πήγαν οι κλέφταρ, γδύσαν τς κατσίκες, πετάξαν τα ρχούδια κι τς κλέψαν. Ου Κουσταντής πάλε που έψαχνε τ’ δυχατέρα τ’, γλεπ ξαφνικά δίπλα σε μια μάντρα μια φούστα κι μια φανταρίσκια στουλή, που ήνταν τα ρούχα απ’ τς κατσίκες κι νόμσε ότι πιτέλους μάγκουσε τ’ κόρη τ’ με τουν φαντάρου. Παγ’ όξου απ’ τ’ μάντρα κι φώναζε κι ανεπλιένταν. Βγαιν’ ου μαντράς ου Αθανής, ένας ξλουγκράνους δυο μέτρα. «Α εσύ είσαι ου μστουρής, ε;», λεγ’ ου Κουσταντής. «Βγε βρε άτιμ, βρε πτάνα όξου κι θα σε φκιάξου», φουνάζ κι προς του σπιτ. Σε μσο λεφτό, βγαιν’ κι η γ’ναίκα τ’ Αθανή. Τουν αρχίζ ου Αθανής στου ξύλου, τον έκαμε για το άλας. Γι’ αυτό σε λέγου, κι ου Κουσταντής νόμζε που βρήκε του φαντάρου, αλλά βρήκε του μπελά τ’. Κι οι καθηγητές δε θα τουν στείλνε αχελώνες που λες, αλλά ραβασάκ’ με του ψηφουδέλτιου.

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Σιγά μη μπατάρ η αχελώνα. Σε κουμάτ θα το ξεχάσνε. Κάπους θα τς γλυκάν’ πριν τς εκλογές κι θα τρέχνε σα ντα σκ’λάρια απού πίσου τ’.

ΜΕΝΕΛΗΣ: Μη ντο λες. Τα στρατιουτικά δε ξεχνιέντεν. Είχε παγ’ στν Αθήνα για πρωτ φορά ο σχουρεμένους ου Γιώργης ου Γιαννάς, ο επουνουμαζόμενους και γορίλας, κι ανάλαβε ου Νταμπάκ’ς να τουν ξεναγήσ’. Ου Γιώργης ήθελε να αγουράσ’ μια καμπαρντίνα, αλλά να έναι με επωμίδες, όπως τς αξιωματικοί. Οπ’ κι αν ρουτήσαν, δε φτάναν τα φράγκα τ’ Γιώργη. Ου Νταμπάκ’ς για να τουν καμ να ξεχάσ’ τ’ γκαμπαρντίνα, τουν πήγε στα…κουρίτσα. Πήγε με τη μια, πήγε με τν αλλ’, τουν άρεσεν. Άντε τώρα λεγ’ στου Νταμπάκ’ να πάμε να ξαναψάξουμ για καμπαρντίνα. Ε, κάπουτες έφγεν, κι κάπουτες ύστερα απού τριγιάντα χρόνια που ξαναβρεθήκαν, τουν λεγ’ ου Νταμπάκ’ς: «Όμορφα Γιώργη είχαμ περάσ’, ε;». Κι τουν απαντά ου Γιώργης ου γορίλας: «Όμουρφα, ξεόμουρφα, τ’ γκαμπαρντίνα δε τν αγουράσαμ».

***Αγαπητοί αναγνώστες ευτυχείτε. Αν πάρετε κανένα φύλλο πορείας, μην πανικοβληθείτε. Μπορείτε, εν καιρώ, να το επιστρέψετε και μάλιστα συστημένο.

 

 

 

 

 

 

 

Η ώθηση και το γκούντμα

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Στα «πολιτικά σεμινάρια» σήμερα, ο κυρ Μενελής Λεμπέσαρος, Λήμνιος πολιτικός σχολιαστής, απαντά στις ερωτήσεις του δημοσιογράφου κυρ Γιώργαρου Πουρπουργιανού, για την ώθηση στην οικονομία.
ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ:  Καλώς τουν κυρ Μενέλου. Να, πιε κι τ’ γαζουζούδα σ’, που τν έχου χαζίρκια, μη μας καμς πάλε τουν αγγαστρουμένου, κι άντε να μας φουτίγ’ς για τούτεν’ τν ώθησ’ στν οικουνουμία, που λεγ’ ου πρωθυπουργός κυρ Αντών’ς. Τι θα πει μαθέ, ώθησ’;
ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Ώθησ’ θα πει σμπρώξμου, δηλαδή γκούντμα.
ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Δηλαδής κυρ Μενέλου, ου κυρ Αντών’ς θα αρχινήσ’ τς γκντίνες στν οικουνουμία; Α τ’ γκαμέν’, κι τι τουν έφταιξε;
ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Θα σε κάμου μια λεπτόφλιδ διευκρίνησ’ εδώ, ταμάμ για τα μλαρόβουδα κι για τς γιεγιέκαρ τς αζνάρουτ. Γκούντμα δε θα πει μόνε του σμπρώξμου, αλλά κι του σεξουχουζμέτ.
ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Θος φλαξ κυρ Μενέλου. Αντρουπή. Τούτου μας έλ’πε δα, να βάλουμ τουν πρωθυπουργό να κάμεν’ τέτοιες δλιες. Κι άντε ας πούμε ότι τ’ σμπρώχεν’ τν οικουνουμία. Θα τς καμ καλό;
ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Πάντα του γκούντμα κάμεν’ καλό κι στς αθρώπ κι στα ζουντανά, κι στα πράματα. Του γκούντμα μελαγ’νεύ’. Άντε τώρα να μλήξουμ σουβαρά. Η οικουνουμία μας, βιβαίους κι βέβια, ήνταν καταγκντιζμέν’, όγοιους πύρουνε καβαλίκευε κι γκούνταν, κι κειν’ η καμέν’, γκούντμα – γκούντμα ποσώθκεν, πού να βαλ’ άλ’μα κι κρέας. Τώρα σε λεγ’ θα μπει πρόγραμμα στου γκούντμα. Θα γίνεται ας πούμε μόνε απού κατ, ώστε να ανέβ, να παγ’ πρους τα παν. Γιατί παλιά τ’ γκντούσαν απ’ ούλες τς μπάντες, κι απού παν, κι απού κατ, κι απού πίσου, κι απού μπρος, είχε χασ’ του μπούσλα.
ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Κι τούτου του ανέλαβε ου πρωθυπουργός ου κυρ Αντών’ς;
ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Με του ζμπάθγειου, αλλά ου πρωθυπουργός έναι ου κυρ Τόμσενς, ου κυρ Αντών’ς έναι ου πορδυπουργός. Άλλου πρωθυπουργός, άλλου πορδυπουργός.
ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Κι έχουμ εμείς πρωθυπουργό Δανό; Μπρε Μενέλου, ντιπ ντασλεμπάσεψες με φαίνεται.
ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Γιατί; Δεν μας ήλεγε ου κυρ Γιουργάκ’ς ότε θα γίνουμ νότια Δανία κι τουν ψηφίζαμ; Τούτου ιννουούσε. Θα γίνουμ Δανία γιατί θα ζούμε με δαν’κά κι θα νέχουμ Δανό πρωθυπουργό.
ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Λέγε οτ’ θελ’ς. Γω ξέρου ότι με τν ώθησ’ στν οικουνουμία θα περνούμε καλά.
ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Γκούντα με να σε γκουντώ, να περνούμε τον καιρό.
ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Όντας ερτ η ώθησ’ στν οικουμία, σε λεγ’, τα απουτελέζματα θα τα καταλάβ ου κόζμους.
ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Ναι, έναι τούτου που λένε, τουν τράγου γκντούσαν, κι τ’ γκατσίκα πόνιε ου κώλους τς.
ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Χωράτευε όσο θελ’ς. Ου κυρ Αντών’ς είπε ότι θα υπάρχ’ διαφάνεια μπλια στν οικουνουμία.
ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Αμ γκούντμα – γκούντμα, θα φεξ.
ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Εγώ ακούγω, ότι τώρα τν οικουνουμία τ’ σέρεν’ γερή ατμουμηχανή.
ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Τ’ γκντα κι τ’ ξεσέρεν’.
ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Πε με ότι συ τα ξερς ούλα, κι δε ντα ξέρνε ουλ’ τούτεν’ οι ξεν’ απιστήμουνες κι μαστόρ στα οικουνουμικά, να πατήσου τα χάχανα.
ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Αμ άμα έναι να σε γκντησ’ κανείς, νάναι μάστορας.
ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Να αφήκουμ όσα ξέραμ. Να δλέψουμ, όπως οι ξεν’. Είδες πώς δλεύνε οι ξεν’, που λες ότι μας κυβιρνούνε;
ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Είδα. Βάζνε κατ του κεφάλ’ κι γκντούνε.
ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Άκσα τουν κυρ Αντών’ ότι έναι αταλάντευτους, κι ότε οτ’ κι να γιν’ θα ακλουθεί σταθιρά αυτήν’ τ’ μπορεία.
ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Τούτου στς Σαρδές του λένε «κι του κιφάλι τ’ να τουν κόψεις, τα κωλουμέργια θα γκντούνε».
ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Εεεε, γκούντμα κι γκούντμα, μας φουρλαμάντ’σες του μλιανό μας μπλια. Ε, σε λέγου κι γω, με τόσου γκούντμα που λες κι συ, κι μεις κάποιου μερτκό θα νέχουμ. Θα γκντήσουμ κι μεις.
ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Θα γκντήσεις τ’ χήρα με τα πέντε αρφανά, τ’ χούφτα σ’ που κρατά τ’ γαζουζούδα..
ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Πώς του νουγάς δηλαδή; Πώς θα του πεις τούτου, ότι ινώ η οικουνουμία έναι σε γκούντμα, συγνώμην σε ώθησ’ ήθιλα να πω, μεις δε θα κερδαίσουμ κατιτίς;
ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Τούτου σν Ατσκή του λένε: «Ουλ’ γκντήσαν, μόνε για του φτουχό ξημέρουσε».
ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Άντε πάλε με του γκούντμα. Γω ξέρου ότι χωρς τν ώθησ’ στν οικουνουμία θα μας παρ ου δγιάβουλους. Κι δε μας είπες σήμερα κι καμιά ιστουριούδα, απ’ κειες τς κρυγιόμπλαστρες, που μας ξιφουρνίγ’ς κάθα φουρά.
ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Ενώ τώρα θα μας παρ ου θεός. Άκσε του λοιπόν κι μια ιστουριούδα που λες κι συ. Ήνταν ένα αντρόγ’νου με ένα πιδέλ’ κι είχαν κι ένα σκύλου. Μια μέρα ψόφσεν ου σκύλους, έπεσε τ’ ανάσκιλα ντούμπανου κι είχε τα πουδάργια σκουμένα σα ντουν ουρανό. «Μπαμπά, τι έπαθε ου σκύλους;», ρώτ’σεν του πιδέλ’. Να, τουν λεγ’ ου μπαμπάς, τίπουτα δεν έπαθε, έπεσε καταγή κι παρακαλεί του θεό να τουν παρ κουντά τ’. Τ’ νύχτα τουν πέταξε στου ργιακ’ στα κρυφτάτα. Σε λίγες μέρες,  λεγ’ του πιδέλ’ στου μπαμπά τ’: «Μπαμπά φουβούμαι ότι τ’ μάνα μ’ θα τ’ παρ ου θεός κουντά τ’, κι κάμε κατ». «Γιατί του λες τούτου;», του ρουτά ου μπαμπάς. «Να, μπαμπά, χτε που γύρσα νουρίς απ’ του σκουλειό, η μάνα μ’ ήνταν ανάσκελα με σκουμένα τα πουδάργια, όπους ου σκύλους, κι φώναζε, αχ θεέ μ’, αχ θεέ μ’. Κι καλά που ήνταν ου νουνός κι τ’ γκούνταν πα στη γκλια κι τν έκαμνε τιχνητή αναπνουή, αλλιώς θα τ’ χάναμ».
***Αγαπητοί αναγνώστες ευτυχείτε. Και προσοχή, γιατί η γκντίνα απ’ το γκούντμα δεν απέχουν πολύ.
 

 
 

 

 

Ο άλλος δρόμος ή το γκούτι, το κούτι και το νομπέτι

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Στη σειρά των άρθρων «πολιτικά σεμινάρια», ο Λημνιός πολιτικός αναλυτής κυρ Μενελής Λεμπέσαρος  αναλύει σήμερα το θέμα του «άλλου δρόμου» στην πολιτική και οικονομική κατεύθυνση της χώρας μας. Στις ερωτήσεις ο δημοσιογράφος κυρ Γιώργαρος Πουρπουργιανός.

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Καλ’μέρα κυρ Μενέλου. Πού κουτσλουβουλάς κι σκτρας;

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Δεκεί που με κιρνούνε κι καμιά γαζουζούδα, οχ’ σαν εδώ που έχνε καβούρ στ’ μπουζνάρα. Άντε ρώτα τι θα ρουτήγ’ς.

ΠΟΥΡΠΟΡΓΙΑΝΟΣ: Του ρώτμα έναι αν πουρπατούμε σε καλό δρόμου, σα μπου λεγ’ ου κυρ Αντών’ς ου αναπτυξιακός, γή σε λάθους δρόμου, σα μπου λεγ’ ου κουμαντάντες Αλέξης.

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Για του δρόμου να ρουτήγ’ς τα πουδάρια σ’. Τι σε λένε εσένα τα πουδάρια σ’;

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Με λένε ότε τα φάγαν οι δρομ. Εσένα τι σε λένε τα θκα σ’;

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Ότι έχνε παρ του δρόμου για βουρνά, για του νεκρουταφείου.

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Τότες καλά λεγ’ ου Τσιπρέλους ότι δε πάμε καλά.

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Ναι για, τουν κουμαντάντε ήθιλα να με του πει. Εγώ δε ντου ήγλεπα. Σα ντου Τραντάφλου με του μαγνητόφωνου. Ήνταν ένας Τραντάφλος σν Ατσκή κι έφγεν για Αυστράλια. Σαν ήρτε ύστερα απού καμιά δεκαριά χρόνια, ήφερε κι ένα μαγνητόφωνου που του τράβαν μαζί τ’, οπ κι α πήγαινε. Μια μέρα πήγε στου γκαφενέ τ’ Κυριάκου Γιαννά, ενούς πρόσφυγγα που ήνταν σα γίγαντας κι είχε ουλ’ τν ώρα μια  τζιγάρα στου στόμα τ’, για να πιει καφέ. Αγκούμπσε του μαγνητόφωνου σε μια καρέγκλα κι παράγγειλε καφέ. Ου Κυριάκος, που τον λέγαν κι Άρφα, γιατί του άλφα του ήλεγε άρφα, τον πήγε του γκαφέ. Ου Τραντάφλους άναψε μια τσιγαριά, έβαλε του ένα πουδάρ πα στου άλλου, πάτ’σε του κουμπί στου μαγνητόφωνου για ν’ ακούγ’ μουζική κι αφού τράβξεν μια ρφξα καφέ, είπε βιγλίζουντας στου ταβάν’ σα βιουμήχανους: «-Νο μπεντ», που στα Αγγλικά θα πει «όχι κακός». Ου Κυριάκους που άναβε δίχους προσάναμα κι είχε ήδη δγιαβουλ’στεί με του που είδε τουν Τραντάφλο, νόμσε ότι είπε «νομπέτ», που στα τούρκ’κα θα πει σειρά, αράδα, δηλαδή καφές τς σειράς, όχι καλός. «-Το δικό μου καφέ ρε, λες νομπέτι; Ο καφές μου δεν είναι νομπέτι, είναι άρφα – άρφα» τον είπε με τ’ μικρασιάτκη λαλιά τ’. «-Όχ’ οχ’ Κυριάκο, καλός έναι, γκουντ καφές, γκουντ» είπε τρουμουκρατμένος ου Τραντάφλος, που φουβούνταν του γίγαντα. Ου Κυριάκος αντί να καλμάρ φούντουσε μπλιο πουλύ: «Την Παναχαϊκή σου μωρέ, μίλα σαν άντρας, γκούτι είναι ο καφές ή νομπέτι;». Ου Γαρόφαλλους ου Μστάκας που κάθενταν πιο πέρα, αστειεύτκε κι είπε: «-Κάτσε να ρουτήσ’ το κουτί (εννουώντας του μαγνητόφωνου) κι θα σε πει». Ου Τραντάφλους ξαναείπε: «Καλός έναι ου καφές Κυριάκο, γκουντ πήκαμ, γκουντ». Κι ο Κυριάκους που νόμσεν ότι ου Τραντάφλους είχε κάποια κυρφή ιπικοινουνία με του μαγνητόφωνου, είπεν: «Και ανήμενες βρε χαμένε το κούτι (κουτί) να σε πει αν ο καφές είναι γκούτι ή νομπέτι;».

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Κι μας αράδιασες ουλ’ τούτεν’ τν ιστουρία για να πεις

ότι ου δρόμους που πήραν έναι αν’φουρκός; Τότες ου άλλους δρόμους έναι ου κατφουρκός.

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Τώρα θα σε πω για τουν κατφουρκό δρόμο μια αλλ’ μια ιστουρία που κουλλά ραστ. Σαν ήμνε κουρμούδ, έρεμ φτώχεια κι αναπαραδιά, κάτσαμ του βραδ να φάμε. Είχαμ σε ένα πιάτο σαρδέλες παστές κι βτούσαμ του ψουμί στου λ’γουστό λαδέλ’ κι ξυδ που είχε μέσα του πιάτου. Γω ήμνε τζιτζλόμς κι δε μ’ αρέζαν οι σαρδέλες κι έκαμα μουγάλου τσουν’, χόλιασα κι δεν έτρουγα κι καλά. Πήγα κι ξάπλουσα κι ήθιλα μπλιο ύστιρα να σκουθώ να φάγου. Ου μπαμπάζιμ είπε να μη με κρατήσνε καμιά σαρδέλα κι να πετάξνε κι τα σαρδελουκέφαλα. Σα σκώθκα να φάγου δε βρήκα τίπουτας. Από τότες δε ξανάκαμα κουβέντα κι κάθουμνε πρώτος στου τραπέζ. Άσε που απού τότε μ’ αρέζνε κι οι σαρδέλες. Του ζήτμα κυρ Γιώργαρε δε νέναι να λες ότι δε σ’ αρέζ του φαγί. Ου καθένας μπουρεί να του πει. Του ζήτμα έναι α μπουρείς να φερς καλύτερου.

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Ιγώ ξέρου οτ’ πρεπ να αντισταθούμε. Να πούμε κι κανένα οχ’, να ρίξουμ κι καμιά μούτζα.

ΛΕΜΠΕΣΑΡΟΣ: Τώρα που είπες για μούτζα, α σε πω πάλε μια ιστουρία. Ήνταν ένας γιουρούκ’ς ου Αθανής, κι ζουβγάρζεν κα στα Λ’βαδέλια, μεταξύ Ζβέρδια κι Ατσκή. Είχε ζεψ δυο γαδάρ, του χουράφ βαρκό, ούλου λασπουριά κι ύλαμου, κόλλαν του πουλούκ’, αγανάχτ’σεν ου Αθανής. Γυρίζ σα ντουν ουρανό κι μούτζωνε του θεό. «Να ρε, κι κατέβα άμα είσαι άντρας να παλέψουμ», μπρουκάλιε κι καλά του θεό. Σαν ου θεός δε ντουν έδουκε σημασία, ξάπλουσε καταγή κι τουν μούτζωνε κι με τα τέσσερα, χέρια κι πουδάρια κι σκούντρηνε τς βρισές. «Δεν είσαι άντρας ρε, οχ’ άμα είσαι δείξε με του αργαλείου σ’». Εκείν’ τν ώρα, ου ένας γάδαρους ξασκέλουσε κι ρίχεν’ μια κατουρίλα, που η μση πήγεν πα στα μούτρα τ’ Αθανή. Ου Αθανής τάχασε μπρος ώρας, αλλά ξαναπήρε θάρρους κι γυρίζ πάλε κατά τουν ουρανό, όπους ήνταν ουλάπλουτους. «Νουμίγ’ς π’ θα σε φουβθώ; Χεζμένου σ’ έχου». Κειν’ τν ώρα ου γάδαρους, αφού ανακουφίσκεν απ’ του ψλο τ’, τουν ήρτε να καμ κι του χουντρό τ’, κι γοι καβαλ’νάρες ζιστές κι αχιν’στές ραντίσαν τα μστάκια τ’ Αθανή. Φουρλαμαντ’ζμένους κι φσκουκνικαρζμένους ου Αθανής γίν’κεν Τούρκους αδιέβαστους, σκώνεται απάν κι κούνιε τα  χέρια τ’ κι έβριζε τρις χειρότερα. Εδιέτς που αλ’μανάρζε τα χέρια τ’, φουβθήκαν οι γαδάρ κι του νταμπανώσαν σα κατ, με τα πουλούκια κι ούλα τα ζγουλερκά. Ξεφέγεν’ του πουλούκ’, τουν διν’ μια πα στου πουδάρ, πάρτουν πάλε κατ τουν Αθανή. Τουν παγαίν.νε στου γιατρό του Μανταδάκ’, χεζμένου, κατουρμένου κι χτυπμένου. Τι έπαθες, τουν ρουτά ου Μανταδάκ’ς. Να, λεγ’ ου Αθανής, μάλουνα με του θεό, κι κειος έβαλε του γάδαρου να με καμ ούλα τούτα τα ρεζιλίκια. Ε, ου γιατρός τουν πέρασε για λουλό κι τουν λεγ’; «Βρε παιδάκι μου, με το θεό τα έβαλες και συ; Δε βρήκες κάποιον στο μπόι σου;». Νουμίζου ότι το θέμα του ιξαντλήσαμ κυρ Γιώργαρεμ. Με τν άδεια σ’ τώρα θα πιω τ’ γαζουζούδα μ’ γιατί γάρσα κι μπλάνταξα.

ΠΟΥΡΠΟΥΡΓΙΑΝΟΣ: Καλά μπουρείς να δρογ’στείς, αφού μας δρόγ’σες κι μας.

***Αγαπητοί αναγνώστες ευτυχείτε. Και μη σας πιάνει πανικός. Θα έρθει και το δικό μας το νομπέτ, κι θα πάμε στο γάιδαρο καβάλα.   

 

 

 

 

Επίορκοι και η μπάλα στο νούργιακο

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Σήμερα στα «πολιτικά σεμινάρια», ο Λημνιός πολιτικός σχολιαστής κυρ Μενελής Λεμπέσαρος συζητά με το δημοσιογράφο κυρ Γιώργαρο Πουρπουργιανό το θέμα των απολύσεων των δημοσίων υπαλλήλων.
ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Καλώς τον κυρ Μενέλο. Σκουντουφλιαζμένου κι ντιπ κακασκερουμένου σε γλέπου.
ΜΕΝΕΛΗΣ: Πρώτα – πρώτα κι αρχή, φέρε δυο γαζόζες, γιατί άχνα δε θα παρς απού μένα. Τ’ μπρουηγούμεν’ βουλά δε με κέρασες κι με του είπεν ου Μάκης ου Διακουμής που του πρόσεξεν.
ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Καλά μπάντεχε. Του θέμα μας έναι σήμερα γοι αμπουλήσες που θα καμ του γκουβέρνου στς δημόσιοι υπαλλήλ’. Αλήθεια κυρ Μενέλου, τι θα πει ιπίουρκους; Καλό έναι τούτου, γή κακό πράμα;
ΜΕΝΕΛΗΣ: Τι λουγιά μαθέ; Κακό κι κακότατου. Οτ’ εχ’ μέσα τ’ λεξ «ιπί», έναι κακό. Όπους λέμε ιπιρρεπής, ιπιταγή, ιπιδημία, ιπινουώ, ιπιθεουρητής, ιπίτρουπους, ιπίκυψ, ιπικήδειους.
ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Α μπρε Μενελούδια, φετφά βγαζ του β.βαμένου σ’, τσακμακουπετρίζ, αλλά κάμτα λιανά γιατί έχουμ κι κιαχαγιάδες απ’ του Κακαρίν’, δε νέναι ουλ’ απιστήμουνες σα γκαι σένα, χου, χου, χου.
ΜΕΝΕΛΗΣ: Χουξ κι ξιρός. Τι λιανά κι χουντρά; Οι πουλιτικοί μας ήνταν ιπιρρεπείς στς ιπιταγές κι τα δάνεια, τούτου ήνταν ιπιδημία, γι’ αυτό ιπινουήσαν τς ιπίουρκοι, αφού κάμαν ιπίκυψ κανουνική στς ιπιθεουρητές κι στς ιπίτρουπ, ε, κι θα ακλουθήσ’ ου ιπικήδειους.
ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Δηλαδής δε μπρεπ να τς διώξνε αυτοίν’ που κλέφτνε κι δε γκάμνε τη δλεια τς; Κύριε ιλέησουν.
ΜΕΝΕΛΗΣ: Τούτου σε είπα γω; Κι γιατί ντόσου κιρό δε τς διώχταν; Μπαντέχαν τ’ τρόγ’κα να τς του πει; Λέγου όμους ότε τούτου έναι αχ’λιά στα φωτιρά. Με θμιζ μια ιστουρία. Ήνταν ιπί Γερμανών, ου Αντών’ς Μήτσου, ου επουνουμαζόμενους κι Βαγιανός. Ήνταν στ’ μάντρα κουντά στου πγαδ που είχεν κι πέρασεν  ένας Γερμανός καταδψαζμένους κι μπαγιλντ’ζμένους, είδε τουν κάδου, σταμάτ’σε κι γύρεψε νερό  λέγουντας βάσερ, βάσερ. Ου Αντών’ς νόμζεν ότι τον ήλεγε για βάσανα, και τον λεγ’: «Αμ αγόρεμ ποιος δε νεχ’ βάσανα σήμερα; Εγώ δεν έχω βάσανα;». Τιλικά ου Γερμανός με τα πουλλά κι με χειρουνουμίες τον έδωκε να καταλάβ κι ήπιε νερό. Κι ου Αντών’ς είπεν: «Ου διαβόλ μλαρ, αφού ήθελες νερό γιατί δε ντου ήλεγες;».
ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Ναι, τραγούδγιε του μανέ. Σε λεγ’ υπάρχνε υπαλλήλ’ που δεν πατούνε στη δλεια τς, ή αλλ’ που κάμνε οτ’ διαβουλιά θελ’ς.
ΜΕΝΕΛΗΣ: Ποιοι σε του λένε; Οι βουλευτές; Αυτοίν’ που δεν κλέβνε κι που κάθε μέρα πάνε στ’ βουλή βρεξ χιουνίσ’;
ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Κι γοι βουλευτές του λένε, κι ου κυρ Ρακιτζής ου ιπιθεουρητής. Να προυχτέ ήλεγε οτ’ οι καθηγητές στου γυμνάσιου παράδγμα, δλεύνε πουλύ λίγου.
ΜΕΝΕΛΗΣ: Ουραίους ου κυρ Ρακιτζής, θρουφανός κι αρχουντάθριπους, φαίνεται απ' τ' φάτσα τ' ότε τρωγ' μόνε καθαρά φαγιά κι οχ' μουλυζμένα απού δγιαφθουρές, ιπιουρκίες, κουπανατζλίκια κι άλλες βλαβιρές τουξίνες, διουξίνες κι γαμίνες. Γοι καθηγητές δλεύνε μπλιο λίγου απ' οτ' προυβλέπεται; Κακώς κι πάλε κακώς. Άμα τιλιών.νε του μάθμα σε ένα σκουλειό κι δε συμπληρών.νε τς ώρες πρεπ να τς στέρνε σε άλλου, κι ύστιρα σε άλλου κι ύστιρα σε άλλου. Να μη σε πω ότε πρεπ να τς βάζνε να σκάβνε κι τουν μπαχτσέ τ' σκουλειού. Ιξόν που θα κάμνε κι γυμναστική, θα δείξνε κι ιμπράκτους ότι τμούνε τουν τιράστιου μιστό που τς δίν.νε.
ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Γω ξέρου ότε γη Ιλλάδα εχ’ δημουσιουνουμικό πρόβλημα κι πρεπ κατ να γεν’.
ΜΕΝΕΛΗΣ: Ναι, παλιά όντας έπαιζε μπάλα ου Ηρακλής Ατσκής κι φαίνταν ότε θα φαγ’ πέντε γκολ, είχαν πει στουν Κώστα του Χλαχλά του φουρτούνου, που είχε γερή σουτιά, να κλουτσά τ’ μπάλα δυνατά στου ργιακ’ τς Μητρουπόλεους που πέρναν δίπλα. Ή τν έκρυβε κανένα πιδέλ’ ή δε τ’ βρίσκαν μες στα παπύρια, πάντους έκαμνε να ξανάρτ στου γήπεδου κανέ πιντάλεπτου. Ε, τέσσερς – πέντε σουτιές, τιλείουνε ου αγώνας. Νόγ’σες, γή τα θελ’ς ακόμα μπλιο λιανά;
ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Έχου μπιρδευτεί. Οι αμπουλήσες έναι κρίμα, αλλά κι πάλε έχουμ μουγάλου κράτους. Ποια έναι καλή πουλιτική, η διξιά γή η αριστιρή;
ΜΕΝΕΛΗΣ: Του ζήτμα έναι απλό κι θέμα ραφτκής. Άμα του αζβάχ' με του ζμπάθγειου πεφτ αριστιρά, ου καβάλους απ' του παντιλόν' πρεπ να ζγκόβιτι δεξά. Τι έναι του αζβάχ'; Τ' αρχίδ μπρε, τ' αρχίδ, έλα παναγιά μ'. Άμα πάλε ου άθρουπους, τ' αρχίδια τ' τα ρίχεν' δεξιά, ου καβάλους πρεπ να φκιάνεται ζερβά. Ιδώ τ’ αρχίδια παλιά  αριστιροφέρναν, κι τώρα δεξιουφέρνε. Όσου αλλάζαν κουστούμια κι βάζαν όποιου θέλαν, μηδέν μπρόβλημα. Τώρα που του κουστούμ έναι ένα κι του αυτό, κι μάλιστα απ' τουν ίδιου ραφτ, κι μάλ'στα απού κτσο ραφτ γερμανό, δε μπουρεί να βουλευτεί του αζβάχ', στρουχουμδίζεται. Τα αρχίδια όμους πάντα θέλνε τουν καβάλου φαρδύ κι να αλλάζνε πουλλά κουστούμια κι να παγαίν.νε κι σε όσεν' ράφτες γουστάρνε, κι να μην πλερών.νε κιόλα, κι να κάμνε κουμάντου κι στα άλλα αρχίδια κι σώβρακα. Αλλά τώρα ου καβάλους έναι στινός κι στριμώκουλους κι έναι πουλύ δύσκουλου στα   αρχίδια να έναι δεξά κι να του παίζνε αριστιρά, κι του ανάπουδου. Η δλειά μπερδεύει ντιπ καταντίπ σα ξιβρακουθούνε. Διέτς που κνιέντεν δε μπορείς να ξιχουρίγ'ς ποιο έναι του δεξί και ποιο τ' αριστερό. Άντε τώρα να δγιω τς γαζόζες.
ΓΙΩΡΓΑΡΟΣ: Φκαριστούμε για τν αρχιδουλογία, ρίξ τ’ αζβάχια σ’ πα στ’ γκαρέγκλα κι μπάντεχε.
***Αγαπητοί αναγνώστες ευτυχείτε. Προσοχή στην επιορκία και την επιορκολογία, μην χάφτετε μεγάλες ποσότητες, γιατί είναι βαροστόμαχες.
 
 

«Λήμνος: 1912 – 2012. Εκατό χρόνια ελευθερίας και προόδου» Συγγραφέας: Αριστείδης Τσοτρούδης

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

 

Ο Λήμνιος συγγραφέας Αριστείδης Τσοτρούδης με το τέταρτο βιβλίο του μας καταπλήσσει ξανά, χωρίς όμως τώρα πλέον να μας εκπλήσσει. Πιστός στη θεματογραφία του, τη νεότερη ιστορία της Λήμνου, παρουσιάζει κατά χρονολογική τάξη τα κυριότερα γεγονότα που απασχόλησαν τη Λημνιακή κοινή γνώμη όπως αυτά αποτυπώθηκαν στον τοπικό τύπο. Αυτή τη φορά δε μιλούν διά ζώσης οι  άνθρωποι που συνάντησε και κατέθεσαν τις μαρτυρίες τους, όπως σε προηγούμενα βιβλία του, αλλά οι εφημερίδες της Λήμνου, από την απελευθέρωσή της το 1912 έως το 1963 περίπου.  Όλα τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα που έζησε η Ελλάδα στον πολυτάραχο εικοστό αιώνα περνούν μπροστά από τα μάτια μας, αλλά όπως τα βίωσαν οι συμπατριώτες μας Λήμνιοι. Η απελευθέρωση της Λήμνου, η διαχρονική λατρεία των Λημνιών προς το Βενιζέλο, τον Κουντουριώτη και το σύμβολο της ελευθερίας το θωρηκτό Αβέρωφ, ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος, οι Ρώσοι πρόσφυγες στη Λήμνο και η δυστυχία που βίωσαν, οι επιδημίες της ισπανικής γρίπης, εξανθηματικού τύφου, διφθερίτιδος, οι πρόσφυγες της Μικρασιατικής καταστροφής στη Λήμνο, το τάγμα Λήμνου, τα μεταναστευτικά κύματα προς το εξωτερικό,  ο εληνοϊταλικός πόλεμος, η κατοχή.

Μαζί τα τοπικά συμβάντα, οι πάσης φύσεως κοινωνικές, πολιτικές, στρατιωτικές, κλπ δράσεις των Λημνίων προγόνων μας. Πληθώρα γεγονότων που απασχόλησαν τις τοπικές κοινωνίες των χωριών: Έρανοι για ενίσχυση προσφύγων, ένας γάμος που τον διέλυσε προσωρινά μια νεροποντή, μια πλημμύρα που έπνιξε ζώα και καλλιέργειες, τα πρώτα  τροχαία ατυχήματα ακόμα και με κάρα, οι δυσκολίες για έκδοση πιστοποιητικών θανάτου, ένας δαιμόνιος αρχικλέφτης δεκαεφτά ετών στην Ατσική που έκλεψε ακόμα και τη στολή του καπετάνιου στο καράβι που τον μετέφερε, η συγκινητική συνδρομή των ξενιτεμένων Λημνιών μέσω των οργανώσεών τους… Μικρά κατά κανόνα δημοσιογραφικά κείμενα, μικρές ιστορίες, κρίκοι ενός παζλ, γιγαντιαίου και ως προς τη σημασία του και ως προς το μυθικό του φορτίο. Πλήθος προσώπων, «επίσημων» και «ανεπίσημων», πλήθος γνωστών ονομάτων, που το καθένα άφησε το στίγμα του, μεγάλο ή μικρό, στην τοπική ιστορία. Πρόσωπα, ψηφίδες ενός συναρπαστικού μικρού σύμπαντος. Ψηφίδες αναγνωστικής παραμυθίας, ελέω Τσοτρούδη. Πρόσωπα, που κατά πάσαν πιθανότητα, δεν κοινώνησαν εν ζωή την τεράστια ουσία της παρουσίας τους. Τα ονόματα γνωστά, οι πρωταγωνιστές απόντες πια.

Όλα αλλάζουν με το χρόνο, το μόνο σταθερό η τρωτότητα της ύπαρξης. Μένει η μνήμη. Και οι φωτογραφίες. Και τα έργα του μόχθου του ανθρώπου, είτε παρηκμασμένα και γερασμένα, είτε ακόμα αγέρωχα παρά την ηλικία τους. Τα σχολεία, οι εκκλησίες, τα ηρώα, το νοσοκομείο, το γυμνάσιο, το μουσείο, οι δρόμοι, τα υδραγωγεία, οι γεωτρήσεις, τα κοινοτικά έργα, τα λιμάνια, ο ηλεκτροφωτισμός, τα πρώτα τηλέφωνα, οι συνεταιρισμοί, η φιλαρμονική, το ταχυδρομείο, τα πρώτα αυτοκίνητα, τα πρώτα τρακτέρ, τα πηγάδια, οι αναδασώσεις, η βαμβακοκαλλιέργεια, η πατόζα… Η πατόζα. Τι να λέει άραγε σε κάποιον  της νέας γενιάς; Σε κάποιον που δεν είδε τον πατέρα του να θερίζει, που δεν έκοψε το δάχτυλό του παριστάνοντας το θεριστή ως παιδί, που δεν κουβάλησε δεμάτια με το γαϊδουράκι, που δεν είδε τις θυμωνιές, που δεν έζησε την κοσμογονία του αλωνισμού, που δεν μύρισε τη μυρωδιά του άχυρου, ή που αυτό δεν μπήκε μέσα στα μάτια του κατά το σάκκιασμα; Τι να λέει η παράθεση των τόνων της γεωργικής παραγωγής του μπαμπακιού, του σταριού, των σταφυλιών των οσπρίων κλπ, σε κάποιον που δεν έζησε την αγωνία των γονιών του, όταν κατά το Δεκέμβριο είχε τελειώσει το σιτάρι και δεν είχαν αλεύρι να ζυμώσει η μάνα του για το ψωμί της εβδομάδας; Ένα μυστικό αόρατο νήμα θαρρείς συνδέει σχεδόν κάθε αναφορά με τον αναγνώστη, ιδίως αυτόν που έχει κάποια ηλικία, ένα νήμα που πυροδοτεί συνειρμούς και ξυπνά μνήμες. Μνήμες που σε αποθέτουν με τρυφερότητα στην κοσμογονική πολυσημία της παιδικής  ηλικίας, ή μνήμες που γίνονται ορμητικό ποτάμι, που σε παρασύρει και σε ξεβράζει σε θυσιαστικούς πλην σωτήριους ψυχικά εσωτερικούς διαύλους.

Θα ήθελα να ξέρω αν το αγκίστρι με το λαχταριστό δόλωμα που με τη μαεστρία δεινού ψαρά μας έριξε ο Τσοτρούδης, που τσιμπήσαμε όλοι εμείς που ζήσαμε και την παλιά «αγροτική» περίοδο της Λήμνου, θα ήθελα να ξέρω αν πιάνει και στους νεότερους. Ελπίζω ότι πιάνει, αν και δεν το πιστεύω. Το βιβλίο  το φαντάζομαι σαν ένα χρυσωρυχείο, πλην με πεσμένες τις καμάρες του. Άλλοι είναι εγκλωβισμένοι μέσα για πάντα κι άλλοι που είναι έξω, δεν μπορούν να εισδύσουν.

Η χρήση του πολυτονικού σε όλο το βιβλίο, ακολουθώντας τα δημοσιογραφικά κείμενα, τα οποία όπως είναι αναμενόμενο είναι γραμμένα σε καθαρεύουσα προσδίδει στο έργο μια πατίνα με αχλύ παλαιική. Στη χρονική άλυσσο της ιστορίας, η γλώσσα έχει τους δικούς της δείκτες και τους δικούς της σταθμούς. Γλώσσα που μερικές φορές ο παράφορος τόνος της διαποτίζει όλο το κείμενο. Κείμενα συχνά υψηλού επιπέδου, με λογοτεχνική ποιότητα, με το θείο δώρο του ύφους, από  γραφιάδες που δεν είχαν σαν επάγγελμα τη δημοσιογραφία, που ήξεραν όμως «καλά γράμματα», πραγματικούς εραστές της τέχνης όπως σημαίνει η λέξη ερασιτέχνης κι όχι «καμποτίνος», όπως κατάντησε συχνά να σημαίνει σήμερα.

Εκατοντάδες ασπρόμαυρες φωτογραφίες πλουμίζουν το βιβλίο. Παλιές ασπρόμαυρες φωτογραφίες,  εικόνες ανθρώπων, τοπίων, καταστάσεων. Μια θαυματουργική μίξη φωτός και σκότους. Σαν την αέναη πάλη σκότους και φωτός, θανάτου και ζωής. Σαν να μας επισκέπτεται το φως. Η μνήμη παίρνει φως κι όλα καταλήγουν να είναι μύθοι του πραγματικού. Φωτογραφίες που αργάστηκαν απ’ το χρόνο και έγιναν ώριμες για τη μυθολογική τους δράση και την ποιητική τους αποστολή. Φωτογραφίες με την ιστορικότητά τους, που αναπαριστούν κάτι παραπάνω από αυτό που λένε ότι αναπαριστούν. Ασπρόμαυρες φωτογραφίες με τα υπέροχα μυστικά τους.

Όταν στις μέρες μας είναι δύσκολο να βάλεις ακόμα και μια πέτρα πάνω στην άλλη, προκαλεί κατάπληξη η δημιουργία  τόσων έργων μεγάλης κλιμακας, για τα δεδομένα της εποχής και την ανείπωτη πενία αυτών των τυραννισμένων ανθρώπων.  Αυτά τα έργα δεν συντελέστηκαν εν μια νυκτί, ούτε στάλθηκαν εξ ουρανού, αλλά στήθηκαν με υπερπροσπάθεια, επίπονη εργασία και γαλαντομία. Μέσα σε «τοπία» συχνά ολικής καταστροφής και ολέθρου αναδύονται στιγμές ανθρωπιάς, αυτοθυσίας, αλληλεγγύης και ζηλευτής συλλογικότητας.  

Ο συγγραφέας συνειδητά δεν περιλαμβάνει στο βιβλίο σκοτεινές ιστορικές περιόδους όπως τον εμφύλιο και τα διχαστικά μετεμφυλιοπολεμικά έτη, τη δικτατορία των συνταγματαρχών, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, το κυνηγητό των ηττημένων από τους νικητές, τις μισαλλόδοξες κραυγές που αποτυπώνονταν και στον τύπο, τις «δηλώσεις εθνικοφροσύνης» που γέμιζαν τα φύλλα των τοπικών εφημερίδων, που επιβάλλονταν εκβιαστικά από «νωματάρχες αυτοκράτορες» και διαβάζονταν από τον παπά στην εκκλησία. Δεν θέλει να ξύσει πληγές, δεν θέλει να στενοχωρήσει ανθρώπους. Θεωρεί ότι είναι νωρίς ακόμα για να αγγίξει κανείς τέτοια θέματα. Η έμφυτη καλοκαγαθία και ευγένεια που διακρίνει τον Τσοτρούδη, αυτόν τον πνευματικό μοναχικό διανοητή με την αθωότητα και καρδιά μικρού παιδιού, δεν του επέτρεψε να παρουσιάσει αυτό το υλικό, παρ’ όλο που το είχε στη διάθεσή του, όπως είμαι σε θέση να γνωρίζω. Ίσως να έχει δίκιο. Ίσως κάποιος ιστορικός ερευνητής στο μέλλον να το κάνει.

Στην εποχή που μεσουρανεί το εθνικό μας χάλι, στην εποχή της έσχατης κατάντιας, όχι τόσο οικονομικής αν κι έτσι θεωρείται, όσο πνευματικής και ηθικής, ας κάνει ο καθένας μας το καλύτερο που μπορεί να κάνει, μήπως και ξεκολλήσουμε. Ο Τσοτρούδης το κάνει. Και το κάνει καλά. Ποιεί έργο μέγα. Μνημονεύει τους αμνημόνευτους. Ποιος θα τους ανέσυρε απ’ τη λήθη; Ποιος θα τους άναβε το χρωστούμενο κερί; Ποιος ήταν διαθέσιμος να κάνει το σιτάρι κόλλυβα; Ποιος ο εκλεκτός; Αυτός που τους σκεφτόταν και τους καταλάβαινε. Αυτός που είναι ταγμένος για τα πέραν της καθημερινής βιωτής. Ο ξωπαρμένος και παράταιρος με τη σημερινή πεζότητα και ευτέλεια.

Η Λήμνος έχει τον ιστορικό της. Στα χνάρια του άλλου μεγάλου, Θεόδωρου Μπελίτσου.

Αριστείδη Τσοτρούδη σε ευχαριστούμε από βάθους καρδίας γι’ αυτή τη μυσταγωγική μέθεξη. Χωρίς άλλα λόγια: Άξιος.