Σάββατο, 6 Ιουνίου 2009

Παλαιά εκλογικά

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Πριν από τις εκλογές, τέλη Αυγούστου, βρέθηκα στη Λήμνο. Είδα τους συγχωριανούς μου τους Ατσικιώτες να κάθονται στην πλατεία μονιασμένοι, μαζί στις παρέες, ανεξαρτήτως πολιτικής προτίμησης και μάλιστα να αστειεύονται για τα πολιτικά και να πειράζουν ο ένας τον άλλον καλοπροαίρετα, χωρίς ίχνος παρεξήγησης ή κακίας. Με την ευκαιρία λοιπόν των βουλευτικών εκλογών θυμήθηκα διάφορα περιστατικά, που διαδραματίσθηκαν στη Λήμνο σε παλαιότερες εκλογικές αναμετρήσεις. Με την πολιτική ωριμότητα που επιτεύχθηκε λόγω της ομαλής δημοκρατικής ζωής και την αποφόρτιση που επέβαλε το πέρασμα των δεκαετιών, τα περιστατικά αυτά τώρα μοιάζουν ευτράπελα, αν και μερικά από αυτά τότε δεν ήταν καθόλου έτσι.

Ο Μπολσοβίκαρος και η Φρειδερίκα
Ο συχωρεμένος ο πατέρας μου ήταν αριστερός ενώ η γιαγιά μου, η μάνα του δηλαδή, δεξιά και βασιλικιά. Θυμάμαι στο σπίτι της γιαγιάς μου στην Ατσική, τα κάδρα με τις φωτογραφίες του Παύλου και της Φρειδερίκης και μετά τα κάδρα του Κωνσταντίνου και της Άννας-Μαρίας. Αυτή η πολιτική αντιδικία ήταν ο λόγος που δε «χωνεύονταν» μεταξύ τους μάνα και γιος, μια ζωή. Η γιαγιά μου αποκαλούσε τον πατέρα μου «μπολσοβίκο» και ο πατέρας μου τη γιαγιά μου «Φρειδερίκα». Ήταν λίγες μέρες πριν τις εκλογές του 1962, εγώ παιδάκι 8 χρόνων, είχα επισκεφθεί τη γιαγιά μου. Αυτή μετά από λίγο μου έκανε την καθιερωμένη και χιλιοειπωμένη ερώτηση: «Τι κάμεν’ κι ο μπαμπάς σ’ ο μπολσοβίκαρος, ο κομμούναρος;» «Καλά» είπα εγώ μουδιασμένα. Δεν ήθελα να τον αποκαλεί έτσι. Όταν πήγα στο σπίτι ρώτησα τον πατέρα μου δήθεν αδιάφορα: «Μπαμπά τι θα πει μπολσοβίκαρος;». Ο πατέρας μου δεν απάντησε, αλλά ρώτησε τη μητέρα μου: «Αρετή πήγε το παιδί σήμερα στ Φρειδερίκα;» «Ναι πήγε» απάντησε η μάνα μου. «Α κατάλαβα» είπε ο πατέρας μου. Εγώ όμως επέμενα να μου εξηγήσει τι θα πει μπολσοβίκαρος. Και τότε ο πατέρας μου, άγια τα κοκκαλά του, έδωσε ένα ορισμό που θα τον ζήλευε και ο Μαρξ: «Μπολσοβίκαρος θα πει να στηρίζεσαι στα χέρια σ’, να κάμεν’ς έτσενάς τον ίδρω σ’ απ’ το κούτελο σ’, και να μη βαγ’ς μινέτ σε κανένα κιαρατά».

Στο αναγκαίο
Οι παλιότεροι θα θυμούνται κάτι παλιές αφίσες μακρόστενες σαν κορδέλες με μπλε γράμματα και μπλε μπορντούρα που κολλούσε η αστυνομία παντού, επ’ ευκαιρία εθνικών εορτών με φράσεις επάνω, όπως «Ζήτω το έθνος» «Ζήτω ο βασιλεύς» «Κάτω ο κομμουνισμός», κλπ. Μια μέρα ξεκόλλησα μια τέτοια αφίσα από ένα τοίχο, που έγραφε «Κάτω ο κομμουνισμός» και την πήγα στο σπίτι. «Μπαμπά για δγιε» είπα στον πατέρα μου και του την έδειξα. Ο πατέρας μου δε μίλησε. Εγώ απτόητος. «Μπαμπά τι να ντ κάμω;». Και ο πατέρας μου είπε το αμίμητο: «Βάλτεν’ μεσ’ στο αναγκαίο, θα μας χρειγιαστεί».

Ο Λίγιας
Ο αείμνηστος Ηλίας Ηλιού, που καταγόταν από τη Λήμνο και πολιτευόταν στο Νομό Λέσβου, έχαιρε μεγάλης εκτίμησης από τους Λημνιούς. Σε μερικά χωριά όπως οι Σαρδές και το Κατάλακκο ο Ηλιού ήταν σαν ένα είδος γκουρού και οι κάτοικοί τους του είχαν τυφλή εμπιστοσύνη. Σε προεκλογικές εκστρατείες, αν κάποιος τους έκανε προπαγάνδα για κάποιο κόμμα ή για κάποιον υποψήφιο, αυτοί έλεγαν: «Θα ρωτήσομ το Λίγια κι οτ’ μας πει», ή «Εμείς έχομ το θκο μας το Λίγια». Μου έλεγε ο πατέρας μου, που ήταν και καφετζής, εκτός από εργάτης, αγρότης και πεντέξι ακόμα επαγγέλματα για να μας ζήσει, ότι σε δύσκολες και διχαστικές εποχές, ερχόταν ο Ηλιού να μιλήσει προεκλογικά στο καφενείο του πατέρα μου και ο κόσμος ήταν μετρημένος στα δάχτυλα λόγω του φόβου. Μετά την ομιλία καθόταν ο Ηλιού που του άρεσε το ουζάκι και έλεγε στον πατέρα μου: «Κώστα βάλε δυο κι έλα κάτσε να τα πιούμε. Φέρε και δυο λουκούμια να πάνε τα φαρμάκια κάτω».

Η γαδαροκεφαλή
Στις εκλογές του 1962 είχε έρθει στην Ατσική για να μιλήσει ο βουλευτής Λέσβου της «Ένωσης Κέντρου» και πρώην υπουργός γεωργίας Νικόλαος Μαλιάκας. Τα πράγματα ήταν πολύ άγρια, είχαν μαζευτεί διάφοροι βαλτοί της αντίπαλης παράταξης και δεν τον άφηναν να σταυρώσει λέξη. Τον διέκοπταν συνέχεια, γελούσαν, τον έσπρωχναν, ένας μάλιστα τάπα στο μεθύσι, είχε φέρει μια νεκροκεφαλή από γάιδαρο, την κρατούσε και με ένα τεράστιο μαχαίρι κάθε τόσο την κάρφωνε επιδεικτικά, σε στενή απόσταση από τον κακομοίρη το Μαλιάκα, που έντρομος προσπαθούσε να αρθρώσει τον προεκλογικό του λόγο. Στις εκλογές του 1963 που είχε προκηρύξει ο Γεώργιος Παπανδρέου λίγους μήνες μετά, τα πράγματα είχαν αλλάξει, υπήρχε φοβερός ενθουσιασμός, οι τραμπούκοι δεν τόλμησαν να εμφανισθούν, οι Ατσικιώτες αποθέωσαν το Μαλιάκα, πρώτη δε φορά στη ζωή μου είδα πλακάτ με συνθήματα και με φωτογραφίες του Γεωργίου Παπανδρέου. Τώρα ο Μαλιάκας δεν μπορούσε να αρχίσει το λόγο του από τις επευφημίες και τα χειροκροτήματα. Η πρώτη του φράση ήταν η εξής: «Έχω την εντύπωση ότι το κλιμα είναι λίγο διαφορετικό από την προηγούμενη φορά, ή κάνω λάθος;». Και έγινε χαμός.

Σε αποκηρύσσω από μπαμπά μ’
Σε ένα από τα δημοψηφίσματα του δικτάτορα Παπαδόπουλου βρέθηκα στη Λήμνο. Τότε το δικαίωμα ψήφου δεν άρχιζε στα 18, αλλά στα 21. Ήμουν φοιτητής της ιατρικής και δεν είχα δικαίωμα ψήφου, αφού δεν ήμουν 21 χρόνων ακόμα. Σφόδρα αντιχουντικός, είπα στον πατέρα μου ότι βέβαια έπρεπε να ψηφίσει «όχι». «Γιατί υπάρχ’ καμιά περίπτωσ’ να ψηφίσω ναι, μπρε αγόριμ και με καθογ’δεύς;», μου είπε ο πατέρας μου. Ήσυχος πια εγώ για το «όχι» του πατέρα μου, περίμενα να γυρίσουν από την ψηφοφορία. Σε λίγο ψήφισαν ο πατέρας και η μάνα μου και επέστρεψαν στο σπίτι. Τους είδα μαραμένους και τους ρώτησα τι τρέχει. Μου είπαν ότι δεν υπήρχε παραβάν, η ψηφοφορία ήταν φανερή και ότι τους έδιναν στο χέρι μόνο το ψηφοδέλτιο που έγραφε «ναι». «Και ψηφίσατε ναι;» τους ρώτησα. «Τι να κάμναμ, ούλ’ ψηφίζαν ναι στα φανερά. Κι άμα θελ’ς να ξερς για σένα το κάμαμ που είσαι φοιτητής να μην εχ’ς μπλεξίματα» μου είπε ο καημένος ο πατέρας μου έτοιμος να κλάψει. Τότε εγώ έγινα έξαλλος και με το νεανικό μου θράσος του είπα: «Σε αποκηρύσσω από μπαμπά μ’ και θα αλλάξω και το όνομα μ’ να μην έχω καμιά σχέση μαζί σου». Και μου απαντά ο πατέρας μου: «Το όνομα σ’ παιδί μ’ άμα θελ’ς άλλαξέ το, αλλά μη με αποκηρύγ’ς από μπαμπά σ’, γιατί άμα σε αποκηρύξω κι εγώ από γιο μ’ θα πεθάν’ς απ’ ντ πείνα».
Σα λιοντάρι στο κλουβί δεν ήξερα τι να κάνω, δε μπορούσα να το χωνέψω ότι οι δικοί μου ψήφισαν «ναι» στο σύνταγμα της χούντας, περνούσα λοιπόν πάνω κάτω, μπροστά από το εκλογικό τμήμα που ήταν στο παλιό κοινοτικό γραφείο, εκεί που είναι τώρα η πυροσβεστική και έφτυνα προκλητικά μπροστά στα πόδια των φρουρών.
Αφού τους καταέφτυσα, σα να έφταιγαν αυτοί οι φουκαριάρηδες οι φαντάροι, κάποια στιγμή αντέδρασαν και με πήραν στο κυνήγι με τις ξιφολόγχες κι εγώ όπου φύγει φύγει. Για την ιστορία, στην Ατσική όλοι ψήφισαν «ναι» εκτός από δύο ηρωικά παιδιά, που τσατίστηκαν και ζήτησαν να τους δώσουν το ψηφοδέλτιο με το «όχι» και ψήφισαν φανερά «όχι». Αυτοί ήταν ο Γιώργος Καισάρειος και ο Δημήτρης Δασοπάτης. Τους αγαπώ και τους εκτιμώ από τότε απεριόριστα.

Θα τς τον μπουμπνίξεις;
Ένας Ατσικιώτης, ο Γιάννης, είχε κρυφό έρωτα με μια γειτόνισσά του την Ελένη (Τα ονόματα είναι φανταστικά για ευνόητους λόγους). Την παρακολουθούσε, τη γλυκοκοίταζε, αλλά δεν τολμούσε ο μαύρος να της εξομολογηθεί τον έρωτά του. Τη μέρα των εκλογών φύλαγε πότε θα βγει η γειτόνισσα η Ελένη να πάει να ψηφίσει και μόλις αυτή ξεμύτησε από το σπίτι, την πήρε στο κατόπι ακολουθώντας στα πενήντα μέτρα. Ο Γιάννης ήταν αριστερός. Στο δρόμο συνάντησε το Γιώργη, που πήγαινε να ψηφίσει και ήταν κι αυτός αριστερός. «Ε Γιαννιό, πας να τον μπουμπνίξεις;», του λέει ο Γιώργης κάπως συνομωτικά. Να σημειωθεί ότι η έκφραση αυτή είναι συνηθισμένη μεταξύ των αριστερών. Δηλαδή, πας να ρίξεις δυνατά, «να μπουμπουνίξεις το ψήφο;». «Μπουμπνίζω» στα λημνιά σημαίνει και κάνω…σεξ. Ο κακομοίρης ο Γιάννης που είχε στο μυαλό του μόνο την Ελένη, νόμισε ότι ο Γιώργης κατάλαβε το μυστικό του και του λέει: «Μα τι λες μπρε Γιώρεγ’ δε γκατάλαβα». «Να λέγω ότι σε βλέπω έτοιμο να τς τον μπουμπνίξεις». «Άκσε να σε πω Γιώρεγ’, φιλ’ φιλ’, αλλά να προσέχ’ς τα λόγια σ’, εγώ τν Ελέν’ τ’ σέβομαι, άκου να τς τον μπουμπνίξω, δεν αντρέπεσαι κομάτ;». «Μπρε συ, ποια Ελέν’ και κλαμάρες με τζαμπνίγ’ς, για τον ψήφο σε λέγω, α θα πας να τον μπουμπνίξεις». Κι ο φουκαράς ο Γιάννης έμεινε κόκκαλο.
Γκουντ γκουντ γούντμα, αλλά λίρα γιοκ
Στις εκλογές του 77 μιλούσε το κλιμάκιο των υποψηφίων βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας στην πλατεία Ατσικής. Μέσα στο ακροατήριο ήταν και μια παρέα που ήταν στο τσακίρ κέφι και με διάθεση για πλάκα. Εκθείαζε λοιπόν κάποιος πολιτευτής τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, όταν πετάχτηκε ένας απ’ την παρέα και λέει: «Γκουντ Καραμαλής, γκουντ γκουντ γκούντμα, αλλά λίρα γιοκ». Αυτοί που ήξεραν τη σημασία της φράσης έσκασαν στα γέλια. Ο υποψήφιος βουλευτής κόμπιασε για λίγο, προφανώς δεν κατάλαβε τι ακριβώς εννοούσε ο πολίτης και συνέχισε το λόγο του. Αυτή η φράση που είναι διαδεδομένη πολύ στη Λήμνο και λέγεται όταν κάποιος τα παρουσιάζει όλα καλά χωρίς όμως να πληρώνει, ή όταν κάποιος κάνει τη δουλειά του χωρίς να πληρώνει, έχει ιστορικό υπόβαθρο. Στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο οι σύμμαχοι Αγγλογάλλοι είχαν φέρει στη Λήμνο και μια σμηναρχία με πιλότους και αεροπλάνα της εποχής, κοντά στην Αλυκή. Οι πιλότοι έμειναν καιρό και όπως ήταν φυσικό υπήρξαν ερωτικές σχέσεις με κορίτσια της περιοχής. Άλλες σχέσεις ευλογούνταν από τον φτερωτό έρωτα, άλλες από τον παντοδύναμο μαμωνά, αφού οι Αγγλογάλλοι είχαν λίρες και οι καημένες οι Λημνιές ήταν φτωχές. Πήγε και μια, που προσδοκούσε χρήματα και ο Άγγλος κατά τη διάρκεια της… συνεύρεσης ήταν πολύ ευχαριστημένος και έλεγε συνεχώς: «Γκουντ, γκουντ, γκουντ». Όταν τελείωσε την …εργασία, προφανώς νόμιζε ότι η κοπέλα τον προτίμησε για την ομορφιά του και δεν της έδωσε τίποτα. Οπότε αυτή λέει: «Ούλο γκουντ γκουντ βόδαρε, γκουντ γκούντμα, αλλά λίρα γιοκ».

Ο Περίανδρος
Ο συχωρεμένος Περίανδρος Ξενοδοχειάρης έβγαινε για χρόνια βουλευτής Λέσβου με την ΕΡΕ του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Είχε μεγάλους δεσμούς με τη Λήμνο, Εξέδιδε μάλιστα και εφημερίδα στη Λήμνο, που ήταν η «Νέα Λήμνος». Ο βουλευτής αυτός έταζε ότι ήθελε να ακούσει ο ψηφοφόρος και για χρόνια ήταν πολύ αγαπητός. Με τον καιρό όμως άρχισε να φθίνει η λάμψη του και στις αρχές της δεκαετίας του 60 υπήρχε συσσωρευμένη οργή εναντίον του. Στα Καμίνια του έβαλαν οδοφράγματα μέσα στο δρόμο και δεν τον άφηναν να περάσει και αφού τον παγίδευσαν του έριχναν άδεια βαρέλια από ένα ύψωμα και παρά λίγο να κομματιάσουν το ταξί που τον μετέφερε. Σε ένα άλλο χωριό, δεν είμαι βέβαιος σε ποιο γιατί υπάρχουν διιστάμενες πληροφορίες γι’ αυτό, του έδεσαν ένα γαιδαρο μέσα στην πλατεία που επρόκειτο να μιλήσει και οι συγχωριανοί εξαφανίστηκαν αφήνοντας το γάιδαρο να τον υποδεχτεί. Ο βουλευτής πέθανε ξαφνικά το 62, μέσα στην προεκλογική περίοδο, λέγεται δε ότι ο λόγος ήταν η κακή υποδοχή που του έκαναν στη Λήμνο, οπότε στενοχωρήθηκε ο άνθρωπος και έσκασε.

Οι Αγιοστρατίτες
Ο Αηστράτης έχει τη φήμη «δεξιού» νησιού και οι Λημνιοί δεν θεωρούν τους Αγιοστρατίτες ακριβώς αυτό που θα λέγαμε «αδέρφια». Στις εκλογές, όταν το ΠΑΣΟΚ ήταν στην παντοδυναμία του, το καράβι που μετέφερε εκλογείς έπιανε πρώτα Αηστράτη και μετά Λήμνο. Επειδή ακόμα τότε δεν υπήρχε το λιμάνι, οι Αγιοστρατίτες επιβιβάζονταν σε βάρκες που τους πήγαιναν από το καράβι στο λιμάνι. Τότε οι Λημνιοί πασοκατζήδες τους σκυλόβριζαν «δεξιούς», «ζητιάνους» και άλλα ευγενή και τους έραιναν με φραγκοδίφραγκα. Οι κακομοίρηδες οι Αγιοστρατίτες εκτός από το φόβο της βάρκας που μπαλατζάριζε είχαν να αντιμετωπίσουν και τη βροχή από τα φραγκοδίφραγκα, που έπεφταν στα κεφάλια τους. Ένας Αγιοστρατίτης μάζευε τα φραγκοδίφραγκα και φαίνεται ότι το βρήκε αρκετά προσοδοφόρο, οπότε προκαλούσε τους Λημνιούς για να ρίχνουν περισσότερα, λέγοντας: «Ε κωλολημνιοί εγώ είμαι δεξιός, ρίχτε κι άλλα φράγκα».

Ο πράσνος γάδαρος
Οι Καμινιώτες θεωρούνται παλληκάρια, κάπως ισχυρογνώμονες και δύσκαμπτοι, αλλά το λέει η καρδούλα τους. Στα Καμίνια υπήρχαν οι πιο πολλές φιλονικίες για τα κόμματα και μερικές φορές έπαιζαν και ξύλο, μέχρι σχετικά πρόσφατα. Στις εκλογές του 85 κάμποσοι πασοκατζήδες Καμινιώτες πήγαν και έβαψαν τη νύχτα με πράσινο σπρέϊ το γάιδαρο ενός πολύ επιφανούς μέλους της Νέας Δημοκρατίας. Το πρωί μαζεύτηκαν οι νεοδημοκράτες και σχολίαζαν με βδελυγμία την …ανόσια πράξη. Ο ιδιοκτήτης όμως του γαϊδάρου δεν φαινόταν να πολυστεναχωριέται. «Μα δεν αγανακτείς;» του είπε κάποιος. Οπότε αυτός του λέει: «Να σε πω γκμπάρε, δεν έναι άσκημος και πράσνος ο γάδαρος, αλλά ούλο τούτο με έδωκε μια ιδέα. Να, λέγω ότι θα ήνταν ακόμα πιο όμορφος άμα τον έβαφα μπλε. Τι λες και συ;»

Κι εγώ θα πάρω ντ τσάπα μ’
Στις εκλογές του 74 αμέσως μετά την πτώση της χούντας ήρθε να μιλήσει στην Ατσική ο υποψήφιος και μετέπειτα βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας Δούκας Καλογήρου. Εκθείαζε τον Καραμανλή και την προδικτατορική διακυβέρνησή του. Οπότε ο πατέρας μου, που δεν είχε και την καλύτερη εικόνα για τον Καραμανλή, είπε χαμηλόφωνα: «Ε τον δοκιμάσαμ και τον Καραμαλή». Ο Καλογήρου τον άκουσε, και ρώτησε τον πατέρα μου το όνομά του. «Είμαι ο Κώστας ο Τραγάρας, αργάτς» λέει ο πατέρας μου. «Άκου αγαπητέ Κώστα, εμένα δε με νοιάζει αν θα βγω βουλευτής, είμαι δικηγόρος, κι αν δεν βγω, τη Δευτέρα θα πάρω την τσάντα μου και θα πάω στο γραφείο μου» είπε ο Καλογήρου. Και του απάντησε ο πατέρας μου. «Να σε πω κυρ Δούκα, ο κάθα άθρωπος τ’ Δευτέρα θα παγ’ στη δλεια τ’, εσύ θα παρς ντ τσάντα σ’ να πας στο γραφείο σ’, εγώ θα πάρω ντ τσάπα μ’ να πάγω στο χωράφ, αλλά αυτό δε σημαίν’ μαθέ ότι θα λέμε σαχλαμάρες ο ένας στον άλλον, μεγάλ’ αθρώπ’ και να με ζμπαθάς». Το περιστατικό δεν είχε συνέχεια, ο Καλογήρου τελείωσε την ομιλία του και έφυγε. Σε λίγο πλησίασε τον πατέρα μου ο νωματάρχης της Ατσικής, ένας νεαρός σκληρός χουντικός που είχε θητεύσει και στην προεδρική φρουρά του δικτάτορα Παπαδόπουλου και του έδωσε συγχαρητήρια για το περιστατικό. Σημειωτέον ότι οι χουντικοί δεν έβλεπαν με καλό μάτι τον πρώτο καιρό τον Καραμανλή, αφού με τον ερχομό του έπεσε η χούντα. Ο πατέρας μου τα έχασε προς στιγμήν, αλλά κατάλαβε και λέει στο νωματάρχη: «Καπετάνιο με μπέρδεψες, πρωτ φορά μαθέ η αστυνομία με δίν’ συγχαρητήρια που αντιμίλ’σα σε δεξιό, αλλά ο θκόζιμ ο δρόμος δε σταυρών’ με το θκο σ’ κι άμα ήξερα π’ θα μ’ έδινες συγχαρητήρια δε θα μίλουμνα καθόλ».

Ο ζαμπαράς ο Αντρέας
Εκλογές του 89. Στην Καλλιόπη αρρώστησε ο παπάς και τον αναπλήρωνε ο παπάς παραδιπλανού χωριού. Γηραλέος, καλός άνθρωπος και πολύ δεξιός. Οι Καλλιοπίτες δεν φημίζονται και πολύ για τις δεξιές τους προτιμήσεις. Έκανε ο παπάς τη λειτουργία ωραία ωραία και τους έκανε κήρυγμα για το νόημα της θρησκευτικής γιορτής που τιμούσε η εκκλησία εκείνη την ημέρα. Και ξαφνικά τους αμολάει μια ρουκέτα που τους άφησε σύξυλους: «Και σεις Καλλιοπίτες αναθεματ’ζμέν’ πασοκατζήδες, το ανάθεμα μ’ να έχ’τε άμα ψηφίστε τον Αντρέα το ζαμπαρά κι όχ’ αυτόν το νοικοκύρ άθρωπο το Μητσοτάκ’».

Δεν υπάρχουν σχόλια: