Σάββατο, 6 Ιουνίου 2009

Παλαιά εκλογικά

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Πριν από τις εκλογές, τέλη Αυγούστου, βρέθηκα στη Λήμνο. Είδα τους συγχωριανούς μου τους Ατσικιώτες να κάθονται στην πλατεία μονιασμένοι, μαζί στις παρέες, ανεξαρτήτως πολιτικής προτίμησης και μάλιστα να αστειεύονται για τα πολιτικά και να πειράζουν ο ένας τον άλλον καλοπροαίρετα, χωρίς ίχνος παρεξήγησης ή κακίας. Με την ευκαιρία λοιπόν των βουλευτικών εκλογών θυμήθηκα διάφορα περιστατικά, που διαδραματίσθηκαν στη Λήμνο σε παλαιότερες εκλογικές αναμετρήσεις. Με την πολιτική ωριμότητα που επιτεύχθηκε λόγω της ομαλής δημοκρατικής ζωής και την αποφόρτιση που επέβαλε το πέρασμα των δεκαετιών, τα περιστατικά αυτά τώρα μοιάζουν ευτράπελα, αν και μερικά από αυτά τότε δεν ήταν καθόλου έτσι.

Ο Μπολσοβίκαρος και η Φρειδερίκα
Ο συχωρεμένος ο πατέρας μου ήταν αριστερός ενώ η γιαγιά μου, η μάνα του δηλαδή, δεξιά και βασιλικιά. Θυμάμαι στο σπίτι της γιαγιάς μου στην Ατσική, τα κάδρα με τις φωτογραφίες του Παύλου και της Φρειδερίκης και μετά τα κάδρα του Κωνσταντίνου και της Άννας-Μαρίας. Αυτή η πολιτική αντιδικία ήταν ο λόγος που δε «χωνεύονταν» μεταξύ τους μάνα και γιος, μια ζωή. Η γιαγιά μου αποκαλούσε τον πατέρα μου «μπολσοβίκο» και ο πατέρας μου τη γιαγιά μου «Φρειδερίκα». Ήταν λίγες μέρες πριν τις εκλογές του 1962, εγώ παιδάκι 8 χρόνων, είχα επισκεφθεί τη γιαγιά μου. Αυτή μετά από λίγο μου έκανε την καθιερωμένη και χιλιοειπωμένη ερώτηση: «Τι κάμεν’ κι ο μπαμπάς σ’ ο μπολσοβίκαρος, ο κομμούναρος;» «Καλά» είπα εγώ μουδιασμένα. Δεν ήθελα να τον αποκαλεί έτσι. Όταν πήγα στο σπίτι ρώτησα τον πατέρα μου δήθεν αδιάφορα: «Μπαμπά τι θα πει μπολσοβίκαρος;». Ο πατέρας μου δεν απάντησε, αλλά ρώτησε τη μητέρα μου: «Αρετή πήγε το παιδί σήμερα στ Φρειδερίκα;» «Ναι πήγε» απάντησε η μάνα μου. «Α κατάλαβα» είπε ο πατέρας μου. Εγώ όμως επέμενα να μου εξηγήσει τι θα πει μπολσοβίκαρος. Και τότε ο πατέρας μου, άγια τα κοκκαλά του, έδωσε ένα ορισμό που θα τον ζήλευε και ο Μαρξ: «Μπολσοβίκαρος θα πει να στηρίζεσαι στα χέρια σ’, να κάμεν’ς έτσενάς τον ίδρω σ’ απ’ το κούτελο σ’, και να μη βαγ’ς μινέτ σε κανένα κιαρατά».

Στο αναγκαίο
Οι παλιότεροι θα θυμούνται κάτι παλιές αφίσες μακρόστενες σαν κορδέλες με μπλε γράμματα και μπλε μπορντούρα που κολλούσε η αστυνομία παντού, επ’ ευκαιρία εθνικών εορτών με φράσεις επάνω, όπως «Ζήτω το έθνος» «Ζήτω ο βασιλεύς» «Κάτω ο κομμουνισμός», κλπ. Μια μέρα ξεκόλλησα μια τέτοια αφίσα από ένα τοίχο, που έγραφε «Κάτω ο κομμουνισμός» και την πήγα στο σπίτι. «Μπαμπά για δγιε» είπα στον πατέρα μου και του την έδειξα. Ο πατέρας μου δε μίλησε. Εγώ απτόητος. «Μπαμπά τι να ντ κάμω;». Και ο πατέρας μου είπε το αμίμητο: «Βάλτεν’ μεσ’ στο αναγκαίο, θα μας χρειγιαστεί».

Ο Λίγιας
Ο αείμνηστος Ηλίας Ηλιού, που καταγόταν από τη Λήμνο και πολιτευόταν στο Νομό Λέσβου, έχαιρε μεγάλης εκτίμησης από τους Λημνιούς. Σε μερικά χωριά όπως οι Σαρδές και το Κατάλακκο ο Ηλιού ήταν σαν ένα είδος γκουρού και οι κάτοικοί τους του είχαν τυφλή εμπιστοσύνη. Σε προεκλογικές εκστρατείες, αν κάποιος τους έκανε προπαγάνδα για κάποιο κόμμα ή για κάποιον υποψήφιο, αυτοί έλεγαν: «Θα ρωτήσομ το Λίγια κι οτ’ μας πει», ή «Εμείς έχομ το θκο μας το Λίγια». Μου έλεγε ο πατέρας μου, που ήταν και καφετζής, εκτός από εργάτης, αγρότης και πεντέξι ακόμα επαγγέλματα για να μας ζήσει, ότι σε δύσκολες και διχαστικές εποχές, ερχόταν ο Ηλιού να μιλήσει προεκλογικά στο καφενείο του πατέρα μου και ο κόσμος ήταν μετρημένος στα δάχτυλα λόγω του φόβου. Μετά την ομιλία καθόταν ο Ηλιού που του άρεσε το ουζάκι και έλεγε στον πατέρα μου: «Κώστα βάλε δυο κι έλα κάτσε να τα πιούμε. Φέρε και δυο λουκούμια να πάνε τα φαρμάκια κάτω».

Η γαδαροκεφαλή
Στις εκλογές του 1962 είχε έρθει στην Ατσική για να μιλήσει ο βουλευτής Λέσβου της «Ένωσης Κέντρου» και πρώην υπουργός γεωργίας Νικόλαος Μαλιάκας. Τα πράγματα ήταν πολύ άγρια, είχαν μαζευτεί διάφοροι βαλτοί της αντίπαλης παράταξης και δεν τον άφηναν να σταυρώσει λέξη. Τον διέκοπταν συνέχεια, γελούσαν, τον έσπρωχναν, ένας μάλιστα τάπα στο μεθύσι, είχε φέρει μια νεκροκεφαλή από γάιδαρο, την κρατούσε και με ένα τεράστιο μαχαίρι κάθε τόσο την κάρφωνε επιδεικτικά, σε στενή απόσταση από τον κακομοίρη το Μαλιάκα, που έντρομος προσπαθούσε να αρθρώσει τον προεκλογικό του λόγο. Στις εκλογές του 1963 που είχε προκηρύξει ο Γεώργιος Παπανδρέου λίγους μήνες μετά, τα πράγματα είχαν αλλάξει, υπήρχε φοβερός ενθουσιασμός, οι τραμπούκοι δεν τόλμησαν να εμφανισθούν, οι Ατσικιώτες αποθέωσαν το Μαλιάκα, πρώτη δε φορά στη ζωή μου είδα πλακάτ με συνθήματα και με φωτογραφίες του Γεωργίου Παπανδρέου. Τώρα ο Μαλιάκας δεν μπορούσε να αρχίσει το λόγο του από τις επευφημίες και τα χειροκροτήματα. Η πρώτη του φράση ήταν η εξής: «Έχω την εντύπωση ότι το κλιμα είναι λίγο διαφορετικό από την προηγούμενη φορά, ή κάνω λάθος;». Και έγινε χαμός.

Σε αποκηρύσσω από μπαμπά μ’
Σε ένα από τα δημοψηφίσματα του δικτάτορα Παπαδόπουλου βρέθηκα στη Λήμνο. Τότε το δικαίωμα ψήφου δεν άρχιζε στα 18, αλλά στα 21. Ήμουν φοιτητής της ιατρικής και δεν είχα δικαίωμα ψήφου, αφού δεν ήμουν 21 χρόνων ακόμα. Σφόδρα αντιχουντικός, είπα στον πατέρα μου ότι βέβαια έπρεπε να ψηφίσει «όχι». «Γιατί υπάρχ’ καμιά περίπτωσ’ να ψηφίσω ναι, μπρε αγόριμ και με καθογ’δεύς;», μου είπε ο πατέρας μου. Ήσυχος πια εγώ για το «όχι» του πατέρα μου, περίμενα να γυρίσουν από την ψηφοφορία. Σε λίγο ψήφισαν ο πατέρας και η μάνα μου και επέστρεψαν στο σπίτι. Τους είδα μαραμένους και τους ρώτησα τι τρέχει. Μου είπαν ότι δεν υπήρχε παραβάν, η ψηφοφορία ήταν φανερή και ότι τους έδιναν στο χέρι μόνο το ψηφοδέλτιο που έγραφε «ναι». «Και ψηφίσατε ναι;» τους ρώτησα. «Τι να κάμναμ, ούλ’ ψηφίζαν ναι στα φανερά. Κι άμα θελ’ς να ξερς για σένα το κάμαμ που είσαι φοιτητής να μην εχ’ς μπλεξίματα» μου είπε ο καημένος ο πατέρας μου έτοιμος να κλάψει. Τότε εγώ έγινα έξαλλος και με το νεανικό μου θράσος του είπα: «Σε αποκηρύσσω από μπαμπά μ’ και θα αλλάξω και το όνομα μ’ να μην έχω καμιά σχέση μαζί σου». Και μου απαντά ο πατέρας μου: «Το όνομα σ’ παιδί μ’ άμα θελ’ς άλλαξέ το, αλλά μη με αποκηρύγ’ς από μπαμπά σ’, γιατί άμα σε αποκηρύξω κι εγώ από γιο μ’ θα πεθάν’ς απ’ ντ πείνα».
Σα λιοντάρι στο κλουβί δεν ήξερα τι να κάνω, δε μπορούσα να το χωνέψω ότι οι δικοί μου ψήφισαν «ναι» στο σύνταγμα της χούντας, περνούσα λοιπόν πάνω κάτω, μπροστά από το εκλογικό τμήμα που ήταν στο παλιό κοινοτικό γραφείο, εκεί που είναι τώρα η πυροσβεστική και έφτυνα προκλητικά μπροστά στα πόδια των φρουρών.
Αφού τους καταέφτυσα, σα να έφταιγαν αυτοί οι φουκαριάρηδες οι φαντάροι, κάποια στιγμή αντέδρασαν και με πήραν στο κυνήγι με τις ξιφολόγχες κι εγώ όπου φύγει φύγει. Για την ιστορία, στην Ατσική όλοι ψήφισαν «ναι» εκτός από δύο ηρωικά παιδιά, που τσατίστηκαν και ζήτησαν να τους δώσουν το ψηφοδέλτιο με το «όχι» και ψήφισαν φανερά «όχι». Αυτοί ήταν ο Γιώργος Καισάρειος και ο Δημήτρης Δασοπάτης. Τους αγαπώ και τους εκτιμώ από τότε απεριόριστα.

Θα τς τον μπουμπνίξεις;
Ένας Ατσικιώτης, ο Γιάννης, είχε κρυφό έρωτα με μια γειτόνισσά του την Ελένη (Τα ονόματα είναι φανταστικά για ευνόητους λόγους). Την παρακολουθούσε, τη γλυκοκοίταζε, αλλά δεν τολμούσε ο μαύρος να της εξομολογηθεί τον έρωτά του. Τη μέρα των εκλογών φύλαγε πότε θα βγει η γειτόνισσα η Ελένη να πάει να ψηφίσει και μόλις αυτή ξεμύτησε από το σπίτι, την πήρε στο κατόπι ακολουθώντας στα πενήντα μέτρα. Ο Γιάννης ήταν αριστερός. Στο δρόμο συνάντησε το Γιώργη, που πήγαινε να ψηφίσει και ήταν κι αυτός αριστερός. «Ε Γιαννιό, πας να τον μπουμπνίξεις;», του λέει ο Γιώργης κάπως συνομωτικά. Να σημειωθεί ότι η έκφραση αυτή είναι συνηθισμένη μεταξύ των αριστερών. Δηλαδή, πας να ρίξεις δυνατά, «να μπουμπουνίξεις το ψήφο;». «Μπουμπνίζω» στα λημνιά σημαίνει και κάνω…σεξ. Ο κακομοίρης ο Γιάννης που είχε στο μυαλό του μόνο την Ελένη, νόμισε ότι ο Γιώργης κατάλαβε το μυστικό του και του λέει: «Μα τι λες μπρε Γιώρεγ’ δε γκατάλαβα». «Να λέγω ότι σε βλέπω έτοιμο να τς τον μπουμπνίξεις». «Άκσε να σε πω Γιώρεγ’, φιλ’ φιλ’, αλλά να προσέχ’ς τα λόγια σ’, εγώ τν Ελέν’ τ’ σέβομαι, άκου να τς τον μπουμπνίξω, δεν αντρέπεσαι κομάτ;». «Μπρε συ, ποια Ελέν’ και κλαμάρες με τζαμπνίγ’ς, για τον ψήφο σε λέγω, α θα πας να τον μπουμπνίξεις». Κι ο φουκαράς ο Γιάννης έμεινε κόκκαλο.
Γκουντ γκουντ γούντμα, αλλά λίρα γιοκ
Στις εκλογές του 77 μιλούσε το κλιμάκιο των υποψηφίων βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας στην πλατεία Ατσικής. Μέσα στο ακροατήριο ήταν και μια παρέα που ήταν στο τσακίρ κέφι και με διάθεση για πλάκα. Εκθείαζε λοιπόν κάποιος πολιτευτής τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, όταν πετάχτηκε ένας απ’ την παρέα και λέει: «Γκουντ Καραμαλής, γκουντ γκουντ γκούντμα, αλλά λίρα γιοκ». Αυτοί που ήξεραν τη σημασία της φράσης έσκασαν στα γέλια. Ο υποψήφιος βουλευτής κόμπιασε για λίγο, προφανώς δεν κατάλαβε τι ακριβώς εννοούσε ο πολίτης και συνέχισε το λόγο του. Αυτή η φράση που είναι διαδεδομένη πολύ στη Λήμνο και λέγεται όταν κάποιος τα παρουσιάζει όλα καλά χωρίς όμως να πληρώνει, ή όταν κάποιος κάνει τη δουλειά του χωρίς να πληρώνει, έχει ιστορικό υπόβαθρο. Στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο οι σύμμαχοι Αγγλογάλλοι είχαν φέρει στη Λήμνο και μια σμηναρχία με πιλότους και αεροπλάνα της εποχής, κοντά στην Αλυκή. Οι πιλότοι έμειναν καιρό και όπως ήταν φυσικό υπήρξαν ερωτικές σχέσεις με κορίτσια της περιοχής. Άλλες σχέσεις ευλογούνταν από τον φτερωτό έρωτα, άλλες από τον παντοδύναμο μαμωνά, αφού οι Αγγλογάλλοι είχαν λίρες και οι καημένες οι Λημνιές ήταν φτωχές. Πήγε και μια, που προσδοκούσε χρήματα και ο Άγγλος κατά τη διάρκεια της… συνεύρεσης ήταν πολύ ευχαριστημένος και έλεγε συνεχώς: «Γκουντ, γκουντ, γκουντ». Όταν τελείωσε την …εργασία, προφανώς νόμιζε ότι η κοπέλα τον προτίμησε για την ομορφιά του και δεν της έδωσε τίποτα. Οπότε αυτή λέει: «Ούλο γκουντ γκουντ βόδαρε, γκουντ γκούντμα, αλλά λίρα γιοκ».

Ο Περίανδρος
Ο συχωρεμένος Περίανδρος Ξενοδοχειάρης έβγαινε για χρόνια βουλευτής Λέσβου με την ΕΡΕ του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Είχε μεγάλους δεσμούς με τη Λήμνο, Εξέδιδε μάλιστα και εφημερίδα στη Λήμνο, που ήταν η «Νέα Λήμνος». Ο βουλευτής αυτός έταζε ότι ήθελε να ακούσει ο ψηφοφόρος και για χρόνια ήταν πολύ αγαπητός. Με τον καιρό όμως άρχισε να φθίνει η λάμψη του και στις αρχές της δεκαετίας του 60 υπήρχε συσσωρευμένη οργή εναντίον του. Στα Καμίνια του έβαλαν οδοφράγματα μέσα στο δρόμο και δεν τον άφηναν να περάσει και αφού τον παγίδευσαν του έριχναν άδεια βαρέλια από ένα ύψωμα και παρά λίγο να κομματιάσουν το ταξί που τον μετέφερε. Σε ένα άλλο χωριό, δεν είμαι βέβαιος σε ποιο γιατί υπάρχουν διιστάμενες πληροφορίες γι’ αυτό, του έδεσαν ένα γαιδαρο μέσα στην πλατεία που επρόκειτο να μιλήσει και οι συγχωριανοί εξαφανίστηκαν αφήνοντας το γάιδαρο να τον υποδεχτεί. Ο βουλευτής πέθανε ξαφνικά το 62, μέσα στην προεκλογική περίοδο, λέγεται δε ότι ο λόγος ήταν η κακή υποδοχή που του έκαναν στη Λήμνο, οπότε στενοχωρήθηκε ο άνθρωπος και έσκασε.

Οι Αγιοστρατίτες
Ο Αηστράτης έχει τη φήμη «δεξιού» νησιού και οι Λημνιοί δεν θεωρούν τους Αγιοστρατίτες ακριβώς αυτό που θα λέγαμε «αδέρφια». Στις εκλογές, όταν το ΠΑΣΟΚ ήταν στην παντοδυναμία του, το καράβι που μετέφερε εκλογείς έπιανε πρώτα Αηστράτη και μετά Λήμνο. Επειδή ακόμα τότε δεν υπήρχε το λιμάνι, οι Αγιοστρατίτες επιβιβάζονταν σε βάρκες που τους πήγαιναν από το καράβι στο λιμάνι. Τότε οι Λημνιοί πασοκατζήδες τους σκυλόβριζαν «δεξιούς», «ζητιάνους» και άλλα ευγενή και τους έραιναν με φραγκοδίφραγκα. Οι κακομοίρηδες οι Αγιοστρατίτες εκτός από το φόβο της βάρκας που μπαλατζάριζε είχαν να αντιμετωπίσουν και τη βροχή από τα φραγκοδίφραγκα, που έπεφταν στα κεφάλια τους. Ένας Αγιοστρατίτης μάζευε τα φραγκοδίφραγκα και φαίνεται ότι το βρήκε αρκετά προσοδοφόρο, οπότε προκαλούσε τους Λημνιούς για να ρίχνουν περισσότερα, λέγοντας: «Ε κωλολημνιοί εγώ είμαι δεξιός, ρίχτε κι άλλα φράγκα».

Ο πράσνος γάδαρος
Οι Καμινιώτες θεωρούνται παλληκάρια, κάπως ισχυρογνώμονες και δύσκαμπτοι, αλλά το λέει η καρδούλα τους. Στα Καμίνια υπήρχαν οι πιο πολλές φιλονικίες για τα κόμματα και μερικές φορές έπαιζαν και ξύλο, μέχρι σχετικά πρόσφατα. Στις εκλογές του 85 κάμποσοι πασοκατζήδες Καμινιώτες πήγαν και έβαψαν τη νύχτα με πράσινο σπρέϊ το γάιδαρο ενός πολύ επιφανούς μέλους της Νέας Δημοκρατίας. Το πρωί μαζεύτηκαν οι νεοδημοκράτες και σχολίαζαν με βδελυγμία την …ανόσια πράξη. Ο ιδιοκτήτης όμως του γαϊδάρου δεν φαινόταν να πολυστεναχωριέται. «Μα δεν αγανακτείς;» του είπε κάποιος. Οπότε αυτός του λέει: «Να σε πω γκμπάρε, δεν έναι άσκημος και πράσνος ο γάδαρος, αλλά ούλο τούτο με έδωκε μια ιδέα. Να, λέγω ότι θα ήνταν ακόμα πιο όμορφος άμα τον έβαφα μπλε. Τι λες και συ;»

Κι εγώ θα πάρω ντ τσάπα μ’
Στις εκλογές του 74 αμέσως μετά την πτώση της χούντας ήρθε να μιλήσει στην Ατσική ο υποψήφιος και μετέπειτα βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας Δούκας Καλογήρου. Εκθείαζε τον Καραμανλή και την προδικτατορική διακυβέρνησή του. Οπότε ο πατέρας μου, που δεν είχε και την καλύτερη εικόνα για τον Καραμανλή, είπε χαμηλόφωνα: «Ε τον δοκιμάσαμ και τον Καραμαλή». Ο Καλογήρου τον άκουσε, και ρώτησε τον πατέρα μου το όνομά του. «Είμαι ο Κώστας ο Τραγάρας, αργάτς» λέει ο πατέρας μου. «Άκου αγαπητέ Κώστα, εμένα δε με νοιάζει αν θα βγω βουλευτής, είμαι δικηγόρος, κι αν δεν βγω, τη Δευτέρα θα πάρω την τσάντα μου και θα πάω στο γραφείο μου» είπε ο Καλογήρου. Και του απάντησε ο πατέρας μου. «Να σε πω κυρ Δούκα, ο κάθα άθρωπος τ’ Δευτέρα θα παγ’ στη δλεια τ’, εσύ θα παρς ντ τσάντα σ’ να πας στο γραφείο σ’, εγώ θα πάρω ντ τσάπα μ’ να πάγω στο χωράφ, αλλά αυτό δε σημαίν’ μαθέ ότι θα λέμε σαχλαμάρες ο ένας στον άλλον, μεγάλ’ αθρώπ’ και να με ζμπαθάς». Το περιστατικό δεν είχε συνέχεια, ο Καλογήρου τελείωσε την ομιλία του και έφυγε. Σε λίγο πλησίασε τον πατέρα μου ο νωματάρχης της Ατσικής, ένας νεαρός σκληρός χουντικός που είχε θητεύσει και στην προεδρική φρουρά του δικτάτορα Παπαδόπουλου και του έδωσε συγχαρητήρια για το περιστατικό. Σημειωτέον ότι οι χουντικοί δεν έβλεπαν με καλό μάτι τον πρώτο καιρό τον Καραμανλή, αφού με τον ερχομό του έπεσε η χούντα. Ο πατέρας μου τα έχασε προς στιγμήν, αλλά κατάλαβε και λέει στο νωματάρχη: «Καπετάνιο με μπέρδεψες, πρωτ φορά μαθέ η αστυνομία με δίν’ συγχαρητήρια που αντιμίλ’σα σε δεξιό, αλλά ο θκόζιμ ο δρόμος δε σταυρών’ με το θκο σ’ κι άμα ήξερα π’ θα μ’ έδινες συγχαρητήρια δε θα μίλουμνα καθόλ».

Ο ζαμπαράς ο Αντρέας
Εκλογές του 89. Στην Καλλιόπη αρρώστησε ο παπάς και τον αναπλήρωνε ο παπάς παραδιπλανού χωριού. Γηραλέος, καλός άνθρωπος και πολύ δεξιός. Οι Καλλιοπίτες δεν φημίζονται και πολύ για τις δεξιές τους προτιμήσεις. Έκανε ο παπάς τη λειτουργία ωραία ωραία και τους έκανε κήρυγμα για το νόημα της θρησκευτικής γιορτής που τιμούσε η εκκλησία εκείνη την ημέρα. Και ξαφνικά τους αμολάει μια ρουκέτα που τους άφησε σύξυλους: «Και σεις Καλλιοπίτες αναθεματ’ζμέν’ πασοκατζήδες, το ανάθεμα μ’ να έχ’τε άμα ψηφίστε τον Αντρέα το ζαμπαρά κι όχ’ αυτόν το νοικοκύρ άθρωπο το Μητσοτάκ’».

Παρανοήσεις, ή άλλο το μλι, άλλο το μντι

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας


Το μντι

Οι παρανοήσεις ανέκαθεν ήταν κυρίαρχο στοιχείο στη ζωή των ανθρώπων. Παρανόηση είναι η λάθος αντίληψη, το να καταλαβαίνουμε κάτι αλλιώς απ’ ότι είναι στην πραγματικότητα. Σκεφθείτε κάτι που γίνεται τώρα στον κοινωνικό μας περίγυρο, στην πολιτική, στα διεθνή γεγονότα, κλπ, και θα ανακαλύψετε πλήθος παρανοήσεων και ως εκ τούτου κακών εκτιμήσεων.
Στα Λημνιακά η παρανόηση είναι «παρανόγ’ζμα». Οι Λημνιοί ως παράδειγμα «παρανογίζματος» λένε τη φράση «άλλο το μλι, άλλο το μντι». «Μλι» ή «μπιτζίκ’» είναι το εντεράκι (δωδεκαδάκτυλο) του νέου ζώου, αρνιού, κατσικιού, που το χρησιμοποιούσαν για να πήζουν το γάλα. «Μντι» είναι το ξύλινο εργαλείο με το οποίο ανακάτευαν το τυρόγαλο, κοινώς «τσίρο», όταν το έβραζαν για να κάνουν τον ανθότυρο, στα Λημνιακά «κορφή», για να μην κολλήσει στον πάτο του καζανιού. Βέβαια η πλήρης έκφραση είναι και με μια τρίτη λέξη, η οποία είναι το «μντι», χωρίς το «ταυ». Αυτό δεν το εξηγώ, φαντάζομαι το ξέρετε. Μετά λοιπόν από ένα «παρανόγ’ζμα», πολλές φορές ακολουθεί το «παραλόγ’ζμα», δηλαδή η έκπληξη και ο φόβος μέχρι παραφροσύνης, εξ ου και η φράση «τον άκσα και παρανόγ’σα, τον είδα και παραλόγ’σα», με άλλα λόγια, «άλλο μας δείξαν, άλλο μας μπήξαν».. Άλλες φορές το «παρανόγ’ζμα» ακολουθείται από ευτράπελες και κωμικές καταστάσεις. Μπορεί το «παρανόγ’ζμα» να οδηγήσει στο «παρακούντλημα», δηλαδή ο παθών να παραπαίει, να παραπατά, από την σύγχυση. Πολλές φορές αυτός που «παρανογά» ίσως και να παρακαταλαβαίνει τι γίνεται, εξ’ ου και η φράση «νογώ και παρανογώ, σ’ αγοράζω και σε πλω». Άλλοτε το «παρανόγ’ζμα» είναι αποτέλεσμα της «παραγνώργιας», δηλαδή όταν οι άνθρωποι παραγνωρίζονται λόγω στενού συγχρωτισμού, τουτέστιν «παρακατουρούνε» και αυτό αντί να οδηγήσει σε καλύτερη κατανόηση του άλλου, καταλήγει σε παρανόηση, γι’ αυτό λένε ότι «τα πολλά παραθάρρετα φέρνε το παρανόγ’ζμα», ή «τα πολλά παραθάρρετα φέρνε το παρακαύελ’ζμα». Μπορεί βέβαια στο «παρανόγ’ζμα» να φτάσει κάποιος που είναι «παράγλεπος», δηλαδή που δεν βλέπει καλά, είναι αλλοίθωρος, αλλά και κάποιος που είναι πολύ «ανοιχτομάτης» και κάνει πως δεν καταλαβαίνει. Το τελευταίο λέγεται «μαξούζ ή ντιμπιντούζ παρανόγ’ζμα», ή «παραζαβλιά». Μετά από ένα «παρανόγ’ζμα» μπορεί κάποιος να ντραπεί και να κοκκινίσει, δηλαδή να «παπαρνιάσ’», ή να μη δώσει καμιά σημασία, δηλαδή να «παραγαδουρίσ’», ή να θυμώσει και να έχουμε «παραξήγησ’».
Εδώ όμως σταματώ με τη «γραμματκή», γιατί «άλλο γραμματκή άλλο Γραμματκούδα», εξ άλλου μου φαίνεται ότι σας «παραξανόστ’να» ή αλλιώς το «παραξύν’σα» και μπορεί «να με παραβγάλτε με κανέ παραγδούρ». Θα σας πω μόνο μια ιστορία Λημνιά, που μου τη διηγήθηκε σε ανύποπτο χρόνο ο φίλος Κώστας Λάζος, Θανιώτης, που μένει στην Ατσική. Αυτή η ιστορία, όπως αντιλήφθηκα, περιέχει πλήθος από «παρανογίζματα». Ε, έβαλα κι εγώ λίγο «άλας και πεπέρ».
Πριν από κάτι δεκαετίες οι χωροφύλακες γύριζαν όλα τα χωριά και επιθεωρούσαν τις αυλές αν είναι σκουπισμένες, αν υπήρχαν κοπριές από ζώα κλπ. Αν δεν ήταν σκουπισμένες έκαναν μηνύσεις. Πήγε λοιπόν ένας χωροφύλακας στο σπίτι της κυρά Λασκαρίνας και το βρήκε σε κακό χάλι. «Γιατί δε σκούπισες;» τη ρώτησε. «Αμ πήρε το φουρκάλ’ το φωτιοκαμένο το κταβούδ κυρ κωροφύλακα και δε ντο είχα για να φρουκαλίσω», είπε η γυναίκα. Αυτός της έκανε μήνυση. Μετά από καιρό έφερε το ειδοποιητήριο για το δικαστήριο. Αυτή το έβαλε μέσα στο «φανάρι», που φύλαγαν τα τρόφιμα. Τα θυμάστε αυτά τα λαμαρινένια φανάρια με το δικτυωτό σύρμα; Είχαν τη θέση των σημερινών ψυγείων. Όταν λοιπόν γύρισε στο σπίτι ο άντρας της, η Λασκαρίνα του λέει: «Ήρτε ο κωροφύλακας κι ήφερε μια έγκλησ’ και τν έβαλα μες στο φανάρ». «Έγκλησ’» (με ήτα) είναι η μήνυση, από το ρήμα εγκαλώ. Αλλά «έγκλεισ’» (με έψιλον γιώτα) στα Λημνιακά είναι το μεσεντέριο του ζώου, δηλαδή ο λιπώδης ιστός που συνέχει τις έλικες του εντέρου των ζώων, από το ρήμα εγκλείω. Αυτό το τελευταίο είναι πολύ νόστιμος μεζές τηγανητό. Ο άντρας της νόμισε ότι είναι έγκλειση, από κάποιο σφαχτό που τους την έφεραν πεσκέσι. Άνοιξε το φανάρι και είπε «Δε λογιάζω καμιά έγκλεισ’ μόνε ένα χαρτούδ εχ’ μέσα». Τέλος πάντων του εξήγησε η Λασκαρίνα, ότι εννοούσε τη μήνυση. Κάποτε ήρθε η μέρα του δικαστηρίου. Φώναξαν το όνομά της και η Λασκαρίνα λέει: «-Εδώ είμαι, παρών κυρ δικαστή». «-Πλησίασε» της είπε ο πρόεδρος. «-Καλά είμαι κι από δω, μακριγιά κι αγαπημέν’» λέει η Λασκαρίνα. «-Βρε πλησίασε» της είπε αγριεμένα ο πρόεδρος. Ε, τι να κάνει, πλησίασε. «-Κάτσε κάτω». «-Α κυρ δικαστή ουλ’ τν ώρα κάθομαι στο σπίτ, καλύτερα ολόρτ». «-Κάτσε σου λέω». «-Καλά κάθομαι αλλά πολύ γ’νατσής με φαίνεσαι». «-Ονομάζεσαι Λασκαρίνα τάδε;». «-Έλα Παναγιάμ τώρα δε με φώναξες; Το ξέχασες κιόλας; Ναι εδιέτς έναι τ’ όνομα μ’». «-Η διαμονή σου;». «-Μάνα γω κουβέντες, αστόπαθα, είσαι και δικαστής». «-Πες μου κυρά μου πού είναι η διαμονή σου;». Η Λασκαρίνα γύρισε κατακόκκινη, είδε τον άντρα της, αυτός της κούνησε καταφατικά το κεφάλι, τι να κάνει η φουκαριάρα, λέει: «-Η μση αντροπή θκημ’ κι γη μση αντροπή θκησ’. Ουλ’ το ξέρνε τούτο το πράμα, αλλά αφούς εσύ δε ντο ξερς θα στο πω να το μαθς. Να, έναι μια πθαμή κατ απ’ τον αφαλό»

ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΧΙΟΥΜΟΡΙΣΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΣΕ ΛΗΜΝΙΑΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟ

Οι ταυτότητες

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας


Τι γιανγκίν’ ήνταν πάλε τούτο, που μας άναψε ο Σημίτς με τς ταυτότητες; Μας φουρλαμάντσε μαθέ μες το κατακαλόκαιρο. Α, το ξύν’σε πλια το γιαλί για τα καλά. Τι ντερντεμέν’ς μωρέ έναι τούτος; Ζόρ ζορενά κι αντέτ μωχαμέτ, να μας αλάξ τσ ταυτότητες. Α ούλα κι ούλα, εγώ είμαι με το Γκύριο Κύριο Χριστόδουλο. Ναι για. Δυο φορές κύριος έναι ο Χριστόδουλος και καμιά ο Σημίτς. Και έναι επίσης ο Κύριος Κύριος Χριστόδουλος και ο καλύτερος πολιτικός, γι αυτό σκάσαν ούλ’ απ’ ντ ζούλια τς.
Εμείς οι Λημνιοί και ειδικά οι Ατσκιώτες είμαστε πολύ θρησκ’ αθρώπ. Οπ’ να σταθούμε κι οπ’ να βρεθούμε ούλο το Θεό και ντ’ Μπαναγιά ανεθβάζομ. Και να το κρεμάσνε σκλαρίκ’ στ’ αυτί τς. Ανήκομ στν Ελλάδα Ελλήνων Χριστιανών!!! Ε ρε τι όμορφες εποχές παλιά. Ήγλεπες σ’ ούλα τα βνά γραμμένο με τς ασβεστωμένες τς πετρούδες «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών». Κι από παν ζωγραφζμένο ένα ωραίο στέμμα, ή ένα πλί που καίγ’νταν. Αμ πιο παλιά, στ’ γερμανοκατοχή, ακόμα πιο καλά. Ας έναι καλά οι Γερμανοί, καλοί αθρώπ, πραγματικοί χριστιανοί. Τότε πρωτογράφτκε και το θρήσκεμα στς ταυτότητες. Κι ήρτε τώρα θε μ’ σχώρα με τούτο το κοντορούπ ο Σημίτς, π’ δεν έχ’ μια σταλιά άλ’μα απάνε τ’, και που δε ντον πιάν’ το μάτι σ’ και μας έκαμε άνε κάτ. Τι χνερ τσ σκάρωσε όμως τσ καμέν’ τσ παπάδες, διαβόλ το μπανταντό. Μωρέ καλά το ήλεγε η γιαγιά μ’ η Βωτώ, είδες άθρωπο κοντό, γή η φωνή τ’ στο νουρανό, γή η ξερή τ’ στα γόνατα, με το συμπάθειο. Πόσα παρακαλετά τον έκαμε ο Κύριος Κύριος Χριστόδουλος για να σναπαντθούνε. Τίποτα κειός, ξεροχασμίζνταν. Ανέλ’σε σα ντο ζάχαρ ο Κύριος Κύριος Χριστόδουλος. Τίποτα κειός, πεταυρίζνταν. «Κυρά μ’ και πεθερά μ’ όντας με καθογήδευες εγώ μέτρησα πα στ’ γαδαριού μας ντ’ γκατακαμέν’ σαράντα αλογόμγιες», που ήλεγε κι γη θειά μ’ η Πλουμστούδα. Τέλος πάντων.
Καλά τσ είπε στ’ λαοσύναξ ο Κύριος Κύριος Χριστόδουλος, ότι κάθε παπάς ίσον κι ένας Παπαφλέσσας. Τι ένας Κύριε Κύριε Χριστόδουλε; Σα δυό Παπαφλέσσδες έναι κάθε παπάς στο χόντρος, και βάλε. Εκσυγχρονιστής σε λέγ’ ο Σημίτς. Σιγά μη μπατάρ η αχελώνα. Πιο καλός εκσυγχρονιστής απ’ το Γκύριο Κύριο Χριστόδουλο, υπάρχ’; Εκσυγχρόν’σε μαθέ ούλες τσ αγγλησές. Μωρέ τι χειροκροτήματα, τι ζήτω, τι κάμερες, τι μεγάφωνα, τι συνθήματα, τι βεγγαλικά. Λαϊκό παναγύρ να διούνε τα μάτια σ’. Φχαριστήθκε ο φτωχός ο κόσμος. Φαντάζεσαι να ρίξνε μεσα στν αγγλησά κανά δυό ψησταριές, να βάλνε και μαλλί τσ γριγιάς, να φέρνε και καμμιά κομπανία με όργανα, όπως έναι κι αν’χτάδα, τι θα γίν’ δεκεί μέσα; Ανάστα ο Κύριος!!!
Τσ πείραξε λέγ’ που είπε ο Κύριος Κύριος Χριστόδουλος, ότι όποιος πειράξ τν ορθοδοξία να ξεραθούνε τα χέρια τ’. Μωρέ κι άλλα έπρεπε να τς πει. Να βγάλνε το φαγά μες στ’ γκλιά, να τς χτυπήσ’ ο νταμλάς πα στο χαλετό, να τς δώκ’ μέσ’ ντ γκαρδιά το φνίδιο, να νταβλιάσνε τα δύμια τς, να σκουλ’κιάσ’ το κεφάλι τς, να τς στραβώσνε τα μάτια τς οι κουρούνες, να βγάλνε το μαύρο το κουκούδ, κι άλλα πολλά. Εξάλλου ο Κύριος Κύριος Χριστόδουλος έχ’ τόσεν αγάπ μέσα τ’, στο βάθος βάθος τς καρδιάς τ’, στο πολύ βάθος όμως. Πρέπ’ λέγ’ οι ταυτότητες να έναι μκρές. Μπρε !!! Άλλα κει!!! Και γω σε λέγω, όσο πιο μεγάλες τόσο πιο καλές. Άσε που πρέπ’ να γράφτνε κι άλλα πράμματα απάν και όχ’ μόνε τ’ θρησκεία. Μαθέ τι λογιά ταυτότητα θα νέναι, άμα δε γράφ’ απάν τν ομάδα μ’ τον Ολυμπιακό. Ξέρνε τι αίμα έχω χύσ’ εγώ για τον Ολυμπιακό; Ξέρνε τι σαπλίκ’ είχαμ φάγ’ ούλα τα παιδιά στο μαχαλά, απ’ κειόνο το Γιώργο τ’ Σώζο, που τον λένε τώρα κι Αραφάτ κακοχοράχ’, για να μας κάμ Παναθηναϊκοί; Τίποτα εμείς. Βράχ’. Ολυμπιακός και ξερό ψωμί. Και να πατσούκλες, να κλωτσές, να κωλοκατίνες. Πολύ ντεψίζκο παιδί κειος ο Αραφάτ. Έχω όμως ένα παράπονο απ’ τον Ολυμπιακό. Δεν υποστήρξε το Γκύριο Κύριο Χριστόδουλο. Ούτε μια σημαία τ’ Ολυμπιακού στ’ λαοσύναξ. Μόνε σημαίες τς ΑΕΚ με το δικέφαλο γλέπαμ. Άσκουλσούν στν ΑΕΚ και σ’ ούλο το γκαλό το γκόσμο που ήνταν δεκεί. Ούλ’ γη αφρόκρεμα. Ο κλέφτς, ο φονιάς, κι ο γιoς τ’ σκοτωμένου, π’ λέγ’ κι παροιμίγια,. Τι ο Μανωλάκος, τι ο Πλεύρης, τι ο Καμμένος, τι ο Παπαθεμελής, τι η κυρία Λουκά!!! Ακόμα κι ο Βεργής ήρτε κατευτείαν απ’ τ’ Μύκονο, αλλά ξέχασε και έκαμνε καμάκ’ σε κάτ’ αφράτες καλόγριγιες.. Αμ ο Ζουράρ’ς που με τόνα χέρ’ βάσταν ένα θυμιατήρ’ και με τ’ άλλο ένα σφυρί και μια κοσά, τι σε λέγ’; Επίσης ήνταν ούλα τα παιδιά απ’ το Νταού Πεντέλ’ς. Δεν ήξερα ότι το Νταού Πεντέλ’ς έναι τόσο μογάλο κι έχ’ μαθέ τόσες χ’λιάδες κόσμο μέσα. Κι ο κύριος Έβερτ ήνταν δεκεί, αλλά μάλλον έχνε ξεμπουσκάρ τα μπουλόνια τ’, αφού νόμζε ότι ήνταν στο γήπεδο και φώναζε ΑΕΚ, ΑΕΚ. Τέλος πάντων, ωραία περάσαμ’ στ’ λαοσύναξ, μας τρατάραν και σαμσάδες πγήκαμ και αγιασμό, μόνε που ήνταν λίγο χλιός γιατί είχε ζέστα, ωραία ήνταν, είχαμ μαθέ και καιρό να βγούμε παραόξω. Ο Κύριος Κύριος Χριστόδουλος να έναι καλά και θα κάμομ τ’ κόζεμ τσ περίπατ. Άντε και να τον διούμε και πρωθυπουργό.
Ο τζαναμπέτς

Δημοσιεύθηκε στη «ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΑΤΣΙΚΗΣ» στο τεύχος 3, Αύγουστος – Οκτώβριο;, 2000.



Το χρηματιστήριο

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας



Να σας πω τ’ μαύερ τν αλήθεια, εγώ δε σκάμπαζα στάλα τι πράμα ήνταν τούτο το χρηματιστήριο. Άκουμνα που το λέγαν και νόμζα που ήνταν το μέρος που κόβαν τα μεταλλίκια, τς μονέδες να πούμε, τά φράγκα ντε. Αλλά κουβέντα σντ γκουβέντα το έμαθα. Έναι λέγ’ εκειόνο το μέρος που σε δίν’νε παράδες. Το λέγαν στο γκαφενέ, το ήλεγε η τηλεόρασ, το ήλεγε ο Καραγκούν΄ς, εκείν’ η σουπιά που αμολέρεν’ μελάν’ και δε ντο πίστευα. « -Μπρε αχμάκ’δες, που είσαστε μόνε για τα μουστοκούλ’κα, τι με τζαμπνίζτε δωνά, πού ακούστκιε μαθέ να σε τρατέρνε τζάμπα παράδες, ντιπ βόδαρ είστε μπλια; Τι καυκιές πορδούκλικ’ έναι τούτες οι κουβέντες;» τς ήλεγα. « –Βόδαρος είσαι και φαίνεσαι και καπνίγ’ς κολοκ’θιά ξερή με καβαλίνα μέσα, κι άμα δε γλέπς πέρα απ’ τ’ μύτε σ’ άν’ξε τα παρά όξω» με λέγ’ ο γκμπάροζεμ. « –Αφού μπρε βάγ’ς ένα χ’λιάρκο και παίρενς ένα κατομύργιο, καυκιές έναι;» με ξαναλέγ’. Αλλά πού εγώ, δε τς πίστευα. Τς αλεκόντ’ζα, τς αλεκόντ’ζα ώσοπ το άκσα κι απ’ τον πορδυπουργό μας το γκύριο Σημίτ κι από κειόνα το ντίμιο άθρωπο το Γιάννο το Μπαπαντωνίο. Επίτευγμα σε λέγ’ τς κυβέρεν’σης το χρηματιστήριο και τώρα με τν Ευρώπ θα τρώτε με κσα χλιάρια. Επίτευγμα κι επίτευγμα, ούλ’ μαθέ το διαμερνιένταν. Θκιοί μας έναι οι επιχειρηματίες ήλεγε ο κύριος Καραμαλής, κι άμα είμαστε εμείς απάν το χρηματιστήριο θα νήνταν ακόμα πιο σαπάν. Μόνε γ’εκείν’ οι κουκουέδες οι μπολσοβίκαρ γκρινιάζαν, ότι και καλά ούλα τούτα έναι ματσαραγκιές για να φάνε τς παράδες τ’ κόζεμ, αλλά ποιος τς ακούγ’, μαργάν’δες αθρώπ’, ούλο το γκατακλυσμό φέρνε.
Ε, μη ντα πολυλογώ κιόλας, με ντουμπάραν κι αγόρασα μαθέ κι εγώ μετοχές. Μωρέ τι θάμα θαμάτων ήνταν εκειό. Σήμερα έκαμνε ένα πεντακοσάρκο η μια, μεθαύεργιο έκαμνε δέκα χ’λιάρκα. Ανεμοτσουτσφίδα. Ούλ’ ανεπαπαρδώνταν σα ντα γύφτκα σκεπάρνια. « -Μπρε χωριανοί εδιέτς που παγαίνομ εμείς μαθέ θα ναγοράσομ πολυκατοικία» « –Μπρε τι πολυκατοικία, βαπόρ δε λες καλύτερα;» « -Ε και ποιος χάν’ μαθέ αφού κερδίζομ εμείς;» « -Μπρε μπονσούλιακα, ούλ’ κερδίζνε, γιατί εδιέτς που αυγατίζνε οι δλειες, αυγατίζ και το μαξούλ’ και το μοιράζντεν οι μέτοχ’».
Σκώνω π’ λέτε ούλ’ τς παράδες, πλω και τα πρόβατα, πλω και τα χωράφια κι αγοράζω μετοχές. Όχ’ θα κάθομαι να σταλίζω και να ξεσταλίζω, αφού μπορώ να απλώνω τν αρίδα μ’ σα ντον αγά. Κι γ’ άλλ’ το ίδιο. Ούλ’ ξεκάμαν τς δλειες τς κι αγοράσαν κομπιούτερ. Οι γι’ αργάτες μαθέ γυρεύαν εκατό χ’λιάρκα μεροκάματο και ντούκου το μπαρά. Οι δασκάλ’ παρατθήκαν και τα παιδέλια γυρίζαν μές τα σοκάκια σα ντα γαβάρκα ούλ’ τ’ μέρα και μαλώναν για τς μετοχές, όπως παλιά για τς ομάδες. « –Πιο καλός έναι ο ΔΟΛ» ήλεγε το ένα. « –Άντε μπρε κούτλαρε, ΠΑΝΑΦΟΝ και ξερό ψωμί» ήλεγε το άλλο. Μια μέρα που λέτε με πόνιε η κλια μ’ και παγαίνω στο γιατρό. « –Δε μπορώ τώρα, παρακολουθώ Σοφοκλέους» με λέγ’ ο γιατρός. « –Μπρε γιατρέ μαθέ πονεί η κλια μ’» τον λέγω.
« –Και έναι βρε η κλια σ’ πιο πολύτιμ απ’ τα ΓΚΟΥΝΤΙΣ; Άντε από δωνά». Αμ ο παπάς; Σταμάτσε που λέτε να λειτουργά, είχε βάλ’ ένα πισί απάν στν αγιατράπεζα κι έδινε εντολές στ Σοφοκλέους (πισί για όσεν’ δε νογούνε, λένε μαθέ τον κομπιούτερα). Μάθαμ μαθέ και ξεν’κιές κουβέντες, σα ντο μουαγιέ, το λιμιτάπ, το λιμιντάον, μη λογαριάγ’ς. Ας έναι καλά ο πορδυπουργός μας ο κύριος Σημίτς, καλός άθρωπος, χόρτασε μετοχές ο κόζμος.
Αλλά ένα ντέβερ αρχίσαν να πέφτνε οι μετοχές. Πέφταν πέφταν και δε σκώνταν, σα ντ ξερή ντ γέρου με το συμπάθειο, που ήλεγε κι η γιαγιά μ η Βωτώ. Γινήκαν μαθέ ανέμ και σούφεν’. Άρχισε ο κόζμος να στρουχουμδίζεται. Ούλ’ ήνταν σα ντα πεκομένα τ’ αρνιά. Ξύψαν τα μάγλα τς. Μογάλ κατφόρα. Μετοχή σε λέγ’ που έκαμνε τριγιάντα χ’λιάρκα πήγε τρακόσες δραχμές. Πούλιες παλιά ένα ταυρί οχτακόσες οκάδες κι έπαιρνες μετοχές και τώρα με τς ίδιες τς μετοχές άμα τς ξαργύρωνες ήπαιρνες ένα αυγό. Ε και καλά το ταυρί να γίν’ κριγιάρ, άντε βετούλ’, άντε να γίν’ όρεν’θα. Αλλά αυγό, που ακούστκιε, ούτε σντ γερμανοκατοχή. Πάντως εδώ έναι το κουμπί. Εγώ που κατβάζ το κεφάλιε μ’ το κατάλαβα. Πρέπ να μπαντέχ’ς. Πού ξέρς, σε λέγ’, γίντεν και θάματα. Μπορεί σε είκοσ γή σε τριγιάντα χρόνια να ξαναπάρς πίσω τς παράδες σ’. Αλλά ο κόζμος έναι πέντε βόδια δυο ζοβγάρια. Δε νογά. « –Μπρε αγαθούλιακα, τς έδωκα εγώ φραγκούδια ζεστά μαθέ σα ντον ήλιο και θα μπαντέχω τριγιάντα χρόνια για να τα πάρω πίσω;» με λέγ’ ένας. «Σκάνταλο» τσατσάρζε ένας άλλος. «Κλέφταρ, μαφιόζ, λωποδύταρ, λήσταρχ’». Ούλο τέτοιες παλιοκουβέντες άκγιες για τς αθρώπ που πασκίζνε για το λαό, με το συμπάθειο, και έναι και σοσιαληστές. Αλλά μπορείς μαθέ να περιβρείς το γκόζμο; Αλλά σιντίκ αχαριστία και γαδουριά. Μπίζελα κορμιά. Βρίζνε τς αθρώπ άδικα. Δε στμέρνε μπλια τίποτα. Δε σκέβντεν ότι τώρα έχνε το ντίτλο τ’ Ευρωπαίου, μόνε σκέβντεν που χάσαν τα φράγκα τς. Αφού βγαίν’ κοτζάμ πορδυπουργός και τς λέγ’ «Πετύχαμ το στόχο μας και πήγαμ τν οικονομία δεκεί που θέλαμ», τίποτα εκείν’. « –Μπρε κουμούσναρε π’ κάμενς τ’ σαπνάδα μες το γδι, τι σε φταίβ ο πορδυπουργός, γή κειος ο τίμιος άθρωπος ο Γιάννος; Άμα δεν ήθελες να μην έπαιζες. Άμα σε πει δηλαδής ένας να μπρουμτήσεις μες το πγαδ, εσύ θα μπρουμτήσεις;» λέγω σε ένα. «Έναι γή απατεώνες γή ανίκαν’» με ξαναλέγ’. « –Μπρε τι ανίκαν’ με λες, τούτεν’ έχνε κι απ’ το γκώλο μάτια. Άμα είσαι εσύ τζογαδόρος σε φταίβ η κυβέρνησ;» « –Μπρε τι τζογαδόρος, εγώ δεν έπιασα ποτές χαρτιά στα χέρια μ’» « –Μπρε μπας και ήνταν τζογαδόρος ο μπαμπάς σ;» τον λέγω. «Όχ’ δεν ήνταν» «Ο παπούς σ’;» τον ξαναλέγω. «Ούτε ο παπούζεμ έπαιζε, αλλά ένας προπάποζεμ έμαθα ήνταν καλός σντ μπρέφα». «Νάτο» τον λέγω. «Αυτός ο προπάπος έφταιβε. Δεν άκσες που τώρα που διαβάσαν το ντιενέγ’, σε λέγ’ για ούλα τα κοσούρια φταίβνε τα γονίδια; Αχ μαύρε τα γονίδια σ’ σε ντ γκάμαν ντ μπαλιοδλειά όχ’ ο πορδυπουργός» τον λέγω. Γι αυτό χωριανοί τσιμδιά λαλιά κι άμα τα γονίδιά σας δεν έναι τς προκοπής αλλά για το μπλόργο, να μη ντα βάζτε με το γκάθε τίμιο σοσιαληστή. Μόνε να παρακαλάτε να βρούνε οι γιατροί τν ανωμαλία μπ δέρεν’ τα γονίδιά σας, να τ’ θεραπέψνε και τότε να δγείτε παράδες στο χρηματιστήριο.

Ο τζαναμπέτς


Δημοσιεύθηκε στη «ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΑΤΣΙΚΗΣ» στο τεύχος 5, Φεβρουάριος – Απρίλιος, 2001.




Τρομοκρατία


Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας



Τo ντελευταίο καιρό μας έχνε παραζαλίσ τα δύμια, με το ζμπάθειο κιόλας, με τούτεν’ τ ντρομοκρατία. Στν αρχή, καμένος εγώ, δεν σκάμπαζα και νόμζα οτ έναι κανέ σερτκό, καμιά κολιάντζα να πούμε ή χλαπάτσα που πιάν’ τα ζα και τς αθρώπ, γιατί ήγλεπα στ ντηλεόρασ ότι γοι αθρώπ ήνταν πολύ ξετρομαρζμέν’ και φοβούνταν. Ύστερα μαθέ με το έκαμε λιανά ο γκμπάροζεμ και με λέγ’ τρομοκρατίγια δεν έναι λοιμκιά, αλλά έναι εκειό το πράμα που καμπόσεν’ αξπόλτ βάζνε μπόμπες και πύραυλ’, για δίν’νε φαερόπ με τα τφέκια σε κάτ πλούσιοι και σε κατ πολιτικοί. «-Ε και τι μας νοιαζ, ούτε πλούσιοι είμαστε ούτε πολιτικοί» τον λέγω. «-Βρε μούτσαρε, δε νογάς γκρι, τούτα τα κοπρόσκ’λα που σκοτώναν αθρώπ μας είχαν μπομπέψ σ’ ούλο το γκόσμο, γιατί οι ξέν’ νομίζαν ότ δεν έχομ σοβαρό κράτος» με λέγ’. «-Ε και τι, έχομ μαθέ και δε ντο ήξερα;» «Ε για δγιε, τώρα που τα πγιάσαν θα πει ότι έχομ. Να μη μας λένε ότι είμαστε χαμέν’ και χαντακωμέν’, μόνε για τα ροπαν’δογούλια τα καυτερά. Γλέπω και γω στ ντηλεόρασ, εκείν’ που μπαγλαρώσαν και τς βάλαν στν αράδα και τι να δγιω. Ένας ήνταν χοντρούλιακας, ούλο κλιες και άντερα, να τον σκίσεις με το νύχ’, ίσαμε 150 οκάδες. Ο άλλος ήνταν ένας κλος λ’γοδέκατος σα λ’κόπιασμα, άλλος ήνταν ένας κτσος που τράβαν τ μποδαρέλα τ, ένας άλλος ήνταν λωλός και σύντχαινε με τς ξοδκιές, άλλος ήνταν κύκλωπας γκαβός κι ήγλεπε τ’ άστρα, ένας άλλος περήφανος στ αυτιά ντιπ κφούλιακας, άλλος είχε ζάχαρο και είχε και ντ γκαρδιά τ’ που τον είχε χτυπήσ η νοτιά και ο αρχηγός που τον λέγαν Λάμπρο, ήνταν ένας ποπονιασμένος και σακλιασμένος γέρος, ντιπ κούτλαρος. Τρεις τρομοκράτες λέγ’ ήνταν αδέρφια και παπαδοπαίδια, παπά παιδιά διαβόλ αγγόνια. Ένας έφκιανε εικόνες και ένας άλλος έφκιανε τέμπλα για αγκλησές και ένας άλλος μπουζούκια και λύρες. Μπρε συ μαθέ γκμπάρε τον λέγω, μπας και κάμνε μαθέ λάθος γοι αστυνόμ; Μπας και μας λιμάρνε; Σα να με φαίνεται μαθέ ότι τούτεν’ έναι ζντγιανοκόματ και βγαίν’νε με το ντροβά, γι’ αυτό έχνε και λυρούδες και παίζνε, αφού μαθέ έναι ανάπηρ αθρώπ κι έναι μόνε για τς χαλβαδόπτες τς σαμωτές. Μπρε μπας και παγαίναν σντ Τήνο να παρακαλέσνε ντ Παναγιά για να τα δώκ’ τν υγειά τς και βρήκαν τν ευκαιρία και τς πιάσαν σα ντο ξεπάστελο σύκο για να δείξνε ότι τάχαμ πιάσαν τς τρομοκράτες; Μαθέ τούτεν’ έναι να τς ελεήγ’ς. «-Αμ απ’ τούτεν’ τς σμαδεμέν’ να τα μπαντέχ’ς ούλα» με λέγ’ ο γκμπάροζεμ. «-Ξέρς βρε τι τρομοκρατία φέρνε τούτεν’; Ο ένας για να καταλάβς, όντας τον ανακρίναν, ο Χριστόδουλος, ήπιε 17 νεσκαφέδες». «-Τι, έναι κι ο αρχιεπίσκοπος τρομοκράτς; Και ήπιε τόσεν’ καφέδες; Μωρέ γι’ αυτό έναι τόσο νευρικός» τον λέγω. «Βρε ποιος αρχιεπίσκοπος, Χριστόδουλο λένε ένα τρομοκράτ». «-Ααα» τον λέγω. «Αξ και ξερός». Τέλος πάντων με τν απορία μαθέ θα πομείνω, αλλά με τούτεν’ αφορμή γίναν πράματα και θάματα. Πρώτα πρώτα δεν αφήκαν οι σταυρωτήδες κανένα σακάτ σε χλωρό κλαρί. Μα κλόχερο, μα κτσούλιακα, μα στραβούλιακα, τς συλλαμβάναν για τρομοκράτες. Κατά δεύτερο βάζαν στο ρεντίδ ούλ’ τς θρήσκ’ και τς αγιολάτες. Μια μέρα που ο ψάλτς ο Κώστας έπνε το καφεδέλιτ στ μπλατέα τς Ατσκής, τον γκυκλώσαν οχτώ αστυφυλάκ’ με τς γκράδες και τον πήγαν στο γκισντάν’. Αμ τς παπάδες; Όπ βλέπνε παπά τον παίρνε στο καταπόδ και τον κάμνε απ’ τη σοπαντίρα να παγαίν’ κώλο κώλο. Αφού οι παπάδες οι καμέν’ δεν κοτούνε να βγούνε στο μεϊντάν’. Μια μέρα μουντάραν σε μια κηδεία και μαγκώσαν το μπαπά για τρομοκράτ και πόμνε αβλόγ’τος ο σχωρεμένος. Άλλ’ μια μέρα που ο παπάς πήγαινε να μεταλάβ ένα που έκαμνε ματιές στο Μχάλ’ και μάζευε υπογραφές για σαπάν, πέφτνε σταυρωτά οι χωροφυλάκ’ και τον λένε: «Βγάλ το μπαζούκας κατ απ’ το ράσο». «Ε, όχ’ και μπαζούκας, δε ντ νέχω μαθέ τόσο μεγάλ’» τς λέγ’ ο παπάς. «Βρε τι έχ’ς κατ απ’ το ράσο;» «Το δισκοπότηρο τέκνα μ, το δισκοπότηρο».
Τι να πει κανείς, δε βρίσκ’ς άκριγια λέγω με το νηγευτό μ, απαξανέκαθε η αστυνομία μας ήνταν μόνε για τα σμάνουρα τα δροσνά και για τα μουστοκούλ’κα τα μελωμένα. Μαθέ τούτεν’ οι παραλέκατ που πιάσαν φέρνε μόνε γέλια και ανεγέλια κι όχ’ τρόμο και φόβο. Να με ρωτήσνε εμένα ποιος έναι τρομοκράτς και να τς πω. Έχ’ς δγει πιο μογάλο τρομοκράτ απ’ το σουπερμάρκετ; Για πήγαινε ψούν’σε ότ σε χρειγιάζεται και γύρεψε ύστερα το λογαριασμό κι άμα δε σε πιάσ τρεμοκούρκουλο, να κάμω μια κωλοτούμπα τσίτσαρος πας τς κουτσνίδες. Για πάρε ένα δάνειο από μια τράπεζα και άντε να μη δώκ’ς μια δοσ και τότε θα δγεις ένα τρομοκράτ που θα σε πιάσνε τα κατουρλιά. Άντε να έχ’ς να σπουδάγ’ς δυο παιδέλια κι άμα δε σε πιάσ σύγκιργιο και δεν ανεργάς σα ντο ψαρ, εγώ να φάγω μια σκατούλα μελεμενιά, με το ζμπάθειο, που ήλεγε κι η γιαγιάμ η Βωτώ. Άντε να μην έχ’ς δλεια και τότενες θα δγεις τι τρομοκράτς έναι ο χασάπς, ο ψωμάς κι ο σπιτονοικοκύρς. Θα παίρεν’ς τα’ ανάπλαγα, θα νιαγδίγ’ς σα ντο κατί και θα παρακουντλάς. Ή άντε να μη πλερώγ’ς στν εφορία και στο δημόσιο καμιά δοσ και τότε θα δγεις άμα αρέζ το λεμοντοζούν στον πισνό σ. Κι άμα δε ντα ψτεβς τούτα σε βάζω στοίχ’μα μια κάσα λουκμούδια. Γιαλάμαδε.
Δημοσιεύθηκε στη «ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΑΤΣΙΚΗΣ» στο τεύχος 11, Αύγουστος – Οκτώβριος 2002.



Προς πιτρόπσα Άννα Διαμαντοπούλου

Η Λημνιά συτχιά δεύτερ επίσημ γλώσσα ντ γκουβέρνου

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας



Άκσα σήμερα στα νέα μαθέ, ότι γη πιτρόπσα μας στν Ευρώπ η κυρά Άννα Διαμαντοπούλου είπε να γίν’ δεύτερ επίσημ γλώσσα τς Ελλάδας η γλώσσα τς Αγγλίας κι ούλ’ μαθέ οι Έλλην’ να μλούνε τα ξεν’κά σναμετάξυτς, σα μπου κάμεν’ κι γη κυρά Άννα με τσε θκιοι τς. Στν αρχή με φανήκαν ούλα τούτα λωλάτα, γιατί μαθέ λέγω οι πιτρόπ ανάβνε και σβήνε τα καντήλια στν αγκλησά, τι δλεια έχνε με τς γλώσσες και τι ξεφτρών’ μαθέ η πιτρόπσα σα ντ γκαταβολάδα. Αλλά με λέγ’ ο γκμπάροζεμ ότι γοι πιτρόπ στν Ευρώπ δε σβήνε μόνε τα καντήλια, αλλά έχνε κι άλλες δλειες να δγιούνε. Υστερα πέσαν απάνετς ούλ’ οι μαμούχαλ’ που δε ξέρνε από που κατουρεί η όρεν’θα και βρέχνε μαθέ το ψωμί μες ντ γκρατούνα, πέσαν που λέτε να τ φάνε ντ κοπελούδα, ότι και καλά τούτο δεν έναι πρεπό, κι ότι θα ξεχάσομ ντ μπαράδοσή μας και ντ γλώσσα μας, σα να έναι γη παράδοσ δαν’κά για να τα ξεχάσομ.
Πρώτα πρώτα αφεντικίνα Άννα και κυρά θέλω να σε πω ότι πολύ σε μπεγεντώ, γιατί είσαι μαθέ και σα φεργάδα, σκορδέλια στα μάτια μ, γιατί δωνά που τα λέμε άλλο να σε μλα ένα μπαμπατζάν’κο πράμα κι άλλο κανέ κτσοφρόκαλο. Γιατί έχ’ και κατ άλλες που έναι και σα στφόκολλες, ονόματα να μη λέμε, και γενήκαν και πολιτικές μαθέ επειδή τς έκαμε το χοσμέτ με το σμπάθειο ο σχωρεμένος ο Αντριγιάς, που ήνταν ατζγκινλής και που Θιος σχωρέστον τρύπαν το ντοίχο, ενώ τούτος ο κοντέλιας ο Σημίτς τι να τρυπήσ, άντε να τρυπήσ ντ μπέτσα απ το γιαούρτ. Εσύ μαθέ γίν’κιες πολιτικιά με τ γλώσσα σ κι όχ’ με το πράμα σ. Σ’ άκσα ατή σ να λες ότι σε ζμπάθσε η Μαργαρίτα όντας είσαστε ΕΓΕΣ και σε έκαμε και νομαρχέσα πα σντ Κοζάν’. Όχ’ μπρε χαζέ δε τς λέγω κατσίκες, ΕΓΕΣ θα πει ένωσ γ΄ναικών Ελλάδας, στούρναρε. Λέγω μαθέ ότι από τότες φαίνταν ότι είχες κλίσ σντ γλώσσα. Γιατί όπως λέγ’ κι ο Γιώρεγ’ς ο Νταμπάκ’ς γή με τ’ γλώσσα προχωρά κανείς γή με το γκώλο τ. Τέλος πάντων μη ντα πολυλογούμε κιόλα, από τότε μέχρι τώρα, γίν’κιες πολύ μαστόρσα σ ούλα τα κόλπα, κατά πως λέγ’ κι παροιμία: «Ο καλύτερος μάστορας έναι ο κώλος τς αίγας που κάμεν’ κομπολόγια τς προβατσίλες».
Ύστερα, κατά δεύτερο, που λέτε σεις οι πολιτικές, θέλω να σε πω ότι καλά τα λες να αλλάξομ ντ γλώσσα, η κουβέντα σ έχ’ ασλή, γιατί ούλο τν ίδια τν ίδια ντ βαρεθήκαμ μπλια, όπως σχαθήκαμ και καμπόσεν’ απ το σναφ σας και πρέπ ή να τ ξεκαινουργώσομ ή να βρούμε μαθέ άλλ’. Καλή έναι τς Αγγλετέρας γη γλώσσα, δε λέγω, μεις οι Λημνιοί εξάλλου τ μσομλούμε κιόλα. Για να καταλάβς αφεντικίνα και κυρά, τσούγκα λέμε εμείς ντ τσούγκα, τσούγκα κι γοι Άγγλ’, ενώ γοι Αθηναίγ’ οι χαφτ τ λένε τσίχλα σα να έναι μαθέ η τσούγκα κανέ πλι. Ομως θα σε πω μια κουβέντα και να με ζμπαθά η χάρη σ, η Λημνιά η συτχιά έναι καλύτερ απ τς Αγγλίας για δεύτερ γλώσσα, να μη σε πω και για πρωτ αφού σε δίν’ και νογάς με το πρώτο. Γι αυτό δος χαμπαρολόγ’ στς χοτζάδες τ γκουβέρνου, ότι μεις τ δίνομ τ συτχιά μας να τ μάθνε ούλ’ οι Έλλην’. Να τς πεις ότι μια και δεν έχομ και δλειες και δε μπορούμε να φέρομ τη μια άκριγια με τν άλλ’, και δωνά που είμαστε ξύνομ κλιες και κάμνομ μαχραμάδες, θα γίνομ ούλ’ οι Λημνιοί καθηγητάδες σντ γλώσσα να φεξ η μοίρα μας, γιατί μαθέ τι δλειες θα κάμομ, θα πάρομ το θσάκ’; Και έννοια πόχ’ς κι εμάς δε θα πομείν’ απάν μας, εμείς ξέρομ ότι η χαρ θέλ’ αντιχάρ κι ένα φόρτωμα στο μλαρ. Εσύ μαθέ είσαι σεγ’τάν’ γ’ναίκα, φέρτεν’ καπάκ’ πέτεν’ εδώ έχομ χαζίρκια γλώσσα, θα τρέχομ στς ξένες; Και όσεν’ ψχοβραζμέν’ θερμοζεματίζντεν και φωνάζνε σα ζυχιασμένες κάτες και δε θέλνε να δώκομ τ συτχιά τς λέγω το τραγδέλ’ που λέγ’; «Α δε σε κάμω να γενείς φράγκος με το καπέλο, να τρέχεις να παρακαλάς και γω να μη σε θέλω». Γιατί όπως σε βλέπω και με βλεπς θα παρακαλούνε αλλά το πλουδ θα νέχ’ πετάξ τότε. Στα τελευταία δε τς έχομ κι ανάγκ’, αγέρας που δε βλάφτ άστον να ξεφσά.
Υστερα εμείς οι Λημνιοί ζούμε σα τς Άγγλοι. Οι γ’ναίκες μας παράδειγμα έναι φουμαντσούδες, απ το πρωί ως το βραδ καπνίζνε σα τς αραπίνες, όπως κάμνε και στν Αγγλία. Εναι και μοντέρνες, φορούνε μίνια, παγαίνε στς καφετέργιες ως τα ξημερώματα, δε γκάντεν μαθέ μες τα σπίτια σα τς κουρούνες και να κάμνε τα τυροπτούδια τς ντεμπέλας όπως τα παλιά τα χρόνια. Και μπορεί άμα μας μλούνε στα Αγγλικά να τστώνομ τ αυτιά μας σα ντο γάδαρο, αλλά δε μπορούνε να μας περάσνε και για τσοπανέρια, γιατί άμα αρχίσομ και μεις τα Λημνιά νομίζνε ότι έναι αφγανέζκα. Να σε δώκω ένα δείγμα; «Σουρ μουρ και χλιαμ χλιουμ με τα ξεφουρνίγ’ς. Καγκιόζα γιαγιά κοτσλίτ με πέντε αυγά, ξεπλάδιανες μπλια. Διαβόλ διάβολε στρι. Μπατάλ’ ουσούλ’ ούζβαρ κρασί, βαλ μινέτ μη μπεσ κοντοστέλ’ πα στο χαλετό». Κατάλαβες τίποτα κυρά Άννα; Σιγά μη γκατάλαβες. Γι αυτό σε λέγω, έναι άλλ’ γλώσσα, άλλο το βήξμο, άλλο το κλάσμο που λέγ’ κι η παροιμιά, κάμε το λοιπό αρχή που είσαι πασλίδκια γ’ναίκα, ραχβάνα κι όχ’ ταχτάρα, και τα σκληρά τα τσάγλα που έχνε αμεσάν’χτα, που μάθαν με τα τσερβούλια και τς μποδίζνε τα σκαρπίνια, και που χέζνε με το συμπάθειο ακόμα μες τ σούδα που λέγ’ κι η γιαγιά μ η Βωτώ, μη μας πενεβαίν’νε και πολύ γιατί θα τα κάμομ σα τα τσβάλια μες τ αμπάρ. Σε στέρνω και τούτο το τηλεγράφμα για να έχ’ς και σύ να κρατάς πράμα στα χέρια σ κι όχ’ μόνε τα σπαρματσέτα σα πιτρόπσα που είσαι.
Αφεντικίνα Άννα και κυρά
Δος χαμπάρ στς πανουγότερ Ευρώπς, μεις Λημνιοί ούλα καλά τμονεμένα για γλώσσα. Τισλίμσε συ δλεια, πέτεν’ τς τσιτσαρολαίμδες και τς τζιτζλόμδες, τς μπαντέχομ καλοκαίρ για πετνό με φλομάρια, κράσο καλαμπάκ’ και τσαλαβούτμα. Τζούλωσέτεν’ κοματούδ,΄κάμτεν’ να το παρλούνε το πράμα, αλλά με το γιαβάσκο μη τζοχαπιαστούνε και μας ταγίσνε καμιά μελεμενιά. Αμα μπιτίγ’ς πάτσε σφυρματγιά, μεις αλέστα, σφεντογονιέμαστε Βρυξέλλες και τα τελειώνομ. Πέτεν’ Λημνιοί Άγγλ’ αντίκωμ, τζιγκινέδες τ κιαρατά, πιάντεν αλαμπρατσέτα με τς Ευρωπαίγ’, ζγιάζνε πιπέρ. Το διάφορο τεμσάρκο. Και ζντήρα, άμα πράμα βγάλ’ κουκούλ’, α βγάλομ το άγαλμα τς Μαρούλας α βάλομ το θκο σ.

Ο τζαναμπέτς.

Δημοσιεύθηκε στη «ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΑΤΣΙΚΗΣ» αρ. φύλλου 8, Νοέμβριος 2001- Ιανουάριος 2002.




Τα χιουμοριστικά της επικαιρότητας

Σκατόπαιδα


Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας



Μεγάλη αναταραχή προκάλεσε ο κ. Πάγκαλος με το χαρακτηρισμό «σκατόπαιδα» για τμήμα της σημερινής νεολαίας, εννοώντας «παιδιά κακομαθημένα», που ενώ τα έχουν όλα δεν σέβονται, παραπονιούνται κλπ. Ακολούθησαν συζητήσεις και αρθρογραφία «σκατολογικής» φύσεως, με υποστηρικτές αλλά και επικριτές της γνώμης του κ. Πάγκαλου. Το κύριο σημείο ήταν μάλλον η προκλητική λέξη «σκατόπαιδα» ως περιέχουσα το συνθετικό «σκατά», παρά η σημασία της ως «κακομαθημένα», η οποία περιέχουσα τη λέξη «κακά» είναι βέβαιο ότι δεν θα ενοχλούσε. Θεωρώντας ότι το θέμα είναι πολύ σοβαρό, θα επιχειρήσουμε και μεις μια ανάλυση της λέξης «σκατά», επαναλαμβάνω μόνον της λέξης και όχι αυτών καθεαυτών των περί ων ο λόγος, καθότι στερούμεθα γνώσεων μικροβιολογίας, ζητώντας προκαταβολικά συγγνώμην από τους πιο συνεσταλμένους αναγνώστες μας για το αναπόφευκτο της αθυροστομίας.
Η λέξη λοιπόν «σκατά» είναι ελληνικότατη και μάλιστα αρχαία ελληνική. Στα αρχαία η λέξη είναι «σκωρ» που θα πει «σκατό» και κλίνεται όπως το «ύδωρ», δηλαδή: Το σκωρ, του σκατός, τα σκατά. Εξ ου και η λέξη «σκωραμίς» που είναι η «πάπια», όχι όπως λέμε μια πάπια μια χήνα, αλλά η πάπια που κάνουν μέσα οι άρρωστοι τα «κακά» τους και για να ακριβολογούμε τα «σκατά» τους. Φαντάζομαι ότι οι ενασχολούμενοι εις βάθος με την γλώσσα, ακούγοντας την κοινή ποδοσφαιρική λέξη σκορ ή σκοράρισμα, κατά μια επαγγελματική διαστροφή, θα σκέφτονται τη λέξη «σκωρ». Π.χ. η φράση: «Δεν σκοράρει ο Αλεξανδρής», θα μπορούσε να εκληφθεί ως δυσκοιλιότης του κακομοίρη του Αλεξανδρή. Την ίδια ρίζα έχει και το έτερο ισοδύναμο της λέξης «σκατό», δηλαδή το «κουράδι». Από το «σκωρ» έγινε «σκωράδιον» και έπειτα «κουράδι». Βέβαια στα κρητικά «κουράδι» θα πει «κοπάδι», λέξεις και οι δυο με σχεδόν ταυτόσημο νόημα. Αν δεν το πιστεύετε αυτό, μπορείτε να ρωτήσετε ένα βοσκό. Στα Αραβικά η έννοια «σκατά» αποδίδεται με τη λέξη «χαρά», έτσι όπως το ακούτε. Ίσως να υπάρχει κάποια σχέση, λαμβάνοντας υπ’ όψη τη χαρά και την ανακούφιση που αισθάνεται κάποιος παράγοντας αυτό το παραγνωρισμένο αγαθό.
Αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μας τα «σκατά» είναι συνώνυμο της ζωής, αφού η παραγωγή τους σημαίνει ότι ο άνθρωπος μεταβολίζει, άρα ζει. Απουσία τους σημαίνει θάνατο. Ζωή λοιπόν ίσον «σκατά», ασχέτως αν σήμερα για τους περισσότερους τα «σκατά» έχουν μετατραπεί σε ζωή. Παρόλο όμως το «συνύπαρκτον», οι άνθρωποι θέλουν να τα εξαφανίσουν από προσώπου γης, να τα εξοβελίσουν, να τα ξορκίσουν. Με τις προόδους της τεχνολογίας και υγειινής, χρησιμοποιώντας λουτροκαμπινέδες, μπιντέδες και τζακούζια, υπονόμους και αποχετευτικά συστήματα προσπαθούν να αποκαθαρθούν από αυτά, να τα αποδιώξουν από την γεηρή, άρα και «σκατένια» φύση τους. Ωστόσο με τους βιολογικούς καθαρισμούς, αποστειρώνοντάς τα και διιλίζοντάς τα, μας τα παρουσιάζουν πάλι ολοκάθαρα, τόσο που να τα «πιεις στο ποτήρι». Παλιά τα «έκαναν» σε «αγγειά» (μέχρι το 19ο αιώνα στην Ευρώπη) και τα πετούσαν από τα παράθυρα, εξ ου και η φράση «του ήρθαν τα σκατά κατακέφαλα». Ο Ανδρέας Λασκαράτος περιγράφει με σπαρταριστό τρόπο, πώς αυτό γινόταν και στα Ιόνια νησιά. Ο Ρούσσος Βρανάς γράφει ότι στο βιβλίο του Ντομινίκ Λαπόρτ «Η ιστορία των σκατών» αναφέρεται ότι στο Παρίσι ο βασιλιάς Φραγκίσκος με διάταγμα το 1539 επιχείρησε να σταματήσει αυτή την «εναέρια» βόλτα των «σκατών», που από την παραγωγή αμέσως πετούσαν στους αιθέρες. Στο βιβλίο αυτό περιγράφεται λεπτομερώς η «πολιτική των σκατών». Βεβαίως όπως έχετε διαπιστώσει εκτός από την «πολιτική των σκατών» υπάρχουν και τα «σκατά της πολιτικής». Στη Λήμνο αλλά και σε όλη την ελληνική επαρχία η υπαίθρια αφόδευση μέχρι και πριν λίγα χρόνια εθεωρείτο απόλαυση πρώτου μεγέθους, προπάντων σε μέρος με θέα. Από κει βγήκε και η φράση: «Χέζε ψηλά κι αγνάντευε». Εκτός από την υπαίθρια εναπόθεσή τους υπήρχε και η εναλλακτική οδός της σούδας, δηλαδή του μικρού σχετικά χώρου μεταξύ δύο σπιτιών που έπαιζε το ρόλο αποχωρητηρίου. Κατάλοιπο της σούδας είναι η φράση: «Ακόμα τα σκατά τ’ μέσα στ σούδα έναι και μας κάμεν’ τον καμπόσο».
Η επίμαχη λέξη κατακλύζει τις φράσεις της λαϊκής μας σοφίας, τις παροιμίες, τις ιδιωτικές συζητήσεις αντρών και γυναικών, την καθομιλουμένη της νεολαίας, τις επιθεωρήσεις, την καρναβαλική διάλεκτο και τελευταίως πλημμυρίζει και την τηλεόραση. Έχει συνδεθεί πολλαπλώς με βρισιές, με κατάρες, με ιδιότυπες διαιτητικές προτροπές και συμβουλές, με οικονομικές διαπιστώσεις, με απαξιωτικές αξιολογήσεις και με πληθώρα άλλων καταστάσεων. Το πεπτικό αυτό παράγωγο διαβαθμίζεται, ταξινομούμενο κατά τρόπο τέλειο, με κριτήριο την ποσότητα και το μέγεθός του. Μια ταξινόμηση εις Λημνιακή διάλεκτο είναι η ακόλουθη: Σκατό, σκατούδ, σκατέλ’, σκατλέρ, σκατλαρούδ, σκατλαρδέλ’, σκατούλα, σκατλάρα, σκατλέρα, σκάτλαρος, κουράδ, κουραδέλ’, κουράδα, κουραδάρα, κούραδος, κουραδούκλαρος, κουραδοκούραδος, σκατοκούραδος, κουραδόσκατο, κλπ. Ανάλογα με την επεξεργασία θα μπορούσε να διακριθεί σε αχνιστή, μελεμενιά ή πατμέν’ (σκατούλα). Ανάλογα με την υφή, μπορούν τα «σκατά» να διακριθούν σε κανονικά, σφιχτοκούραδα, νερλά, η τσίλα. Όσο για το χρώμα υπάρχουν τα γνήσια καφεδιά, τα προυνάτα (μαύρα), τα περτσλά, τα ξάσπρα και τα κνικάτα. Πολιτικώς ομιλούντες υπάρχουν τα πράσινα, τα μπλε και τα κόκκινα «σκατά». Ένα χρώμα δε, έχει πάρει το όνομά του κατευθείαν από αυτά. Είναι το χρώμα «σκατί». Μην παραξενευθείτε αν ακούσετε τον διάλογο; «-Τι χρώματος θέλετε τα παντζούρια σας;» «Μα κλασικά, χρώματος σκατί». Και μια που μιλάμε για παντζούρια ας μην ξεχάσουμε και την «σκατολογία» του Γεωργίου Σουρή: «Σκατά να φας, σκατά να πιεις, σκατά να πας να χέσεις, απ’ τα σκατά να σηκωθείς μες στα σκατά να πέσεις. Σκατά εδώ, σκατά εκεί, σκατά και παραπέρα, στις πόρτες στα παράθυρα, σκατά και στον αιθέρα». Βεβαίως και σύγχρονοι καλλιτέχνες τιμούν το πολύτιμο αυτό προϊόν, όπως ο Τζίμης Πανούσης: «Σεξ, φαϊ, σκατά και ύπνος, εργασία και χαρά….». Επίσης περίοπτη θέση έχει στη δημώδη μας ποίηση και δη σε τραγούδια του γάμου: «Σκατά σκατά στα κάγκελα, σκατά στα κεραμίδια, σκατά στης νύφης το γουνί και στου γαμπρού τ’ απίδια».
Στη Λήμνο ειδικώς τιμούμε την οσμηρή λέξη γλωσσολογικώς, αλλά φοβούμαι και ουσιαστικώς, πάντα είχαμε μια τέτοια «σκατένια» κλίση. Παρακάτω θα εξετάσουμε μερικές ιδιωματικές φράσεις της Λήμνου μας, με…περιεχόμενο. Π.χ. η φράση: «Να φας τα σκατά σ’» εκτός από την κυριολεκτική σημασία της, έχει και τη σημασία ξορκιού, ως αποδιώχνουσα τη γλωσσοφαγιά και τη βασκανία. Ένα παράδειγμα: «-Καλημέρα γ’τόν’σσα». «-Καλημέρα και σε σένα γ’τόν’σσα». «-Είδα τ’ αγγονέρια σ’ σήμερα, μεγαλώσαν, κοτζάμ παιδιά γινήκαν». «Νάσαι καλά γ’τόν’σσα φχαριστώ». Και σιγά –σιγά για να μην την ακούσει: «Τα σκατά σ’ να φας διαβόλ γκουρλομάτα και νάναι και νερλά». Μια άλλη Λημνιακή έκφραση και μάλιστα με ρίμα είναι η ακόλουθη: «Φάγ’ σκατά κι απόσκατα φάγ’ και γουρτζελόσκατα». Μια άλλη φράση που δείχνει τη μακρά κατοχή του νησιού από τους Τούρκους: «Σκατά και μποκ». Τουρκιστί για τους μη γνωρίζοντες, «μποκ» σημαίνει «σκατά». Η έκφραση: «Τον περέχ’σε με τα σκατά» σημαίνει «τον προσέβαλε» «τον μάλωσε πολύ».
Άλλες φράσεις:
* «Τρώγ’ τα σκατά του τάδε», σημαίνει ότι κάποιος είναι στην απόλυτη επιρροή κάποιου άλλου.
* «Τα σκατά τς τον τάγ’σε». Με ερωτικό περιεχόμενο, δείχνει τον εξουθενωτικό έρωτα κάποιου για μια γυναίκα που τελικά τον κάνει τον φουκαρά ότι θέλει αυτή.
* «Ανεκατών’ τα σκατά τ’». Βράζει κάποιος στο ζουμί του, στη μιζέρια του και στη δυστυχία του.
* «Και σκατά να έχω τα θέλ’». Για άρπαγα και συμφεροντολόγο.
* «Έπεσε μες στα σκατά». Συνώνυμο κακής τύχης κυρίως στο γάμο.
* «Απ’ τα σκατά στα σκατά». Από τη μια κακή τύχη στην άλλη.
* «Θα τον βγάλνε λιόκαυτα σκατά». Δεν θα περιποιηθούνε κάποιον επισκέπτη αφού δεν τον έχουν σε σειρά, σε εκτίμηση, άρα θα τον τρατάρουν αυτόν τον… περίζηλο μελίπαστο μεζέ.
* «Τα σκατά σ’ να φάγω». Ένδειξη απόλυτης υποταγής, υποβολής σεβασμάτων και παραδοχής σφάλματος. Π.χ. «Ήμαρτον αφεντικό, τα σκατά σ’ να φάγω».
* «Πήρτε τα καλά μ’ φάτε και τα σκατά μ’». Αυτό αξιώνει ο ανήμπορος που άφησε την περιουσία του σ’ αυτούς που θα τον ξεθανατίσουν. Ή παρεμφερώς: «Άλλος τα καλά τ’ κι άλλος τα σκατά τ’».
* «Όπ σκατά και το φκιαρ». Για τις παλιοπαρέες, ή αν θέλετε, τις σκατοπαρέες που κάνει κάποιος. Γενικά το φτυάρι συχνά το συνδυάζουν με τα «σκατά» αφού υπάρχει και η φράση που χρησιμοποιείται ως βρισιά που λέει: «Άντε διαβόλ σκατοφούκιαρο». Επίσης: «Έφαγε τα σκατά με το φκιαρ», που σημαίνει ότι ταλαιπωρήθηκε πολύ, πως έκανε κάποια κοπιώδη ή βρώμικη δουλειά.
* «Να φας σκατά και να πγιεις και πγαδίσο νερό». Αντί «πγαδίσο» μπορείτε να βάλετε τη λέξη «κρυγιό». Γνήσια Λημνιακή εδεσματολογική προτροπή, φαντάζομαι εφαρμοζόμενη το καλοκαιράκι.
* «Άλλα και χέζ’ σκατά ο κώλος τ’». Κατά το «άλλα και έχ’ κι ο δάσκαλος αίγα». Ακρως θυμοσοφικό και ειρωνικό.
* «Μεγάλ’ σκατούλα φάγε, μεγάλο λόγο μην πεις». Σοφό.
* «Μόνε φαγί και σκατό». Για τον τεμπέλη, τον άχρηστο.
* «Καλοκαιρνό σκατό, το χμώνα μέλ’». Για τις οικονομικές δυσκολίες του χειμώνα που όλα είναι λιγοστά εν αντιθέσει με την αφθονία του καλοκαιριού.
* «Σκατομπάρδακα». Σύνθετη λέξη από το «σκατά» και το «βάτραχος», που σημαίνει ούτως ειπείν, «τιποτένιοι λογάδες». Π.χ. «Άντε φευγάτε από δωνά δαιμόν σκατομπάρδακα».
* «Το καλό τ’ αυγό το κάμεν’ η όρεν’θα που έφαγε σκατά». Αντινομίες της φύσης, αν μπορείς κάνε κι αλλιώς.
* «Και τα σκατούδια τς τρώγ’ντεν». Γνήσια Ατσικιώτικη φράση που την είπε ο συχωρεμένος ο Δημητρός ο Τραγάρας ή ναυταλιά, για μια πολύ όμορφη τραγουδίστρια τη Χαρούλα, που ένα διάστημα τραγουδούσε στην Ατσική.
* «Τι σκατά λεγ’;». Καμιά εκτίμηση στα λεγόμενα κάποιου.
* «Σκατά γιατρός», «σκατά δικηγόρος», «σκατά μάστορας», «σκατά πολιτικός». Καμιά εκτίμηση για τις επαγγελματικές ικανότητες κάποιου.
* «Σείσε σείσε ο γάδαρος τα έκαμε σα σκατά. Φάτε τώρα κι άλλ’ φορά σε φέρνω πιο καλά». Αυτό είπε ένας αφελής (;) κιαχαγιάς στο αφεντικό του όταν του πήγε σύκα, τα οποία όμως από το ταρακούνημα του γαϊδάρου είχαν συνθλιβεί.
* «Σκατά έφαγε σκατά μολογά». Για τον κακομαθημένο στους λόγους.
* «Σκατόγερος». Το αντίστοιχο του «σκατόπαιδα». Αυτόν τον τίτλο θα μπορούσαν να τον προσφέρουν στον κ. Πάγκαλο τα σημερινά παιδιά εις ανταπόδοση του δικού του.
* «Ξεραίν’ το σκατό τ», ή «Κάμεν’ το σκατό τ παξμάδ». Η απόλυτη οικονομία.
* «Σκατόστομος». «Σκατόταφος». «Σκατοθυμιασμένος». Κατά την περίσταση.
Η λίστα αυτή μπορεί να διευρυνθεί ανάλογα με τις «σκατολογικές» γνώσεις ενός εκάστου και ανάλογα με τη φαντασία του. Δεν μπορούμε λοιπόν να κατανοήσουμε τον θόρυβο που προκάλεσε ο κ. Πάγκαλος. Βέβαια όταν ένας ευτραφής μιλάει για «σκατά», αυτό είναι λίγο επικίνδυνο, γιατί αμέσως γίνεται ο συνειρμός με τις λέξεις «κούραδος», «σκατοθήκη», «κουραδομηχανή». Ασε που κάποιος θα μπορούσε να του πει; «Είσαι ό,τι λες», ή «Σκατά έδωσες (για την παιδεία), σκατά θα πάρεις»,ή «Σκατά στα μούτρα σου».
Αγαπητοί συμπατριώτες ευτυχείτε. Μην ντρέπεστε και μην αγανακτείτε. Οι λέξεις δεν πειράζουν, οι κακιές πράξεις πειράζουν. Ελπίζω να διασκεδάσατε, αφού αυτό το σκοπό είχε το κείμενο. Και ελπίζω να μην πείτε από μέσα σας ή απόξω σας: «Α μπα χέγ’ς», ή «φάτα». Από μέρους μου σας εύχομαι όλες τις καλές ευχές, εκτός από το: «Καλή όρεξη».

Δημοσιεύθηκε στη «ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΑΤΣΙΚΗΣ» Αρ. Φύλλου 10, Μάιος – Ιούλιος 2002.




ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Ο κώλος μας σφνιζ

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας



Μεγάλο ζήτημα ανέκυψε, από τη συμπεριφορά του υπουργού της ναυτιλίας κυρίου Κεφαλογιάννη, προς τα μέλη της συντονιστικής επιτροπής και άλλους φορείς, στη συνάντηση που είχαν για το θέμα της συγκοινωνίας της Λήμνου. Ο έπαρχος και οι δήμαρχοι της Λήμνου εξέφρασαν την αγανάκτησή τους για τον κύριο υπουργό, ο οποίος τους φέρθηκε, όπως λένε, άσχημα. Κυρίως τους ενόχλησε η φράση που είπε: «Τον κώλο σας να χτυπήσετε κάτω, το δρομολόγιο των Ψαρρών, δε βγαίνει…». Ένας δήμαρχος αποχώρησε,, υπήρξαν συνεντεύξεις, ανακοινώσεις διαμαρτυρίας, με μια λέξη, χαμός. Όλοι εστίασαν στη λέξη «κώλος», που θεωρήθηκε απρεπής, ακολούθησαν δε συζητήσεις επί του θέματος.
Θα μου επιτρέψετε να συμμετάσχω με το παρόν άρθρο στη συζήτηση αυτή, θα έλεγα στην «κωλοκουβέντα», καθότι το θέμα με αφορά ως ιατρό. Είναι γνωστές οι ιατρικές φράσεις «κώλος κλασμένος, γιατρός χεσμένος» ή «τον πονεί ο κώλος τ’» ή «πότε ο Γιάννης δε μπορεί, πότε ο κώλος του πονεί» ή «η αλεπού είδε τον κώλο τς και νόμζε ότι ήνταν γιαράς». Βεβαίως δεν είμαι γαστρεντερολόγος, αλλά το μέγα θέμα του «κώλου» νομίζω αφορά σε πολλές ειδικότητες, π.χ. οφθαλμολογία «είδε το γκώλο τς κι έχασε το λουφούσι τ’», ωτορινολαρυγγολογία «αμύρστος ή μυρζμένος κώλος», δερματολογία «τον τρώγ’ ο κώλος τ’», εσωτερική παθολογία «ούλα τα μέσα μ’ έναι κώλος», χειρουργική «θα σου κόψω τον κώλο», πλαστική χειρουργική «κάγ’κε ο κώλος μας», πυρηνική ιατρική «ο κώλος τ’ ρίχεν’ ατομικές μπόμπες», πνευμονολογία «βηχ’ ο κώλος τ’», κ.ο.κ. Το εν λόγω θέμα με αφορά και ως Λημνιό και θα επιχειρήσω μια εν συντομία ανάλυση πολιτικο-κοινωνικο-αμπελοφιλοσοφική, με την άδειά σας.
Εν πρώτοις, ίσως είναι υπερβολική η αντίδραση των αγαπητών συμπατριωτών μας αρχόντων, αλλά επ’ αυτού υπάρχουν διιστάμενες απόψεις. Θα μπορούσαν να του απαντήσουν με τον ίδιο τρόπο, εις άπταιστη Λημνιακή διάλεκτο, απ’ την ατέλειωτη Λημνιακή κωλική φαρέτρα . Ίσως η φράση «τς μάνας σ’ ο κώλαρος» να είναι πράγματι υπερβολική ακόμα και για τον κύριο υπουργό, ο οποίος διαθέτει χιούμορ, αλλά μια φράση όπως: «κλείσε το στόμα σ’ κι αν’ξε το γκώλο σ’» ή «μλα κι ο κώλοζ ιμ’», ή «σε γράφομ σντ γκωλαριά μας» πιθανώς να ταίριαζαν στην περίσταση. Ο κύριος υπουργός είναι γνωστό βέβαια ότι έχει μια ελευθεριότητα στο λόγο, δε μασά τις κουβέντες του, κοινώς «δε μλα μες στο γκώλο τ’» και ίσως είναι παρεξηγημένος, αλλά δεν μπορεί «να μλα το στόμα τ’ όπως κλαν’ ο κώλος τ’», άσε που όποιος «μλα σαν πουντιαζμένος κώλος», «τα γυρεύ’ ο κώλος τ’» και «μπορεί να βαλ’ το γκώλο τ’ πα ’στα βούρλα». Ένας υπουργός δεν μπορεί τα ζητήματα να τα πιάνει «άλλα απ’ το γκώλο κι άλλα απ’ το κεφάλ’», και να γελά και να ειρωνεύεται αυτούς, με τους οποίους συζητά. «Τι, ο κώλος τς φαίνταν;». Αυτό δείχνει ότι «δε φλαγ’ το γκώλο τ’». Άσε που «άμα ο κώλος τ’ πδα πολλά παλούκια θα χωθεί και κανένα μέσα». Βέβαια θα μπορούσε κάποιος να πει ότι «κώλο π’ δε ντον πήδξες μκρο, μη ντον φοβερίγ’ς μεγάλο» και ίσως γι’ αυτό «δε δρων’ ο κώλος» του κυρίου υπουργού.
Προκαλεί έκπληξη πάντως το ότι πολλοί από τους διαμαρτυρόμενους παράγοντες ανήκουν στον ίδιο πολιτικό χώρο με τον κύριο υπουργό, ήταν δηλαδή «κώλος και βρακί» και «κλάναν με ένα κώλο», αλλά τώρα «μπερδέψαν τς κώλοι τς» ή «κωλοκοπανίσαν τς κώλοι τς» και φαίνεται ότι έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους στο πρόσωπό του, αλλά «άμα πστέβεσαι το γκώλο σ’ χεγ’ς το σώβρακο σ’». Πάντως δεν είναι και το πιο σωστό, δικούς ανθρώπους «να τς περνάς απ’ τ’ σκλιου το γκώλο», γιατί κι αυτοί μπορούν στο τέλος να κοιτάξουν κι αλλού και να σου πουν «μόνε εσύ νομίγ’ς ότι εχ’ς άσπρο κώλο;». Να κάμουν δηλαδή τον υπουργό να «δγει τ’ κώλου τ’ την τρύπα» κι αυτοί να κάθονται και να σιγοτραγουδούν δήθεν αδιάφορα το γνωστό λαϊκό άσμα «ούλο τον κόσμο γύρισα, πήγα και στ’ Αγιονόρος, δεν είδανε τα μάτια μου, την τρύπα ποχ’ ο κώλος». Και τότε να δεις τον κύριο υπουργό «να κάμεν’ ο κώλος τ’ έτσενάς», να «κάμεν’ κωλοτούμπες», να «κωλοσέρνεται», να πηγαίνει «κώλο – κώλο» σαν «κωλοκομμένος», να παρακαλεί, να βλέπει κακά όνειρα και εκείνοι να του απαντούν: «Είδες Λημνιό στο νύπνο σ’; Κώλο γυρεύ’» και έλα στ’ Λήμνο «άμα σε βαστά ο κώλος σ’». Γιατί μπορεί βέβαια «όποιος κάθεται στο γκώλο (κάπλα) τ’ γαδαριού να έναι βασιλές», αλλά οι Λημνιοί «τον έχνε λύσ’ το καπλοδέτ’» ή όπως τον λένε στην Κρήτη «τον κωλιέρη». Γιατί ναι μεν οι Λημνιοί «τρέξαν με το σκατό στο γκώλο» να τον συναντήσουν, αλλά μη ξεγιελιέστε, «έχνε και στο γκώλο μάτια» κι «ας μην έχ’ ο κώλος τς δεύτερο βρακί να φορέσ’» και «δε τσαπτσαρίζνε κωλαριές». Ε, καμιά φορά φωνάζουν και επευφημούν «μέχρι να βγει ο κώλος τς σαν ορνός», όμως συχνά λένε και «ορίστε κατουρήστε, τον κώλο μας μυρίστε» κι όπως είναι γνωστό σε όλους, «ο κώλος διατάζ’ και βασιλιά». Σου λέει, είπαμε, υπουργός είσαι, να πεις μια κουβέντα παραπάνω, αλλά όχι «είπαν το λωλό να χεσ’ και κειος ξεκωλιάσκιε». Τι είμαστε, «κωλοκουρίδια», «κωλόσουρες», ή «κωλοκούβαρα», η «ούλα τα ναι τα ναι και τς αλεπούς ο κώλος», για να μας φέρεσαι έτσι; Μπορεί να είσαι υπουργός και να επιστατείς από εφοπλιστές μέχρι ναύτες, αλλά και μεις ξέρουμε σαν νησιώτες «ότι ναυτ’ς δε γίνεσαι άμα δε φαγ’ κατράν’ ο κώλος σ’». Και μη μας κάνεις και πολύ το μάστορα γιατί θα σου πούμε ότι «ο καλύτερος μάστορας έναι ο κώλος τς κατσίκας που κάμεν’ κομπολόγια». Σου λέει, αυτό μοιάζει με εκείνο το: «πήγαμ να πουμ τον πόνο μας κι μας έπιασαν το γκώλο μας». Πού είναι η ταπεινότητα; Μονο «μαγκιά, κλανιά και κώλο φιλιστρίν’».
Βέβαια υπάρχουν και οι υποστηριχτές του κυρίου υπουργού. Όλα τα σοβαρά νησιά, λένε, μερίμνησαν και αγόρασαν καράβι για τις ανάγκες τους. Μόνο οι Λημνιοί και μερικοί ακόμα άχρηστοι, το έχουν ρίξει στη «ζήτα». «Ζήτα κώλο το Γενάρ και καράβ τον Αλωνάρ». Ζητούνε το ένα, ζητούνε το άλλο, τελειωμό δεν έχουν. «Τς δώκαμ από μπροστά, θέλνε κι απ’ το γκώλο». Και έχουν «στόμα πιο μεγάλο απ’ το γκώλο τς». Όλοι αγωνιστές και συνδικαλιστές, θεμ’ σχώρα με. «Βγήκαν οι κώλ’ στο μεγ’ντάν’ και μπαταλιάσαν τα πουτιά». Και με την κυβέρνηση και κατά της κυβέρνησης. «Εμ κωλομπαράς, εμ μπνες». Που να τα βρει και ο υπουργός τα καράβια να τους τα βάλει; "Απ' το γκώλο τ' να τα βγαλ';". Όταν είναι να συνεισφέρουν για ένα κοινό σκοπό είναι «ότ’ φάμε ότ’ πιούμε κι ότ’ αρπάξ’ ο κώλος μας» και «τζουρτ μπουρτ το κωλέρι τς, φύγαν». Όλοι «κλάν’νε με ξένο κώλο». «Μια πθαμή απ’ το γκώλο μ’ κι ας μπει σ’ οποιανού θέλ’». Άμα τους πεις αλήθειες σε πιάνουν εχθρό. Σιγά μη σας βάλουν καράβια. Σας είπαν δυο «κωλοφέξουλα» και τα δέσατε κόμπο. «Τα καράβια θέλνε παράδες, δε θέλνε κώλο». Και «με τ’ γκουτσνίδα δε σκουπίζεται κώλος». Ε κακομοίρηδες, «άμα δε βρέξεις κώλο δεν τρως πεταλίδα» κι «άμα δε δρωσ’ ο κώλος σ’ δε θερίγ’ς χωράφ’». «Σας πλήσαν τς κωλοφωτιές για φανάρια» και τσιμπήσατε.
Ε καημένοι Λημνιοί. Μια από τα ίδια, χρόνια και χρόνια. «Ο κώλος όσο και να τον πλύν’ς πάλε κώλος βρωμεί». Στις εκλογές πάλι «θα τς φλήσομ το γκώλο» και οι από δω και οι από κει, τρομάρα μας. Αλλά «απ’ τς μυλωνούς το γκώλο τι μπαντέχ’ς, καλλιγραφία;».
Αγαπητοί αναγνώστες ευτυχείτε. Σας ζητώ συγγνώμη αν προσέβαλα την αιδημοσύνη σας. Αν γελάσατε, προσέξτε «μη ξεθμάν’ ο κώλος σας». Αν δε γελάσατε «γαργαλίξτε κοματούδ το γκώλο σας». Μόνο μη μου πείτε «α στ’ διαβόλ το γκώλο».

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «ΛΗΜΝΟΣ»





ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Παπαρολογίες και παπάρια


Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας



Μεγάλος σάλος και πολλές συζητήσεις προκλήθηκαν από τη φράση του υπουργού κ. Σουφλιά: «Όσα λέγονται περί παρωδίας διαλόγου για το χωροταξικό είναι παπαρολογίες». Η λέξη «παπαρολογία» προέρχεται από τη λέξη «παπάρι». «Παπάρι» στα νεοελληνικά σημαίνει «όρχις», κοινώς «αρχίδι» και πιο σπάνια σημαίνει και «πέος». «Παπαρολογία» λοιπόν είναι λόγος χωρίς σοβαρότητα, λόγια του αέρα, ή συζήτηση που αφορά στους όρχεις. Στη Λημνιακή διάλεκτο, μια από τις πιο πλούσιες διαλέκτους στην Ελλάδα, η λέξη «παπάρι» και τα παράγωγά της έχουν πολλές εννοιολογικές αποχρώσεις και σημασίες, είναι δε πηγή πολλών ιδιωματικών εκφράσεων. Θα μου επιτρέψετε μια παπαρολογική αναφορά - ανάλυση αμέσως παρακάτω. • Δε θα κρεμαστούμε στα παπάρια τ’. Δηλαδή, δεν τον έχουμε ανάγκη. • Έναι γεμάτα τα παπάρια τ’. Είναι νέος, γερός και σεξουαλικά δραστήριος.
• Στα παπάρια μ’ τα δυο, που’ναι σα γκαμπαναριό. Δε με νοιάζει καθόλου.
• Βάλαμ αντραγάτ στα παπάρια μας. Μας προέκυψε ακατάλληλος επιστάτης.
• Πέρασε η ξερή τα παπάρια. Ξεπέρασε κάποιος τα όρια. Παρόμοιο το: «Έπεσε η… ξερή τ’ και πλάκωσε τα παπάρια τ’».
• Θα πάρνε τα παπάρια μ’. Δηλαδή, δεν έχουν να ωφεληθούν σε τίποτα. Παρόμοιο το: «Θα παρ’ παπαρομάντλα». • Ξυν’ τα παπάρια τ’. Τεμπελιάζει. • Θα με ξουρίγ’ς τα παπάρια μ’. Αγέρωχη απάντηση, σε απειλή. Με παρόμοια σημασία και οι εκφράσεις: «Θα με καμ’ς αγέρα τα παπάρια μ’» και «θα με κλαγ’ς τα παπάρια μ’».• Το παπάρ το μεστμενό και μακουρλό, γή τα πλαγιανά αποκατνά και στρογγ’λαρίδια; Το πέος, ή τους όρχεις;
• Τούτεν’ χρειγιάζεται χοντρό παπάρ. Αυτή θέλει δυνατό σεξ.
• Έναι χοντρό παπάρ. Είναι μεγάλος παλιάνθρωπος.
• Αργάτ’ς με παπάρια. Πολύ καλός εργάτης. Μπορείτε να βάλετε οποιοδήποτε επάγγελμα ή ιδιότητα.
• Παπάρια αργάτ’ς. Πολύ κακός εργάτης.
• Παπαροντιντίλος. Αχρηστείας.
• Γράφντεν τα παπάρια τ’. Ξεχωρίζουν οι όρχεις του από το στενό παντελόνι που φορά.
• Γι’ αυτό με τρώγαν τα παπάρια μ’; Απάντηση σε κάτι που θεωρούμε ασήμαντο. Παρόμοιο το: «Γι’ αυτό μ’ έπιασε ξύζα στα παπάρια μ’;».
• Τι διάβολο, τρίγια παπάρια εχ’; Για πολύ δραστήριους σεξουαλικά.
• Δε δρών’νε τα παπάρια τ’. Δε φοβάται τίποτα.
• Εχ’ μπρουτζένια παπάρια. Είναι πολύ δυνατός, πολύ παλληκάρι. Παρόμοιο το: «Άντρας με πέντε οκάδες παπάρια».
• Κριγιαρίσα παπάρια ή γαδουρίσα, ή ταυρίσα. Πολύ μεγάλα.
• Βγήκε από φτωχά παπάρια. Προέρχεται από φτωχή οικογένεια.
• Τότε ήνταν μες στα παπάρια τ’ μπαμπά τ’. Ήταν αγέννητος.
• Φτωχά παπάρια, αλλά μεγάλα. Είναι φτωχός, αλλά ικανός και γενναίος.
• Κρεμάστκιε η παπαροσακούλα τ’. Γέρασε. Παρόμοιες εκφράσεις: « Σακλιάσαν τα παπάρια τ’», «σταφδιάσαν τα παπάρια τ’», « κρεμάσαν οι παπάρες τ’».
• Είσαι και φαίνεσαι κι απ’ τα παπάρια μ’ κρέμεσαι. Απάντηση σε κάποιον που χρησιμοποιεί υβριστικό χαρακτηρισμό.
• Κρέμασμα απ’ τα παπάρια και να φ’σα και αγέρας. Προτεινόμενη σκληρή τιμωρία.
• Ο κιαχαγιάς κι ο κρίγιαρος τς ίδιες παπάρες έχνε. Για πολύ…προικισμένους κιαχαγιάδες, ή για πολύ χαζούς.
• Οι παπάρες μας μας κουνιέντεν δεξά κι αριστερά και μεις νομίζομ’ που έναι τροβάδες με φλουριά. Για μεγάλες παρανοήσεις.
• Τράβα τον απ’ τα παπάρια και δε θα το ξανακάμ. Χιουμοριστική πρόταση για τιμωρία.
• Τα παπάρια σ’ τράβα. Χιουμοριστική απάντηση σε κάποιον που φωνάζει: «Σάββα».
• Έπιασε τον παπά απ’ τα παπάρια. Έκανε μια ενέργεια αναποτελεσματική.
• Να ένας παπάς, πιασ’ τα παπάρια σ’. Γνωστή δοξασία για την αντιγκαντεμική επίδραση της παπαροαδραξίας.
• Πρηστήκαν τα παπάρια τ’. Από την ανικανοποίητη σεξουαλική διέγερση, αλλά και για τον κατά φαντασίαν ασθενή.
• Ένα καντάρ παπάρια. Για πολύ… παπαράτους, ή για προϊόν άνευ αξίας.
• Όποιος διεβάζ’ με τα παπάρια, γαμεί με τα μάτια. Για πρεσβύωπες, που κρατούν την εφημερίδα, το βιβλίο , κλπ, χαμηλά, σχεδόν ακουμπισμένο στα …παπάρια τους, για να βλέπουν να διαβάσουν.
• Χρειγιάζεται παπαροσακκούλα. Για πολύ παπαράτους.
• Τα παπάρια μ’ τα κόβω και τα τρώγω, στο χασάπ’ μινέτ δε βάζω. Είναι γνωστό παλαιόθεν το πνεύμα οικονομίας των Λημνιών, κοινώς τσιγκουνιά, ή ατζγκανιά.
• Άμα ξένα παπάρια αγκμπήσνε το αποκατνό τς εγ’ναίκας, έξωσ’ εύκολα δε γίνεται. Άσχημες διαπιστώσεις
Παπαρίου πραγματείας συνέχεια με Λημνιακές παπάρειες νότες.
• Τα παπάρια τ’ έναι μαλαματένια. Έχει πέραση στις γυναίκες.
• Τα παπάρια τ’ τα ’χ’ καλομαθμένα. Είναι τεμπέλης.
• Παραροχορέφτιργια. Ο καβάλος του παντελονιού.
• Γαδαροπαπαρομάγλαρος. Αυτός που έχει φουσκωτά μάγουλα, σαν τα …παπάρια του γαϊδάρου.
• Παπαρόμαγκας. Ο ψευτόμαγκας.
• Παπαρέλος. Αυτός που κάνει τον άντρα, ενώ είναι μισή μερίδα.
• Παπαροκάυελ’ς, ή παπαροκαβίλος. Αυτός που έχει στο νου του μόνιμα το …κεχρί.
• Παπαροφάς. Αυτός που του αρέσουν τα αμελέτητα.
• Πάπαρος. Μεγάλο παπάρι. Παρόμοιο, το «παπαρούκλικας».
• Πάπαρδος. Μεγαλόσωμος παπάς.
• Παπαρίζω. Συνουσιάζομαι. Επίσης και «χαϊδολογώ» σεξουαλικά ή μη.
• Παπάρα. Ψωμί μέσα σε γάλα που έχει μουλιάσει καλά, ή ψωμί μέσα σε ζουμί από φαγητό. Επίσης μεγάλο παπάρι.
• Παπαροκεφτέδες. Φανταστικό φαγητό.
• Παπαριά. Ηλίθια κουβέντα.
• Παπαρδέλα. Χαζοκουβέντα.
• Παπαρομύτ’ς. Αυτός που έχει ορχεοειδή μύτη, κάπως σαν τον Σπίθα.
• Παπάρια λιαστά. Υπάρχουν και βραστά και ψητά και κρομδιαστά, παπάρια καβουρμάς, κλπ.
• Παπάρια αγερζμένα. Τα βγάζει στο μεϊντάνι και γι’ αυτό αερίζονται. Ο ιδιοκτήτης τους λέγεται και «δειχνοπάπαρος».
• Παπάρια τζαμπανάρες. Κρεμαστά και.. γλυκά.
• Κ’δωνοπάπαρος. Σαν κυδώνια. Άραγε και αρωματικά;
• Πετνοπάπαρος. Μικρός στο μάτι, μεγάλος στο κρεβάτι.
• Βοντενοπάπαρος. Με παπάρια ομοιάζοντα προς Λημνιακή βόντενα (πεπόνι). Παρόμοιο το «ποπονοπάπαρος».
• Παπάρια με ατζμπίδια. Έτοιμα για…κόψιμο.
• Παπάρια κρεμαστάρια. Μην γελαστείτε και κρεμάσετε τίποτα πάνω.
• Μονοπάπαρος. Τον καμένο.
• Τριγιοπάπαρος. Ο έχων τρία, μακριγιά πο μας.
• Παπάρια σκοπαγ’δέλες. Τσιριασμένα, αλλά μελωμένα.
• Γουρτζελοπάπαρος, γαδαροπάπαρος, κλπ. Φαντασία νάχεις.
• Παπαρόμαντρα. Κατά το τροχαλόμαντρα κλπ.
• Παπάρ τ’ γάτο. Βρισιά.
• Ξυν’ τα παπάρια τ’ στο γόνατο. Είναι κρεμαστά.
• Το παπάρ που θα με φραν’ απ’ το καλαμοβράκ’ φαίνεται. Παρακινδυνευμένη διαπίστωση.
• Κρομύδια στα παπάρια τ’. Για μεθυσμένους, αφού παλιά αυτό εθεωρείτο καλό φάρμακο.
• Παπάρ αγγούρ’. Το μεγάλο παπάρι. «Έχ’ ποπόνια, έχ’ ατζούρια, εχ’ παπάρια σαν αγγούρια». Παρόμοια: Παπάρ σπηλ’νάντερο, παπάρ σα βγαλμένο χέρ’, σα μγκρόχελο, σα μπαλαμίδα, σα μεσαίο ποδάρ’, σαν απόμκρο τυρβόλ’ στο χόντρος, σα βουργάρκο θυμιατό, σα ντ αλετρόχειρ, σα γδόχερο, σα μαρκούτσ’, σαν αυλακωτήρ, κλπ.• Μεγάλ’ μυτ’, μεγάλο παπάρ. Μάλλον είναι μύθος.
• Πέτρα δεκεί π’ χωρεί και παπάρ δεκεί π’ δε χωρεί. Το έλεγε ο παππούς μου ο Σταύρος Μπουρμάς που ήταν πετράς αλλά και γαμιάς (παντρεύτηκε τρεις γυναίκες). Κάτι παραπάνω θα ήξερε ως ειδικός.
• Κρεμνά κάδο πα’ στο παπάρετ’. Γεμάτο με νερό ή άδειο;
• Μαλλί χιον’ παπάρ κανόν’. Αυτά τα λένε οι …παπαρόγεροι.
• Φοβέρζε ντ γ’ναίκα τ’ κι έκοψε το παπάρετ’. Για τρελές τιμωρίες.
• Αν ήνταν το παπάρ διολί θα νείχαν ούλ’ κομπανία. Και μάλιστα … παπαροκομπανία.
• Παπάρ ολόρτο, Τούρκος αβάφτ’στος. Και βαφτισμένος να είναι, πάλι Τούρκος είναι.
• Παπούδιανε το παπάρετ’. Έγινε μουσκίδι.
• Παπαρόβιγλα. Το… μπαλκόνι.
• Ψωμί τυρί δεν είχαμ, χοντρό παπάρ γυρεύαμ. Πάντα.
• Έναι γλυκοπάπαρος. Όπως λέμε γλυκοαίματος.
• Έναι φαρμακοπάπαρος. Όποια …παπαρώνει, πεθαίνει. Για χήρους.
• Τ’ παπαριού το κάπαλο, πήγε ως τον άφαλο. Έκανε βόλτα.
• Πετραδέλια με πετάς, παπαρούδια με ζητάς. Το φλερτ και ο στόχος του.
• Κάμεν’ το παπάρετ’ ζναρ. Έχει και περίσσευμα.
• Είδες άθρωπο κοντό, γή φωνή στον ουρανό, γή παπάρ στα γόνατα. Χαρείτε κοντορούπια.
Τελείωσα, γιατί μου φαίνεται σας έπρηξα τα…παπάρια. Αγαπητοί συμπατριώτες, οι πρόγονοί μας, απ’ των οποίων τα… παπάρια βγήκαμε, είχαν πνεύμα και χιούμορ. Και δεν φοβόταν τίποτα, πόσο μάλλον τις λέξεις. Εννοείται ότι και εμείς δεν τις φοβόμαστε και τις αγαπάμε. Ευτυχείτε εν παπαρεία νιρβάνα.

Σαν τα παλιά κουρεία της Λήμνου

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

«Θα το αφήκω το κουρείο μου όπως είναι».
Δήλωση του Σιφνιού κουρέα Ζήση Ραφελέτου, μετά από φιλική παραίνεση του πρώην πρωθυπουργού, κ. Σημίτη, να εκσυγχρονίσει το κουρείο του.

Τι κάνει κάποιος, όταν ο κουρέας που τον κούρευε για χρόνια, βγαίνει στη σύνταξη; Αν είναι θιασώτης του αυτονόητου ρεαλισμού πάει στον παραδίπλα. Αν όμως το χούι του είναι να κάνει τα εύκολα, δύσκολα, αν ο κουρέας του εστιάζεται στον ίδιο γιάλινο πύργο, που συχνάζουν τα ιερά και τα όσια της…φυλής, τότε το πράγμα δεν είναι τόσο απλό. Αν δε ο γιάλινος πύργος που λέγαμε, πρέπει να είναι σώνει και καλά ένα κουρείο παλαιού τύπου, τότε τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο περίπλοκα, αφού τα κουρεία αυτά χάθηκαν ως «άραιος, άφωνος καπνός». Γνωρίζετε ότι η Νέα Φιλαδέλφεια, π.χ., διαθέτει τριάντα εφτά κομμωτήρια και ένα μόνον κουρείο; Αυτή είναι γνώση που την κατέκτησα αφού ποδοκόπησα σε όλη τη συνοικία. Αν μια λεξικογραφική αποκωδικοποίηση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι: «κουρεία και κουρείον, τόπος εν ώ κουρεύονται», (λεξικό Σουΐδα), τότε τα σύγχρονα κομμωτήρια με τις τζαμαρίες, τις λεκάνες, τις γιαλισμένες τιφεμπάχιες και τα αποστειρωμένα φερσίματα, είναι ό,τι πρέπει. Αν όμως «κουρείον, βωμός εν ώρα καύσεως, όπου ιερουργεί ο κουρεύς – κουρεώτης κατά την Κουρεώτιδα, Κουρεώτις δε εορτή των Απατουρίων, εν ή κούροι αποκειρόμενοι εις τους φράτορας εγγράφονται», τότε κουρείο παλαιό ψάξε, ιχνηλατώντας την τρίβον της διαισθήσεως. Έτσι δεν θα είσαι πελάτης άγνωστος, αλλά μεμυημένος, πρόσωπο κοινωνίας και όχι άτομο, συμμέτοχος τελετουργίας θαυμαστής, καλπάζοντας τον ατέλειωτο δρυμό της φαντασίας. Και της νοσταλγίας.
Όταν ξεφύτρωσε μπροστά στα μάτια μου το μοναδικό κουρειάκι της Φιλαδέλφειας, το περιεργάστηκα ταχέως. Ο κουρέας γηραλέος. Κοντοστάθηκα λίγο, αυτός έπιασε στο φτερό τη διστακτικότητά μου παρ’ όλο που ήταν απασχολημένος με πελάτη. Αμέσως σαν να μετείχε σε όμιλο δεξιοτεχνίας μετατράπηκε στον Τζακ τον ψαλιδοχέρη. Μπήκα.
Κουρείο γνήσιο, παλαιικό. Με το άρωμά του στον αέρα, κολώνια λεμόνι, με την πολυθρόνα του με την ψάθα, με τις φτηνές καφετιές φορμάικές του, με τους ξεπετσωμένους τοίχους του, με την πούδρα «Σπλέντιντ», με τα λεπτά μακριά ψαλίδια του, με το κασετόφωνο στην πρίζα να παίζει σιγανά ρεμπέτικα, με κολλημένες παντού φωτογραφίες και αφίσες της ΑΕΚ, από το Νεστορίδη, τον Καραφέσκο και τον Παπαϊωάννου, ως τον Τσιάρτα και το Νικολαΐδη.
Ω κουρείο, κάστρο άπαρτο, των μνημών και των συγκινήσεων. Κουρείο γνώριμο, σαν τα παλιά κουρεία του χωριού μου, της αγαπημένης μου Ατσικής Λήμνου. Κουρεία αυτόνομα ή σε μια γωνιά ενός καφενείου. Κουρεία – εκκλησίες του Δήμου, της σύναξης της μορλαδίας αλλά και της γερουσίας, όπου πήγαιναν χέρι - χέρι «το αιδήμον και το αρρενικόν», «το σέβας και ο μώμος». Όπου οι ποδοσφαιρικές ομάδες ήταν θρησκείες, τα πολιτικά γενικόλογα και ως εκεί που δεν ενοχλούσαν, τα πειράγματα λεπτά και με αμφίδρομη ισορροπία, ο αλληλοσεβασμός δεδομένος και το κουτσομπολιό τέχνη και επιστήμη μεγάλη, πηγή γνώσης και όχι ξεπεσμού και κατινιάς. Κουρείο της μαγγανείας, που μετατρέπεις τους απόντες σε παρόντες. Κουρεία του Φωκίωνα, του Χαραλάμπη, του Κόμνα, του αδερφού μου του Βασίλη.
Και μου φάνηκε, λέει, πως ήταν το κουρείο του αδικοχαμένου στα καράβια αδερφού μου. Και πως ήταν εκεί ο άλλος αδικοχαμένος ο Μιχάλης και κουβέντιαζαν για την ΑΕΚ. Οι πιο γεροί ΑΕΚτζήδες σε όλο το χωριό. Και πως ήταν εκεί όλοι όσοι έφυγαν για πάντα, γέροντες και νεότεροι. Κι όσοι έριξαν πέτρα πίσω τους και τους κατάπιαν οι Αυστράλιες και οι Αμερικές. Ε καημένα παιδιά. Γεννηθήκατε κάπως πρώιμα. Τότε που οι άντρες εργάζονταν στα χωράφια, στα γιαπιά και στα καράβια. Τώρα κατατάσσονται οπλίτες πενταετούς θητείας «στας ενόπλους δυνάμεις». Ο εκφυλισμός μιας ράτσας.
Κουρείο της γλίσχρας αμοιβής, μα και της μεγάλης τέχνης. Της ταπεινής συναγροίκησης μα και της τεχνήεσσας καθοδήγησης. Σχολειό και ιερό μαζί. Πέτρινο οχυρό στους κέρινους καιρούς. Οι τελευταίοι σου κουρείς, σκονισμένοι πολεμιστές επί των επάλξεων σαλεύουν τα ψαλίδια τους κατά το χρέος. Κουρείο, καταφύγι των στερνών αλαφροΐσκιωτων, σκηνοποιών στην έρημο, που ξέφυγαν το νεοτερικό πολτό. Κουρείο με τον καντρένιο καθρέφτη σου, με τη γαλάζια ομίχλη των καπνών, το φώτισμα στο κέντρο σαν το λαμπογυάλι που ξεκάπνισε η μάνα μου. Σαράντα χρόνια η αφίσα της Ζωής Λάσκαρη με το μαγιώ, απ’ το «Φαντάζιο», πάνω στην πόρτα, σαν χτες και σαν προχτές. Πόσα καλά παιδιά διάβηκαν την πόρτα της ζωής, νωρίς, σ’ αυτά τα σαράντα χρόνια, στη μάχη τους με τους λογής – λογής Εγχειρογάστορες του κόσμου! Τα καλά παιδιά. Όλο και λιγοστεύουν, σαν τα παλιά κουρεία.
Απ’ το κασετόφωνο ακούστηκε η φωνή της Σωτηρίας Μπέλου: «Άντε σαν πεθάνω στο καράβι….»
-Ορίστε κύριε καθίστε, είναι η σειρά σας. Από δω είστε; Δεν σας έχω ξαναδεί…
Αθάνατη διπλωματική των κουρέων….Μη φοβάσαι φίλε μου κουρέα .…Τώρα που βρήκα το στέκι σου, δεν το χάνω. Έχουμε καιρό να πούμε πολλά. Μια φορά το μήνα τουλάχιστον θα έρχομαι για προσευχή και κατάνυξη στο ιερό κουρείο σου.

Καλοκαιρινή μπόρα

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας


Ο αυγουστιάτικος Αθηναϊκός καύσωνας ήταν ανυπόφορος. Από το απόγευμα .όμως ο καιρός έγινε μουντός, συννέφιασε και έπιασε αέρας, που όλο και δυνάμωνε. Τα σύννεφα έτρεχαν σαν τρελά και το πήγαινε για βροχή. Κοντά στη δύση του ήλιου, ο αέρας είχε μανιάσει και άρχισαν να πέφτουν οι πρώτες σταγόνες. Αστραπές και κεραυνοί σαν πύρινα φίδια και δυνατές βροντές δημιουργούσαν μια αλλόκοσμη εικόνα. Οι λιγοστοί διαβάτες έτρεχαν να αποφύγουν τη βροχή. Μερικοί γύριζαν με τα αυτοκίνητά τους απ’ τη θάλασσα και με ξεφωνητά για την απότομη αλλαγή του καιρού, έμπαιναν γρήγορα στα σπίτια τους. Τα δέντρα απέναντι απ’ το σπίτι μου πήγαιναν να ξεριζωθούν. Τα σπουργίτια και οι δεκαοχτούρες, που ερχόταν να «κοιτάξουν» με φωνούλες και τσιρίγματα προσπαθούσαν να βρουν κατάλληλη θέση πεταρίζοντας γύρω γύρω. Έκατσα στο μπαλκόνι και παρακολουθούσα. Η μυρωδιά του βρεγμένου χώματος πλημμύρισε τον αιθέρα.
Μνήμες της παιδικής ηλικίας με κατέκλυσαν. Η αποστειρωμένος αστικός τρόπος ζωής μας αποδεικνύεται τόσο ανοχύρωτος μπροστά σ’ αυτές τις θύμησες μιας μαγικής παιδικής αγροτικής ζωής. Θυμάμαι την αγωνία της οικογένειάς μου σε ανάλογα μπουρίνια. Τρέχαμε όλοι μαζί να σκεπάσουμε την απλωμένη σταφίδα με τα υπέροχα «γκλέζκα» σταφύλια. Ή να μαζέψουμε τα ζώα μας και να τα «σφαλίσουμε» στην σιγουριά του σταύλου. Ή να τσουβαλιάσουμε το άχυρο από τον «κοβνό» της πατόζας, ή τα πιο μετέπειτα χρόνια να μαζέψουμε τις αχυρένιες «μπάλες». Στα μπουρίνια του φθινόπωρου, τότε που άνοιγε το μπαμπάκι, πάντα υπήρχε η ανησυχία μην βραχεί πριν το μαζέψουμε. Ο πατέρας μου αφού βεβαιωνόταν ότι όλα ήταν τακτοποιημένα, καθόταν και έπινε ένα ουζάκι παρακολουθώντας έξω τη βροχή. Εγώ με το μικρό μου το αδερφάκι μέσα στην ασφάλεια και τη θαλπωρή της εστίας μοιραζόμαστε την ευτυχία της οικογένειας. Καμιά φορά όμως τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά. Η καταστροφή της σοδειάς έφερνε στεναχώρια και μεγάλο άγχος για το αύριο. Τώρα ζούμε αλλιώς. Και δεν υπάρχει ούτε πατέρας, ούτε αδερφός.
Καθόμουν στο μπαλκόνι και η βροχή με ράντιζε. «-Από νωρίς φαινόταν ότι θα βρέξει» είπε η γυναίκα μου. «-Ναι ήταν δρογγεμένος» είπα. «Κοίτα αστραπές και βροντές». «-Βροντομάν’» απάντησα. «-Κι αέρας φοβερός» «-Ναι, ανεμοσουρστής» είπα. «-Οι δρόμοι τρέχουν». «-Σέρεμ» απάντησα. «-Έκοψε λίγο ή μου φαίνεται;» «-Θα βδιασ’ και θα πάμε για σαλιάκ’» της είπα. «-Μα τι γλώσσα μιλάς;» μου είπε. «Αρχαία Ελληνικά της απάντησα. «-Εμένα μου φαίνονται μάλλον Λημνιακά». «-Το ίδιο είναι. Τα Λημνιακά είναι αρχαία ελληνικά, αλλά ζωντανά, ομιλούμενα, όχι της κονσέρβας» είπα. Με κοίταξε με απορία και δε μίλησε. «Μου ετοιμάζεις ένα ουζάκι σε παρακαλώ;» της είπα. «-Εσύ δεν πίνεις ποτέ, τι σε έπιασε;». Ήρθε το ουζάκι, Λημνιό, γνήσιο από λακαριό, όχι χημικές εργοστασιακές αηδίες. Και για μεζές, τυρί Λημνιό σαλαμούρα, το λεγόμενο τώρα καλαθάκι, ντομάτα, αγγουράκι και παξιμάδι κριθαρένιο από του Ποριάζη. Έχυσα λίγο ούζο, σπονδή στους απόντες κι αυτό ενώθηκε με τη βροχή, που ερχόταν από τον ουρανό. Κοίταξα προς τα σύννεφα και χαιρέτησα με το ποτήρι. «-Στην υγειά σου πατέρα, στην υγειά σου αδερφέ». Βγήκε ο γείτονας στο μπαλκόνι. «Έλα να πιούμε ένα ούζο» του λέω. «-Έχεις καλό μεζέ;» μου είπε αστειευόμενος. «-Τον καλύτερο». «-Γιορτάζεις τίποτα;» «-Τη γιορτή της μάνας μου και της παραμάνας μου». «- Και πώς τη λένε;» «-Λήμνο».

Κάπνισμα «Αγαθόν το εξομολογείσθαι…»

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Ο μακαρίτης ο πατέρας μου κάπνιζε τσιγάρα χύμα Ματσάγγου. Συχνά πυκνά, όταν ήμουν παιδί, αρχές της δεκαετίας του 60 - γεννήθηκα το 1954 - με έστελνε να του αγοράσω 5 ή 10 τσιγάρα. Τόσα έπαιρνε κάθε φορά, αφού τα οικονομικά μας ήταν πολύ πιο κάτω από αυτό που θα έλεγε κανείς .… «ανθηρά». Επειδή όμως κάπνιζε σαν τσιμινιέρα, τα δρομολόγια αυτά προς το περίπτερο ήταν συχνότατα. Η οικογένειά μου ήταν αγροτική, όπως ήταν οι περισσότερες στην τότε Ελλάδα. Τα παιδιά στον ελεύθερο χρόνο τους βοηθούσαν στις αγροτικές δουλειές, πολλές φορές εργαζόμενα όπως οι ενήλικες. Τα καλοκαίρια είμαστε μόνιμα στα χωράφια. Μου είχε κάνει τεράστια εντύπωση, ότι τον πατέρα μου περισσότερο τον απασχολούσε να έχει τσιγάρα παρά φαγητό για τον ίδιο.
Στην πατρίδα μου τη Λήμνο καλλιεργούσαμε κυρίως βαμβάκι. Τα καλοκαίρια το βαμβάκι χρειάζεται 4 με 5 ποτίσματα, που τότε δεν γίνονταν όπως σήμερα με την λεγόμενη «τεχνητή βροχή» με μπεκ, αλλά με αυλάκια ανάμεσα στις σειρές του βαμβακιού. Επειδή τα πηγάδια ήταν κοντά το ένα στο άλλο και το νερό ήταν λίγο, έπρεπε να σηκωνόμαστε νύχτα για να πηγαίνουμε για πότισμα, με το λουξ. Αν λοιπόν δεν είχε ο πατέρας μου προμηθευτεί αποβραδίς τσιγάρα, όταν ξημέρωνε με άφηνε να ποτίζω και πήγαινε ως το χωριό για να αγοράσει. Το πρώτο πότισμα ήταν επίπονο και χρειαζόταν συχνά δυο ανθρώπους, αφού έπρεπε να χωρίζονται τα αυλάκια με φράγματα, τα λεγόμενα «ντουμπώματα», τα οποία ήταν περισσότερα όσο μεγαλύτερη ήταν η κλίση του εδάφους. Και βέβαια ένα παιδάκι 10-11 χρόνων όπως ήμουν εγώ, δεν προλάβαινα να φτιάχνω ντουμπώματα και να κόβω και το νερό στο επόμενο αυλάκι. Μια μέρα λοιπόν που πότιζα μόνος μου, μου ξέφυγε το νερό, χάλασε το ήδη ποτισμένο χωράφι, τα έκανε όλα λίμπα, πέρασε και στα διπλανά χωράφια και εγώ απελπισμένος αντί να σβήσω την αντλητική μηχανή κάθισα κάτω και έκλαιγα. Όταν γύρισε ο πατέρας μου σε καμιά ώρα, βρήκε ένα χωράφι αγνώριστο και εμένα σε κατάσταση πανικού. Δεν είπε τίποτα, αλλά φανερά εκνευρισμένος…. άναψε τσιγάρο.
Όσο περνούσαν τα χρόνια, ο πατέρας μου αποκτούσε ένα μόνιμο βήχα, που στους νυχτερινούς παροξυσμούς, μας ξυπνούσε έντρομους, αφού από το βήχα και τη δύσπνοια κυριολεκτικά πήγαινε να «σκάσει». Το πτυελοδοχείο νυκτός έγινε μόνιμο αξεσουάρ και κάθε πρωί η καημένη η μάνα μου το άδειαζε και το έπλυνε, αφού ήταν γεμάτο με σιχαμερά πυώδη πτύελα. Οι παρατηρήσεις της να κόψει το τσιγάρο, «γιατί θα πεθάνει όπως είπε και ο γιατρός», πήγαιναν στο βρόντο. Από τότε μου είχε μείνει μια φοβερή απέχθεια για το κάπνισμα. Όταν πήγα στο γυμνάσιο – πηγαίναμε στην πρωτεύουσα του νησιού τη Μύρινα και νοικιάζαμε ανά δύο παιδάκια ένα δωμάτιο – οι πιο μεγάλοι μαθητές, οι παλιοσειρές, από τις πρώτες μέρες κιόλας προσπάθησαν να μας μάθουν να καπνίζουμε. Θα ρουφάτε, μας έλεγαν, τον καπνό και ταυτόχρονα θα λέτε «αχ κι ένας παπάς», το «αχ» με εισπνοή, ώστε να είναι σίγουρο ότι ο καπνός θα πάει στα πνευμόνια. Αχ κι ένας παπάς κι άντε πάλι αχ κι ένας παπάς, το κεφάλι μου έγινε σαν καζάνι, ζαλίστηκα, χλώμιασα, έκανα έμετο και δεν το ξανάπιασα στα χέρια μου ως τα φοιτητικά μου χρόνια. Κάθε φορά που τα «έφτιαχνα» με κάποιο κορίτσι προσπαθούσα να καπνίσω για να…. το εντυπωσιάσω, αλλά ματαίως, δεν έλεγα να το «μάθω» το άθλιο το τσιγάρο, δεν μου άρεσε.
Κύλησαν τα χρόνια, έγινα γιατρός, έγινα πνευμονολόγος, έκανα οικογένεια και στα 36 μου έχοντας ήδη δυο παιδιά 10 και 8 χρόνων, σίγουρος ότι έχω εκ φυσικής ιδιοσυγκρασίας γλυτώσει από αυτόν το διάβολο, άρχισα έτσι για πλάκα να ψευτοκαπνίζω, χωρίς βέβαια να «κατεβάζω» τον καπνό. Αυτά τα τσιγάρα όμως όλο και πλήθαιναν και για να μην τα πολυλογούμε,…… επιτέλους το «έμαθα» το τσιγάρο. Στην αρχή κάπνιζα λίγο, σε λίγο καιρό όμως έγινα δεινός καπνιστής, καπνίζοντας 2 πακέτα τη μέρα. Το φοβερό ήταν ότι κάπνιζα και μέσα στο νοσοκομείο, στους διαδρόμους και μερικές φορές – ντρέπομαι που το λέγω - ακόμα και μέσα στο ασανσέρ, ενώ υπήρχαν και ασθενείς μέσα. Ήμουν μονίμως με ένα τσιγάρο στο χέρι. Σε ένα μποτιλιάρισμα στο δρόμο είχα ξεμείνει από τσιγάρα και κατέβηκα από το αυτοκίνητο και ζήτησα τσιγάρο από τον οδηγό του πίσω αυτοκινήτου, που είδα ότι κάπνιζε. Πότε το έκοβα, πότε το άρχιζα και κάθε φορά που το ξανάρχιζα κάπνιζα και πιο πολύ. Όταν πήγα να συμβουλεύσω για το κάπνισμα το γιο μου που ήταν φοιτητής και είχε αρχίσει να καπνίζει, μου είπε δικαίως: «Δε βλέπεις τον εαυτό σου καλύτερα που καπνίζεις ενώ είσαι και πνευμονολόγος;». Ε, κάποτε σιχάθηκα τον εαυτό μου, είπα το «αϊ σιχτίρ» και το σταμάτησα. Ασχολήθηκα με το θέμα, διάβασα, εκπαιδεύτηκα σε αντικαπνιστικά κέντρα και νάμαι έτοιμος να βοηθήσω τους καπνιστές, όσο μπορώ, να το «κόψουν» και προπάντων να μην το ξαναρχίσουν, στήνοντας το ιατρείο διακοπής καπνίσματος του «Θριασίου Νοσοκομείου».
Σε μια σειρά άρθρων για το κάπνισμα, που θα δημοσιεύσει η εφημερίδα «Θριάσιο», θεώρησα καλό να αρχίσω με τη δική μου «εξομολόγηση». Δεν είναι ένα σουρεαλιστικό σενάριο – οι καπνιστές το ξέρουν – πάρτε το σαν βαθύτατη ανάγκη κοινωνικοποίησης, που ελπίζω ότι δεν υπάγεται στην ψυχοπαθολογία. Η εξομολόγηση έτσι κι αλλιώς βοηθά και οδηγεί σε κάποιο βαθμό αυτογνωσίας. Αγαπητοί καπνιστές, συμπαθείς και πρώην ομοιοπαθείς, ψυχές διαφανείς πλην ομιχλώδεις σαν τον καπνό του τσιγάρου σας, γνωρίζω από πρώτο χέρι τι τραβάτε. Δεν έρχομαι στο κονάκι σας με το χρυσό σκήπτρο του ειδικού, αλλά ούτε και με το μαγικό ραβδί του ταχυδακτυλουργού. Στηρίζομαι στη φτωχική μου ξύλινη κορύνη και σας την προσφέρω να στηριχτείτε και σεις, ως παθιάρης σε παθιάρηδες. Αν θέλετε πραγματικά να κόψετε το τσιγάρο και δεν μπορείτε, εμείς ίσως μπορούμε να σας βοηθήσουμε. Ελάτε.

Ιστορική αναδρομή του καπνίσματος (Μέρος πρώτο)

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Το κάπνισμα είναι γνωστό στον άνθρωπο τουλάχιστον από το 3000 π.Χ., οπότε οι Αιγύπτιοι έκαιγαν γλυκά χόρτα όταν θυσίαζαν στους θεούς τους. Στην αρχαία Ελλάδα από το 700-600 π.Χ. η ιέρεια των χρησμών στους Δελφούς λέγεται ότι προφήτευε καθώς ήταν ζαλισμένη από τους ατμούς που εξέρχονταν από μια σχισμή των βράχων κάτω από τα πόδια της. Μετέπειτα οι Έλληνες άρχισαν να προσφέρουν λιβάνι στους βωμούς τους.
Στην αρχή της χριστιανικής εποχής σύμφωνα με το Ρωμαίο Πλίνιο τον Πρεσβύτερο στο «Naturalis Historiae” η εισπνοή καπνού από καιόμενη γούνα λαγού συστηνόταν ως αποχρεμπτικό, ο καπνός από καιόμενο κατσικίσιο κέρατο χρησιμοποιείτο για τη διάγνωση της επιληψίας, ενώ καπνός εισπνεόμενος (μέσω ενός καλαμιού) αποξηραμένης κοπριάς βοδιού, εθεωρείτο θεραπευτικός για πολλές αρρώστιες.
Είναι ευρέως γνωστό ότι η γενέτειρα του καπνού, ένα φυτό που ανήκει στο είδος Nicotiana (συγκεκριμένα Nicotiana Tabacum και Νicotiana Rustica) είναι κάπου στην αμερικανική ήπειρο. Πώς και πότε το πρώτον ανακαλύφτηκε είναι άγνωστο. Πιθανώς ένας ιθαγενής μαγειρεύοντας φαγητό πάνω σε ένα φύλλο πάνω από φωτιά παρατήρησε ότι ανάδιδε ένα ιδιαίτερα ελκυστικό άρωμα και πήρε την πρώτη του εισπνοή. Στη συνέχεια είναι πιθανό να πέταξε το φαγητό μακριά και να κάπνισε κανονικά.
Αυτό που είναι σίγουρο, είναι ότι το κάπνισμα του καπνού γινόταν από τους πρώτους Μάγιας πιθανότατα στην περιοχή Ταμπάσκο στο Μεξικό στα πλαίσια θρησκευτικών τελετών. Από ιστορικά στοιχεία φαίνεται ότι την εποχή του Χριστού, οι φυλές του νότιου Μεξικού κάπνιζαν πρωτόγονα τσιγάρα. Αφού δεν είχαν χαρτί τύλιγαν τον καπνό σε φύλλα φοίνικα ή καλαμποκιού και στη συνέχεια το έβαζαν σε μπαμπού ή απλώς τύλιγαν φύλλα καπνού. Στους επόμενους αιώνες το κάπνισμα φύλλων καπνού απλώθηκε σε όλη την περιοχή του Μεξικού και στις Αντίλλες. Έγινε ακόμα πιο δημοφιλές όταν οι φυλές που ήδη κάπνιζαν μετανάστευσαν βόρεια ηπειρωτικά στην κοιλάδα του Μισσισσιπή και στη Βραζιλία. Οι Ινδιάνοι ακόμα πιο βόρεια έφτιαχναν πίπες, κάποιες όμοιες με τις σημερινές, άλλες με σχήμα Υ, όπου τα άκρα τοποθετούνταν στα ρουθούνια. Επίσης, άλεθαν τον καπνό με άλλα φυτά για να ενισχύσουν τη γεύση του.
Ένας ινδιάνικος μύθος λέει ότι πολύ πριν φτάσει ο λευκός, υπήρχε μεγάλη πείνα σε όλη τη χώρα. Όλες οι φυλές συγκεντρώθηκαν σε συμβούλιο και κάλεσαν το μεγάλο πνεύμα Μανιτού για βοήθεια. Σε απάντηση ένα όμορφο και γυμνό κορίτσι κατέβηκε από τα σύννεφα. Κάθισε στο έδαφος μπροστά στους ανθρώπους και ανακοίνωσε ότι είχε έρθει για να φέρει φαγητό. Στη συνέχεια επέστρεψε στον ουρανό. Όπου είχε ακουμπήσει τη δεξιά της παλάμη, φύτρωσε καλαμπόκι και την αριστερή της, πατάτες. Εκεί, όμως, όπου κάθισε, φύτρωσε καπνός.
Στη Νότια Αμερική οι Αζτέκοι κάπνιζαν και εισέπνεαν καπνό. Στην υπόλοιπη αμερικανική ήπειρο τον καπνό τον μασούσαν, τον έτρωγαν, τον κάπνιζαν, ή έτριβαν μ’ αυτόν το σώμα τους. Φυσικά, η χρήση του καπνού ήταν δημοφιλής πολύ πριν οι Ευρωπαίοι φτάσουν για να διεκδικήσουν το Νέο Κόσμο τους. Ο Μοντεζούμα ΙΙ (1446-1520 μ.Χ.), ο τελευταίος Αζτέκος αυτοκράτορας του Μεξικού λέγεται ότι συνήθιζε να καπνίζει πίπα πριν το δείπνο.
Μερικοί ιστορικοί υποστηρίζουν ότι οι Κινέζοι εφηύραν την πίπα και ότι οι Ασιάτες κάπνιζαν πολύ πριν τη χριστιανική εποχή, αλλά κάπνιζαν χορτάρι και όχι καπνό, ο οποίος δε φύτρωνε πουθενά άλλού εκτός από την Αμερική, πριν τον Κολόμβο. Για τους Ευρωπαίους η ιστορία με τον καπνό ξεκίνησε στις 12 Οκτωβρίου 1492 όταν ο Χριστόφορος Κολόμβος έφτασε σε ένα νησί που οι κάτοικοί του το ονόμαζαν Guanahani και το οποίο στη συνέχεια ονόμασε San Salvador. Οι ιθαγενείς είπαν στον Κολόμβο για ένα ακόμα μεγαλύτερο νησί κοντά, το οποίο δεν ήταν άλλο από την Κούβα στην οποία έφτασε στις 28 Οκτωβρίου 1492. Μη γνωρίζοντας τι να περιμένει έστειλε δύο από τους συντρόφους του τον Rodriguo de Jerez και τον Luis de Torres, να ανιχνεύσουν την περιοχή. Στο ημερολόγιό του ο Κολόμβος αναφέρει ότι «οι δύο Ισπανοί κονκισταδόρες συνάντησαν πολλούς άντρες και γυναίκες που περπατούσαν ενώ κρατούσαν κάτι που καιγόταν σιγά - σιγά φτιαγμένο από κάποιου είδους φυτό, του οποίου τον καπνό εισέπνεαν». Την ίδια μέρα ο Rodriguo de Jerez πήρε την πρώτη του διστακτική εισπνοή από την πρώτη έκδοση του τσιγάρου στο Νέο Κόσμο, του οποίου η διάμετρος υπολογιζόταν να είναι όσο η διάμετρος ενός αντρικού χεριού και έγινε ο πρώτος Ευρωπαίος καπνιστής στην Ιστορία.
Όταν ο Κολόμβος και το πλήρωμά του επέστρεψαν με μερικά φύλλα καπνού ο Rodriguo, οποίος είχε συνηθίσει να καπνίζει ένα πούρο την ημέρα έκανε το λάθος να καπνίσει δημόσια. Αμέσως μπήκε φυλακή για 3 χρόνια από την ισπανική Ιερά Εξέταση και ήταν το πρώτο θύμα των αντικαπνιστών.

Ιστορική αναδρομή του καπνίσματος (Μέρος δεύτερο)

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

1497. Ο Romano Pane, μοναχός που συνόδευε τον Κολόμβο στο δεύτερο ταξίδι του ( με την εντολή του Πάπα Αλεξάνδρου VI) έγραψε το πρώτο κείμενο για το κάπνισμα στη Ευρώπη, το «De insularium ribitus».
1512 . Η Πορτογαλία ήταν η πρώτη ευρωπαϊκή χώρα που καλλιέργησε καπνό. Μέχρι το 1558 ο καπνός βρισκόταν στις αγορές της Λισαβώνας.
1519. Ο Ισπανός κατακτητής του Μεξικού Hernando Cortes (1485-1547), βρήκε τους Αζτέκους , οι οποίοι κάπνιζαν και, όχι απαραίτητα γι’ αυτό, κατέστρεψε την αυτοκρατορία τους. Ο Fernandez de Oviedo y Valdes, ένας παλιός γνώριμος του Κολόμβου, φέρνει τα πρώτα φύλλα καπνού στην Ευρώπη και παρατηρεί στο «Historia general y natural de law Indias»: «Γνωρίζω ότι κάποιοι Χριστιανοί έχουν ήδη υιοθετήσει τη συνήθεια του καπνίσματος, ειδικά όσοι έχουν κολλήσει σύφιλη, γιατί υποστηρίζουν ότι στην κατάσταση ευφορίας που προκαλείται από τον καπνό δεν αισθάνονται πια πόνο».
Για χρόνια πιστευόταν ότι ο Jean Nicot, ο Γάλλος πρέσβης στην Πορτογαλία έφερε τα πρώτα φυτά στη Γαλλία από τη Λισαβώνα το 1559 και τα προσέφερε στον Καρδινάλιο της Λωρραίνης για τους κήπους του. Πρόσφατα, ιστορικοί άλλαξαν γνώμη και αποφάσισαν ότι στην πραγματικότητα ήταν ο «επαναστάτης» μοναχός Andre Thevet της Angouleme, που άρχισε να φέρνει καπνό από τη Βραζιλία το 1556. Ο Νicot είναι, όμως, αυτός που έδωσε το όνομά του στη νικοτίνη, που αναφέρεται στα λεξικά ως « η εθιστική ουσία που περιέχεται στον καπνό».
1560 περίπου. Ο καπνός εισάγεται στην Ολλανδία από τη Γαλλία .
1560 περίπου. Ο καπνός φτάνει στη Ρώμη.
1560 Ο Sir John Hawkins(1532-1595), ο πρώτος Άγγλος δουλέμπορος, που έκανε τρεις εξορμήσεις στην Αφρική στα 1560 παρατήρησε στο δεύτερο ταξίδι του (1564-1565) την ύπαρξη του καπνίσματος στους ιθαγενείς της Φλόριδα. Στην Αγγλία εθεωρείτο ότι τον εισήγαγε ο Sir Walter Raleigh (1552-1618). Αυτό δεν είναι αληθές, το αληθές είναι ότι ο ίδιος έκανε τον καπνό δημοφιλή στην αυλή της Ελισσάβετ Ι. Εκείνη την εποχή ήταν έφηβος και δεν είχε πάει ακόμα στη θάλασσα. Όποιος και αν ήταν, όμως, υπεύθυνος για την εισαγωγή (και ο Hawkins είναι μάλλον ο ένοχος) ήταν αυτή η εποχή, όπου λίγος καπνός φτάνει στην Αγγλία και τον καπνίζουν οι καπετάνιοι στους δρόμους του Λονδίνου προκαλώντας το θαυμασμό των ανθρώπων που μαζεύονταν να δουν το παράξενο θέαμα.
1570. Ο καπνός καλλιεργείται επιτυχώς στη Γερμανία και στην Ελβετία και σαν ιατρικό βότανο στην Αυστρία και στην Ουγγαρία.
1575. Η χρήση του καπνού απαγορεύεται στις εκκλησίες της Αμερικής, αν και το εκκλησίασμα και τότε όπως και τώρα, συνέχιζε να ευχαριστιέται τις αναθυμιάσεις του λιβανιού.
1580 περίπου. Ο καπνός φτάνει για πρώτη φορά στην Τουρκία και στην Πολωνία.
1585 περίπου. Ο Sir Walter Raleigh, ένας βαρύς καπνιστής πίπας, λέγεται ότι επισκέφτηκε τον Ουίλιαμ Σέξπηρ στο σπίτι του στο Λονδίνο, αν και δεν υπάρχει απόδειξη ότι ο μεγάλος συγγραφέας κάπνιζε ούτε και κάποιο από τα πρόσωπα στα έργα του.
Το 1603 o James VI , βασιλιάς της Σκωτίας από το 1567 και τώρα βασιλιάς James I της Αγγλίας ξεκίνησε στη Βρετανία την πρώτη αντικαπνιστική καμπάνια με τη διάσημη πραγματεία του «Επίθεση στον καπνό» (“A Counterblaste to Tabacco”). Την ίδια εποχή ο James I χρειαζόταν χρήματα και ανακάλυψε πόσο εύκολο ήταν να φορολογήσει τον εισαγόμενο καπνό. Το 1608 μείωσε το δασμό σε ένα σελίνι αναθέτοντας τη συλλογή του σε έναν εραστή του. Το 1615 έκανε την εισαγωγή του καπνού βασιλικό μονοπώλιο κατά παράβαση του νόμου που είχε αυστηρά θεσπιστεί το 1602 και μέσα σε ένα χρόνο πήρε 14000 λίρες.

Ιστορική αναδρομή του καπνίσματος (Μέρος τρίτο)

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας

Στο μεταξύ οι Άγγλοι άποικοι της Βόρειας Αμερικής συνειδητοποίησαν ότι η καλλιέργεια καπνού για εξαγωγή ήταν επικερδής. Η πρώτη γνωστή εμπορική αποστολή στην Αγγλία το 1613 έτυχε αρνητικής υποδοχής, καθώς η Nicotiana rustica της Virginia ήταν κλάσεις κατώτερη του καπνού από τις ισπανικές φυτείες.
Στη Ρωσία ο Michael Feodorovich, ο πρώτος Ρομανώφ τσάρος, διακήρυξε ότι ο καπνός είναι θανάσιμη αμαρτία και απαγόρευσε την κατοχή του για οποιαδήποτε χρήση. Ιδρύθηκε Δικαστήριο Καπνού και οι συνηθισμένες του τιμωρίες ήταν σχίσιμο των χειλιών ή ένα τρομερό και μερικές φορές θανάσιμο μαστίγωμα. Κάποιες φορές οι ένοχοι ευνουχίζονταν ή αν ήταν πλούσιοι εξορίζονταν στη Σιβηρία και δημεύονταν οι περιουσίες τους. Λίγα χρόνια αργότερα στην Τουρκία, Περσία και Ινδία, η θανατική ποινή συστήνονταν ως η θεραπεία για το κάπνισμα.
1616. Οι Ελβετοί αρχίζουν να καπνίζουν. Η Virginia εξάγει 3000 pounds (1500 κιλά περίπου) καπνού στο Λονδίνο, πολύ λίγο σε σχέση με τα 53000 pounds της Ισπανίας. Δύο χρόνια αργότερα , η Virginia έστελνε 19000 pounds. Μέχρι το 1620 η αύξηση έφτασε στα 25000 pounds και οι άποικοι σχημάτισαν τόσο εμπορικές όσο και πολιτικές συμμαχίες με την Αγγλία. Σύντομα ο καπνός της Virginia ήταν πιο δημοφιλής από τον ισπανικό.
Το 1618 ο Raleigh, που ανακάλυψε και ίδρυσε την αποικία καπνού στη Virginia στην Αμερική, εκτελέστηκε . Λέγεται ότι κατά την εκτέλεσή του το τσιγάρο ήταν ακόμα στο στόμα του. Το 1619 ο James Ι σκλήρυνε το βασιλικό του μονοπώλιο με το να απαγορεύσει την καλλιέργεια του καπνού γύρω από το Λονδίνο. Την επόμενη χρονιά επέκτεινε την απαγόρευση και για την υπόλοιπη Αγγλία. Ο Charles Ι, ο γιος του James, είχε την ίδια αντιπάθεια για τον καπνό με τον πατέρα του και δεν επέτρεπε σε κανέναν από τους αυλικούς του να καπνίζει παρουσία του. Αλλά λόγω των οικονομικών κερδών συνέχισε το μονοπώλιο. Το 1633 επέτρεψε την άδεια λιανικής πώλησης.
1618-1648. Το κάπνισμα πίπας γίνεται δημοφιλές και εξαπλώνεται από τον Τριακονταετή Πόλεμο. Το 1620 περίπου η Ιαπωνία απαγορεύει το κάπνισμα για πρώτη φορά. Σήμερα έχει ένα από τους μεγαλύτερους αριθμούς ενηλίκων καπνιστών στον κόσμο, όπως και η Ελλάδα.
1622. Όλο και περισσότεροι συγγραφείς εξυμνούν τον καπνό σα μια παγκόσμια συνταγή για τις αρρώστιες.
1629. Ο Γάλλος καρδινάλιος Richelieu (1585-1642), πάντα σε αναζήτηση νέων εσόδων, φορολόγησε τον καπνό.
1630. Οι Σουηδοί αρχίζουν το κάπνισμα, αλλά είναι πολύ αργά για τους Βίκινγκς, που χωρίς αμφιβολία θα απολάμβαναν το κάπνισμα μετά τους βιασμούς και τις λεηλασίες μεταξύ 8ου και μέσα του 11ου αιώνα.
1642. Ο Πάπας Urban VIII έβγαλε παπικό ανάθεμα εναντίον του καπνίσματος στις εκκλησίες της Σεβίλλης.
1648. Οι αντικαπνιστές αυξάνουν στην Ευρώπη και οι περισσότεροι συγγραφείς είναι τώρα εχθρικοί απέναντι στο κάπνισμα.
1650. Οι Αυστριακοί αρχίζουν να καπνίζουν. Ο Πάπας Innocent V βγάζει παπικό ανάθεμα εναντίον του καπνίσματος στον Άγιο Παύλο στη Ρώμη.
Η αυξανόμενη ζήτηση του καπνού οδήγησε στην εξάπλωση της δουλείας των μαύρων. Οι περισσότεροι αρπάζονταν από την Αφρική και στέλνονταν πέρα από τον Ατλαντικό για να δουλέψουν σε τεραστίων διαστάσεων καπνοκαλλιέργειες δίνοντας τη δυνατότητα στη Virginia και στο Maryland να εξαπλασιάσουν τις εξαγωγές τους μεταξύ του 1663 και του 1699.
Το κάπνισμα, όμως εξυμνήθηκε σαν προστατευτικό για τη βουβωνική πανώλη ή Μαύρο Θάνατο, που έκανε την τελευταία και πιο εντυπωσιακή εμφάνισή της στο Λονδίνο το 1665-1666 με 70.000 θύματα από έναν πληθυσμό μόλις μισού εκατομμυρίου. Στο φημισμένο κολέγιο Eton οι μαθητές αναγκάζονταν να καπνίζουν πίπα κάθε πρωί για να προλάβουν την πανούκλα. Ένας από αυτούς αργότερα αναφέρει ότι τιμωρήθηκε όταν οι καθηγητές του ανακάλυψαν ότι δεν ακολουθούσε την καθημερινή αυτή εντολή. (συνεχίζεται).