Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2009

ΛΗΜΝΙΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ



Αριστείδη Τσοτρούδη

«ΛΗΜΝΙΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ».

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας


Αγαπητοί συμπατριώτες

Κατά πρώτον θέλω να ευχαριστήσω τον Αριστείδη Τσοτρούδη, που με επέλεξε για την παρουσίαση του βιβλίου του «ΛΗΜΝΙΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ».
Δεύτερο, επιθυμώ να πω ότι αισθάνομαι συγκινημένος που βρίσκομαι σ’ αυτόν τον χώρο του Γυμνασίου, απ’ όπου απεφοίτησα πριν 37 χρόνια. Αισθάνομαι κάπως σαν μαθητής, στο μάθημα ιστορίας, αφού το βιβλίο του Αριστείδη Τσοτρούδη είναι η ιστορία της Λήμνου τον τελευταίο αιώνα. Μια ιστορία που δεν τη διδαχτήκαμε ως μαθητές, αλλά μας τη διδάσκει τώρα ο Αριστείδης Τσοτρούδης.
Ο συγγραφέας κάνει μια σχετικά σύντομη αναδρομή στη ιστορία της Ελλάδας από τον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 έως τον πόλεμο της Κορέας το 1950 53, δίνοντας το ιστορικό πλαίσιο. Μέσα σ’ αυτό το ιστορικό πλαίσιο αναπτύσσει ουσιαστικά την ιστορία της Λήμνου, με αποκορύφωμα τα ονόματα όλων των Λήμνιων νεκρών ηρώων, ανά χωριό και ανά πόλεμο, καθώς και τις φωτογραφίες τους, όσες τουλάχιστον βρήκε. Ονόματα που διαδραμάτισαν πρωταρχικό λόγο στην Ελληνική ιστορία παρελαύνουν από τις σελίδες του και συσχετίζονται με τα Λημνιακά θέματα αναλόγως προς την ιστορική εποχή. Βενιζέλος, διάδοχος Κωνσταντίνος, Κουντουριώτης, Μουσταφά Κεμάλ, Πλαστήρας, Μεταξάς, Παπάγος… Σελίδες δόξας και εθνικής ανάτασης εναλλάσσονται με σελίδες ήττας και ταπείνωσης, συχνά με τα ίδια πρόσωπα απ’ την αποθέωση να ρίχνονται στην πυρά. Η Ελλάδα και οι Έλληνες, που βιώνουν το μαρτύριο του Σισύφου, της διαρκούς μετάπτωσης από την ψυχική ευφορία στο ψυχικό άλγημα. Τι να πρωτοθυμηθεί κάποιος;
Η απελευθέρωση της Λήμνου το 1912, μέσα απ’ τις σελίδες του πολεμικού ημερολογίου του θωρηκτού Αβέρωφ.
Η μάχη του Σκρα, το 1918 εναντίον των Βουλγάρων, που στοίχισε τη ζωή σε 60 Λημνιούς. Εγώ προσωπικά, ομολογώ, δεν ήξερα τίποτα, παρ’ ότι ένας νεκρός ήταν πρώτος ξάδερφος του παππού μου. Ήξερα μόνο ότι ένας ξάδερφος του παππού μου σκοτώθηκε στον πόλεμο. Ούτε καν το μικρό του όνομα. Ποιον πόλεμο; Πότε;
Ξαναζωντανεύει η βύθιση από γερμανική νάρκη το 1918 του ατμόπλοιου «Ελένη», με το οποίο επέστρεφαν στη Λήμνο με τη λήξη του πρώτου παγκοσμίου πολέμου πολλοί Λήμνιοι στρατιώτες. Το πλοίο έγινε φέρετρο πολλών Λήμνιων στρατιωτών. Γλαφυρές όσο και ανατριχιαστικές οι διηγήσεις στρατιωτών που διασώθηκαν.
Η ατέλειωτη περιπέτεια των προσφύγων του Ρεϊσντερέ, που αποίκισαν τα Λέρα.
Το τάγμα της Λήμνου κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο, ο ηρωισμός του κατά τη μάχη του Πόγραδετς τις τελευταίες μέρες του πολέμου, οι τρομακτικές απώλειές του, κι όλα αυτά με έγγραφα από τη ΔΙΣ.
Άγνωστες πτυχές της αντίστασης κατά την κατάληψη της Λήμνου από τους Γερμανούς, ενώ είχε υπογραφεί η συνθηκολόγηση, μέσα από ελληνικά αλλά και γερμανικά στρατιωτικά έγγραφα.
Η αντιστασιακή δράση, τα άγρια βασανιστήρια και ο στραγγαλισμός του λιμενάρχη Μούδρου Αρβανιτάκη, μέσα από έρευνα που έκανε ο ίδιος ο συγγραφέας.
Η αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων από τη Λήμνο, η άφιξη του Ιερού Λόχου, η περιγραφή των μαχών, η σύλληψη Γερμανών αιχμαλώτων.
Η παρουσίαση καταγραφής από τον διευθυντή της Χειρουργικής κλινικής του Νοσοκομείου Λήμνου Θεολόγου Μαλαχιά, των «επισυμβάντων δυστυχημάτων» όπως αναφέρει, κατά τη διάρκεια της Γερμανοκατοχής αλλά και πιο ύστερα, από νάρκες, δηλητηριάσεις από δυναμίτιδα, εγκαύματα, κλπ, με δεκάδες τραυματίες και νεκρούς.
Το πιο εντυπωσιακό, αλλά και το πιο συγκινητικό μέρος του βιβλίου αφορά σε γράμματα, καρτ - ποστάλ, φωτογραφίες στρατιωτών από τη Μικρασιατική εκστρατεία, όσο και από τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο. Μια επιστολή μελλοθανάτου μέσα από τη φυλακή, του Παναγιώτη Αποστόλου από τα Λύχνα, που εκτελέστηκε τελικά από τους Γερμανούς, προκαλεί δέος.
Η περιγραφή του μαρτυρικού θανάτου του πατέρα του συγγραφέα, του Γιάννη Τσοτρούδη, στο πεδίο της μάχης 7 Απριλίου 1941 στο Πόγραδετς, δυο ημέρες πριν τη συνθηκολόγηση, η σχεδόν πλήρης αποκοπή του ποδιού του από βολή όλμου, η προσπάθεια να ελευθερωθεί από το τραυματισμένο πόδι του, κόβοντας ο ίδιος με ένα σουγιά τον τένοντα που το κρατούσε.
Είναι μακρινά τα γεγονότα αυτά; Για τον ιστορικό χρόνο, όχι δεν είναι. Στη γειτονιά μου στην Ατσική υπήρχαν πολλοί πρόσφυγες, που έλεγαν τη δραματική τους περιπέτεια, αναφέροντας με κλάματα τους νεκρούς και τους αγνοούμενους της οικογένειάς τους. Θυμάμαι τις διηγήσεις του πατέρα μου για τον πόλεμο στα χιόνια της Αλβανίας. Θυμάμαι, όταν ήμουν μαθητής Γυμνασίου, που μας μάζευε στα σκαλιά της Αγίας Παρασκευής, πολλά παιδιά, ένας ηλικιωμένος, μαυριδερός, δεν θυμάμαι το όνομά του, ήταν χαμάλης που μετέφερε πράγματα με ένα καρότσι, κυρίως από το σταθμό των λεωφορείων, μας μάζευε λοιπόν και μας έλεγε ιστορίες για την Μικρασιατική εκστρατεία, όπου συμμετείχε ως στρατιώτης.
Τότε; Γιατί δεν ήταν καταγεγραμμένοι όλοι αυτοί οι νεκροί; Γιατί δεν διδάσκεται η τοπική ιστορία στα σχολειά; Γιατί ξεχνιούνται οι ήρωες; Πώς γίνεται δίπλα μας να ζουν μάνες, γυναίκες, παιδιά ηρώων, να τους χαιρετούμε, να τους μιλούμε κι όμως να μη γνωρίζουμε την ιστορία τους; Ίσως είναι ίδιον της ανθρώπινης φύσης να ξεπερνά τα πένθη της, να κοιτάζει το μέλλον, να ξεχνά το τραυματικό παρελθόν. Καθώς ο χρόνος περνά, καθώς έρχονται νέες γενιές, καθώς άλλα θέματα και προβλήματα απασχολούν τους ανθρώπους, ένα πέπλο λήθης σκεπάζει βαθμηδόν το παρελθόν, οι νεκροί ξεθωριάζουν, οι αγώνες τους και οι ίδιοι ξεχνιούνται τελικά, για να παραμείνουν μόνο γενικόλογες αναφορές σε εθνικές επετείους, χωρίς λεπτομέρειες, χωρίς ονόματα, χωρίς χαρακτηριστικά, χωρίς πραγματική ανάμνηση.
Όμως αυτό ισχύει εν προκειμένω; Η υπέρβαση του πένθους; Ή το ανάποδο. Μήπως η πίκρα, που δένει κόμπο την ψυχή κάνει τον άνθρωπο να μη μιλά; Ο κόσμος που δεν μιλιέται είναι ένας κόσμος που δεν υπάρχει, είναι ένα φάντασμα, σαν αυτούς που έφυγαν. Το πένθος όσο είναι νωπό, τελείται εν σιωπή, δεν περιφέρεται, δεν ανακοινώνεται ολούθε. Για να βγει ο νους απ’ το βραχνά χρειάζεται χρόνος. Όσοι έχασαν νέους ανθρώπους, ξέρουν ότι ο χρόνος πια υπολογίζεται ως χρόνος προ και χρόνος μετά το συμβάν. Όμως το «άφατον» δεν μπορεί να παραμείνει επ’ άπειρον. Σιγά – σιγά η ψυχή μοιράζει τον πόνο της και επανέρχεται στα ανθρώπινα. Μάλλον ισχύουν ισοβαρώς και οι δυο εκδοχές. Και μετά από 30, 50, ή 70 χρόνια, βρίσκεται ένας Τσοτρούδης, που συμπυκνώνει αυτό το καθαρτήριο κλάμα όλων των ψυχών. Και επιφέρει την κάθαρση σε μια τραγωδία, που φαινόταν χωρίς τέλος. Μας λέει τον καημό του σαν ένας φίλος. Μπορεί κανείς να μην ακούσει τον καημό του φίλου του; Και ξαφνικά ανακαλύπτουμε ότι αυτός ο καημός, είναι και ο δικός μας καημός. Αυτός που θα θέλαμε να πούμε και μεις στο φίλο μας.
Αυτοί οι νεκροί δικαιούνται τον τίτλο του ήρωα. Ήταν φτωχά παιδιά κατά το πλείστον αγροτών, χωρίς ιδιαίτερη μόρφωση, χωρίς κάποια στρατιωτική οικογενειακή παράδοση. Η φιλοπατρία τους, η παλικαριά τους, και το αδάμαστο φρόνημά τους, τους έκαμε να υπερβούν τα κοινά μέτρα. Αυτοί οι νεκροί δεν σκοτώθηκαν τυχαία, επειδή βρέθηκαν εκεί την κακιά την ώρα. Μέσα από γράμματα, μέσα από έγγραφα, μέσα από διηγήσεις πολεμιστών, αναβιώνει ο φοβερός αγώνας, οι μάχες σώμα με σώμα, οι εφορμήσεις για κατάληψη υψωμάτων ενώ τα πολυβόλα θέριζαν, οι πράξεις αυτοθυσίας, είτε βρίσκονταν στα βουνά της Μακεδονίας, είτε στις στέπες της Μικράς Ασίας, είτε στους πάγους της Αλβανίας, είτε αλλού. Αυτοί οι νεκροί δεν αυτοεξαιρέθηκαν, δεν κρύφτηκαν, δεν μούταξαν, δεν έβαλαν μέσον για να μην πάνε στη φωτιά, δεν εκλογίκευσαν τυχόν αμφιβολίες τους, δεν συγκρατήθηκαν από τυχόν οικογενειακές φροντίδες, δεν ζύγισαν σε καμιά ζυγαριά οφέλη και ζημίες. Γι’ αυτό και ο τίτλος του ήρωα, με όσο βαριά και σκληρά ζύγια κι αν ζυγιστεί δεν θα είναι ξίκικος. Κλήθηκαν στον αγώνα και ανταποκρίθηκαν θερμά, άνευ ορίων και άνευ όρων. Η ζωή έχει τόσα πράγματα που αξίζουν. Αυτοί δεν διάλεξαν τα «πλούτια» της ζωής, διάλεξαν το πιο οδυνηρό. Τη θυσία. Θυσιάστηκαν λόγω φιλοπατρίας. Τόσο απλά. Και δεν είχαν μέσα στο μυαλό τους την προσδοκία καμιάς ανταμοιβής.
Θυμάστε μια ελληνική ταινία του Σακελάριου, που πρωταγωνιστούσε ο Βασίλης Λογοθετίδης; Η ταινία λεγόταν «Ένας ήρως με παντούφλες» και παρουσίαζε έναν τιμημένο στρατηγό που ήθελαν δήθεν να τον τιμήσουν και του έστησαν τον ανδριάντα μπροστά από το σπίτι του. Όταν ο στρατηγός αντιλήφθηκε ότι ο απώτερος σκοπός δεν ήταν ακριβώς η απόδοση τιμής σ’ αυτόν, λέει τη φράση: «Η πατρίδα δεν μου χρωστά τίποτα. Κι αν εγώ αγωνίσθηκα και έχυσα το αίμα μου, έκανα απλώς το χρέος μου. Η πατρίδα δεν χρωστά τίποτα σε κανέναν».
Είμαι βέβαιος ότι αν όλοι αυτοί οι άνθρωποι που πέθαναν για την πατρίδα, μπορούσαν να εκφέρουν γνώμη, αυτό ακριβώς θα έλεγαν. Αυτοί εκεί που βρίσκονται δε νοιάζονται ούτε για τιμές, ούτε για διακρίσεις. Ο θάνατος για την πατρίδα, για τα ιδανικά τους, από μόνος του είναι το βραβείο τους. Εμείς όμως; Οι ζωντανοί; Οι επίγονοι; Ο αυτοσεβασμός μας; Η αξιοπρέπειά μας; Για μας λοιπόν είναι χρειώδης η μνήμη. Εμείς την έχουμε ανάγκη. Οι αποδιδόμενες τιμές στους ήρωες είναι για τη δική μας ισορροπία. Για την εικόνα μας στο ενώπιος ενωπίω. Για την εικόνα μας απέναντι στα παιδιά μας.
Το βιβλίο ΛΗΜΝΙΟΙ ΗΡΩΕΣ είναι ένα έργο υψηλής αισθητικής, φτιαγμένο με μεράκι, μου θυμίζει εκείνα τα τετράδια καλλιγραφίας που είχαμε εμείς που προλάβαμε το μάθημα της καλλιγραφίας. Όταν το έπιασα για πρώτη φορά στα χέρια μου, το άνοιξα και του έριξα μια πρόχειρη ματιά. Ένιωσα ένα δέος. Ένιωσα σαν μύστης σε αρχαία ιερουργία. Μια συγκίνηση ανείπωτη. Μια χαρά και μια υπερηφάνεια, που είμαι Λημνιός. Στεκόμουν μέσα στο δρόμο και το διάβαζα. Ήθελα να φωνάξω στον κόσμο: «Κοιτάξτε, αυτή είναι η Λήμνος, αυτοί είναι οι Λημνιοί». Και όταν το μελέτησα σκέφτηκα ότι είναι σωστό αυτό που λένε ότι «το αίσθημα της αιωνιότητας γεννιέται όταν και όπου θέλει εκείνο και όχι όταν και όπου θέλουμε εμείς». Αυτό το παραδεισένιο αίσθημα της αιωνιότητας, αναβλύζει σαν αρτεσιανό φρέαρ, από το βιβλίο αυτό.
Πέραν των ηρωικών κατορθωμάτων αναδύονται σκοτεινές στιγμές της ιστορίας. Εθνικοί διχασμοί, άγρια γεγονότα, φορτισμένοι τόποι, φορτισμένες ψυχές, δυστυχία, αφανισμός, λιτές ζωές, λιτοί θάνατοι, κουβέντες λίγες, άλλος κόσμος.
Όλα περνούν μέσα από την κρησάρα της σοφίας και της καλοσύνης του συγγραφέα και αναδεικνύουν τη σωστή σημασία τους, την διδακτική τους αποστολή. Χωρίς φόβο, με πάθος νηφάλιο, πάθος αγάπης.
Ο συγγραφέας ιχνηλατεί το παρελθόν μεθοδικά, προσπαθώντας μέσα από τον ξανακερδισμένο χρόνο να επαναπροσδιορίσει ιδανικά, να βρει το χαμένο μας έρμα. Με τον πρέποντα τρόπο. Με το σθένος ενός φρονήματος ανδρικού. Θέλγει βαθύτατα αυτή η περιήγηση στους λειμώνες της μνήμης. Κείμενα απαστράπτοντα, γενναία, καθρέφτες πεντακάθαροι μιας εποχής ηρωικής όσο και ζοφερής.
Ένας έκδηλος και βαθύτατος σεβασμός χαρακτηρίζει κάθε αναφορά στους νεκρούς, τη μνήμη, τα πράγματα.
Ο συγγραφέας Αριστείδης Τσοτρούδης από οδοντίατρος γίνεται ιστορικός και διδάχος των σπουδαίων. Κάνει μια άγρια εισβολή στη συγχυσμένη εποχή μας και στην επικράτεια της σύγχρονης και ναρκισσευόμενης ευτέλειας. Γίνεται σοφός διδάσκαλος, που διδάσκει την ανωτερότητα του αρχέγονου ήθους. Γι’ αυτόν η ανθρώπινη ζωή είναι ποιότητα και όχι μέγεθος. Δεν είναι ένας τεχνικός συγγραφέας. Δεν είναι ο ψυχρός ιστορικός καταγραφέας. Σε όλο το έργο φαίνεται καθαρά η προσωπική συναισθηματική εμπλοκή του με τον τόπο που τον γέννησε καθώς και με τα συγκλονιστικά γεγονότα της εποχής, η οποία έχει αφήσει τον απόηχό της στον ψυχισμό του. Δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς, αφού είναι γιος νεκρού ήρωα και δεν γνώρισε πατέρα. Και είναι η αιτία που το βιβλίο αυτό, πέραν των ιστορικών του πληροφοριών, σου μιλά στην καρδιά. Γιατί κι ο ίδιος, μαζί με τη δαπάνη του νου έβαλε και τον πόνο της καρδιάς του.
Ανακαλεί στη μνήμη την άγνωστη μορφή του πατέρα του με τρόπο επώδυνο για τον ίδιο. Ο άγνωστος πατέρας φαίνεται ότι άφησε ανεξίτηλα τα ίχνη του. Όντας μοναδικός, ο σεπτός γεννήτορας γίνεται συν τω χρόνω μια ιδεατή απόλυτη μορφή, η οποία με τρόπο μυστηριακό, φωτίζει την καθημερινή γεηρή του ύπαρξη. Ο συγγραφέας κατορθώνει να βγει σώος από αυτή την ψυχική σύνθλιψη, που του προκαλεί η βιωματική του συμφορά, έχοντας δημιουργήσει ένα απολύτως προσωπικό στίγμα. Σύμβολο του αγώνα αλλά και της θυσίας, ο πατέρας του αγγίζει την αθανασία, αφού ο συγγραφέας τον μεταφέρει από την ψυχή του στα γραπτά του και τον δένει με τα σύμβολα της αιωνιότητας.
Ο Αριστείδης Τσοτρούδης ξεφεύγει απ’ τον τοπικό ορίζοντα, γίνεται ένας ταξιδευτής του κόσμου, ένας γυρολόγος απόστολος που διδάσκει το γένος των βροτών, αιμορραγώντας ο ίδιος, με μια εσωτερική αιμορραγία που την κρατά όσο μπορεί κρυφή, για να προλάβει την αποστολή του. Μια αιμορραγία όμως, που το πορφυρό της ρίγος είναι άκρως μεταδοτικό. Και έχει στις αποσκευές του ταξιδιού, το δώρο που του χάρισε ο παππούς μας ο Προμηθέας, το ίδιο που χάρισε σε όλους μας, που δεν είναι βέβαια το «αμόρωτον», δηλαδή το «απέθαντο» αλλά οι τυφλές ελπίδες, για να μη βλέπουμε το θάνατο και καταρρέουμε, αλλά να συνεχίζουμε αγωνιζόμενοι.
Ο Αριστείδης Τσοτρούδης σαν άλλος αρχαίος ολυμπιονίκης Επέραστος, λαμβάνει με την αξία του τον τίτλο του «μάντεως εκ του γένους των ιερογλώσσων».
Ο Αριστείδης Τσοτρούδης είναι ένας ιερός Εξηγητής διοσημιών.
Ο Αριστείδης Τσοτρούδης είναι ένας λαμπαδηφόρος, ένας καπνισμένος Λήμνιος φρυκτωρός, που μας ανάβει υπνόμαχες πυρές και μας ξυπνάει από τη χειμερία νάρκη μας. Εμείς θα ξυπνήσουμε;
Ο Αριστείδης Τσοτρούδης μας διδάσκει. Εμείς θα διδαχθούμε;

Δεν υπάρχουν σχόλια: