Σάββατο, 3 Οκτωβρίου 2009

Βογήθγια

ΕΥΘΥΜΟΓΡΑΦΗΜΑ

Βογήθγια

Γράφει ο γιατρός Σταύρος Τραγάρας

Επ’ ευκαιρία του πρόσφατου κυβερνητικού ανασχηματισμού, ελέχθη από διάφορους αναλυτές και πολιτικούς, ότι αυτός θα βοηθήσει το έργο της κυβέρνησης, ή ότι θα βοηθήσει να αναστραφεί το κλίμα υπέρ της κυβέρνησης, ή ότι θα βοηθήσει τον πρωθυπουργό, αλλά κυρίως ότι θα βοηθήσει το λαό, που είναι σε δυσχερή θέση. Τέλος πάντων, οι λέξεις «βοηθώ», «βοήθεια» κλπ. έδωσαν και πήραν. Με το άθλιο, διαστροφικό, λημνιακό μυαλό μου σκέφτηκα ότι η λέξη «βοήθεια» και τα παράγωγά της, στη λημνιακή γλώσσα έχουν πολλές λεπτές αποχρώσεις, γι’ αυτό με την άδειά σας θα επιχειρήσω μια σύντομη ανάλυση.
Η λέξη «βοήθεια» στα λημνιακά έχει πολλές εκφράσεις, όπως «βογήθγια», «βόγ’θγια», «βόθγια», «βούγ’θγια», «βούθγια» «βούθα», «βογ’θτό», «βουγ’θτό», «βουθτό», «βογήθμα», «βογήθγιο» «βούθμα», κλπ. Το δε ρήμα «βοηθώ», λέγεται «βογ’θώ», βουγ’θώ», «βοθώ», «βουθώ», κλπ. Όταν λέμε «βογήθγια» εννοούμε μια απλή βοήθεια, μια συνδρομή στην εργασία μας, το λεγόμενο «γιαρντίμ», ή μια χάρη. Βέβαια τίποτα δεν είναι δωρεάν, γι’ αυτό και «η χαρ θελ’ αντιχάρ», ή ακόμα χειρότερα, «η χαρ θελ’ αντιχάρ κι ένα φόρτωμα στο μλαρ».
Η λέξη «βόγ’θγια» υποσημαίνει τη δραματική ανάγκη κάποιου για βοήθεια: «Το καμένο το παιδέλ’ έτσαζε σα ντο πλι και γύρευε βόγ’θγια, αλλά ουλ’ κνούσαν τ’ αυτιά τς σα ντο γάδαρο». Οι λέξεις «βούθγια», «βούθα», «βουγ’θτό», σημαίνουν τη στιγμιαία βοήθεια, σε ένα πρόβλημα: «Γιώρεγ’ βάλε μια βούθγια να σκώσομ το τσβαλ’». Οι λέξεις «βουθώ» και «βούθα» έχουν και τη σημασία του υποστυλώνω, βάζω ένα υποστήριγμα από κάτω: «Βούθα το σακί μη ξεσύρ το σαμάρ». Η λέξη «βογήθμα» σημαίνει τη μηδαμινή βοήθεια, κάτι σαν ελεημοσύνη: «Ζντγιανεύ’ βογήθμα σα ντο δγιακονιάρ».
Απαιτούνται λοιπόν διευκρινίσεις, για το τι βοήθεια πρέπει να περιμένουν οι πολίτες από τη νέα κυβέρνηση. Πολλές φορές η βοήθεια αποδεικνύεται ανύπαρκτη, αέρας κοπανιστός, στα λημνιακά «πορδιές βογήθγια», εάν δε η λεγόμενη βοήθεια διατυμπανίζεται, «βουθτές ή πτακωτές πορδιές». Αυτή η βοήθεια είναι και η πιο συνηθισμένη διαχρονικά, γι’ αυτό μάλλον ο συχωρεμένος Αλέκος Ραμαντάνης από το Πορπούλ, έλεγε τον πρωθυπουργό «πορδυπουργό» και μεις τον νομίζαμε αγράμματο. Η ανύπαρκτη βοήθεια λέγεται και «από πίσω βογήθγια»: «- Είχες καμιά βογήθγια; - Ναι είχα βογήθγια από πίσω». Υπάρχει και η «από κατ βογήθγια», που έχει σεξουαλικό υπονοούμενο: «Η Λενιά χρειγιάζεται από κατ βογήθγια». Τέτοια βοήθεια οι πολίτες δεν προσδοκούν, αφού έχει ήδη προσφερθεί αφειδώς από την κυβέρνηση, μεταφορικώς βεβαίως. Ούτε «βογ’θήματα» χρειάζονται, που στη Λήμνο τα λένε «βογ’θήματα τς Ούντρας για τς ζντγιανοκόματ».
Βέβαια πριν το «βόγ’θα» και πριν φτάσουμε στο «βόγ’θα Παναγιά μ’», υπάρχει το «δέχα», ή όπως λένε στη Λήμνο: «Σα δεχάς δε θελ’ς τη βόθα, στερνή μ’ γνωσ’ να σ’ είχα πρώτα». Η κυβέρνηση θα μπορούσε να πει: «Εγώ βοηθώ, κουνήστε και σεις τα χέρια σας». Αλλά και ένας Λημνιός θα απαντούσε: «Οχ’ μόνε τα χέργια μ’ αλλά και τα ποδάργια μ’ κνω. Τα χέργια μ’ για να δλεύω, αλλά τώρα και για να σταυροκοπιέμαι και να μτζώνω. Α, και να κολ’μπώ για να πάγω στν Αθήνα. Τα ποδάργια μ’ για να φέγνω μακριγιά και να κλωτσώ». Όπως και νάχει όμως, μια κυβέρνηση θέλει βοήθεια απ’ το λαό. Όχι όμως να λέει: «Βόγ’θα φτωχέ να μη σε μοιάσω». Γιατί τότε και οι πολίτες δικαίως θα αναρωτηθούν; «Εγώ βούθα, εσύ βούτα;». Ή «Άλλος τ’ αποπαίδ, άλλος το Βατοπαίδ;». Στη Λήμνο λένε και την παροιμία: «Όποιος αλείφτ με λαδ το κάρο τ’, βογ’θά το γάδαρο τ’», όμως όταν το λάδι είναι τόσο πολύ, μπορεί ο γάιδαρος να «ξεγλυστήσ’» και τότε «καμιά βογήθγια δε ντον σων’». Αγαπητοί αναγνώστες ευτυχείτε «κι ο Θγιος να βαλ’ το χέρι τ’ και να μας βογ’θήσ’, μαζί κι ο Αγιαρμόλας κι ο Αγιοτσίλιας, βογήθγια μας. Αμήν».

Δεν υπάρχουν σχόλια: