Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2009

Α μπομπαρδίσομ ντ Γκοντοπούλ


Α μπομπαρδίσομ ντ Γκοντοπούλ

Λογιάζω μαθέ μογάλο τάραμα γίνεται με τν Αμερική που γυρέβ ζορ ζορνά να μπομπαρδίσ το Ιράκ. Πολλά πράματα δεν απκάζω γι’ αυτό ρώτ’σα το γκμπάρομ. Μπρε μαθέ τον λέγω, άμα έναι τόσο τζαναμπετλής και ζαφτλής κειος ο Μπουστ που κμαντέρεν’ τς Αμερικάν’, μαθέ εκείν’ έναι τόσο βόδαρ χαμέν’ και χαντακωμέν’ και δε ντον δίν’νε ποδάρ να ησυχάσ το κεφαλούδιτς γή να τον κλείσνε σε κανέ κλουβί μιας που μοιάζ και σα κοκκ’νόκωλας πίθηκας, τι φοβούντεν μη χάσνε το σπορίκ’; Μπρε αγόρεμ τζάμπναρε, με λέγ’ ο γκμπάροζεμ, εσύ με φαίνεται ότ είσαι χαμένος και ντιπ μούτακας και κάμεν’ς τα βερτσώνια καβουρμά. Πρώτα πρώτα και αρχή, δε ντον λένε Μπουστ αλλά Μπους. Άκσε δωνά Μπουστ, σιγά μην ντον λένε και μπνε. “Αμ εδιέτς σύντχαινε, γιατί γω καμένος νόμζα ότ ήνταν μαθέ κατωμερίτς, ότι είχαν πεσ τα υδραυλικά, δούλευε λεβιές, και το ζμπούνιαζε το λαγδέρ. Και ήλεγα με το νηγευτόμ, φορούμ μπας και κόπκιε να πάγ’ μαθέ στο Ιράκ για να φάγ’ γιαράκ”. “Έλα ξανοστάδες, σώπα κι άκγε. Ο Μπους θέλ’ να μπομπαρδίσ το Ιράκ για να παρ το γαζ που έχνε δεκεί. Έχνε πολύ γαζ, τι πλάκα το λένε μπρε, πετρέλαιο το λένε πετρέλαιο, για το πετρέλαιο γίνεται ούλος τούτος ο καραγκιόζ μπερντές, και βρήκε και καλά πάτμα, ότ έχνε εκειάνα τα όπλα που τα νοματίζνε μαζικής καταστροφής μαθέ, κατάλαβες μπρε μούτσαρε, ούλα γίντεν για τ μπουζνάρα, για να μασούνε γοι Αμερικάν’ και με τα δυο μάγλα”. “Ε και τι έναι μπρε γκμπάρε τούτα τα όπλα τα φωτιάρκα που τα λένε εδιέτς τς καταστοφής, τίποτα μπροστογιεμές αγκίνιες, δίκανα, αγερόπλανα μπομπαρδιστικά, τι στο γκόρακα έναι;” “Δεν έναι μπρε αγορούδιμ μτσόβοδο τέτοια όπλα, αλλά έναι σε λέγ’ αγέρια, που τα λένε τοξικά αγέρια. Άμα σε αμολάρνε ένα τέτοιο δηλητηριασμένο τοξκό αγέριο, τέζα ο παρδάλ’ς”. “Α, σα μια πουφούσκα νταμπακλίδκια να πούμε”. “Να μην πείτε, έμαθες και το να πούμε, διαβόλ πατνίτσαρε, γιατί ο Γιώρεγ’ς ο Νταμπάκ’ς δεν αμολέρεν’ ποφούσκες, αλλά τναζ κανονιές, γαδαροπορδούκλικ’. Πάντως μέσες άκριγιες τα αγέρια τούτα έναι σα μποφούσκες, αλλά στο πιο φόρτσο και στο πιο δηλητηριασμένο. Και σε λέγ’ άμα έχ’ τέτοιες ποφούσκες ο Σαντάμς και τς αμολάρ μες στν Αμερική θα μας αστενήσ’ ούλ’ και α μας καμ να βγάλομ τα σκώτια μας. Κάτσε να τον σφεντογονήξομ καμπόσες μπομπούδες να χασ το λουφούσιτ, να τον πάρομ και το γαζ”.
“Και δε με λες μπρε γκμπάρε, εμείς γοι Έλλην’ τι δλεια έχομ κι ανακατεύομάστε μαθέ;”. “Αφού μπρε η Ελλάδα έναι ο πρόεδρος σε ούλ’ τν Ευρώπ, τι λογιά μαθέ, θα κάθεται στο γωνιαδέλ’;” “Τι πρόεδρος, σα ντον Αντρέα τον Καλατζή που έναι πρόεδρος στα μσκάρια τς Ατσκιώτες;” “Ναι ένα τέτοιο πράμα, μόνε που γοι Ευρωπαίγ’ δεν έναι ούτε μσκάρια ούτε βόδια, αλλά κάμνε τν Ελλάδα πρόεδρο, εδιέτς όπως λες σε ένα λωλό, σε κάμνω ας πούμε βασιλιά. Όπως λέμε βάλαν το λωλό να βγάλ’ το φίδ απ’ τ ντρύπα, ή πήκαν το λωλό να χέσ και κειος έχεσε και τάφαγε….ε να εδιέτς. Κι άμα πομείν’ ο Σημίτς απόξω, θα τον πούνε κειο που ήλεγε κι η γιαγιά μ η Βωτώ, σκατά δλειες, μερτκό πορδιές, με το ζμπάθειο, και τότε θα κάθομέστε πα στς μπεζούλες να φεγγίζομ τα αυγά τα κουρνίτκα και δε θα νέχομ γαζ ούτε για τς λαμπούδες και θα βάλομ μπροστά τα λ’χναρούδια με τ λιγδέλα”. “Εμ τότενες κατά τα λεγόμενα σ μπρε γκμπάρε πρέπ να τον κηρύξομ τον πόλεμο στο Ιράκ, εμ όχ’ να σκάσομ κι απ τα αγέρια, ή να μην έχομ γαζ για τα γαζολύχναρα. Αλλά πάλε το σκών’ μαθέ η αθρωπιά σ να σκοτών’ εκειός ο Μπουστς, αθρώπ για το παλιόγαζο; Ε και θα τον πεις άθρωπο τον αξετσίπωτο, γάδαρο με γραβάτα θα τον πεις”. “Εγώ τι θα τον πω γμπάρε, δε γκάμεν’ διάφορο, ούλ’ όμως τον γκάμνε μετάνοιες, γιατί έχ’ το βούρδουλα, γι’ αυτόνο σε λέγω τούτα έναι κάρβνα πυρωμένα και μη τα αγκμπάς, δεν έναι για μας τς εμκροί, μη πελεκάς συτχιές π’ δε πελεκιέντεν ούτε με το τσεκούρ, βάλε γκεμ στο στόμα σ το μπαμπαλιάρκο”.
“Τώρα γκμπάρε με έβαλες σε ιδέες και σκέφκα μια δλίδα που κάμεν’ ταμάμ για μας τς εμκροί. Αφού εδιέτς κάμνε οι μογάλ’ κι οι τρανοί, γιατί να μη γκάμομ και μεις οι Ατσκιώτες τν ίδια δλεια;” “Τι, να μπομπαρδίσομ το Ιράκ;” “Όχ’ μπρε αλ’πανάβατε, με φαίνεται που δε γκατβάζ η κτρούβα σ ψείρες, γιατί όμως να μην πάρομ το γκάμπο τς Κοντοπούλ’ς και τς Παναγιάς, παράδειγμα, που έναι χωράφια άφαλος τς γης, ούλο μέλαγγες και μαυροχώματα, όχ’ αλ’πούδες, καψίδες και βίνες που έναι τα πλιότερα θκα μας. Τι να σε πω από μκρέλιας τα καψορέγομαι. Λέγω να τα κάψομ τα ρούχα μας και να τ γκάμομ τ μπρέδα. Α πούμε ότι έχνε τοξικά αγέρια και όπλα τς καταστροφής πανδεκεί, α τς στείλομ κι ένα πιθεωρητή θκό μας να τς πιθεωρήσ, έχομ μεις ένα μσοχωριανό μας πιθεωρητή, το Μπαναγιώτ το Μουτζούρ που έναι γκμπάρος τ Αγοραστή τ Ματζώρ, α τς πει ναι βρε κοπρόσκ’λα έχτε και αγέρια, έχτε και όπλα, ύστερα α κάμομ γιούργια και α τς πάρομ τα χωράφια”. “Ε, και πού τα έχνε οι Κοντοπλιανοί τα αγέρια μαθέ;”. “Γιατί μπρε οι Ιρακινοί, έχνε; Ενώ οι Κοντοπλιανοί απαξανέκαθε μαζεύαν και σοδιάζαν, μα άφκο, μα λαφύρ, μα καμιά φασούλα, ξέρς τι αέριο βγάζνε τούτα, κατ θα βρούμε. Ε δε θα νέχνε και κανέ τσακούδ, καμιά κόσα για το τριφύλ’, κανέ ασφαλαγκοτούφεκο, καμιά σφεντογόνα; Δεκεί θα πατήσομ και καλά, και ήμαρτον θα τς πούμε δεν έχ’ μπλια. Μη ντο σκέβεσαι σήμερα το συφέρο κμαντέρεν’ το γκόσμο”. “Ε και έχομ εμείς μαθέ αγερόπλανα να μπομπαρδίσομ τ Γκοντοπούλ; Και γιατί να τα βάλομ με τς Κοντοπλιανοί που έναι και καλοί αθρώπ και να μη μουντάρομ τς Μουδουρνοί γή τς Κουταλιανοί που έναι και αψλομύτες. Ή τς αχώνευτ τς Καστερνοί”. “Δε χρειγιάζεται αγερόπλανα μπρε ζαβομεριά, ααα, εεεε, σιγά μη μπάρομ και υποβρύχια, καμπόσα κοντοστέλια φτάν’νε. Αλλά επειδής οι Κοντοπλιανοί έναι ξλογκράν’, μπεχλεβάν’δες και γκαγκλαμάν’ και δεν έναι εύκολο να τς καταπονέσεις, α κάμομ επιστράτευσ τς Σαρδιανοί και τς Καταλακ’νοί που μπορεί να έναι μπουντούρδες, αλλά έναι τ καυγά και ντιπ κάκναρ, αφού ο Γιώρεγ’ς η κούρσα ο παλιός ο πρόεδρος τς πνομάτζε Τσετσέν’ και Κούρδ, α τς πάρομ για ραβδάτορες, να μην κάντεν πα στς τρούλες και πφσκαρίζνε, έναι και χνασμέν’ απ τ μπείνα, ε α τς δώκομ και κείν’ κανέ παρτσαδέλ’ να γλύψνε και κείν’ λίγ’ κατσίλα, γιατί μια παροιμιά λέγ’ δε σε κερνώ να μ’ αγαπάς, αλλά σε κερνώ να με κερνάς. Τς Σβερδιανοί να μη τς πάρομ μαζί, γιατί έναι ασυνενόγητ αθρώπ, γι’ αυτό τς λένε και ζερβιοί, άσε που έναι και λιλιπούτδες και τρεμοκουρκούρδες, έναι μόνε για χορό, νταν’ νταν’ και πάλε νταν’ νταν’, δεν έρχεντεν στα ζόρκα. Όσο για τς Καρπασνοί και τς Βαρίτες, σκαμπανοβράκ’δες, χαμχαλέτ και κωλοφοβερίδες, έναι μόνε για τς μούσκλες τς πκρες, αλλά δε α τς αφήκομ στο χολιαστήρ, α τς έχομ από κοντά να κβανούνε το νερό. Οι Λεριανοί μακριγιά, λαφροντιντίλ’δες, κουκούλ’δες και μπολσοβίκαρ, άμα σε πλήσνε αυγό πρώτα θέλνε να το κουρέψνε και να πάρνε το μαλλί. Α βάλομ μπροστοφυλακή το Γιώρεγ’ το Νταμπάκ’ να τς ρίξ καμπόσες άμπουλες με αγέριο να τς παραλύσ, α τς ρίξ και καμπόσες ομοβροντίες να κατουρθούνε απ το φόβο τς και να τς πιάσ σνερίγια, καταπόδ α νέχομ το Μπρούτζο, τον Αχέλο, τον Αγγελή και τον Τάμη να μαρκέρνε τα καλά κομάτια, από πίσω Σαρδιανοί και Καταλακ’νοί με τα κοντοστέλια, παραπίσω ούλ’ εμείς, κι α γιουρντίσομ σα παν, και άρον μάρον α τα κάμομ ούλα γιάγμα και δε θα πομείν’ αρθούν’. Τώρα για τς Μουδουρνοί που με λες και τς Κουταλιανοί, τς έχομ στο χερ, αλλά τι να πάρομ, τ θάλασσα να ντ γκάμομ μπλάστερ, έχομ και μεις τον Αγιαρμόλα και ντ Τρύγ’ μαθέ θάλασσα γυαλί, όχ’ βόλακα, ούζβαρ και κωλοπάνες. Οι Καστερνοί πάλε έναι χρείγιες ζωντανές, παλιοπερτσίνες και λουκματζήδες και τα θέλνε ούλα χαζίρκα, τς έχομ μια χαψά, αλλά έλα που έχνε πλάτες, α τς αφήκομ τώρα, θα νερτ ραστ γκιλντί, θα νέρτ κι η αράδα τς, όπως λέγ’ κι ένα τραγδέλ’ α δε σε τ βάλω σήμερα, ταχιά σε τ νέχω σίγουρα.. Τίποτα, τς Κοντοπλιανοί α μπομπαρδίσομ, δωνά με κάντεν από τότε που νίκαν συνέχεια η ΗΦΑΙΣΤΕΙΑ τον ΗΡΑΚΛΗ. Άμα κάμομ όπως σας ορμνεύω θα νέχομ καλές πετχεσές, θα ναράξομ ντ κλαποδαρίδα μας κατ απ τ σκαμνιά στ μπλατέα και θα πορδαρίζομ μετά συγχωρήσεως και θα γίνομ και πλανητάρχηδες τς Λήμνος. Αλλά τι”.

Δεν υπάρχουν σχόλια: