Σάββατο, 6 Ιουνίου 2009

Σαν τα παλιά κουρεία της Λήμνου

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

«Θα το αφήκω το κουρείο μου όπως είναι».
Δήλωση του Σιφνιού κουρέα Ζήση Ραφελέτου, μετά από φιλική παραίνεση του πρώην πρωθυπουργού, κ. Σημίτη, να εκσυγχρονίσει το κουρείο του.

Τι κάνει κάποιος, όταν ο κουρέας που τον κούρευε για χρόνια, βγαίνει στη σύνταξη; Αν είναι θιασώτης του αυτονόητου ρεαλισμού πάει στον παραδίπλα. Αν όμως το χούι του είναι να κάνει τα εύκολα, δύσκολα, αν ο κουρέας του εστιάζεται στον ίδιο γιάλινο πύργο, που συχνάζουν τα ιερά και τα όσια της…φυλής, τότε το πράγμα δεν είναι τόσο απλό. Αν δε ο γιάλινος πύργος που λέγαμε, πρέπει να είναι σώνει και καλά ένα κουρείο παλαιού τύπου, τότε τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο περίπλοκα, αφού τα κουρεία αυτά χάθηκαν ως «άραιος, άφωνος καπνός». Γνωρίζετε ότι η Νέα Φιλαδέλφεια, π.χ., διαθέτει τριάντα εφτά κομμωτήρια και ένα μόνον κουρείο; Αυτή είναι γνώση που την κατέκτησα αφού ποδοκόπησα σε όλη τη συνοικία. Αν μια λεξικογραφική αποκωδικοποίηση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι: «κουρεία και κουρείον, τόπος εν ώ κουρεύονται», (λεξικό Σουΐδα), τότε τα σύγχρονα κομμωτήρια με τις τζαμαρίες, τις λεκάνες, τις γιαλισμένες τιφεμπάχιες και τα αποστειρωμένα φερσίματα, είναι ό,τι πρέπει. Αν όμως «κουρείον, βωμός εν ώρα καύσεως, όπου ιερουργεί ο κουρεύς – κουρεώτης κατά την Κουρεώτιδα, Κουρεώτις δε εορτή των Απατουρίων, εν ή κούροι αποκειρόμενοι εις τους φράτορας εγγράφονται», τότε κουρείο παλαιό ψάξε, ιχνηλατώντας την τρίβον της διαισθήσεως. Έτσι δεν θα είσαι πελάτης άγνωστος, αλλά μεμυημένος, πρόσωπο κοινωνίας και όχι άτομο, συμμέτοχος τελετουργίας θαυμαστής, καλπάζοντας τον ατέλειωτο δρυμό της φαντασίας. Και της νοσταλγίας.
Όταν ξεφύτρωσε μπροστά στα μάτια μου το μοναδικό κουρειάκι της Φιλαδέλφειας, το περιεργάστηκα ταχέως. Ο κουρέας γηραλέος. Κοντοστάθηκα λίγο, αυτός έπιασε στο φτερό τη διστακτικότητά μου παρ’ όλο που ήταν απασχολημένος με πελάτη. Αμέσως σαν να μετείχε σε όμιλο δεξιοτεχνίας μετατράπηκε στον Τζακ τον ψαλιδοχέρη. Μπήκα.
Κουρείο γνήσιο, παλαιικό. Με το άρωμά του στον αέρα, κολώνια λεμόνι, με την πολυθρόνα του με την ψάθα, με τις φτηνές καφετιές φορμάικές του, με τους ξεπετσωμένους τοίχους του, με την πούδρα «Σπλέντιντ», με τα λεπτά μακριά ψαλίδια του, με το κασετόφωνο στην πρίζα να παίζει σιγανά ρεμπέτικα, με κολλημένες παντού φωτογραφίες και αφίσες της ΑΕΚ, από το Νεστορίδη, τον Καραφέσκο και τον Παπαϊωάννου, ως τον Τσιάρτα και το Νικολαΐδη.
Ω κουρείο, κάστρο άπαρτο, των μνημών και των συγκινήσεων. Κουρείο γνώριμο, σαν τα παλιά κουρεία του χωριού μου, της αγαπημένης μου Ατσικής Λήμνου. Κουρεία αυτόνομα ή σε μια γωνιά ενός καφενείου. Κουρεία – εκκλησίες του Δήμου, της σύναξης της μορλαδίας αλλά και της γερουσίας, όπου πήγαιναν χέρι - χέρι «το αιδήμον και το αρρενικόν», «το σέβας και ο μώμος». Όπου οι ποδοσφαιρικές ομάδες ήταν θρησκείες, τα πολιτικά γενικόλογα και ως εκεί που δεν ενοχλούσαν, τα πειράγματα λεπτά και με αμφίδρομη ισορροπία, ο αλληλοσεβασμός δεδομένος και το κουτσομπολιό τέχνη και επιστήμη μεγάλη, πηγή γνώσης και όχι ξεπεσμού και κατινιάς. Κουρείο της μαγγανείας, που μετατρέπεις τους απόντες σε παρόντες. Κουρεία του Φωκίωνα, του Χαραλάμπη, του Κόμνα, του αδερφού μου του Βασίλη.
Και μου φάνηκε, λέει, πως ήταν το κουρείο του αδικοχαμένου στα καράβια αδερφού μου. Και πως ήταν εκεί ο άλλος αδικοχαμένος ο Μιχάλης και κουβέντιαζαν για την ΑΕΚ. Οι πιο γεροί ΑΕΚτζήδες σε όλο το χωριό. Και πως ήταν εκεί όλοι όσοι έφυγαν για πάντα, γέροντες και νεότεροι. Κι όσοι έριξαν πέτρα πίσω τους και τους κατάπιαν οι Αυστράλιες και οι Αμερικές. Ε καημένα παιδιά. Γεννηθήκατε κάπως πρώιμα. Τότε που οι άντρες εργάζονταν στα χωράφια, στα γιαπιά και στα καράβια. Τώρα κατατάσσονται οπλίτες πενταετούς θητείας «στας ενόπλους δυνάμεις». Ο εκφυλισμός μιας ράτσας.
Κουρείο της γλίσχρας αμοιβής, μα και της μεγάλης τέχνης. Της ταπεινής συναγροίκησης μα και της τεχνήεσσας καθοδήγησης. Σχολειό και ιερό μαζί. Πέτρινο οχυρό στους κέρινους καιρούς. Οι τελευταίοι σου κουρείς, σκονισμένοι πολεμιστές επί των επάλξεων σαλεύουν τα ψαλίδια τους κατά το χρέος. Κουρείο, καταφύγι των στερνών αλαφροΐσκιωτων, σκηνοποιών στην έρημο, που ξέφυγαν το νεοτερικό πολτό. Κουρείο με τον καντρένιο καθρέφτη σου, με τη γαλάζια ομίχλη των καπνών, το φώτισμα στο κέντρο σαν το λαμπογυάλι που ξεκάπνισε η μάνα μου. Σαράντα χρόνια η αφίσα της Ζωής Λάσκαρη με το μαγιώ, απ’ το «Φαντάζιο», πάνω στην πόρτα, σαν χτες και σαν προχτές. Πόσα καλά παιδιά διάβηκαν την πόρτα της ζωής, νωρίς, σ’ αυτά τα σαράντα χρόνια, στη μάχη τους με τους λογής – λογής Εγχειρογάστορες του κόσμου! Τα καλά παιδιά. Όλο και λιγοστεύουν, σαν τα παλιά κουρεία.
Απ’ το κασετόφωνο ακούστηκε η φωνή της Σωτηρίας Μπέλου: «Άντε σαν πεθάνω στο καράβι….»
-Ορίστε κύριε καθίστε, είναι η σειρά σας. Από δω είστε; Δεν σας έχω ξαναδεί…
Αθάνατη διπλωματική των κουρέων….Μη φοβάσαι φίλε μου κουρέα .…Τώρα που βρήκα το στέκι σου, δεν το χάνω. Έχουμε καιρό να πούμε πολλά. Μια φορά το μήνα τουλάχιστον θα έρχομαι για προσευχή και κατάνυξη στο ιερό κουρείο σου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: