Κυριακή, 4 Οκτωβρίου 2009

Εκλογές και βόδια

Εκλογές και βόδια

Γράφει ο Σταύρος Τραγάρας





Ο απόηχος των πολύχρωμων, σαν κουρελού, δημοτικών εκλογών άφησε πίσω του κρίσεις, αξιολογήσεις και πλήθος ερωτήματα. Γιατί έτσι, γιατί αλλιώς, πώς και εκλέχθηκε ο ένας, γιατί όχι ο άλλος, κλπ. Άκουσα κάποιον συνδημότη να ρωτά: «-Μα γιατί δεν υπήρχε Ατσικιώτης υποψήφιος για δήμαρχος;» και έναν άλλον να απαντά: «-Γιατί οι Ατσικιώτες είναι βόδια». Παρακολουθώντας τυχαία μια συζήτηση, άκουσα πάλι τη λέξη «βόδια». Αναρωτιόταν ένας: «- Πώς γίνεται ένας γραφικός ακροδεξιός σαν τον Καρατζαφέρη να περνά σε ψήφους τον εθνικό ήρωα Μανόλη Γλέζο;» και ο άλλος: «Γιατί οι Έλληνες είναι βόδια». Οι ψηφοφόροι λοιπόν όταν δεν ψηφίζουν σωστά παρομοιάζονται με βόδια. Έχουν όμως πραγματικά σχέση τα αγαθά τετράποδα με τα κουτοπόνηρα δίποδα; Θα προσπαθήσουμε να κάνουμε μια ανάλυση του σοβαρότατου αυτού θέματος, «εκλογές και βόδια».
Κατ’ αρχάς, τα βόδια, διαχρονικό σύμβολο υποταγής για τα ίδια, αλλά και πλούτου γι’ αυτόν που τα κατείχε, συνοδεύουν τον άνθρωπο από τα μυθολογικά χρόνια, ως τα σήμερα. Θυμηθείτε τα βόδια του Γηρυόνη που έκλεψε ο Ηρακλής από το Γιβραλτάρ και την εξόντωση του ληστή Κάκου που θέλησε να του πάρει μερικά. Επίσης τα βόδια του Ήλιου στη νήσο Θρινακία, που τα έφαγαν οι σύντροφοι του Οδυσσέα και η καταστροφή που ακολούθησε, αφού ο Δίας βούλιαξε όλα τα καράβια τους και τους έπνιξε όλους εκτός από τον Οδυσσέα, που βγήκε σώος στο νησί της Καλυψούς. Τα βόδια δηλαδή είναι σαν να φέρνουν κατάρα σ’ αυτόν που θα τα πειράξει. Αυτό θα μπορούσε να συσχετιστεί με τους ψηφοφόρους, έστω και με τους ψηφοφόρους – βόδια, που συχνά εκδικούνται με τον τρόπο τους. Κατά την Αγία Γραφή, τα βόδια είχαν εξημερωθεί πολύ πριν ο Αβραάμ κατέβει στη Χαναάν. Μέσα στο νόμο του Μωυσή είναι γραμμένο (Δευτερονόμιο) το ακόλουθο: «Δε θα φιμώσεις βόδι που αλωνίζει», δηλαδή δεν θα κόψεις το φαγητό κάποιου που δουλεύει για σένα. Αυτό το ακολουθούν κατά γράμμα πολιτικοί και πολιτικάντηδες τύπου δημάρχων και σύγχρονων βλαχοδημάρχων, ως τα σήμερα. Στα πολύ παλιά χρόνια που δεν υπήρχαν νομίσματα, η συναλλαγή γινόταν με διάφορα εμπορεύματα, συχνότατα δε με βόδια. Στον Όμηρο συναντάμε τη λέξη «Πολυβούτης», που θα πει ο πλούσιος, αυτός που έχει πολλά βόδια, ενώ «Αβούτης» είναι ο φτωχός, αυτός που δεν έχει βόδια. Βόδια λοιπόν ή χρυσάφι; Το δίλημμα αναλλοίωτο εις τους αιώνες, αφού το να έχεις αγέλη ψηφοφόρων – βοδιών ισοδυναμεί με το να έχεις χρυσάφι. Θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε ότι ένας ισχυρός πολιτικός, είναι πολυβούτης. Τώρα αν αυτό προέρχεται από το «βουτώ» ή από το «βους» θα σας γελάσω.
Ο απαξιωτικός χαρακτηρισμός «βόδι», ισοδυναμεί με τον χαρακτηρισμό «χαζός», ενώ η λέξη «αγελάδα» είναι συνώνυμο της παραγωγικότητος. «Βρήκε αγελάδα και αρμέγει». Τώρα τελευταία γνωρίσαμε και τις τρελές αγελάδες, για να αποδειχθεί βέβαια πόσο «βόδια» είναι οι άνθρωποι, καθόσον οι ταύροι ήξεραν από πάντα ότι υπήρχαν τρελές αγελάδες. Βόδια λοιπόν οι ψηφοφόροι, υποτακτικοί, πειθαρχικοί, καθοδηγούμενοι, υπό ζυγό, ευνουχισμένοι. Οι πολιτικοί πάντα παίζουν το ρόλο του ζευγά, ο οποίος έχει τη «συρμαγιά», την εκλογική πελατεία εκ βοδιών. Βέβαια καμιά φορά το βόδι ψηφοφόρος μπορεί να στρέψει τις «βοδίσες ματάρες» του σε άλλον ζευγά, κάτι που δεν μπορεί να κάνει το γνήσιο βόδι. Έτσι ο ψηφοφόρος από «ζευγαρόβοδο», γίνεται «βόδι που έκοψε», ή «βόδι που μυγιάστηκε». Γι’ αυτό ενώ το γνήσιο βοοειδές που έχει σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια είναι επικίνδυνο, αντιθέτως το βοοειδές ψηφοφόρος που έχει αυτή τη νόσο είναι ο ιδανικός. Αν έχει δε και πνευμεγκέφαλο, δηλαδή αέρα αντί μυαλό, ακόμα καλύτερα. Θα μου πείτε, πολιτικοί και οι δημαρχαίοι; Ναι, πολιτικοί, αφού όλοι έχουν τις φιλοδοξίες τους και για να θυμηθούμε τους στίχους του λαϊκού άσματος του αξιοτίμου κ. Τζίμη Πανούση, σίγουρα θα σιγοτραγουδούν στο μπάνιο τους: «Στης βουλής τα έδρανα, αχ κι εγώ να έκλανα».
Οι συμπατριώτες Λημνιοί παραδοσιακά χαρακτηρίζονταν ως «πρόβατα», για το ήπιον της ιδιοσυγκρασίας τους, όμως πολλά ιδιαίτερα γνωρίσματά τους, θα μπορούσαν κάλλιστα να τους δώσουν την ονομασία «βόδια». Εξ άλλου οι Λημνιακές εκφράσεις «βοδολογίας» και οι συνειρμικές τους διασυνδέσεις με το θέμα των εκλογών είναι αρκετές. Αναφέρουμε μερικές:
@@ «Τα βόδια μγιαστήκαν». Δηλαδή τα ερέθισε η μύγα κι αυτά άρχισαν τον λεγόμενο κλωτσόχορο. Ο χορός αυτός μπορεί να είναι ήρεμος, όπως π.χ. ήταν ο χορός των ψηφοφόρων σ’ αυτές τις εκλογές. Αυτός ο ήρεμος χορός εθεωρείτο από τους παλιούς Λημνιούς ως μήνυμα ότι θα χαλάσει ο καιρός. Όμως ο κλωτσόχορος μερικές φορές είναι βίαιος, αφηνιαστικός, εκτός ελέγχου και οδηγεί σε πραγματική καταστροφή. Αυτός είναι και ο φόβος των πολιτικών επαγγελματιών ζευγάδων. Βέβαια ενώ παλιά ζευγάδες και παπάδες είχαν χωριστά τα τσανάκια τους, εξ ου και το «Ή παπάς παπάς ή ζευγάς ζευγάς», τώρα αυτό δεν ισχύει και βλέπουμε παπάδες να έχουν βόδια και να τα καθοδηγούν στους πολιτικούς αγρούς.
@ @ «Μπρε βόδια τα πέρασες τα μλάρια;». Φράση παλλημνιακής εμβέλειας, που την πρωτοείπε ο συμπαθέστατος και φίλος Γιώργαρος Πατέτσος ή μπάκακας, από το Πορτιανού, που ζευγαρίζει μόνο με μουλάρια. Όταν λοιπόν ένας θηριώδης συγχωριανός του για να τον πειράξει πήρα στα χέρια του το αλέτρι και το «πάτησε» με δύναμη στο χώμα, τα μουλάρια δεν μπορούσαν να τραβήξουν και τότε πετάχτηκε έξαλλος ο μπάκακας και είπε αυτή τη φράση. Αναρωτηθήκατε λοιπόν αγαπητοί αναγνώστες ότι μήπως είμαστε στην πραγματικότητα μουλάρια και όχι βόδια;
@@ «Πέντε βόδια δυο ζοβγάρια». Για το βλάκα, που δεν ξέρει να υπολογίσει καλά, άρα και για τον ψηφοφόρο – βόδι.
@@ «Εμ δεν έναι βόδ να σε κουντλήσ». Για τους «ερμηνευτές» των μηνυμάτων που κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν.
@@ «Έχ’ βγάλ’ τ’ βοδοσκολή». Ισχύει για τους περισσότερους υποψηφίους δημοτικούς συμβούλους της Λήμνου, αλλά όχι μόνο της Λήμνου.
@@ «Βοδ καρακαλ’νό». Δηλαδή μεγάλο βόδι, απ’ το Καρακάλου, τουτέστιν πολύ βλάκας.
@@ «Μτσόβοδο». Αυτός που τρώει πολύ άγαρμπα, ο πολύ ατσούμπαλος και χοντράνθρωπος, ο βλάκας.
@@ «Βοδ εμείς, βοδ και τα παιδιά μας». Βλέποντας μερικούς συνδυασμούς, σου έρχεται αυτή η φράση, αφού πολλοί ψηφίζουν παραδοσιακά, όπως ψήφιζαν οι γονείς και οι παπούδες τους. Αυτή η φράση ελέχθη από ένα Λημνιό συμπέθερο στον άλλο, όλο καμάρι, στους γάμους των παιδιών τους και δε σήμαινε βέβαια ότι και αυτοί και τα παιδιά τους είναι βόδια, αλλά ότι και στο δικό τους γάμο και στων παιδιών τους έσφαξαν βόδι.
@@ «Ε καμένε βόδαρε». Πολλοί ψηφοφόροι αξίζουν αυτή την προσφώνηση.
@@ «Παλιόβοδος». Το παλιό βόδι, ο παλιός ψηφοφόρος, ο παραδοσιακός, αυτός που δεν αλλάζει, αυτός που δεν ….τρώγεται με τίποτα.
@@ «Άλλα μελετούν τα βόδια κι άλλα μελετά ο κιαχαγιάς». Αυτή την πικρή διαπίστωση την κάνουν οι ψηφοφόροι – βόδια όσο προχωρά η τετραετία.
@@ «Το φάγαμ το βόδ». Αυτό ισχύει για τους περισσότερους δημαρχαίους, που δεν τρώνε μόνο το βόδι, αλλά και το ζυγό, και το αλέτρι.
@@ «Τζαχτ τζαχτ και το φάγαμ ούλο το βοδ». Αυτό ισχύει μάλλον για τους ψηφοφόρους, που κάθε τετραετία περνά από τις πλάτες τους σαν….αρρώστεια.
@@ «Βοδ πήγε βουβάλ’ γύρσεν». Προσαρμόζεται και για δημαρχαίους και για ψηφοφόρους, αφού η εξέλιξη και των δυο είναι μηδενική έως αρνητική.
@@ «Καπαρό βοδ, κοκκίν’ς, χιονής, αράπς, κλπ». Ανάλογα την… κομματική τοποθέτηση.
@@ «Μμμμ βγάζ βοδιά». Άρωμα εκλογών, ή ο καθένας, μετά συγχωρήσεως, την κλανιά του την έχει μοσχολίβανο. Από κει και το τραγουδάκι:
«Εκλογές και κόμματα
με φρου φρου κι αρώματα
ψηφοδέλτια σταύρωνα
κι όλη νύχτα καύ---α».
@@ «Πάγ’ να μαζέψ βοδόξλα».
Δηλαδή βουνιές ή σβουνιές, ή βνιες. Έκφραση απαρέσκειας για την τωρινή ενασχόληση ή κοινωνική θέση κάποιου. Εκεί στέλνουν οι ψηφοφόροι αυτούς που μαυρίζουν.
@@ «Λημνιά βοδάρα, ή βουβάλα». Από την αρχαία «Λημνίαν βουν» στη σημερινή υποψηφία, ή στην λεγομένην «30%». Υπάρχει εξελικτική πορεία. Δε βρίσκετε;
Ασχέτως αν μερικοί σιγοψιθυρίζουν το τραγούδι του Μηλιώκα: «Δεν ξαναβόσκω άλλες βοβάλες, δεν θέλω μήτε να τις δω».
@@ «Τα στραβά τα βόδια τ νύχτα βόσκνε».
Και τη μέρα ψηφίζουν.
@@ «Ε ρε βοδόπτσα που θέλ’». Τουτέστιν το περίφημο καμτσίκι – μαστίγιο, για να πονά πολύ. Τέτοιο πράμα χρειάζονται πολύ υποψήφιοι αλλά και ψηφοφόροι. Μερικοί χρειάζονται και την παραλλαγή της: «Ε ρε βοδόπτσα και νάναι παραγεμζμέν’ με τον άμμο».
Αγαπητοί αναγνώστες ευτυχείτε να ευτυχούμε. Τα βόδια εξ’ άλλου πάντα είναι ευτυχισμένα.

Δημοσιεύθηκε στη «ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΑΤΣΙΚΗΣ» Αρ. Φύλλου 11, Αύγουστος – Σεπτέμβριος - Οκτώβριος 2002.

Δεν υπάρχουν σχόλια: