Σάββατο, 6 Ιουνίου 2009

Παρανοήσεις, ή άλλο το μλι, άλλο το μντι

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας


Το μντι

Οι παρανοήσεις ανέκαθεν ήταν κυρίαρχο στοιχείο στη ζωή των ανθρώπων. Παρανόηση είναι η λάθος αντίληψη, το να καταλαβαίνουμε κάτι αλλιώς απ’ ότι είναι στην πραγματικότητα. Σκεφθείτε κάτι που γίνεται τώρα στον κοινωνικό μας περίγυρο, στην πολιτική, στα διεθνή γεγονότα, κλπ, και θα ανακαλύψετε πλήθος παρανοήσεων και ως εκ τούτου κακών εκτιμήσεων.
Στα Λημνιακά η παρανόηση είναι «παρανόγ’ζμα». Οι Λημνιοί ως παράδειγμα «παρανογίζματος» λένε τη φράση «άλλο το μλι, άλλο το μντι». «Μλι» ή «μπιτζίκ’» είναι το εντεράκι (δωδεκαδάκτυλο) του νέου ζώου, αρνιού, κατσικιού, που το χρησιμοποιούσαν για να πήζουν το γάλα. «Μντι» είναι το ξύλινο εργαλείο με το οποίο ανακάτευαν το τυρόγαλο, κοινώς «τσίρο», όταν το έβραζαν για να κάνουν τον ανθότυρο, στα Λημνιακά «κορφή», για να μην κολλήσει στον πάτο του καζανιού. Βέβαια η πλήρης έκφραση είναι και με μια τρίτη λέξη, η οποία είναι το «μντι», χωρίς το «ταυ». Αυτό δεν το εξηγώ, φαντάζομαι το ξέρετε. Μετά λοιπόν από ένα «παρανόγ’ζμα», πολλές φορές ακολουθεί το «παραλόγ’ζμα», δηλαδή η έκπληξη και ο φόβος μέχρι παραφροσύνης, εξ ου και η φράση «τον άκσα και παρανόγ’σα, τον είδα και παραλόγ’σα», με άλλα λόγια, «άλλο μας δείξαν, άλλο μας μπήξαν».. Άλλες φορές το «παρανόγ’ζμα» ακολουθείται από ευτράπελες και κωμικές καταστάσεις. Μπορεί το «παρανόγ’ζμα» να οδηγήσει στο «παρακούντλημα», δηλαδή ο παθών να παραπαίει, να παραπατά, από την σύγχυση. Πολλές φορές αυτός που «παρανογά» ίσως και να παρακαταλαβαίνει τι γίνεται, εξ’ ου και η φράση «νογώ και παρανογώ, σ’ αγοράζω και σε πλω». Άλλοτε το «παρανόγ’ζμα» είναι αποτέλεσμα της «παραγνώργιας», δηλαδή όταν οι άνθρωποι παραγνωρίζονται λόγω στενού συγχρωτισμού, τουτέστιν «παρακατουρούνε» και αυτό αντί να οδηγήσει σε καλύτερη κατανόηση του άλλου, καταλήγει σε παρανόηση, γι’ αυτό λένε ότι «τα πολλά παραθάρρετα φέρνε το παρανόγ’ζμα», ή «τα πολλά παραθάρρετα φέρνε το παρακαύελ’ζμα». Μπορεί βέβαια στο «παρανόγ’ζμα» να φτάσει κάποιος που είναι «παράγλεπος», δηλαδή που δεν βλέπει καλά, είναι αλλοίθωρος, αλλά και κάποιος που είναι πολύ «ανοιχτομάτης» και κάνει πως δεν καταλαβαίνει. Το τελευταίο λέγεται «μαξούζ ή ντιμπιντούζ παρανόγ’ζμα», ή «παραζαβλιά». Μετά από ένα «παρανόγ’ζμα» μπορεί κάποιος να ντραπεί και να κοκκινίσει, δηλαδή να «παπαρνιάσ’», ή να μη δώσει καμιά σημασία, δηλαδή να «παραγαδουρίσ’», ή να θυμώσει και να έχουμε «παραξήγησ’».
Εδώ όμως σταματώ με τη «γραμματκή», γιατί «άλλο γραμματκή άλλο Γραμματκούδα», εξ άλλου μου φαίνεται ότι σας «παραξανόστ’να» ή αλλιώς το «παραξύν’σα» και μπορεί «να με παραβγάλτε με κανέ παραγδούρ». Θα σας πω μόνο μια ιστορία Λημνιά, που μου τη διηγήθηκε σε ανύποπτο χρόνο ο φίλος Κώστας Λάζος, Θανιώτης, που μένει στην Ατσική. Αυτή η ιστορία, όπως αντιλήφθηκα, περιέχει πλήθος από «παρανογίζματα». Ε, έβαλα κι εγώ λίγο «άλας και πεπέρ».
Πριν από κάτι δεκαετίες οι χωροφύλακες γύριζαν όλα τα χωριά και επιθεωρούσαν τις αυλές αν είναι σκουπισμένες, αν υπήρχαν κοπριές από ζώα κλπ. Αν δεν ήταν σκουπισμένες έκαναν μηνύσεις. Πήγε λοιπόν ένας χωροφύλακας στο σπίτι της κυρά Λασκαρίνας και το βρήκε σε κακό χάλι. «Γιατί δε σκούπισες;» τη ρώτησε. «Αμ πήρε το φουρκάλ’ το φωτιοκαμένο το κταβούδ κυρ κωροφύλακα και δε ντο είχα για να φρουκαλίσω», είπε η γυναίκα. Αυτός της έκανε μήνυση. Μετά από καιρό έφερε το ειδοποιητήριο για το δικαστήριο. Αυτή το έβαλε μέσα στο «φανάρι», που φύλαγαν τα τρόφιμα. Τα θυμάστε αυτά τα λαμαρινένια φανάρια με το δικτυωτό σύρμα; Είχαν τη θέση των σημερινών ψυγείων. Όταν λοιπόν γύρισε στο σπίτι ο άντρας της, η Λασκαρίνα του λέει: «Ήρτε ο κωροφύλακας κι ήφερε μια έγκλησ’ και τν έβαλα μες στο φανάρ». «Έγκλησ’» (με ήτα) είναι η μήνυση, από το ρήμα εγκαλώ. Αλλά «έγκλεισ’» (με έψιλον γιώτα) στα Λημνιακά είναι το μεσεντέριο του ζώου, δηλαδή ο λιπώδης ιστός που συνέχει τις έλικες του εντέρου των ζώων, από το ρήμα εγκλείω. Αυτό το τελευταίο είναι πολύ νόστιμος μεζές τηγανητό. Ο άντρας της νόμισε ότι είναι έγκλειση, από κάποιο σφαχτό που τους την έφεραν πεσκέσι. Άνοιξε το φανάρι και είπε «Δε λογιάζω καμιά έγκλεισ’ μόνε ένα χαρτούδ εχ’ μέσα». Τέλος πάντων του εξήγησε η Λασκαρίνα, ότι εννοούσε τη μήνυση. Κάποτε ήρθε η μέρα του δικαστηρίου. Φώναξαν το όνομά της και η Λασκαρίνα λέει: «-Εδώ είμαι, παρών κυρ δικαστή». «-Πλησίασε» της είπε ο πρόεδρος. «-Καλά είμαι κι από δω, μακριγιά κι αγαπημέν’» λέει η Λασκαρίνα. «-Βρε πλησίασε» της είπε αγριεμένα ο πρόεδρος. Ε, τι να κάνει, πλησίασε. «-Κάτσε κάτω». «-Α κυρ δικαστή ουλ’ τν ώρα κάθομαι στο σπίτ, καλύτερα ολόρτ». «-Κάτσε σου λέω». «-Καλά κάθομαι αλλά πολύ γ’νατσής με φαίνεσαι». «-Ονομάζεσαι Λασκαρίνα τάδε;». «-Έλα Παναγιάμ τώρα δε με φώναξες; Το ξέχασες κιόλας; Ναι εδιέτς έναι τ’ όνομα μ’». «-Η διαμονή σου;». «-Μάνα γω κουβέντες, αστόπαθα, είσαι και δικαστής». «-Πες μου κυρά μου πού είναι η διαμονή σου;». Η Λασκαρίνα γύρισε κατακόκκινη, είδε τον άντρα της, αυτός της κούνησε καταφατικά το κεφάλι, τι να κάνει η φουκαριάρα, λέει: «-Η μση αντροπή θκημ’ κι γη μση αντροπή θκησ’. Ουλ’ το ξέρνε τούτο το πράμα, αλλά αφούς εσύ δε ντο ξερς θα στο πω να το μαθς. Να, έναι μια πθαμή κατ απ’ τον αφαλό»

Δεν υπάρχουν σχόλια: